pagona ksenaki

Περνάω την πλατεία του Σταλού και φτάνω στο ηρώον. Φοράω τα σανδάλια μου. Στους ώμους το σακίδιο. Θέλει μισή ώρα ακόμα περπάτημα μέχρι το σπίτι της νονάς μου. Είναι το τελευταίο σπίτι μετά το γεφύρι. Ο κουτσός σκύλος κοιμάται κάτω από την κληματαριά. Ησυχία παντού.

Της Λίλας Τρουλινού

Μόνο ο Ματηγής μοιράζει κρέατα στις μαδημένες γάτες. Αυτός παίρνει όρκο για το τίποτε. Μα τη γη, ορκίζεται κάθε τρεις και λίγο, οι μπριζόλες του είναι οι πιο νόστιμες, τα παϊδάκια τα πιο ζουμερά, η ρακή του σ’ ανασταίνει. Το σίγουρο, εδώ είναι ο μόνος φιλόζωος. Ο κάδος απορριμμάτων ξεχειλίζει ζωή και θάνατο. Τα νεογέννητα γατάκια σε κουτί παπουτσιών.

Ξαφνικά μια νεαρή γυναίκα αρχίζει να φωνάζει. «Άσε με, άσε με!» Όλα τα βλέμματα επάνω της. Το λουρί τεντώνεται ως στην πόρτα. Σπάει. Οι άλλοι σιωπηλοί στα τραπέζια. Κόβουν το κρέας με τα μαχαιροπήρουνα. Βίαιη ηρεμία. Σκύβουν στα πιάτα τους. Ο άντρας κάνει να σηκωθεί, το μετανιώνει. Άσε καλύτερα. Να δούμε ως πού θα πάει. Τότε εκείνη βουτάει μια αλατιέρα. Χυμάει στον δρόμο. Μαρκάρει μονοπάτι ίσαμε μένα. Κάνει έναν κύκλο γύρω μου, κύκλο λευκό από αλάτι. Με κλείνει εκεί μέσα. Θηρίο ανήμερο. Με παίζει, με τσιγκλάει. Μια απότομη κίνηση. «Θέλεις να δεις;» φωνάζει. «Θέλεις να δεις;» Δίνει ένα σάλτο και ανεβαίνει στον μαντρότοιχο. Κάτω χάσκει η λαγκαδιά. Βράχια και αμπελώνες. Μια ρόδινη συστάδα πικροδάφνες σαν αντεστραμμένο τρίγωνο. «Κοίτα με! Κοίτα με», ουρλιάζει. «Κοίτα τι θα κάνω! Θες να δεις πώς πηδάω;» Κάνω να φύγω. Πηδάει κάτω στο χώμα έξαλλη και αρχίζει να με κυνηγάει. Τρέχω. Με προφταίνει. Μου αρπάζει τα μαλλιά. «Εξαιτίας σου! Κλέφτρα!» Μιλάει χωρίς να με βλέπει. Στάζει μουντζούρα. Ρυάκια η μάσκαρα. Ανοιγοκλείνει τα γυάλινα μάτια. Τικ τακ. Λες και υπάρχει μηχανισμός ακριβείας. Τικ τακ. Ο Ματηγής ταΐζει τις γάτες του μια καινούρια πιατέλα. Η φωνή της μου τρυπάει τα αυτιά. Άγρια, τρομερή. Αλλά αυτή την τρελαμένη. Από κάπου τη ξέρω;

Κάνω να φύγω. Πηδάει κάτω στο χώμα έξαλλη και αρχίζει να με κυνηγάει. Τρέχω. Με προφταίνει. Μου αρπάζει τα μαλλιά. «Εξαιτίας σου! Κλέφτρα!» Μιλάει χωρίς να με βλέπει.

Το πρόσωπό της μοιάζει… ναι, μοιάζει λίγο εκείνης. Μισοξεχασμένο, αχνό, το φέρνω στη μνήμη. Μικρά ρόδινα χείλη, χέρια και πόδια σφικτά ακροβάτισσας. Λάθος, πυγμάχου. Ή μήπως είναι μια από τις πολλές, τις ολόιδιες; Τις ρεπλίκες που έχουν πάρει τη θέση της, αλλά όχι ακριβώς. Όχι, όχι, θυμίζει εκείνη, την πρώτη τη φίλη, τη Φεβρωνία, το κορίτσι που κάθεται μαζί μου στο θρανίο στην τετάρτη γυμνασίου, μου λέει τα μυστικά της, στο δρόμο μού κρατάει το χέρι, στη Ρωμαϊκή Αγορά δίνουμε όρκους αιώνιας φιλίας, αγαπημένη, αγαπημένη, δεν θα σε βαρεθώ ποτέ, και μετά από μία δυνατή πρέζα εθιστικής ευδαιμονίας, όπου η φρενίτιδα μας καταπίνει σαν δίνη κι αγκαλιασμένες τρέμουμε στο ψυχεδελικό μας λιβάδι, με τα ηλιοτρόπια, τις φορσύθιες, τις γιαπωνέζικες βεντάλιες, ο ενθουσιασμός μένει εμβρόντητος,

η Φεβρωνία με στριμώχνει στην αυλή, πλάι στον κάδο απορριμμάτων, και όλες οι συμμαθήτριες απομακρύνονται γρήγορα σα να προαισθάνονται τη μάχη, στέκονται πιο πέρα και κάνουν χάζι, η ποδιά της βρώμικη, ο λαιμός της γυμνός, χωρίς το δαντελωτό γιακαδάκι, η φούστα από κάτω κρεμάει, όλες την ξέρουν, η Φεβρωνία μένει με τη μεγάλη της αδελφή, συνετή ρηγήτισσα, στην Ανωτάτη Βιομηχανική, και όλες τη φθονούν, καμία επιτήρηση, ελεύθερη, ασύδοτη, χωρίς γονείς, σκοτώθηκαν πριν τρία χρόνια σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Ουρανούπολη, ανυπότακτη, αλαζονική, ένα χρόνο τώρα με μαγεύει, μου κάνει δώρα, δίσκους του Τσικ Κορία και του Θελόνιους Μονκ που βουτάει από την μεγάλη, χρωματιστά γυαλιά ηλίου, γκλάμουρ φορέματα από δεύτερο χέρι, σε φτηνοφαγάδικα στην Ευαγγελίστρια με ταΐζει κομματάκια ψωμί βουτηγμένα σε αίμα λαγού, σε ρεμπετοσκυλάδικα με χυμένα τα εντόσθια στα καλντερίμια, σε μπαρ με παραισθητική μουσική, ψιθυρίζοντας λέξεις, επικλήσεις, ποιήματα ξεδιάντροπα, εκμαυλιστικά, με μαγεύει στο ισόγειο διαμέρισμα, έξω στη βεράντα, όλη τη νύχτα με μαγεύει, λόγια γεμάτα φλόγα, στο αίθριο της Θεολογικής, όπου γνώρισε εκείνον, τον περιπλανώμενο και πλάνο, στο μεγάλο ετήσιο φοιτητικό πάρτι, τρεμοφώτιστη νύχτα, τα αστέρια ριγμένα χαλίκια, κοφτερά, γεμάτα κακία, και ο ενθουσιασμός μένει εμβρόντητος, η Φεβρωνία φεύγει μαζί του, για ένα δύο μήνες, δεν ξέρω, το καλοκαίρι, αλλά επιστρέφει μόνη,

και τώρα με στριμώχνει στην αυλή, έξω από την τάξη, με αρπάζει από τα μαλλιά και μου ρίχνει μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο, «εξαιτίας σου, κλέφτρα», και το δόντι μου σπάει, ναι, σπάει, και φτύνω το αίμα στο χώμα, δίπλα στο κουτί όπου ξεψυχούν νεογέννητα γατάκια και είναι μισάνοιχτο, βλέπω το στόμα τους να προσπαθεί να αναπνεύσει, ακούω τον τελευταίο ρόγχο, δεν σκέφτηκα να αντισταθώ, μόνο που έκλαψα, λίγο, δυο δάκρυα μαζί με το αίμα, δάκρυα αδυναμίας, και ντράπηκα που εκείνη με είδε να κλαίω, που είδε την αδυναμία, την παθητικότητά μου,

όπως ένιωσαν τόσες φορές την αδυναμία μου, δεν την είδαν, την οσφράνθηκαν, με άγρια βουλιμία, τη μυρωδιά από τον τρόμο μου, την παράλυση, την κατάρρευση, παιδί, δεκατεσσάρων χρoνών δεκαπέντε, εκείνα τα λαγωνικά, τα λαμόγια, ο δάσκαλος της κιθάρας, ο προπονητής του στίβου, το κομματόσκυλο της παράταξης, ο επίδοξος επαναστάτης του κώλου, που με έγδαραν, με ξεφλούδισαν, με κομμάτιασαν, και με άφησαν σε ένα δωμάτιο αλειμμένο με βούτυρο και θρυμματισμένα αμύγδαλα, με στήλες περιττώματα σε καθρέφτες και πορσελάνινες λεκάνες ξενοδοχείου,

και κάθε φορά όλοι οι υποκριτές ανατρίχιαζαν για τις αισχρότητες εις βάρος των παιδιών, και αγανακτούσαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για δύο ολόκληρες μέρες, τις ονομάτιζαν, τις κατηγοριοποιούσαν και μετά πάλι η κοινωνία τις ξεχνούσε, έως ότου να έρθουν στο φως καινούρια αίσχη, ακατανόμαστα, και αόρατα μέχρι τα μέσα να δώσουν το πράσινο φως στο κοινό για αγανάκτηση,

για συγκάλυψη, για αγανάκτηση, για συγκάλυψη, για αγανάκτηση,

και, ναι, άρχισα να κλαίω με λυγμούς, όπως κάθε φορά, όταν στρεφόταν εναντίον μου η αγαπημένη, κι ένιωσα μπερδεμένη, τι της είχα υποσχεθεί και δεν της το έδωσα, τι άραγε της έκλεψα, εκείνον τον τύπο στο πάρτι της Θεολογικής, με το παράξενο όνομα Ισίδωρος Τρυφερός, αυτός όμως το άλλαξε και το έκανε Σιδερής Σκληρός, τριτοετής φοιτητής της Γεωπονικής, από την Αγιάσο της Λέσβου, έμενε σε ετοιμόρροπο σπίτι απέναντι από το καφενείο «Το Τσινάρι», στην οδό Κλειούς στην Άνω Πόλη, με μισοβυθισμένα πατώματα, πατανίες στους τοίχους, και σακιά κριθαρένια παξιμάδια στον πάγκο της κουζίνας, το είχε βέβαια για άλλοθι, εκεί δύσκολα τον έβρισκες, εμφανιζόταν ξαφνικά και πάλι χανόταν, «πού εξαφανίζεσαι συνέχεια;» τον ρωτούσε η φίλη μου, «στα δώματα της Περσεφόνης», της έλεγε και γελούσε, τον Άδη εννοεί, την Κόλαση, σκεφτότανε η Φεβρωνία, ή μήπως την παρανομία, και τότε ήταν που έσκασε το νέο με τις βόμβες στο αστυνομικό τμήμα Ευόσμου και έγιναν πολλές συλλήψεις, τον χάσαμε τον Σιδερή για ένα διάστημα, και πολλές φήμες κυκλοφόρησαν για χαφιέδες και πράκτορες, αλλά αυτός επανήλθε περιφέροντας την αγγελική του ομορφιά, με μοτοσυκλέτα και δερμάτινο μπουφάν, με μόνη επίγεια αποστολή να ενσαρκώσει – εξόχως αντιφατικά – με τον θυελλώδη του ναρκισσισμό την επαναστατική «θεία» δίκη, που ήταν κατά τα λεγόμενά του αντιανθρωποκεντρική και ζωοφόρα, επανήλθε απτόητος και επί έξι μέρες απήγγελλε στο αυτί της Τα άσματα του Μαλντορόρ, ένα άσμα κάθε βράδυ, αλλά έναν τόνο πιο δυνατά για να ακούω κι εγώ, με τρόπο αλλόκοτα ευφορικό, επιταχύνοντας την ομιλία και τους χτύπους της καρδιάς, ξυπνώντας ηφαίστεια στο ανάγλυφο του ποιήματος, αβυσσαλέες ζωικές ενέργειες, ρίγος της σάρκας, πλημμυρίδα των υγρών, πάφλασμα του αίματος,

και ποιος ξέρει, ίσως τότε να εισέπραξα ένα του βλέμμα, το αχνοφέγγισμα μιας ταραγμένης ματιάς, που μαρτυρούσε την ύπαρξη εντός του ενός ιδεαλιστικού κήπου ανεκπλήρωτου πόθου, ενός κήπου με ανέγγιχτα ρόδα, και αυτή η θολωμένη το ’πιασε στον αέρα και το μέτρησε αυτό το βλέμμα,

τι είχα κάνει λοιπόν και την είχα ξεγελάσει, εγώ, ναι εγώ, η δολερή, η ραδιούργα, η απατεώνισσα, η ύπουλη, η καταχθόνια, η κάλπικη, η κλέφτρα. Τέτοιο κομμάτιασμα για ένα ζευγάρι ρόδα!

...τότε λοιπόν εγώ πείσμωσα και είπα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, όχι, εγώ δεν έκανα τίποτα, δεν έκλεψα τίποτα, δεν είμαι κίβδηλη εγώ, δεν ξεγέλασα κανέναν και θα παραμείνω αυτή που είμαι...

Κι άλλα δάκρυα. Μετά όμως πείσμωσα. Όσο η άλλη με καταριόταν, εγώ έβλεπα το πρόσωπο να μεταμορφώνεται σε κάτι άγνωστο, δεν ήταν το γλυκό πρόσωπο της Φεβρωνίας, ούτε καμιάς άλλης που πήρε τη θέση της, κανένα ίχνος ομοιότητας, ήταν δύο παγερά μάτια αποδοκιμασίας, το άδειο πρόσωπο με τη γκριμάτσα της υπεροπτικής απόρριψης, που αναδυόταν, τόσο απογυμνωμένο, σαν φωλιά πουλιού που επρόκειτο να την εγκαταλείψει, και από συνήθεια και μόνο, από ιδεολογική νωθρότητα και ακαμψία, κατέτρωγε την επιδερμίδα της χαράς και της επιθυμίας, κατέτρωγε τα χαρακτηριστικά, ήταν το αιώνιο μελόδραμα της διάψευσης πικρό και καλοπαιγμένο,

τότε λοιπόν εγώ πείσμωσα και είπα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, όχι, εγώ δεν έκανα τίποτα, δεν έκλεψα τίποτα, δεν είμαι κίβδηλη εγώ, δεν ξεγέλασα κανέναν και θα παραμείνω αυτή που είμαι, και χωρίς να αγγίξω την τρελαμένη, χωρίς να ανταποδώσω τα χτυπήματα, προχώρησα, κι ο άντρας βγήκε επιτέλους από την ταβέρνα και τραβώντας την μαλακά από το χέρι, εσύ μωρό μου, δεν βάζεις μυαλό, της λέει, έλα τώρα μέσα, και της φοράει το λουρί, 

πέρασα απέναντι και κατηφόρισα το μονοπάτι για το σπίτι της νονάς, ανάμεσα στους αγρούς και τα χωράφια και τα λιόδενδρα, μέχρι που έφτασα στο σχεδόν ξεραμένο ποτάμι, και βούτηξα τα πόδια μου σε μια λακκούβα νερό. Το δόντι μου κρεμόταν από μια αιμάτινη κλωστή. Το τράβηξα και το φύλαξα στην τσέπη μου. Ο κουτσός σκύλος από το χωριό είχε ξυπνήσει από τη φασαρία και με ακολούθησε μέχρι κάτω. Ήταν ολόιδιος με τον σκύλο μου, τον μικρόσωμο σκύλο μου, που εκείνος ο άθλιος κτηνοτρόφος από την στάνη με τους τσίγκους και τις χήνες τον είχε πυροβολήσει πέρυσι στο κεφάλι. Ήταν το πνεύμα του σκύλου μου, σκέφτηκα, που ήρθε να με συντροφεύσει στην όχθη του ποταμού Κερίτη, και με αυτή τη σκέψη γαλήνεψα.

troulinouInfo: Η Λίλα Τρουλινού είναι εκπαιδευτικός και πεζογράφος. Έχει γράψει τις νουβέλες Στον κάμπο στροβιλίζονται τ’ αγκάθια και Αουρέλια - Η πρώτη μνήμη, καθώς και το μυθιστόρημα Το ίδιο χώμα - Κατεβαίνοντας τις ανηφόρες της Ιστορίας (Περισπωμένη, 2016, 2017 και 2021 αντίστοιχα).
Το σχέδιο της κεντρικής εικόνας ειναι της Παγώνας Ξενάκη.

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 30 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μάστερ κλας (διήγημα)

Μάστερ κλας (διήγημα)

«Οι κουβέντες του μοιάζουν με μιαν ατέλειωτη ουρά, με μία από εκείνες τις κορδέλλες που οι ταχυδακτυλουργοί βγάζουν μέσα από ένα καπέλο, ή με ένα φίδι χωρίς κεφάλι, χωρίς αρχή και τέλος... Μισοκλείνεις τα μάτια και μεταφέρεσαι σ' ένα τσίρκο. Ο κύριος Ράμος βγάζει από το καπέλο του εκκατομύρια μαντηλάκια το ένα δεμέν...

Η Μαγδαληνή και οι γυναικολόγοι (διήγημα)

Η Μαγδαληνή και οι γυναικολόγοι (διήγημα)

«Το συμπέρασμά του είναι πως δεν πρέπει να παίρνουμε τον έρωτα πάρα πολύ στα σοβαρά, κρύβει συχνά το μπλέξιμο και τη σύγχυση των επιθυμιών και των πόθων μας και το ότι δεν ξέρουμε ποιοι ακριβώς είμαστε, μα ούτε ποιος ακριβώς είναι ο άλλος, το υποψήφιο ταίρι μας ή ο εραστής μας». Εικόνα: Από την ταινία «9 1/2 εβ...

Να με μαζέψω και να φύγω (διήγημα)

Να με μαζέψω και να φύγω (διήγημα)

«Βόλτες και ταξίδια με το αμάξι του. Αυτός πάντα στη θέση του οδηγού. Εγώ δίπλα του στρίβω τσιγάρα, βάζω τραγούδια στο κινητό, τον ταΐζω μια μπουκιά από το σάντουιτς με κοντέ που έχω τυλίξει σε αλουμινόχαρτο, ελέγχω τον χάρτη και ας μη μου το ζητάει και ας εκνευρίζεται όταν προτείνω άλλες διαδρομές, "δεν θα μου μάθε...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα (κριτική) – Πολιτική παρέμβαση ή ο τυφλοπόντικας της Ιστορίας

«Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα (κριτική) – Πολιτική παρέμβαση ή ο τυφλοπόντικας της Ιστορίας

Για το βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα «Ιθάκη», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg. Εικόνα: Από την πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου στο Παλλάς.

Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης

«Gut gegraben, alter Maulwurf (Καλά έσκαψες, παλιέ τυφλοπόντικα!)  ...

Μεγάλο χριστουγεννιάτικο bazzar από τις εκδόσεις Βακχικόν

Μεγάλο χριστουγεννιάτικο bazzar από τις εκδόσεις Βακχικόν

Οι εκδόσεις Βακχικόν διοργανώνουν μεγάλο χριστουγεννιάτικο bazaar στο Βακχικόν Βιβλιοπωλείο με προσφορές σε όλους τους τίτλους. Εικόνα: Από παλαιότερη εκδήλωση στον χώρο. 

Επιμέλεια: Book Press

Tα Χριστούγεννα έρχονται...

Λάσλο Κρασναχορκάι: «Ήθελα να σας μιλήσω για την ελπίδα, αλλά τα αποθέματά μου έχουν στερέψει»

Λάσλο Κρασναχορκάι: «Ήθελα να σας μιλήσω για την ελπίδα, αλλά τα αποθέματά μου έχουν στερέψει»

Ο Ούγγρος συγγραφέας Λάσλο Κρασναχορκάι (László Krasznahorkai), (Νόμπελ Λογοτεχνίας 2025), έδωσε διάλεξη στη Στοκχόλμη με θέμα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελπίδα και την έλλειψή της, τους «παλιούς» και τους «νέους» αγγέλους. Τα βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις.

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Συναίνεση» της Βανεσά Σπρινγκορά (προδημοσίευση)

«Συναίνεση» της Βανεσά Σπρινγκορά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Βανεσά Σπρινγκορά [Vanessa Springora] «Συναίνεση» (μτφρ. Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, επιμέλεια μτφρ. Μιρέλα Διαλέτη), το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας ...

«Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» του Μάλκομ Λόουρι (προδημοσίευση)

«Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» του Μάλκομ Λόουρι (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μάλκομ Λόουρι [Malcolm Lowry] «Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 4 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Ίσως πάντα τη...

«Η αγέλη» της Βίκυς Τσελεπίδου (προδημοσίευση)

«Η αγέλη» της Βίκυς Τσελεπίδου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Βίκυς Τσελεπίδου «Η αγέλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

[ΦΑΙΗ] 

Είχαν πυκνώσει πάλι οι συναντήσεις ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Ιστορία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός: 50 βιβλία του 2025 που μας ανοίγουν νέους ορίζοντες

Ιστορία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός: 50 βιβλία του 2025 που μας ανοίγουν νέους ορίζοντες

Πενήντα βιβλία επιλεγμένα από την πλούσια βιβλιοπαραγωγή του 2025, βιβλία που ανοίγουν νέους ορίζοντες σε πολλά και διαφορετικά πεδία γνώσης και στοχασμού.

Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης

Πενήντα βιβλία σύγχρονης ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας, κοινωνι...

250 χρόνια Τζέιν Όστεν: Η αθόρυβη επανάσταση της ειρωνείας

250 χρόνια Τζέιν Όστεν: Η αθόρυβη επανάσταση της ειρωνείας

Διακόσια πενήντα χρόνια (250) κλείνουν σε λίγες μέρες από τη γέννηση της Τζέιν Όστεν [Jane Austen, 16 Δεκεμβρίου 1775 – 18 Ιουλίου 1817], μια από τις πιο επιδραστικές συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η μεταφράστρια πολλών βιβλίων της στα ελληνικά, συγγραφέας Αργυρώ Μαντόγλου, προσεγγίζει την ιδιοφυία της σπουδ...

Τέσσερις νέες ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Βακχικόν

Τέσσερις νέες ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Βακχικόν

Τέσσερις ποιητικές συλλογές από Έλληνες δημιουργούς κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν. Εικόνα: «Ο γέρος κιθαρίστας» του Πικάσο. 

Επιμέλεια: Book Press

Τέσσερα νέα ποιητικά βιβλία μόλις κυκλοφόρησαν από τι...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ