
50 συγγραφείς, από τη νεότερη και την πολύ νεότερη γενιά, έγραψαν για την bookpress.gr «Μια αλλόκοτη καλοκαιρινή ιστορία». Σήμερα, η Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
ΆΙ ΦΙΛ ΛΟΒ
Δεν μπορούσα να μπω σπίτι, καταλαβαίνεις; Στο σπίτι μου εννοώ. Έφτασα όπως κάθε απόγευμα στην εξώπορτά μου στις 17:40. Ήταν Πέμπτη, απλώς Πέμπτη, Μάριε. Πήγα να βάλω το κλειδί στην πόρτα· η ίδια κίνηση δεκατρία χρόνια τώρα. Όμως η πόρτα δεν άνοιγε – έτρεμα και δεν ήξερα γιατί. Σήκωσα το κεφάλι, με το χέρι μου ακόμα στην κλειδαριά, και τότε τις είδα. Ποιες ήταν όλες αυτές; Διάφορα άτομα, άγνωστα άτομα, χόρευαν στο σαλόνι μου. Τις έβλεπα από το τζάμι του παραθύρου δίπλα στην εξώπορτα. Κοιτούσα κλεισμένη έξω από το σπίτι μου κάτι που δεν πίστευα ότι έβλεπα: όλοι αυτοί οι άνθρωποι να χορεύουν κι ο αέρας του σπιτιού μου (ο δικός μου αέρας Μάριε) ν’ αναδεύεται από τα μαλλιά που τινάζονταν, τα χέρια που απλώνονταν, τις τούφες καπνού, τα δάχτυλα. Ποτήρια, τα ποτήρια μου, στις άγνωστες παλάμες τους. Πώς μπήκαν μέσα; Χτυπούσα ξαναχτυπούσα το κουδούνι αλλά δεν άνοιγαν. Το άι φιλ λοβ κυλούσε κάτω απ’ την εξώπορτα και έφτανε στα πόδια μου, με γέμιζε ολόκληρη μ’ αυτή την απελπισία και ερώτηση και αδικία, γιατί ξαφνικά Μάριε το πρόβλημα δεν ήταν ότι μπούκαραν άγνωστες στο σπίτι μου αλλά που όλες χόρευαν κι εγώ ήμουν στην απέξω, εν προκειμένω στην απέξω του σπιτιού μου! Χτυπούσα κι άλλο το κουδούνι κι έπειτα το τζάμι του παραθύρου, φώναζα, κουνούσα τα χέρια· μάταια. Πατούσαν με τα παπούτσια Μάριε, με τα παπούτσια πάνω στο χαλί μου καναπέ τραπεζαρία, μα τι γίνεται; Μια σταγόνα κύλησε αφόρητα αργά απ’ τη μασχάλη μου στο εσωτερικό του μπράτσου και έπειτα του πήχη. Ύστερα έπεσε κομψή και αναπόφευκτη ανάμεσα στα πόδια μου. Δεν άντεχα Μάριε, κυρίως δεν άντεχα που ήμουν στην απέξω. Και όλα αυτά τα πρόσωπα ευτυχή και πλήρη και ολόκληρα μέσα στους ολόδικούς μου τοίχους! Ρίχτηκα σαν πεταμένο ρούχο στον δρόμο, σταμάτησα το πρώτο ταξί να φέρω βοήθεια, κάποια, κάποια να με ακούσει και να έρθει να δει κι αυτή με τα ολόδικά της μάτια, ξέχωρα απ’ τα δικά μου, να δει και να με πιστέψει και να με βοηθήσει Μάριε. Γιατί πάντα ήθελα, (το είχα στο μυαλό μου!), να κάνω ένα πάρτι σ’ αυτό το σπίτι· μια μεγάλη γιορτή. Δεν έκανα ποτέ δεκατρία χρόνια τώρα. Σάπιζα και δούλευα και κοιμόμουν και καθόλου δεν είχα προλάβει να πατήσω κι εγώ κι εγώ με τα παπούτσια στον καναπέ χαλί τραπεζαρία χορεύοντας το άι φιλ λοβ μέσα στον καύσωνα και να μαστε μαζί μαζί όλες, έστω εμείς οι δύο Μάριε.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Εργάστηκε στο θέατρο ως ηθοποιός για περίπου δέκα χρόνια, έπειτα στράφηκε στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Έχει εκδώσει δύο βιβλία ποίησης (Άπω Αργεντινή, εκδ. Σμίλη, Μαζιμόνες, εκδ. Θράκα) και μία συλλογή διηγημάτων (Τώρα όμως, δεν έχουν συμβεί όλα αυτά, εκδ. Κείμενα). Τα διηγήματά της μπήκαν στη Μικρή Λίστα των Λογοτεχνικών Βραβείων Αναγνώστη 2026 και ήταν υποψήφια στα Βραβεία Βιβλίου Public. Έχει γράψει και σκηνοθετήσει τρεις ταινίες μυθοπλασίας μικρού μήκους οι οποίες διακρίθηκαν σε κάποια από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά φεστιβάλ μικρού μήκους ανά τον κόσμο (Jeonju International Short Film Festival – South Korea, VIENNA SHORTS, Trieste Film Festival, INTERFILM Berlin).
























