william gaddis 2

Για το μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Γκάντις (William Gaddis) «Αγάπη χαίνουσα» (μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδ. Ποταμός). 

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης

Για αρχή, η λογοτεχνία του endgame, του φυσικού και υπαρξιακού τέλους του γράφοντος, έχει κάτι το πιασάρικο. Απευθύνεται στον φιλοπερίεργο -ίσως και αδιάκριτο- αναγνώστη, ο οποίος, δι’ αντιπροσώπου, αναζητά μόνιμα τις απαντήσεις στα φλέγοντα ζητήματα της ύπαρξης – ιδίως όταν το αναπόφευκτο βρίσκεται προ των πυλών και η διαφυγή είναι αδύνατη, οπότε, πάντα θεωρητικά, ο πάσχων είναι πρόθυμος να μοιραστεί με το κοινό τις βαθιές και επίπονες αλήθειες του. Ο αναγνώστης ευφραίνεται από την προσέγγιση αυτή, αφού εξ αποστάσεως ακρακουμπά και απολαμβάνει καλλιτεχνικά τον επιθανάτιο ρόγχο, δίχως να χρειαστεί να μπει στη θέση εκείνου που έχει βγάλει το εισιτήριο και έχει ήδη επιβιβαστεί στον συρμό για το μεγάλο πουθενά.

Κατά δεύτερον, η Αγάπη χαίνουσα δεν είναι ένα ακόμα βιβλίο εξομολόγησης, αλλά περισσότερο ένα βιβλίο καταγγελίας. Η διαφορά είναι αβυσσαλέα. Η εξομολόγηση (De profundis) εμπεριέχει αναγκαστικά και την απολογία (Confiteor Deo), επομένως την πιθανότητα μετάνοιας του γράφοντος και άφεσης αμαρτιών (Ego te absolvo), έστω ως προσπάθεια βεβιασμένης επιδιόρθωσης της προ θανάτου εικόνας, πιθανώς για λόγους υστεροφημίας– η διαδικασία αυτή προσφέρει δε ταυτόχρονα τη δυνατότητα ξαλαφρώματος, κάτι που επηρεάζει ταυτόχρονα τον γράφοντα κι εκείνους που τον διαβάζουν. Ούτε πρόκειται περί αναπόλησης πεπραγμένων, η οποία σε τελική ανάλυση, ακόμα κι εν μέσω ματαίωσης, οδηγείται σε κάποιας μορφής συγχώρεση και ηρεμία ψυχής, εκπεφρασμένη με την ανάλογη ηδύτητα. Κάτι τέτοιο δεν απασχολεί τον Gaddis, αφού σκοπός του είναι να μεταθέσει το άχθος των σκέψεών του στον αναγνώστη, καθιστώντας τον ταυτόχρονα μέτοχο και ένοχο (ενοχή, μία από τις λέξεις-κλειδιά του βιβλίου, στυλοβάτης του σύγχρονου πολιτισμού). Όποιο βάρος αποκτήθηκε με κόπο στο πλαίσιο του εξετάσιμου βίου κληροδοτείται με περισσή χαρά, μην πω και με δόση μοχθηρίας, στους επιγόνους – είτε είναι εκείνοι που εντός κειμένου θα κληρονομήσουν τα περιουσιακά στοιχεία του θανόντος είτε που εκτός του θα συνεχίσουν να φέρουν εντός τους την κατάρα της γνώσης και της επίγνωσης που μεταλαμπαδεύει ο συγγραφέας.

Το έργο

Το χωροχρονικό πλαίσιο της αφήγησης αυτού του μικρού σε μέγεθος βιβλίου είναι ξεκάθαρο: ο αφηγητής κείτεται σε δωμάτιο νοσοκομείου, περιμένοντας το μοιραίο, έρμαιο της φαρμακευτικής αγωγής, του ρημαγμένου σώματός του που τον προδίδει ώρα την ώρα και του ανήσυχου πνεύματός του που τον διώκει τυραννικά. Ο αναγνώστης έχει μπροστά του τον παραληρηματικό λόγο του άντρα που πεθαίνει, αλλά πριν το κάνει, επιθυμεί να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς και τις οφειλές του στην ανθρωπότητα. Εξαρχής κατηγορηματικός, σφυροκοπά τον αναγνώστη του: «Κοίτα αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει να τα εξηγήσω όλα αυτά επειδή δεν γνωρίζω, δεν γνωρίζουμε δηλαδή τι χρόνος απομένει και πρέπει να το προχωρήσω, να τελειώσω το έργο μου όσο ακόμα, γι’ αυτό κιόλας κουβάλησα όλο αυτόν τον σωρό από βιβλία… μ’ έχουν εδώ και με πετσοκόβουν και με μαντάρουν…». Αυτή δεν είναι η παραδοχή ήττας ενός ανθρώπου που πεθαίνει, σίγουρα όχι, είναι η κήρυξη πολέμου κάποιου που αγωνιά γιατί έχει αφήσει ημιτελές το έργο του και «πρέπει να τα εξηγήσω όλα αυτά», επιμένει, στον αναγνώστη που καλά θα κάνει να ανοίξει τα αυτιά του γιατί ο χρόνος δεν περισσεύει. Όμως όχι μόνο για τον αφηγητή (και τον Gaddis που πέθαινε όσο έγραφε την πνευματική παρακαταθήκη του), αλλά και για εκείνον που διαβάζει τον επιθανάτιο ρόγχο του.

potamos gaddis agapi xainousa

Για να συνεχίσει, μπαίνοντας στο «ψητό»: «…αυτό είναι το θέμα του έργου μου, το κατρακύλισμα των πάντων, του περιεχομένου, της γλώσσας, των αξιών, της τέχνης…» και στη συνέχεια η ανάγκη, η αγχωτική προσπάθειά του να «εξηγήσει», να καταστήσει τον αναγνώστη κοινωνό της αγωνίας του, να προλάβει να μιλήσει πριν το χώμα του κλείσει για πάντα το στόμα. Ποιο είναι όμως το μήνυμα του ανθρώπου αυτού που είναι τόσο σημαντικό, ώστε να εισακουστεί; Καταρχάς, ένα συντηρητικό μήνυμα, θα έλεγαν κάποιοι, καθώς ο θνήσκων θρηνεί για την κατάπτωση της ανθρωπότητας. Μια ακόμα ελιτιστική φωνή που διαβλέπει στην επέλαση της τεχνολογίας την υποχώρηση της πρωτότυπης σκέψης, την απαξίωση της τέχνης ως πρωτογενούς δημιουργίας που έχει υποκατασταθεί από την τεχνική, τη μίμηση, τη φαιδρότητα της στομωμένης και εμπορευματοποιημένης ψυχαγωγίας – εν γένει όλα εκείνα για τα οποία οι διανοούμενοι κάθε εποχής κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Στο επίκεντρο της κριτικής κυριαρχεί μία εικόνα, το μηχανικό πιάνο, ως κυρίαρχη μετουσίωση του κακού, καθώς αποτελεί το μεταβατικό στάδιο όπου η τέχνη εκπίπτει σε απλή απομίμηση. Ο αφηγητής επαναφέρει συνεχώς σε όλη την έκταση του κειμένου το σύμβολο αυτό, δηλωτικό της εργαλειοποίησης, του ξεπεσμού της ποιότητας σε ποσότητα, στην «υπηρεσία των αποχαυνωμένων ηδονοθηρικών σκουπιδιών» και πάει λέγοντας.

politeia deite to vivlio 250X102

Προς επίρρωση των λεγομένων του, ο αφηγητής διαθέτει πλήρες οπλοστάσιο, το οποίο τον ακολουθεί, κυριολεκτικά, μέσα στο δωμάτιο του θανάτου (συνεχώς σκύβει και πιάνει κάποιο βιβλίο, στο οποίο αναφέρεται άμεσα) και στη συνέχεια εξακοντίζει τις σκέψεις και τις θεωρίες του στον υποψιασμένο αναγνώστη του. Η αναφορά στις αυθεντίες περιλαμβάνει τον Πλάτωνα (και την απαξία του για τις μιμητικές τέχνες), τον Πυθαγόρα (και την απέχθειά του για τον ηδονισμό), στον Φρόυντ («Η πλειονότητα των ανθρώπων είναι σκουπίδια»), τον Μπένγιαμιν (η τέχνη ερείδεται στην τελετουργία), τον Χαίζινχα (το παιχνίδι, το τελετουργικό και το «παιγνιώδες στοιχείο» στον πολιτισμό), αλλά και συγγραφείς όπως οι Τολστόι και Ντοστογιέφσκι, Φλομπέρ, Μέλβιλ, Χώθορν, Πόε, μεταξύ άλλων. Δεν έχει νόημα σε αυτή την κριτική να αναφερθώ σε όλους τους ούτε στο πώς συνδέονται, καθότι ο αναγνώστης μπορεί μόνος του να κάνει τη σχετική έρευνα για όσα τον ενδιαφέρουν. Εμένα ως αναγνώστη με αφορά το πώς λειτουργούν όλα αυτά εντός κειμένου κι όχι προφανώς η αληθοφάνειά τους ή απαραίτητα η κατανόησή τους (κάτι που θα απολαύσουν όσοι ασχολούνται με τη φιλοσοφία).

Η φαρέτρα του θνήσκοντος αφηγητή περιλαμβάνει πολλά και φαρμακερά βέλη, τα οποία εκτοξεύει κατά ριπάς ενάντια στον εχθρό, προκειμένου να προλάβει το αναπόφευκτο. Ο οργίλος λόγος διακόπτεται από εξίσου οργισμένες σκέψεις που απευθύνονται στο σώμα του που τον προδίδει κι αυτό. Η προδοσία επομένως είναι διπλή: άνθρωποι και σώμα. Ο άντρας επιχειρεί να παλέψει με μόνο όπλο το πνεύμα του – ένα πνεύμα σπινθηροβόλο και άοκνο που τρέφεται από τις σάρκες του, από τις αυθεντίες του, από τα πνεύματα εκείνων που στάθηκαν απέναντι στο ρεύμα, που πρόταξαν το Εγώ τους στην επέλαση του εκμηχανισμού, της αγοραίας αισθητικής, του δολαρίου, του ύστερου καπιταλισμού που έδωσε στις μάζες τη δυνατότητα της ελεύθερης συμμετοχής, αδιαφορώντας παντελώς για την αισθητική και τα κριτήρια ως τα μόνα που μπορούν να ανυψώσουν το δικαίωμα της άποψης σε μετά λόγου γνώση και κρίση. Είναι, όπως προείπα, η παραδοσιακή συντηρητική κριτική της ελίτ που επικρίνει τη συμμετοχή των πολλών (ως είσοδο ταύρου σε υαλοπωλείο), καθώς η ποσότητα επιδρά αναγκαστικά στην ποιότητα με τα αποτελέσματα που βλέπουμε στην καθημερινότητα.

Η οργή βεβαίως είναι ένα συναίσθημα και οι σκέψεις, οι ιδέες που το συγκαλύπτουν δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να το ανατροφοδοτούν, εφευρίσκοντας περεταίρω λόγους για τη διαιώνισή του.

Ο βιτριολικός λόγος του αφηγητή και του Gaddis, εντούτοις, πίσω από την οργή κρύβει τον πόνο εκείνου που υποφέρει σωματικά και πνευματικά, χωρίς να βλέπει διέξοδο. Η «αγάπη» του τίτλου, που απευθύνεται στην αληθινή και αδιαμεσολάβητη τέχνη, αντιτίθεται στην ψευδοκαλλιτεχνική δημιουργία που αφήνει τον αφηγητή άφωνο (με χαίνον στόμα: a-gape). Η οργή βεβαίως είναι ένα συναίσθημα και οι σκέψεις, οι ιδέες που το συγκαλύπτουν δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να το ανατροφοδοτούν, εφευρίσκοντας περεταίρω λόγους για τη διαιώνισή του. Αυτό που βιώνει ο πρωταγωνιστής είναι μια ματαίωση σε όλα τα επίπεδα, η οποία εισπράττεται ως απόρριψη από εκείνους, εκεί έξω, που αρνούνται να ακούσουν, έρμαια της αδυναμίας ή της ανικανότητάς τους. Τι κι αν ο Gaddis τούς πυροβολεί με τις φιλοσοφικές και λογοτεχνικές του αναφορές, τι κι αν χλευάζει τα καταναλωτικά τους όνειρα και τις επίπλαστες ανάγκες τους; Η ανθρωπότητα συνεχίζει την πορεία της ερήμην, δίχως να ενδιαφέρεται για την παροξυσμική κριτική του σοφού άντρα, ο οποίος «ξέρει» τις πταίει και το φτύνει κατάμουτρα στους συνανθρώπους του. Είναι ένας (μαζί με τους νεκρούς του συγγραφείς) κι εκεί έξω βρίσκονται δισεκατομμύρια που αγνοούν ποιος είναι και τι ζητάει από τις σκυφτές υπάρξεις τους.

Το μαχαίρι στρέφεται εντός, οπότε ανακαλείται η οιμωγή του Μιχαήλ Άγγελου («ποιος σθεναρότερος από εμένα με άρπαξε από τον εαυτό μου») κι ο αφηγητής αγγίζει την ουσία του υπαρξιακού δράματος.

Ο αφηγητής, ο Gaddis, το γνωρίζει αυτό, γιατί αυτή είναι η κατάρα του πνεύματος, να έχει επίγνωση του πόσο αδύναμη είναι η φωνή για ελευθερία των λίγων μπροστά στην κραυγή της αναγκαιότητας των πολλών. Αυτό το βάρος είναι εξίσου συντριπτικό με το άλλο της θανατηφόρας ασθένειας και κανείς δεν μπορεί να το σηκώσει στις πλάτες του. Όμως όταν στερέψει η οργή, τι απομένει; Σταδιακά, προχωρώντας προς το τέλος του βιβλίου, το κέντρο μετατοπίζεται, χωρίς βέβαια να αλλάξει ο τόνος, καθώς εμφιλοχωρεί ένα άλλο στοιχείο, πιο προσωπικό, το οποίο δεν σχετίζεται πλέον με τους εκτός, αυτούς που ο Σέλλεϊ αποκαλούσε περιφρονητικά «Mysomousoi». Το μαχαίρι στρέφεται εντός, οπότε ανακαλείται η οιμωγή του Μιχαήλ Άγγελου («ποιος σθεναρότερος από εμένα με άρπαξε από τον εαυτό μου») κι ο αφηγητής αγγίζει την ουσία του υπαρξιακού δράματος. Ξεφεύγει από την κινδυνολογία του επηρμένου διανοούμενου που στέκει φοβικά μπροστά σε ό,τι διαφεύγει της προοπτικής που το πνεύμα του έθρεψε για τον κόσμο γύρω του και επιτέλους διακρίνει τον εχθρό: εκείνος ο αλλοτινός εαυτός, που ξεκίνησε ως υπόσχεση για να καταλήξει σ’ αυτό το παρόν ως ματαίωση και τραγωδία. Ακόμα περισσότερο, η υπόσχεση των νιάτων, του καλύτερου εαυτού, που συνετρίβη στην πορεία, προδίδοντας τα όνειρά του, για να οδηγηθεί στο προκρούστειο κρεβάτι του γήρατος και της διάψευσης, των αρίφνητων πιθανοτήτων που παραδόθηκαν βορά στις βεβαιότητες που έφερε η ηλικία. Ο αφηγητής τελικά θα αναγνωρίσει τον εχθρό του, εκείνον που ήταν πάντα μπροστά του και τα πολύτιμα βιβλία του τον κάλυπταν με την αλαζονεία τους, τον χρόνο.

Το ύφος

Ο παραληρηματικός εσωτερικός μονόλογος, το πυκνό κείμενο χωρίς παραγράφους, οι πολυάριθμες αναφορές σε πρόσωπα και έργα, προϋποθέτουν την άοκνη προσήλωση του αναγνώστη, ο οποίος συχνά θα υποχρεωθεί σε πισωγυρίσματα προκειμένου το βιβλίο να γίνει πιο απολαυστικό, αν κι όχι απαραιτήτως πιο διαφανές. Ο Gaddis συμπυκνώνει εκούσια τον λόγο του, χωρίς να ξεπέφτει σε λεκτικές ακροβασίες που δυναμιτίζουν την κεντρική αφήγηση και θεματολογία χάριν εντυπωσιασμού. Οι σκέψεις περιστρέφονται βουστροφηδόν, αλλά επουδενί ανερμάτιστα, ακόμα κι αν φαίνεται έτσι εκ πρώτης όψεως. Το υλικό είναι άψογα διατεταγμένο, εξελισσόμενο σπειροειδώς, ενώ η ροή της σκέψης διακόπτεται από παρεκβάσεις όπου ο πάσχων υποφέρει από μικροτραυματισμούς (το δέρμα του ασθενούς σκίζεται εύκολα σαν χαρτί, όπως και τα βιβλία του που λερώνονται συμβολικά με το αίμα του), με τις ενίοτε σκληρές περιγραφές να επαναφέρουν τον αναγνώστη στην πραγματικότητα της σωματικότητας, της ασθένειας και των επιπτώσεών της.

Εάν πρέπει να κάνουμε μία σύγκριση με κάποιον άλλον λογοτέχνη, θα ήταν σίγουρα με τον Μπέρνχαρντ (με τον Μπέκετ να νεύει συγκαταβατικά απ’ τον θρόνο του). Ο Gaddis ενσωμάτωσε μάλιστα στο δικό του βιβλίο τις εισαγωγικές γραμμές από το Μπετόν του Αυστριακού ομότεχνού του, ως φόρο τιμής, κατά τους αναλυτές του έργου του. Έχοντας διαβάσει ο αναγνώστης και τα δύο βιβλία θα αναγνωρίσει την κοινότητα στις θεματικές και το ύφος, ως έναν βαθμό. Η σύγκρουση καλλιτέχνη και κοινού, η απέχθεια στις κοινωνικές επαφές, την οικογένεια, την πατρίδα (Αυστρία = επαρχιώτες φασίστες, και Αμερική = αγορά, εμπόρευμα) και τη θρησκεία (ο Καθολικισμός στον Μπέρνχαρντ), η μισανθρωπία, ο πεσιμισμός και εν τέλει η δυστυχία του να είσαι ζωντανός (κατά τον Σοπενχάουερ, ως αναφορά και των δύο) αποτελούν κοινούς τόπους, μολονότι στο Μπετόν ο τρόμος είναι κατά βάση υπαρξιακός, εν αντιθέσει με το Αγάπη χαίνουσα που ξεκινά ως πνευματικός για να καταλήξει σε υπαρξιακό. Τούτων δοθέντων, να προσθέσω ότι όσον αφορά εμένα, ο μονόλογος του Gaddis παραμένει πολύ πιο ενδιαφέρων από εκείνον του Μπέρνχαρντ, του οποίου το μονοδιάστατο και εμμονικό γκρίνιασμα αφαιρεί από το έργο την αιχμή, καθιστώντας από ένα σημείο και μετά το βιβλίο του επαναλαμβανόμενο και ελαφρώς μονοδιάστατο. De gustibus, βεβαίως.

Κι αν όλα αυτά πιθανώς φαίνονται ως αποκυήματα νοσηρής προσωπικότητας, ίσως πρέπει να αναλογιστούμε ότι ο Gaddis πέθανε λίγο καιρό μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου.

Το Αγάπη χαίνουσα είναι ένα βιβλίο αντιθετικών ζευγών, ξεκινώντας από τον τίτλο του όπως είδαμε. Ως εκ τούτου είναι εξ ολοκλήρου δομημένο κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξ ου και το παθιασμένο ύφος του – η δυαδική λογική, για την οποία ο αφηγητής κατηγορεί τον τεχνοκρατικό πολιτισμό (εκείνον των υπολογιστών και των μηχανών), ταυτίζεται με τη δική του φωνή που έχει σταθερά αγκυροβολήσει στον έναν πόλο, εξαπολύοντας μύδρους από το χαράκωμα στον εχθρό. Τα δίπολα κυριαρχούν σε όλα τα επίπεδα, με συνέπεια ο μονόλογος του αφηγητή να συνεχίζει κοφτός και αυτοαναφορικός ως το τέλος. Το δογματικό «είτε/είτε», που διατρέχει την αφήγηση, απαιτεί το συγκεκριμένο ύφος προκειμένου να καθηλώσει τον αναγνώστη στον απαρέγκλιτο ντετερμινισμό του. Οι σκέψεις που εξακοντίζονται σαν βέλη δεν επιδέχονται κριτική, παρά μόνο έναν δεκτικό ακροατή που υπομένει, απολαμβάνοντας όσα λέγονται. Κι αν όλα αυτά πιθανώς φαίνονται ως αποκυήματα νοσηρής προσωπικότητας, ίσως πρέπει να αναλογιστούμε ότι ο Gaddis πέθανε λίγο καιρό μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου. Ολοκληρώνοντας το βιβλίο γνωρίζουμε με σιγουριά ότι οι προβληματισμοί του δημιουργού θα παραμείνουν αναπάντητοι, αφού η ανθρωπότητα συνεχίζει απτόητη τον δρόμο της. Κανένα βιβλίο μυθοπλασίας δεν θα αλλάξει ποτέ τον κόσμο – η μονοδιάστατη αγάπη του καλλιτέχνη για τους όμοιούς του και τους ανθρώπους, όπως τους έχει λανθασμένα πλάσει στο μυαλό του, θα παραμείνει χαίνουσα.

*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.


Απόσπασμα από το βιβλίο

«Φυσικά κύριε Μπένγιαμιν, εκμηχανισμός, διαφήμιση έργων τέχνης φτιαγμένων για απευθείας διάθεση στην αγορά που είναι και η ουσία της Αμερικής. Πάντα αυτή ήταν, κύριε Χάιζινχα. Πάντα αυτή ήταν, κύριε Μπένγιαμιν. Τα πάντα ανάγονται σ' εμπορικά αντικείμενα και η αγορά καθορίζει την τιμή. Και η τιμή γίνεται ο γνώμονας για τα πάντα. Μα φυσικά κύριε Χάιζινχα! Η αυθεντικότητα εξαλείφεται όταν η μοναδικότητα κάθε πραγματικότητας κατατροπώνεται από την αποδοχή της αναπαραγωγής της, έτσι η τέχνη δημιουργείται με γνώμονα την προοπτική της αναπαραγωγής. Αν τους δώσεις την επιλογή, κύριε Μπένγιαμιν, οι μάζες πάντα θα επιλέγουν την απομίμηση. Την απομίμηση, κύριε Χάιζινχα! Η αυθεντικότητα έχει εξαλειφθεί, έχει εξαλειφθεί κύριε Μπένγιαμιν. Έχει εξαλειφθεί κύριε Χάιζινχα. Την απομίμηση, κύριε Μπένγιαμιν. Βεβαίως, κύριε Χάιζινχα! Φυσικά κύριε Μπέγιαμιν».

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Ουίλιαμ Γκάντις (Νέα Υόρκη, 1922-1998) συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους μοντερνιστές συγγραφείς της μεταπολεμικής εποχής.

Μετά τις σπουδές του στο Χάρβαρντ (1941-45), τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, εργάστηκε για δύο χρόνια στο The New Yorker, ελέγχοντας την πραγματολογική ακρίβεια των κειμένων του περιοδικού. Έπειτα περιηγήθηκε στην Κεντρική Αμερική και στην Ευρώπη, ασκώντας διάφορα επαγγέλματα. Η λογοτεχνική του πορεία ξεκίνησε με το αμφιλεγόμενο μυθιστόρημα The recognitions (1955). Το βιβλίο άρχισε ως παρωδία του Φάουστ, για να εξελιχθεί σε μια πολυεπίπεδη ανατομία της πνευματικής χρεοκοπίας· άλλοτε υμνήθηκε ως αριστούργημα υψηλής σύλληψης, άλλοτε κατακρίθηκε ως υπερβολικό και δυσπρόσιτο. Απογοητευμένος πάντως από την αυστηρή κριτική υποδοχή, ο Γκάντις στράφηκε στη συγγραφή για λογαριασμό εταιρειών και επί είκοσι χρόνια δεν εξέδωσε τίποτε άλλο.

william gaddis 1

Το δεύτερο μυθιστόρημά του, JR (1975), δομημένο σε εκτενή αποσπάσματα ζωηρού και κατακερματισμένου διαλόγου, σατιρίζει, σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα, την απληστία, την υποκρισία και την κοινοτοπία του αμερικανικού επιχειρηματικού κόσμου. Το τρίτο του έργο, Carpenter’s gothic (1985), σκιαγραφεί ακόμη πιο ζοφερά το ηθικό χάος της σύγχρονης Αμερικής. Ο κόσμος του νόμου και των νομικών, και ιδίως η δικομανία που μάστιζε την κοινωνία, αποτέλεσαν το επίκεντρο του μυθιστορήματος A frolic of his own (1994).

Το κύκνειο άσμα του Γκάντις, Αγάπη χαίνουσα, εκδόθηκε μεταθανάτια, το 2002, μαζί με τη συλλογή δοκιμίων και περιστασιακών κειμένων The rush for second place.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Μια ιστορία βαρελιού» του Τζόναθαν Σουίφτ (κριτική) – Σάτιρα από τον 18ο αιώνα που ακόμα κόκαλα τσακίζει

«Μια ιστορία βαρελιού» του Τζόναθαν Σουίφτ (κριτική) – Σάτιρα από τον 18ο αιώνα που ακόμα κόκαλα τσακίζει

Για το βιβλίο του Τζόναθαν Σουίφτ (Jonathan Swift) «Μια ιστορία βαρελιού» (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Loggia). Εικόνα: Τρία σχέδια από την έκδοση του 1705.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Ακόμη κι αν δεχθούμε πως η σάτιρα δε...

«Το φως της καρδιάς» της Μπάνου Μουστάκ (κριτική) – Ένα Διεθνές Βραβείο Μπούκερ κόντρα στην πατριαρχία

«Το φως της καρδιάς» της Μπάνου Μουστάκ (κριτική) – Ένα Διεθνές Βραβείο Μπούκερ κόντρα στην πατριαρχία

Για τη συλλογή διηγημάτων της Μπάνου Μουστάκ (Banu Mushtaq) «Το φως της καρδιάς» (μτφρ. Ιφιγένεια Ντούμη, εκδ. Καστανιώτη), που τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2025. Εικόνα: Από το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

...
«Esteiros: Στα λασποτόπια του Τάγου» του Σοέιρου Περέιρα Γκόμες (κριτική) – Η Πορτογαλία των ταξικών ανισοτήτων και της παιδικής εργασίας

«Esteiros: Στα λασποτόπια του Τάγου» του Σοέιρου Περέιρα Γκόμες (κριτική) – Η Πορτογαλία των ταξικών ανισοτήτων και της παιδικής εργασίας

Για το μυθιστόρημα του Σοέιρου Περέιρα Γκόμες (Soeiro Pereira Gomes) «Esteiros: Στα λασποτόπια του Τάγου» (μτφρ. Νίκος Πρατσίνης, εκδ. Μονόκλ). Κεντρική εικόνα: Ο συγγραφέας.&n...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Βίος και Πολιτεία»: Ο Στέλιος Γιαμαρέλος στο Υπόγειο

«Βίος και Πολιτεία»: Ο Στέλιος Γιαμαρέλος στο Υπόγειο

Στο 98ο επεισόδιο της σειράς «Βίος και Πολιτεία» στο Βιβλιοπωλείο της Πολιτείας με ανθρώπους από το χώρο του βιβλίου και των ιδεών, o Κώστας Κατσουλάρης συνομίλησε με τον αναπλ. καθηγητή Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής Στέλιο Γιαμαρέλο.

Επιμέλεια: Book Press ...

«Η Λέλα και η Λέλα» του Ανδρέα Στάικου – Μια παράσταση για την ανατροπή των καθημερινών συμβάσεων

«Η Λέλα και η Λέλα» του Ανδρέα Στάικου – Μια παράσταση για την ανατροπή των καθημερινών συμβάσεων

Για την παράσταση «Η Λέλα και η Λέλα» του Ανδρέα Στάικου στο Θέατρο Φούρνος.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

Ο Ανδρέας Στάικος χρησιμοποιεί το σύμβολο της μο...

«Ρεαλισμός: Αντικατοπτρισμοί του πραγματικού στη λογοτεχνία» του Τέρι Ίγκλετον (κριτική) – Εξετάζοντας το πιο ανθεκτικό λογοτεχνικό ρεύμα

«Ρεαλισμός: Αντικατοπτρισμοί του πραγματικού στη λογοτεχνία» του Τέρι Ίγκλετον (κριτική) – Εξετάζοντας το πιο ανθεκτικό λογοτεχνικό ρεύμα

Για τη μελέτη του Τέρι Ίγκλετον (Τerry Eagleton) «Ρεαλισμός: Αντικατοπτρισμοί του πραγματικού στη λογοτεχνία» (μτφρ. Γιώργος Μαραγκός, εκδ. Πεδίο). Εικόνα: «Οι σταχολογήτρες» (1857), του Jean-Francois Millet

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Απρόσωπες εξομολογήσεις» του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

«Απρόσωπες εξομολογήσεις» του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση του επίμετρου από το νέο βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Απρόσωπες εξομολογήσεις – Ένας κοινωνικός αποστάτης ως κοινωνιολόγος», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Γιατ...

«Μάλινα» της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (προδημοσίευση)

«Μάλινα» της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν [Ingeborg Bachmann] «Μάλινα» (Εισαγωγή – Μτφρ – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 22 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις πότλατς.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
«2052, Το μυθιστόρημα των τριών» των Μάνου Στεφανίδη, Γιώργου Αριστηνού & Joe (a.k.a. A.I.) (προδημοσίευση)

«2052, Το μυθιστόρημα των τριών» των Μάνου Στεφανίδη, Γιώργου Αριστηνού & Joe (a.k.a. A.I.) (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο των Μάνου Στεφανίδη, Γιώργου Αριστηνού & Joe (a.k.a. A.I.) «2052, Το μυθιστόρημα των τριών», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Όταν καν...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; 35 βιβλία λογοτεχνίας που κυκλοφόρησαν στην εκπνοή του χρόνου

Τι διαβάζουμε τώρα; 35 βιβλία λογοτεχνίας που κυκλοφόρησαν στην εκπνοή του χρόνου

Τι διαβάζουμε τώρα; Τριάντα πέντε λογοτεχνικά βιβλία που κυκλοφόρησαν στην εκπνοή του 2025 από μικρούς και μεγάλους εκδοτικούς οίκους

Επιλογή/παρουσίαση: Φανή Χατζή

Τριάντα πέντε βιβλία που κυκλοφόρησαν στην εκπνοή του 2025 από μικρούς και μεγάλου...

Λογοτεχνικές επανεκδόσεις 2025, ένας απολογισμός: Γιατί και πώς ξαναδιαβάζουμε παλιότερα βιβλία

Λογοτεχνικές επανεκδόσεις 2025, ένας απολογισμός: Γιατί και πώς ξαναδιαβάζουμε παλιότερα βιβλία

Προσεγμένες επανεκδόσεις σημαίνουν διαρκείς αναγνώσεις. Ακολουθεί ένας απολογισμός των επανεκδόσεων παλαιότερων βιβλίων που κυκλοφόρησαν το 2025. Κεντρική εικόνα: Άποψη από το Βιβλιοπωλείο Πολιτεία που στα 45 χρόνια (συμπληρώνονται το 2026) λειτουργίας του έχει φιλοξενήσει στα ράφια του τις περισσότερες από τις...

Τα καλύτερα κουίρ βιβλία του 2025: Νέες φωνές, σημαντικές επανεκδόσεις, δοκίμια, γκράφικ νόβελ, ιστορίες για νέους

Τα καλύτερα κουίρ βιβλία του 2025: Νέες φωνές, σημαντικές επανεκδόσεις, δοκίμια, γκράφικ νόβελ, ιστορίες για νέους

Τριάντα βιβλία κουίρ θεματολογίας που εκδόθηκαν το 2025 και συμβάλλουν στην ορατότητα και ακουστικότητα βιωμάτων που συστηματικά και διαχρονικά αποσιωπήθηκαν.

Γράφει η Φανή Χατζή

Καθώς είναι η τρίτη χρονιά που συγκεντρώνουμε τους καλύτερους τίτλους ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ