
Γιατί η δομική ατέλεια και η αδυναμία της γλώσσας αποτελούν σημαντικά στοιχεία στη λογοτεχνία; Ποιοι συγγραφείς κατοικούν στο χάσμα ανάμεσα στην πρόθεση και την πραγμάτωση και πώς η φιλοσοφία τους αντιμετωπίζεται στο σύγχρονο λογοτεχνικό πεδίο; Κάποιες σκέψεις. © Dmitri Kasterine Πηγή: National Portrait Gallery
Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης
Η πρωτογενής εμπειρία της λογοτεχνικής δημιουργίας εμπεριέχει πάντοτε μια θεμελιώδη διάψευση. Στο σημείο όπου η εσωτερική σύλληψη επιχειρεί να μεταφραστεί σε υλικό κείμενο, η γλώσσα αποκαλύπτει τα όριά της, αρνούμενη να συμμορφωθεί απόλυτα με τις απαιτήσεις του δημιουργού. Ανάμεσα στην αρχική πρόθεση και την τελική εγγραφή στο χαρτί ανοίγεται ένας ενδιάμεσος χώρος, ο πραγματικός πυρήνας της γραφής, που καθορίζει τη φύση του έργου τέχνης.
Σε πείσμα των αντιλήψεων που προτάσσουν την τεχνική αρτιότητα, μια ισχυρή παράδοση της νεωτερικότητας επιλέγει να μην γεφυρώσει αυτό το κενό, αλλά να κατοικήσει μέσα σε αυτό. Η συγκεκριμένη στάση μετατοπίζει το ενδιαφέρον από το ολοκληρωμένο αισθητικό αντικείμενο στην ίδια την προβληματική της παραγωγής του. Το κείμενο μετατρέπεται σε πεδίο όπου καταγράφεται η αδυναμία της γλώσσας να αποδώσει το απόλυτο, καθιστώντας την ατέλεια και το δομικό ράγισμα οργανικά στοιχεία της μορφής του.
Το χάσμα ανάμεσα στην πρόθεση και την πραγμάτωση
Στο Ο Ακατανόμαστος, η μπεκετική γραφή φτάνει σε σημείο οριακό, όπου το υποκείμενο της αφήγησης απογυμνώνεται από τα παραδοσιακά γνωρίσματα της ταυτότητας, του χώρου, του χρόνου. Η φωνή που μιλά συγκροτείται αποκλειστικά μέσα από τη διαρκή ομολογία της αδυναμίας της να ορίσει τον εαυτό της και να εκφέρει λόγο οριστικό, χωρίς την αυθεντία ενός παντεπόπτη αφηγητή, χωρίς καν τη σταθερότητα ενός προσώπου με συγκεκριμένη βιογραφία. Συμπυκνωμένη στην περίφημη κατακλείδα του έργου, η ανάγκη της συνέχειας μέσα στην ίδια την αδυναμία της συνέχειας αποτυπώνει μια νέα συντακτική και οντολογική πραγματικότητα. Η επιμονή της φωνής να παράγει λόγο, παρά την πλήρη απώλεια εμπιστοσύνης στα εργαλεία της, δείχνει την αποτυχία ως συστατικό στοιχείο της γραφής, εγγεγραμμένο εκ των προτέρων στο εγχείρημα. Στο σύμπαν του συγγραφέα, η καταγραφή αυτού του κομπιάσματος είναι ο μοναδικός λόγος ύπαρξης της αφήγησης. Η γλώσσα του Μπέκετ σέρνεται, σαν σώμα που έχει ξεχάσει πώς περπατούσε, και ακριβώς αυτό το σύρσιμο είναι η αφήγηση.
Η διαχείριση της ημιτελούς φόρμας προσλαμβάνει διαφορετικά χαρακτηριστικά στο έργο του Φραντς Κάφκα. Μυθιστορήματα όπως η Δίκη και ο Πύργος παραμένουν αποσπασματικά για λόγους εσωτερικής αρχιτεκτονικής, πολύ πριν από οποιαδήποτε βιογραφική συγκυρία ή την πρόωρη απώλεια του δημιουργού τους. Περιγράφουν μια διαδικασία διαρκούς προσέγγισης ενός κέντρου εξουσίας ή νόμου, το οποίο εκ φύσεως μετατοπίζεται και απομακρύνεται, καθιστώντας την τελική άφιξη αδύνατη. Καμία χειρονομία δεν αποδίδει καθαρότερα τη συνάφεια της γραφής με την εκμηδένιση από την επιθυμία του Κάφκα να παραδοθεί το έργο του στις φλόγες μετά τον θάνατό του. Η καταστροφή των χειρογράφων είναι η φυσική απόληξη μιας λογοτεχνίας που αναγνωρίζει την αδυναμία της να σταθεί ως πλήρες σύστημα. Αρνούμενο την οριστική του μορφή, το καφκικό κείμενο διεκδικεί το δικαίωμα στην αποσιώπηση, αφήνοντας τις γραμμές του ανοιχτές, ένα κενό που κανένας επίλογος δεν καλύπτει.
Η αποτυχία ωστόσο δεν έχει ένα πρόσωπο. Στον Μπέκετ και στον Κάφκα παίρνει τη μορφή υπαρξιακής σιωπής και δομικής αναβολής. Στον Γκάντις και στον Πεσσόα αλλάζει καθεστώς. Γίνεται υλική συσσώρευση, γίνεται στρατηγική διασποράς, πλεόνασμα, όχι πια απουσία.
Η πραγμάτωση της αποτυχίας στην ύστερη νεωτερικότητα μετατοπίζεται από την υπαρξιακή σιωπή στην υπερβολή του υλικού. Στο Αγάπη χαίνουσα του Ουίλιαμ Γκάντις η αφήγηση συγκροτείται γύρω από έναν ετοιμοθάνατο συγγραφέα που επιχειρεί απεγνωσμένα να ολοκληρώσει μια εκτενή μελέτη για την ιστορία του μηχανικού πιάνου. Ό,τι παραδίδεται στον αναγνώστη είναι το άμεσο προϊόν αυτής της κατάρρευσης, ένας πυκνός μονόλογος γεμάτος παρεκβάσεις, θυμωμένες επαναλήψεις, ημιτελείς συλλογισμούς, και όχι η τακτοποιημένη σύνοψή της.
• Διαβάστε επίσης: «Αγάπη χαίνουσα» του Ουίλιαμ Γκάντις & «Ο ακατονόμαστος» του Σάμιουελ Μπέκετ (κριτική) – Το βασανιστήριο και η παρηγοριά της γλώσσας
Όπως τα ίδια τα μουσικά μηχανήματα που περιγράφει, τα οποία έπαιζαν μουσική δίχως δάχτυλα, έτσι και το χειρόγραφο θα μπορούσε κι αυτό να σταματήσει ξαφνικά, δίχως τελεία. Η αφηγηματική στρατηγική αρνείται να εξωραΐσει τα ρήγματα της δημιουργικής διαδικασίας. Δεν σχολιάζει εκ των υστέρων την αποδιοργάνωση, την εκθέτει στην ίδια της την εξέλιξη, είναι η πρωτογενή ύλη του βιβλίου. Η ανάγνωση γίνεται εμπειρία παρακολούθησης μιας δομικής αποτυχίας, όπου η διάλυση του κειμενικού σώματος συμβαδίζει με τη σωματική φθορά του υποκειμένου. Ό,τι μένει τελικά είναι τα ερείπια που αφήνει πίσω της η προσπάθεια ολοκλήρωσής του, το μόνο αυθεντικό αποτύπωμα του έργου.
Απέναντι σε μια γλώσσα που κομπιάζει, ο Φερνάντο Πεσσόα επιλέγει άλλη μέθοδο αποδόμησης της συγγραφικής αυθεντίας. Αντικαθιστά τη μοναδική φωνή με τον εσωτερικό πολλαπλασιασμό. Η επινόηση των ετερωνύμων ξεπερνά τα όρια ενός απλού λογοτεχνικού τεχνάσματος. Είναι ριζοσπαστική παραδοχή ότι η ενιαία συνείδηση του δημιουργού στερείται την ευρύτητα που χρειάζεται για να εμπεριέχει τον κόσμο. Η ταυτότητα του συγγραφέα διαλύεται στην ίδια την προσπάθεια να συγκεντρωθεί, να οριστεί. Κάθε ετερώνυμο αναπτύσσει αυτόνομη αισθητική και φιλοσοφική κατεύθυνση, και το συνολικό έργο εξελίσσεται σε διαρκή διάλογο ανάμεσα σε αποκλίνουσες εκδοχές του ίδιου ανύπαρκτου κέντρου. Η γραφή του Πεσσόα οργανώνεται σαν ένα ανοιχτό αρχείο αποσπασμάτων, όπου η πληθώρα των φωνών μαρτυρεί την αδυναμία του υποκειμένου να βρει σταθερή κοίτη.
Ο Μπλανσό και ο Μπέρνχαρντ εισάγουν ένα τρίτο καθεστώς αποτυχίας. Δεν πρόκειται πλέον ούτε για σιωπή ούτε για πλεόνασμα ύλης. Η ίδια η φόρμα αναλαμβάνει να ομολογήσει την αδυναμία της, πέρα από τη σιωπή, πέρα από το πλεόνασμα ύλης.
Η θεωρητική θεμελίωση αυτής της παράδοσης αναζητά νομιμοποίηση στο έργο του Μορίς Μπλανσό. Στον Χώρο της Λογοτεχνίας, ο Μπλανσό απορρίπτει την αντίληψη που θέλει το «έργο» κατάκτηση της γλώσσας, ολοκληρωμένη και κλειστή οντότητα. Η γραφή ορίζεται ως κίνηση προς αντικείμενο που διαρκώς απομακρύνεται, υποχωρώντας στον ορίζοντα όσο περισσότερο επιχειρεί ο δημιουργός να το πλησιάσει. Η «ολοκλήρωση», έτσι, αποδεικνύεται πλάνη. Το βιβλίο δεν φτάνει ποτέ στην τελική του κατάσταση. Εγκαταλείπεται από τον συγγραφέα τη στιγμή που το χάσμα ανάμεσα στη σύλληψη και την πραγμάτωση γίνεται ανυπόφορο. Το έργο υπάρχει μόνο όσο εξακολουθεί να του διαφεύγει ο ίδιος του ο προορισμός. Η σκέψη αυτή αλλάζει το κριτικό ερώτημα. Η σημασία ενός κειμένου βρίσκεται στη διαύγεια με την οποία αναγνωρίζει τη δομική του ατέλεια, και στη στάση που επιλέγει ο δημιουργός απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, όχι στον βαθμό πληρότητάς του.
Ο Τόμας Μπέρνχαρντ μετασχηματίζει αυτή τη διαπίστωση σε οργανική μορφή αφήγησης, όπου η παραίτηση είναι η ίδια η φόρμα του κειμένου. Στα μυθιστορήματά του, η εμμονική εγκατάλειψη σχεδίων, μελετών και χειρογράφων από τη φιγούρα του αφηγητή αποκτά έναν σχεδόν μουσικό ρυθμό. Αυτή η επαναλαμβανόμενη χειρονομία μετατρέπει την αποτυχία στη μόνη τίμια διέξοδο απέναντι σε έναν κόσμο όπου κάθε ολοκληρωμένη πρόταση κρύβει τον κίνδυνο του ψεύδους, αποτυπώνοντας κάτι βαθύτερο και πολύ πιο σύνθετο από μια απλή απαισιοδοξία. Οι αφηγητές του Μπέρνχαρντ, παγιδευμένοι στη διαρκή ματαίωση, ανακαλύπτουν πως η μόνη συνεπής στάση είναι η καταγραφή της ίδιας της διαδικασίας της εγκατάλειψης. Η γραφή, απογυμνωμένη από τις αξιώσεις της τελεολογίας, γίνεται επαναληπτική δίνη. Η επιμονή στη δομή της αποτυχίας προσφέρει αυστηρή πειθαρχία. Η αδυναμία της ολοκλήρωσης επιβεβαιώνει την ειλικρίνεια απέναντι στα όρια της γλώσσας.
Η σύγκρουση με το σύγχρονο λογοτεχνικό πεδίο
Η ριζοσπαστική αυτή παράδοση, που αντιμετωπίζει τη γραφή ως κατοίκηση μέσα στην ανεπάρκεια, έρχεται σε ρήξη με τις απαιτήσεις που κυριαρχούν στο σύγχρονο λογοτεχνικό πεδίο. Η σημερινή αγορά του βιβλίου ευνοεί την παραγωγή ενός συγκεκριμένου τύπου αντικειμένου, που οφείλει να παρουσιάζεται πλήρες, στιλβωμένο, άμεσα αναγνώσιμο. Η κυρίαρχη τάση υποβιβάζει τη δομική ατέλεια και το εμφανές ράγισμα της αφηγηματικής φόρμας σε απλές τεχνικές αδυναμίες που πρέπει να εξομαλυνθούν στην επιμέλεια, προσπερνώντας το γεγονός ότι αποτελούν σύμφυτες οντολογικές συνθήκες της λογοτεχνίας.
Το ράγισμα αντιμετωπίζεται σαν ελάττωμα της επιφάνειας, ενώ ίσως είναι το μόνο σημείο από όπου μπορεί ακόμη να αναπνεύσει το έργο.
Η θεσμική πίεση μετατοπίζει το κέντρο βάρος από την αναζήτηση των ορίων της γλώσσας στην εξασφάλιση απρόσκοπτης αναγνωστικής εμπειρίας. Το ράγισμα αντιμετωπίζεται σαν ελάττωμα της επιφάνειας, ενώ ίσως είναι το μόνο σημείο από όπου μπορεί ακόμη να αναπνεύσει το έργο. Η επιδεξιότητα επιστρατεύεται συχνά για να συγκαλύψει το πρωτογενές κόμπιασμα της γραφής. Προκύπτουν έτσι έργα εύπεπτα, χωρίς εσωτερική αναγκαιότητα. Η βιομηχανία του βιβλίου δύσκολα εντάσσει στους μηχανισμούς της ένα λογοτέχνημα που επιλέγει να εκθέσει το αδιέξοδό του αντί να το επιλύσει. Στα μάτια ενός σύγχρονου επιμελητή, ένα τέτοιο κείμενο μοιάζει σχεδόν σαν προσβολή.
• Διαβάστε επίσης: «Αγάπη χαίνουσα» του Ουίλιαμ Γκάντις (κριτική) – Τελευταίο βιβλίο ενός ιδιότυπου Αμερικανού συγγραφέα
Η ανάδυση και η τελική καταξίωση συγγραφέων όπως ο Μπέκετ, ο Κάφκα, ο Γκάντις φωτίζουν τη λειτουργία του πεδίου σε δύο διαφορετικές, συχνά ασύμβατες ταχύτητες, όπως τις περιγράφει η κοινωνιολογική θεωρία του Πιερ Μπουρντιέ. Από τη μια πλευρά η γρήγορη, εμπορική κυκλοφορία, που αναζητά την άμεση οικονομική απόδοση και βασίζεται σε εύπεπτες φόρμες. Από την άλλη, η βραδεία, εσωτερική διαδικασία αναγνώρισης, που συγκροτείται μέσα από αυστηρό δίκτυο ομοτέχνων, κριτικών, μεταφραστών. Αυτό το αυτόνομο δίκτυο επέτρεψε ιστορικά σε έργα βασισμένα στην ορατή αποτυχία να επιβιώσουν, να γίνουν σημεία αναφοράς, παρά την αρχική εμπορική τους περιθωριοποίηση.
Ο σύγχρονος δημιουργός που επιλέγει να μείνει πιστός σε αυτή την παράδοση διαχειρίζεται μια βαθιά αντίφαση. Καλείται να παραγάγει έργο που αρνείται την οριστική του μορφή, γνωρίζοντας πως η μόνη δικαίωση που μπορεί να προσδοκά βρίσκεται σε αυτή την αργή, εσωτερική αναγνώριση του πεδίου, χωρίς καμία εγγύηση για τη μελλοντική της πραγμάτωση.
Το ανοιχτό ερώτημα και η προσωπική αντίφαση
Η ίδια η συνένωση πέντε τόσο διαφορετικών καθεστώτων αποτυχίας -σιωπή, πλεόνασμα, φόρμα- κάτω από μία γενεαλογία ρισκάρει να συγχωνεύσει διαφορές καθεστώτος σε μια συνέχεια που εξυπηρετεί περισσότερο το επιχείρημα παρά τα ίδια τα κείμενα. Το ρίσκο αυτό δεν λύνεται εδώ. Αναγνωρίζεται ρητά.
Ο σύγχρονος συγγραφέας κινείται διαρκώς σε τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στην ανάγκη της επικοινωνίας και τη γνώση ότι κάθε ολοκληρωμένη μορφή αποτελεί, σε κάποιο βαθμό, συμβιβασμό με τις συμβάσεις της αναγνωσιμότητας.
Η εξέταση μιας τέτοιας παράδοσης φέρνει στην επιφάνεια αναπόδραστη αντίφαση που αφορά την ίδια τη θέση του γράφοντος. Η απόπειρα να αναλυθεί η δομική αποτυχία της γλώσσας μέσα από κείμενο δοκιμιακό, που οφείλει να διατηρεί συνοχή, ακαδημαϊκή αυστηρότητα, καθαρότητα επιχειρημάτων, εμπεριέχει στοιχείο ειρωνείας. Η επιδεξιότητα που επιστρατεύεται για να περιγραφεί το κόμπιασμα της φωνής κινδυνεύει να ακυρώσει την ίδια την ουσία της παραίτησης, μετατρέποντας την οριακή υπαρξιακή στάση σε ακόμα ένα αντικείμενο θεωρητικής κατανάλωσης.
Η αντίφαση αυτή δεν επιδέχεται εύκολες θεωρητικές διευθετήσεις. Ο σύγχρονος συγγραφέας κινείται διαρκώς σε τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στην ανάγκη της επικοινωνίας και τη γνώση ότι κάθε ολοκληρωμένη μορφή αποτελεί, σε κάποιο βαθμό, συμβιβασμό με τις συμβάσεις της αναγνωσιμότητας. Το ερώτημα που προκύπτει, σκληρό και αναγκαίο συνάμα, παραμένει ανοιχτό. Σε περιβάλλον που επιβραβεύει το ομαλό και το στιλβωμένο, πόσοι δημιουργοί διαθέτουν σήμερα το θάρρος να αφήσουν ορατό το σημείο όπου η γλώσσα τους σταματά να υπακούει, επιτρέποντας στο έργο να κατοικήσει στην αλήθεια της δικής του ατέλειας;
* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).



























