baladeur

Στα δύο της άρχισε να παχαίνει απότομα, έπαιρνε σχεδόν ένα κιλό τον μήνα· σαν αρνάκι που το τάιζαν για το Πάσχα. Δεν θυσιάστηκε βέβαια, αρρώστησε όμως. Τότε εκδηλώθηκε το αυτοάνοσο που την ταλαιπωρεί. Κεντρική εικόνα: Charles van den Eycken, The Jewel Box.

Της Αθηνάς Βογιατζόγλου

Τα χρώματά της όμως ανθούσαν. Είχαν πλέον μεγαλύτερη επιφάνεια για να απλωθούν κι ο ζωγράφος που λες κι εργαζόταν στο τελάρο της γούνας της πήρε φωτιά. Μαύρες, άσπρες και κοκκινωπές πινελιές εναλλάσσονταν ακανόνιστα στο κορμί της, με μια αρμονία που ποτέ δεν λύσαμε το μυστήριό της. Το μόνο ομοιόμορφο πράγμα επάνω της είναι τα μαύρα μπροστινά πόδια της, σαν γάντια αριστοκρατικής δεσποινίδας σε σάλα χορού. Εξάλλου η κόρη μου πάντα τη θεωρούσε ένα κορίτσι σαν κι αυτήν, απλώς πιο κοντό και χνουδωτό. Παρ' όλ' αυτά η παρομοίωση με τα γάντια και τον χορό δεν στέκει, γιατί η γάτα μας είναι τόσο τεμπέλα, που με το ζόρι περπατάει. Ίσως φταίει το αυτοάνοσο. Ίσως ο χαρακτήρας της.

Η καημενούλα, όσο φαντασμαγορική είναι στην εξωτερική της εμφάνιση, άλλο τόσο είναι και στα ενδότερά της – αλλά όχι για καλό. Η κύστη της είναι ολόκληρο γαλαξιακό σύστημα, τα χάσαμε όταν είδαμε τον υπέρηχο... Άπειροι μικροί κρύσταλλοι στροβιλίζονται γύρω από μεγαλύτερους, και πρέπει να είναι πολύ αιχμηροί όλοι τους, γιατί μερικές φορές, όταν κάποιοι ενώνονται κοντά στα γεννητικά της όργανα, τινάζεται ολόκληρη, κάνει την ανάγκη της όπου βρει, κι όταν τα μικρά της κόπρανα εκσφενδονίζονται από ψηλά, πρεπει να τρέξει να τα μαζέψει κανειί πριν κατρακυλήσουν κάτω από κανένα βαρύ έπιπλο. Μια φορά τον μήνα κάνει ένεση κορτιζόνης για να συντηρηθεί. Αυτή η ιστορία την έχει σημαδέψει. Δεν είναι σχεδόν ποτέ της εντελώς χαλαρή, όπως οι κανονικές γάτες, μόνο πάνω στα σταυρωμένα πόδια της κόρης μας έβρισκε πάντα τον καλύτερο εαυτό της. Την ώρα που τη χαϊδεύεις, μπορεί ανά πάσα στιγμή να σε δαγκώσει – όχι δυνατά βέβαια, αλλά αρκετά για να σε αναγκάζει να είσαι σε επιφυλακή όσο ασχολείσαι μαζί της. Είναι μονίμως συνοφρυωμένη και μοιάζει πολύ στοχαστική, τόσο που κάποια μέλη της οικογένειας, αλλά και ξένοι, άρχισαν να την αποκαλούν Σοπενχάουερ και το πραγματικό όνομά της, Κανελιά, έχει σχεδόν περιπέσει σε αχρηστία. Θα μπορούσε βέβαια να λέγεται και Κοπέρνικος ή Κέπλερ, αν σκεφτεί κανείς την αστεροειδή κύστη της, αλλά θα 'πρεπε να είναι κανείς πολύ κακός για να τη βαφτίσει έτσι.

Όσο πάχαινε -τωρα έχει σταθεροποιηθεί στα εφτά κιλά– τόσο έσβηνε σιγά σιγά από τον ψυχικό χάρτη μας τη Χρυσαφένια· λες και το κορμί της καταλάμβανε όλόκληρη την οθόνη του μυαλού μας και δεν υπήρχε χώρος για κάτι άλλο, ούτε καν για κείνο το κατάξανθο γατί με την αλεπουδίσια ουρά, που αντιπροσώπευε ό,τι ποτέ την δεν θα γινόταν η Σοπενχάουερ: ένα αριστοκρατικο αερικό που ζούσε στις κορφές των βιβλιοθηκών και των σκρίνιων, αυτάρκης σαν αετός· το πνεύμα του Οίκου. Η κόρη μας ήξερε ότι η καινούργια γάτα θα ήταν πολύ διαφορετική από την προηγούμενη. Έτσι τη θέλησε όταν τη διάλεξε από μιαν αυλή, ανάμεσα στα τέσσερα αδέρφια της: διαφορετική, γιατί καμία δεν θα έπρεπε να πάρει τη θέση της Χρυσαφένιας, αυτό θα ήταν ιεροσυλία. Χρειαζόταν ένα ολότελα άλλο πλάσμα για να κάνει μαζί του μια ολότελα διαφορετική σχέση. Κι έτσι, ενώ τα αδέρφια της Σοπενχάουερ είχαν γλυκές μουσουδίτσες και ήμερα μάτια, η κόρη μας διάλεξε αυτόν τον διαολόσπορο με το μικρό κεφάλι και τα μεγάλα αυτιά, που έμοιαζε αλητεία σκέτη· ποιος να το 'λεγε ότι αργότερα θα ομόρφαινε αλλά και θα αδρανούσε τόσο. Τις πρώτες μέρες που πέρασε στο σπίτι μας ήταν μονίμως κρυμμένη σε μια γωνιά, επιφυλακτική όσο δε έπαιρνε· της έλειπαν η αυλή της, η γατοπαρέα της, και στο καλογυαλισμένο παρκέ μας, που αντανακλούσε μόνο τον εαυτό της, δεν έβρισκε καμιά γοητεία. Γρήγορα τα πράγματα άλλαξαν. Προσαρμόστηκε, ξετυλίχτηκε, ανέπτυξε χαρακτήρα ιδιαίτερο – λες κι έχει άποψη για το κάθε τι, αλλά θεωρεί ματαιοπονία να προσπαθήσει να μας τη μεταφέρει. Και ευτυχώς το ένστικτο της κόρης μας δεν λάθεψε: η Σοπενχάουερ δεν έχει τίποτε το κοινό με τη Χρυσαφένια. Δεν αφήνει ποτέ κάτω από τα πόδια της τη γη ή το κρεβάτι. Τα ύψη των επίπλων τής είναι παγερά αδιάφορα. Τα ύψη των δέντρων και των σκεπών επίσης.

Το βλέμμα αυτής της γάτας είχε κάτι το παράξενο: τα ολόχρυσα μάτια της λες και δεν εστίαζαν στα δικά σου όταν την κοιτούσες.

Πάνε οι εποχές που η μικρή παρακαλούσε με κλάμματα τη Χρυσαφένια να κατέβει από τη βιβλιοθήκη για να παίξουν· που φώναζε: "μαμά τρέχα, η Χρυσαφένια πάλι πήδηξε πάνω στο πεύκο!"· που στο χωριό, όποτε τολμούσαμε να την πάρουμε το καλοκαίρι, οργανώναμε ολόκληρη επιχείρηση διάσωσης για να την πιάσουμε από τα κεραμιδόσπιτα όπου αμολυόταν σκάζοντάς το από το παράθυρο του πατρικού σπιτιού. Το βλέμμα αυτής της γάτας είχε κάτι το παράξενο: τα ολόχρυσα μάτια της λες και δεν εστίαζαν στα δικά σου όταν την κοιτούσες. Συχνά σκέφτηκα ότι ίσως πάσχει από κάποιο είδος αυτισμού, αλλά δεν το είπα ποτέ σε κανέναν γιατί ήθελα να θάψω βαθιά μέσα μου αυτή την πιθανότητα. Μετά τον αδόκητο χαμό της κατάλαβα ότι τα μάτια της ήταν μονίμως προσηλωμένα νοερά στην προοπτική της ελευθερίας, γι' αυτό και δεν μας κοιτούσε κατάματα: αρνιόταν να φυλακιστεί στο βλέμμα μας. Παρά την αριστοκρατική της εμφάνιση ήταν μια τσιγγάνικη ψυχή, με ποιος ξέρει τι περιπετειώδεις προγόνους, άρχοντες των δρόμων... Ίσως γι' αυτό δεχόταν τόσο αδιαμαρτύρητα τις δοκιμασίες στις οποίες την υπέβαλλε η κόρη μας, που ήταν μικρούλα όταν την απόκτησε: την έσφιγγε λες κι ήταν φτιαγμένη από λάστιχο, της έκανε ευρηματικά καψώνια, την έντυνε με ρούχα μωρουδιακά που αγοράζαμε αφειδώς. Τ' αυτάκια της έμεναν με τις ώρες φυλακισμένα σε κάθε είδους καπέλα, το κορμάκι της κουνιόταν κωμικά όταν περπατούσε με τα ροζ τούλινα φουστάνια της, η ουρά της κουλουριαζόταν κάτω από παντελονάκια και φόρμες.

Ποτέ δεν προσπάθησε να απαλλαγεί από τα υφάσματα που την έπνιγαν. Δέχεται τη μοίρα της στωικά, λέγαμε παραξενεμένοι κι ευγνώμονες· όμως εκείνη μάλλον αδιαφορούσε γιατί η ανυπότακτη ψυχή της αναζητούσε μια έξοδο μυστική, για την οποία κανείς μας δεν είχε ιδέα... Σαν τους δαιμόνιους ισοβίτες, που χρόνια ολόκληρα σκάβουν τα τούνελ της απόδρασής τους, η Χρυσαφένια, πιο έξυπνη ακόμη, κατεργαζόταν στο μυαλό της το σχέδιο της Μεγάλης Εξόδου. Όλα ξεκίνησαν με το που μετακομίσαμε από το προσφυγικό στον όγδοο όροφο της πολυκατοικίας που χτίστηκε με την αντιπαροχή. Σ' αυτό το σπίτι η ζωή της Χρυσαφένιας θα πρέπει να άλλαξε ριζικά. Τώρα τα πράγματα ήταν στα μέτρα της, γιατί τα ύψη πάντα την τραβούσαν. Το σκαρφάλωμα στα πεύκα και στα κεραμύδια έμοιαζε ταπεινό μπροστά στις δυνατότητες που της ανοίγονταν εδώ πάνω. Κι όπως αιθέρια ακροβατούσε στα κάγκελα της βεράντας, κοιτούσε γύρω της διερευνητικά. Με λαχτάρα τις γύρω πολυκατοικίες (όμως ήταν ακόμη και για τις δικές της δυνάμεις μακρινές), με περιέργεια τις τέντες του κάτω ορόφου, που έμοιαζαν με λόφους πιο φιλικούς από τα βουνά που τριγύριζαν γύρω γύρω την Αττική και που όλα τους φαίνονταν από δω πάνω. Δεν μας πέρασε τότε από το μυαλό ότι θα επιχειρούσε κάτι τόσο παράτολμο. Νομίζαμε ότι το σκαρφάλωμα στις βιβλιοθήκες και τα σκρίνια, οι βόλτες στα κάγκελα, η θέα μας στα σύννεφα, στο φεγγάρι, στο άπειρο, θα της ήταν αρκετά. Πώς να μπεις στο μυαλό μιας γάτας όταν δεν μπορείς να μπεις ούτε στων ανθρώπων το μυαλό;

Μια μέρα τη χάσαμε. Αφού χτενίσαμε το σπίτι μας και όλα τα γειτονικά διαμερίσματα και διαπιστώσαμε με ανακούφιση οτι δεν κειτόταν νεκρή στην άσφαλτο, αρχίσαμε με την κόρη μου να εξερευνούμε τη γειτονιά, που έχει πολλές αυλές κι εγκαταλειμμένα προσφυγικά - παράδεισος για τους αλητόγατους. Κολλήσαμε αφίσες στις κολώνες με τη φωτογραφία της επάνω και ορίσαμε γενναίο αντίτιμο για όποιο την έβρισκε. Η αναζήτηση στην οργιαστική βλάστηση από χρόνια ακατοίκητων αυλών, στο εσωτερικό κατεστραμμένων μονοκατοικιών που είχαν γίνει λημέρια ναρκομανών και τόποι καταφυγής αστέγων, μας αποκάλυψε μια άλλη Καισαριανή, που δεν τη φανταζόμασταν. Σαν να το νιώθαμε βαθύτερα τώρα το προάστιό μας, σαν να μπαίναμε στα σπλάχνα του. Εργάτες δέχτηκαν να επιχειρήσουν ισορροπίες τρόμου σε ετοιμόρροπες στέγες για να κάνουν το χατίρι στη δυστυχισμένη μικρή μας, ώσπου ένας τους έφερε το χαρμόσυνο νέο: η Χρυσαφένια ήταν στρογυλλοκαθισμένη στον φράχτη μιας εσωτερικής αυλής! Τριγυρισμένη από γάτους που καιροφυλακτούσαν ώρες, προφανώς, για τη λεία τους, έστεκε ακίνητη σαν πέτρινη και κοίταζε στο κενό. Ποιος ξέρει τι μάχες παίχτηκαν τη νύχτα για χάρη της... Χρειάστηκε σκάλα ψηλή για να φτάσει ως εκεί πάνω, και μια γερή γρατζουνιά ήταν το παράσημο του μεροκαματιάρη ιππότη που την κατέβασε – μαζί με το χρηματικό ποσόν που είχαμε υποσχεθεί φυσικά.

Προφανώς αυτό που θεωρούσαμε γατίσια θλίψη ήταν γατίσια αναπόληση της βόλτας στους αιθέρες, της στιγμιαίας έστω, αίσθησης απόλυτης ελευθερίας.

Η Χρυσαφένια δεν ήταν πια η ίδια μετά από αυτό. Την είχε γλιτώσει με μερικούς μόλωπες, είπε ο γιατρός, γιατί χάρη στα νύχια της είχε αγκιστρωθεί από τις στέγες ανακόπτοντας τη φορά της πτώσης της. Αλλά όταν πέρασε ο πόνος δεν επέστρεψε στον παλιό εαυτό της. Νομίζαμε ότι σκεπτόταν μελαγχολικά το πάθημά της κι ότι το μάθημά της το είχε πάρει μια και καλή. Καλού κακού, όμως, είχαμε πάντα τις σίτες των παραθύρων κλειστές. Πόσο λίγο ξέρει κανείς τις γάτες... Τρεις μήνες μετά, μια σίτα ξεχάστηκε ανοιχτή και η Χρυσαφένια έκανε την ίδια βουτιά από το ίδιο σημείο – από το κενό ανάμεσα σε δυο γλάστρες, που δεν μας είχε κόψει να το φράξουμε. Προφανώς αυτό που θεωρούσαμε γατίσια θλίψη ήταν γατίσια αναπόληση της βόλτας στους αιθέρες, της στιγμιαίας έστω, αίσθησης απόλυτης ελευθερίας. Σκοτώθηκε ακαριαία γιατί η κόρη μας είχε κόψει τα νύχια της την παραμονή κι έτσι έπεσε κατακόρυφα. Θα απόλαυσε περισσότερο τώρα, χωρίς τα φρένα των τεντών, την πολύτιμη στιγμή και η ψυχούλα της θα πέταξε χαρούμενη ποιος ξέρει για πού. Έτσι θέλουμε να σκεφτόμαστε και μόνο έτσι αναμετρηθήκαμε με τον πόνο μας – εμείς οι γονείς δηλαδή, γιατί η μικρή διόλου δεν παρηγορήθηκε με τη σκέψη. Είχε ορφανέψει.

Η Σοπενχάουερ λες και ήξερε από την αρχή, η άτιμη, το βαρύ καθήκον της ως διαδόχου μιας τέτοιας σπουδαίας γάτας. Ποτέ της, ούτε για μια φορά, δεν θέλησε να βγει στη βεράντα. Ίσως κι από κάποια διαίσθηση για το θανατικό που πλανιέται εκεί έξω. Ποτέ της δεν πήδηξε πιο ψηλά από το λαβομάνο, όπου της αρέσει να πίνει νερό κατευθείαν από τη βρύση. Πάντα ήταν κολλημένη πάνω στην κόρη μου κι όταν εκείνη έλειπε ερχόταν και άραζε στα γραφεία μας. Αλλόκοτη συνήθεια αυτή για φιλόσοφο, σκεφτόμασταν. Γιατί όπως είπα, η Σοπενχάουερ θα πρέπει στα σίγουρα να στοχάζεται. Με το ακονισμένο μάτι της παρατηρεί τα πάντα επάνω μας και μπαίνει σε βαθιές σκέψεις για τη ράτσα των ανθρώπων. Όπως κάθε σκεπτόμενος, σιχαίνεται τη φασαρία. Όποτε κανείς μιλάει ή γελάει δυνατά τον δαγκώνει. Και οι χειρότερες στιγμές της ήταν μέχρι πρόσφατα οι πιο ευτυχισμένες στιγμές για μας τους ανθρώπους: η Ανάσταση και η αλλαγή του χρόνου. Όταν άρχιζαν να σκάνε τα πυροτεχνήματα, κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι κι έβγαινε μόνο μετά το τέλος του πανηγυριού. Δίχως άλλο μας οικτίρει για την αφέλειά μας. Αν, όπως πιστεύει ο Τζορτζ Στάινερ, «στα μάτια ενός ζώου που σας αγαπά και που το αγαπάτε, υπάρχει μια κατανόηση του θανάτου, την οποία εμείς δεν διαθέτουμε», αυτο ισχύει στα σίγουρα για τούτη την παρδαλή γάτα.

Τη Χρυσαφένια τη θαύμαζα για τη μεγαλοπρεπή ανεξαρτησία της· για τη Σοπενχάουερ τρέφω ευγνωμοσύνη απέραντη. Ενώ η πρώτη ήταν ο φύλακας άγγελος των τρυφερών χρόνων της μικρής, η συντροφιά της στις μαγουλάδες και στην ιλαρά, τούτη δω στάθηκε η προστάτης της στην αντάρα της εφηβείας. Μια χάρτινη νεκροκεφαλή με δυο κόκκαλα σταυρωτά από κάτω, όπως εκείνα που σχεδίασε ο Καρυωτάκης στα Ελεγεία και σάτιρες, κοσμούσε για χρόνια την πόρτα του παιδικού δωματίου απαγορεύοντάς μας αυστηρά την είσοδο· από μέσα η Σοπενχάουερ, ποιος ξερει με τι γουργουρητά, γλυψίματα και άλλα σουσούμια απάλαινε τις αγωνίες της κυράς της, θυμίζοντάς της ότι δεν είναι μόνη κι έρημη σ' αυτόν τον κόσμο, ότι υπάρχει κάποιο πλάσμα που την καταλαβαίνει απόλυτα και την αποδέχεται –τη λατρεύει– ακριβώς όπως είναι. Ωστόσο, ποτέ δεν δέχτηκε πάνω της ρούχο, σε πλήρη αντίθεση με τη Χρυσαφένια. Δυο φορές που για πλάκα το επιχειρήσαμε, με μια απρόσμενη για το πάχος της επίδειξη ευλυγισίας πέταξε από πάνω της το πουλοβεράκι. Τη δεύτερη φορά, μάλιστα, κατάφερε να λύσει ολότελα την πλέξη, σε μια κίνηση γεμάτη συμβολικό βάρος. Είμαι στην υπηρεσία σας, ήταν σαν να μας έλεγε, αλλά έχω τα όριά μου. Η αξιοπρέπεια είναι έτσι κι αλλιώς ύψιστο ιδανικό για τις γάτες.

Η λαιμαργία της, όμως, άλλαξε για πάντα τις ζωές όλων μας.

Ζούσαμε όλοι μια σχετικά ήσυχη ζωή, η Σοπενχάουερ είχε κλείσει τα δώδεκα, η κόρη μου τα εικοσιδύο, όταν κατέφθασε ορμητικά η Σαρλίτα. Ήταν το αγαπημένο μας μωρό της πυλωτής. Πολύ γούστο την κάναμε όταν έτρεχε με τα αδερφάκια της ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα κι έτρωγε τα αποφάγια των θαμώνων της απέναντι ταβέρνας. Η λαιμαργία της, όμως, άλλαξε για πάντα τις ζωές όλων μας. Όπως πετάχτηκε μια μέρα στον δρόμο έχοντας βάλει στο μάτι ένα κεφάλι τηγανιτού μπαρμπουνιού, ένα αμάξι της τσάκισε τη λεκάνη... Μάρτυρας του ατυχήματος ήταν μια γειτόνισσά μας, που ήρθε να μας προλάβει τα νέα. Βρήκαμε τη Σαρλίτα σε άθλια κατάσταση κάτω από το αυτοκίνητό μας (λες και καταλάβαινε ότι μόνο εμείς θα μπορούσαμε να τη σώσουμε) και την πήραμε στο σπίτι. Η ακτινογραφία επέβαλλε να μείνει η μόλις τρίμηνη γατούλα σ' ένα ευρύχωρο σιδερένιο κλουβί για να θρέψουν τα κόκκαλά της. Γρήγορα πήρε τα πάνω της κι από ένα βρώμικο γκριζόασπρο κουβαράκι ξανάγινε η ασπρόμαυρη, σαν παλιά κωμική ταινία, γάτα που είχαμε όλοι ξεχωρίσει.

Το όνομα της το 'δωσε η κόρη μου, κυρίως γιατί έχει το μουστάκι του Σαρλό – αλλά μόνο από τη δεξιά πλευρά, καθώς η μαύρη πινελιά που κοσμεί το μουσούδι της σταματάει κάτω από τη μυτούλα της. Έτσι κι αλλιώς τίποτε πάνω της δεν είναι ακριβώς κανονικό: ούτε οι μαύρες βούλες κατά μήκος της ράχης της (άλλη μικρή, άλλη μεγαλύτερη, αλλά καμιά εντελώς στρογγυλή), ούτε το περπάτημά της, καθώς κουνιέται δεξιά αριστερά σαν βαρκούλα, ούτε τα μεγάλα μάτια της, που ήταν τόσο κοντά το ένα στο άλλο ώστε μοιάζει με κουκουβάγια – σίγουρα όμως όχι στη σοφία. Ουδεμία σχέση με τη Σοπενχάουερ, της οποίας τα αυστηρά μάτια μοιάζει να δίνουν σιβυλλικές απαντήσεις σε ερωτήματα που θεωρεί ότι οφείλουμε να θέτουμε. Της Σαρλίτας τα μάτια, αντίθετα, έχουν μια έκφραση διαρκούς, αξεδίψαστης απορίας, λες και γεννήθηκε μόλις κι αντικρίζει ένα αλλόκοτο σύμπαν. Ιδανικός συνδυασμός, εκ πρώτης όψεως· η μικρή θα μπορούσε να μαθητεύσει στη μεγάλη. Όμως η Σοπενχάουερ απέρριψε εξαρχής την παρείσακτη. Το σπίτι μας υπήρξε για πάνω από μια δεκαετία δικό της και, αν εξαιρέσεις τους περιστασιακούς καβγάδες μας ή τα καλέσματα φίλων και συγγενών, είχε την ησυχία της. Δεν σκόπευε να χάσει τα προνόμιά της. Κάναμε προσπάθειες να τις φέρουμε κοντά, η Σαρλίτα ήταν επιθετικά φιλική, η Σοπενχάουερ γρύλιζε προειδοποιητικά κι επέστρεφε με βαρύ, όλο μομφή βήμα στο δωμάτιό της κυράς της.

Η Σαρλίτα έχασε μια φίλη και δασκάλα, κέρδισε όμως έναν φανατικό οπαδό: τον άντρα μου. Έτσι όπως το ευτυχώς ευρύχωρο σπίτι μας χωρίστηκε αναγκαστικά στα δύο, με την ολιγαρκή Σοπενχάουερ να κυριαρχεί στο δωμάτιο της κόρης μας και στο μπάνιο και τη Σαρλίτα να τριγυρίζει στα γραφεία μας και στο σαλόνι, ο παιδιόθεν γατομανής σύζυγός μου βρήκε το πλάσμα που στάθηκε πρόθυμο να τον συντροφεύει στις ατελείωτες ώρες που περνούσε διαβαζογράφοντας μπροστά στον υπολογιστή του· ο Ροΐδης υπήρξε και σ' αυτό το ζήτημα καίριος όταν έγραφε ότι «αν έλειπεν ο γάτος, θα ητο καταδικασμένος ο αγρυπνών συγγραφεύς εις απόλυτον μοναξίαν, αφού ουδενός άλλου πλάσματος δύναται να συμβιβασθή η συντροφία μετ' αδιαταράκτου διανοητικής εργασίας». Κι όχι μόνο αυτό: ο Τέλης μου (εκ του Αριστοτέλους) βρήκε 'τον άνθρωπό του', κάποια που, σε αντίθεση με μένα, τον δεχόταν με ενθουσιασμό ακριβώς όπως ήταν: με τη μεγάλη κοιλιά του, ιδανικό χώρο για τις ξάπλες της, με τα μονίμως λεκιασμένα από φαγητό πουλόβερ του, που εκείνη έγλυφε με τις ώρες για τη διπλή χαρά της νοστιμιάς και της καθαριότητας, με τον ελαφρύ αυτισμό του, που τη Σαρλίτα δεν την πείραζε διόλου. Ειδικά αφότου εκείνος βγήκε στη σύνταξη, ένα χρόνο αργότερα, οι δυο τους έγιναν κυριολεκτικά αυτοκόλλητοι. Με τις άλλες γάτες μας δεν είχε σταθεί τυχερός. Η Χρυσαφένια, με τη μανία της για τα ύψη, σπάνια χουζούρευε στα πόδια του. Όσο για τη Σοπενχάουερ, καθώς μοιράζονταν την ίδια απαισιόδοξη και βαθέως σκεπτόμενη φύση, δεν ανέχονταν ο ένας τον άλλον – μόνο ένας σοφός χωράει σε κάθε σπιτικό. Η Σαρλίτα, αντίθετα, με τον κωμικό χαρακτήρα της, λες και του αλάφρωνε το υπαρξιακό βάρος του. Η κελαριστή φωνούλα της δεν έχει καμιά σχέση με το υπόγειο νιαουρητό της Σοπενχάουερ. Άσε που είναι τρομερά χαδιάρα, καλοδιάθετη κι αθώα - ποτέ της δεν έβγαλε νύχι ή δόντι σε κανέναν.

Η δική μου η κατάσταση μέρα με τη μέρα επιδεινωνόταν.

Θα νόμιζε κανείς ότι τα πράγματα βάδιζαν καλώς. Όμως αυτό ίσχυε μόνο για τον άντρα μου, την κόρη μου και τις δυο γάτες μας. Μ' άλλα λόγια για όλους εκτός από μένα. Η δική μου η κατάσταση μέρα με τη μέρα επιδεινωνόταν. Επειδή μόνο εγώ οδηγούσα, έτρεχα στον κτηνίατρο πότε τη Σοπενχάουερ για τις κορτιζόνες της, πότε τη Σαρλίτα για τα εμβόλια και τις δερματικές της ευαισθησίες. Επειδή μόνο εγώ είχα κάποιο χρόνο ελεύθερο, στους ώμους μου έπεφτε η ευθύνη να μην περάσει η απερίσκεπτη Σαρλίτα το διαχωριστικό όριο και βρεθεί στο δωμάτιο της Σοπενχάουερ, γιατί κανείς δεν εγγυόταν για τη συνέχεια. Επειδή μόνο εγώ ασχολούμουν με την κουζίνα, έπρεπε να είμαι σε μόνιμη επιφυλακή για να μη βουτήξει η λαίμαργη μικρή κάποιον απαγορευμένο μεζέ. Μια φορά που ξεχάστηκα κι έφαγε μισό κουνουπίδι ωγκρατέν, εγώ τα τράβηξα όλα με την πλύση στομάχου, τις φαρμακευτικές αγωγές, τα μαλώματα της κόρης μου και τις φωνές του Τέλη. Από την άλλη μεριά, σκεφτόμουν, θα έπρεπε να χρωστάω ευγνωμοσύνη στη Σαρλίτα που έσωσε τον άντρα μου από την κατάθλιψη της σύνταξης, την οποία ο ίδιος επί χρόνια προειδοποιητικά προφήτευε. Δεν θα μπορούσα όμως να τον έχω σώσει εγώ; Τι μου λείπει; Γελαστή είμαι, νόστιμη είμαι, μια χαρά στέκομαι για την ηλικία μου, χορεύω ωραία και είμαι δημοφιλής στις παρέες. Όμως εκείνος διάλεξε τη Σαρλίτα. Με υποκατέστησε. Οι δυο τους έγιναν σιγά σιγά αφόρητοι: χάδια ατελείωτα, παντόφλα, κομπιούτερ, καναπές και κουνιστή πολυθρόνα. Την είχε καλομάθει όσο δεν έπαιρνε. Ακόμη και τη συνήθειά της να μπλέκεται στα πόδια του όταν περπατούσε κάνοντάς τον να σκοντάφτει, τη συγχωρούσε. Και οι ευθύνες όλες επάνω μου. Είχα φτάσει στο σημείο να φαντασιώνομαι το διαζύγιο. Στις ονειροπολήσεις μου ζούσα ελεύθερη κι ωραία σε μια ευρύχωρη γκαρσονιέρα, κι ο άντρας μου και η κόρη μου μοιράζονταν στο τεσσάρι, υπεύθυνοι ο καθένας τους για το ζωντανό του.

Ώσπου ο Τέλης σκοτώθηκε. Ανέβηκε στη σκάλα για ν' αλλάξει μια λάμπα (πράγμα σπάνιο για τα δεδομένα του) και γυρίζοντας από τη λαϊκή τον βρήκα νεκρό, με τη Σαρλίτα σκαρφαλωμένη πάνω του, πιο απορημένη από ποτέ. Ποιος ξέρει αν αυτή η γάτα, που του 'δωσε τόση ζωή, τελικά του την πήρε μια και καλή. Καθόλου απίθανο, με την κλοουνίστικη ζωηράδα της, να πήδηξε στη σκάλα και να 'χασε ο άντρας μου την ισορροπία του. Ίσως βέβαια απλώς να ζαλίστηκε - η κακιά στιγμή, που λένε. Όπως και να 'χει, όλα άλλαξαν με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο. Από κει που ονειρευόμουν μια ζωή χωρίς γάτες, βρέθηκα να ζω και με τις δυο, καθώς η κόρη μου ερωτεύτηκε έναν άντρα με πιτ μπουλ και μετακόμισε στο σπίτι του. Ο Πέτρος, που εδώ που τα λέμε μοιάζει λίγο με το σκυλί του, περιέργως τη μάγεψε τόσο ώστε να αποφασίσει να αποχωριστεί τη Σοπενχάουερ... Δεν είναι κι άσχημα, όμως. Για την ακρίβεια, δεν είναι καθόλου άσχημα. Οι δυο γάτες τα βρήκαν μεταξύ τους τώρα που δεν έχουν τίποτα να μοιράσουν. Χάνοντας την κυρά της, η Σοπενχάουερ κατάφερε να ξεπεράσει τη θλίψη της όχι μόνο χάρη στο φιλοσοφικό ταμπεραμέντο της αλλά και αναλαμβάνοντας την επίβλεψη της Σαρλίτας. Τη μύησε στην τεχνική του εξονυχιστικού γλυψίματος της γούνας της, στο πώς να ανακαλύπτει τις πιο βολικές για ξάπλα γωνιές, και ποιος ξέρει σε πόσα ακόμη μυστικά που αγνοώ. Η δασκάλα πήρε ζωή επάνω της, η μαθήτρια απόκτησε κέντρο βάρους κι έπαψε να κάνει πλιάτσικο στην κουζίνα. Τα βεγγαλικά τα χαζεύουν μαζί, κουλουριασμένες στον καναπέ του σαλονιού – αυτές οι εκρήξεις συλλογικου κεφιού είναι ένα από τα πολλά αξιοπερίεργα κουσούρια των ανθρώπων και υπομένοντάς το νιώθουν, θα 'λεγε κανείς, πιο ισχυρή τη συμμαχία τους, την υπεροχή τους ως πλασμάτων πιο συνετών από μας. Ο Τέλης δίχως άλλο τις καμαρώνει μέσα από τη φωτογραφία του, που έχω τοποθετήσει πάνω στο πιάνο, δίπλα σε μια φωτογραφία της Χρυσαφένιας.

Θυμάμαι τις δύσκολες στιγμές που πέρασε όταν μάζεψε, κρυφά από την κόρη μας, το άψυχο κορμάκι της άτυχης γάτας από το πεζοδρόμιο και το έθαψε σ' έναν κοντινό λόφο· και συνειδητοποιώ, μέσα από λεπτομέρειες που λίγο λίγο ανακαλώ, πως την αγάπησε βαθύτερα απ' ό,τι εγώ. Όπως ήταν σε όλα του εσωστρεφής, τον καταλαβαίνω καλύτερα τώρα, λες και ξετυλίγω το κουβάρι της ψυχής του, που όσο ζούσε δεν με άφηνε να βρω την άκρη του. Θα τριγυρίζουν τώρα με τη Χρυσαφένια χαρούμενοι στα Ηλύσια Πεδία. Κι εγώ όμως χαίρομαι την κάθε μέρα, καθώς έχω βρει μια ισορροπία ανέλπιστη. Η Σοπενχάουερ μπήκε, με βήμα που γίνεται όλο και πιο αργόσυρτο, όλο και πιο ήρεμο, στα δεκαπέντε της χρόνια και με κάνει να σκέφτομαι ότι ο δρόμος προς τον θάνατο είναι φυσικός, απαλός σαν την πατούσα μιας γάτας. Η Σαρλίτα, από την άλλη, ωρίμασε χωρίς να χάσει το έντονο ταμπεραμέντο της και με κάνει να θέλω να δοκιμάζω καινούργια πράγματα, να βλέπω κι εγώ τον κόσμο με αχόρταγη απορία. Μπήκα στη χορωδία ενός γειτονικού ωδείου, έγινα μέλος του περιπατητικού συλλόγου Υμηττού και ανυπομονώ να βγω στη σύνταξη για να γραφτώ σ' ένα εργαστήρι ζωγραφικής που έχω βάλει στο μάτι. Από τώρα ξέρω ποιος θα 'ναι ο πρώτος πίνακας που θα ζωγραφίσω: τις δυο γάτες μου κι εμένα, χωμένες τη μια μέσα στην άλλη, αξεχώριστα. Μια πραγματικά οικογενειακή φωτογραφία.


vogiatzoglou treis gatesΔυο λόγια για τη συγγραφέα

H Aθηνά Bογιατζόγλου γεννήθηκε στην Aθήνα το 1966. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Kρήτης και εκπόνησε το διδακτορικό της στο King's College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (1989-1993). Δίδαξε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Kρήτης και της Πάτρας και το 2001 εξελέγη λέκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Iωαννίνων όπου σήμερα υπηρετεί ως Kαθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας. Είναι συγγραφέας και ποιήτρια. 

 

 

 

 

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τα ρούχα της (διήγημα)

Τα ρούχα της (διήγημα)

«Κοντεύει ένας χρόνος που βρίσκεται καρφωμένη στο κρεβάτι. Βλέπει απέναντι την τηλεόραση, βλέπει το ταβάνι, βλέπει τον τοίχο, βλέπει την πόρτα που ανοίγει και κλείνει κι αν γυρίσει το κεφάλι της λίγο, βλέπει το παράθυρο κι ένα μικρό κομμάτι ουρανού, σαν μια ελάχιστη υπόμνηση όσων έχασε, που εισχωρεί σ’ αυτό το δωμάτ...

Glory, Glory Man United! (διήγημα)

Glory, Glory Man United! (διήγημα)

«Η Μάντσεστερ, η υπερομάδα των 47 συνολικά τροπαίων και των τριακοσίων εκατομμυρίων οπαδών στον πλανήτη, που στο πρωτάθλημα της χώρας της δεν μπορεί να σταυρώσει σήμερα νίκη, που παραπαίει σε Αγγλία και Ευρώπη, αύριο θ’ αναγεννηθεί. Θα ζωντανέψουν και πάλι οι θρύλοι της».

Του ...

Η άχνη των ημερών (διήγημα)

Η άχνη των ημερών (διήγημα)

«Καθόμαστε εδώ ο ένας πάνω στον άλλον, πασπαλισμένοι με τη λεπτή σκόνη που έχει κυλήσει από το εσωτερικό μιας κλεψύδρας,
σκεπασμένοι με τα στρώματα του θρυμματισμένου χρόνου,
και απλώς περιμένουμε να έρθει η ώρα μας.

Του Αχιλλέα ΙΙΙ

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Εξ όνυχος τον λέοντα» – μια ιστορία με τον Μήτσο

«Εξ όνυχος τον λέοντα» – μια ιστορία με τον Μήτσο

Όταν κάποιος φεύγει από κοντά μας και μάλιστα τόσο ξαφνικά όσο ο Δημήτρης Φύσσας, συχνά προσπαθούμε να ανακαλέσουμε ένα περιστατικό που, με κάποιον μαγικό τρόπο, θα αποκάλυπτε τον άνθρωπο. Όμως αυτά που μας χαρακτηρίζουν, που φανερώνουν το ήθος μας ή την απουσία του, δεν είναι μονάχα τα όσα έχουμε κάνει αλλά και κάπ...

«Βίος και Πολιτεία»: Ο καθηγητής αρχιτεκτονικής και συγγραφέας Βασίλης Κολώνας, ζωντανά από το «υπόγειο»

«Βίος και Πολιτεία»: Ο καθηγητής αρχιτεκτονικής και συγγραφέας Βασίλης Κολώνας, ζωντανά από το «υπόγειο»

Στο 29ο επεισόδιο της σειράς ζωντανών συζητήσεων με ανθρώπους από το χώρο του βιβλίου στο Βιβλιοπωλείο της Πολιτείας, o Κώστας Κατσουλάρης θα συνομιλήσει με τον καθηγηγή αρχιτεκτονικής και συγγραφέα Βασίλη Κολώνα με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο-μελέτη «Σμύρνη, 1870-1922 - Πόλη και αρχιτεκτονική, η συμβολή των Ελλή...

«Ρόδου μοσκοβόλημα» – ένα ποίημα του Κωστή Παλαμά (1859-1943)

«Ρόδου μοσκοβόλημα» – ένα ποίημα του Κωστή Παλαμά (1859-1943)

Το βράδυ, λίγο μετά τη δύση, ένα ποίημα. Απόψε, «Ρόδου μοσκοβόλημα» του Κωστή Παλαμά (1859-1943), γραμμένο το 1905, από την ενότητα «Η πολιτεία και η μοναξιά» (5ος τόμος, Άπαντα, Ίδρυμα Κωστή Παλαμά)

Επιμέλεια: Οράτιος

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)

Ρόδου μοσκοβόλημα ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Μέσα στο δίχτυ» της Άιρις Μέρντοχ (προδημοσίευση)

«Μέσα στο δίχτυ» της Άιρις Μέρντοχ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Άιρις Μέρντοχ [Iris Murdoch] «Μέσα στο δίχτυ» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), το οποίο κυκλοφορεί στις 6 Μαρτίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Όταν είδα τον Φιν να με περιμένει στη γωνία το...

«Η τέχνη της μέθης» του Λοράν ντε Σουτέρ (προδημοσίευση)

«Η τέχνη της μέθης» του Λοράν ντε Σουτέρ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από βιβλίο του βραβευμένου Βέλγου δοκιμιογράφου και καθηγητή Νομικής Λοράν ντε Σουτέρ [Laurent de Sutter] «Η τέχνη της μέθης» (μτφρ. Ζωή Καραμπέκιου), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Μαρτίου από τις εκδόσεις Το Μέλλον.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
«Depeche mode» του Σέρχι Ζαντάν (προδημοσίευση)

«Depeche mode» του Σέρχι Ζαντάν (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Σέρχι Ζαντάν [Serhiy Zhadan] «Depeche mode» (μτφρ. Δημήτρης Τριανταφυλλίδης), το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Καθισμένος εδώ,...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Μικρές εισαγωγές» σε μεγάλες θεματικές από τις εκδόσεις Οξύ – 5 βιβλία που μας κάνουν σοφότερους

«Μικρές εισαγωγές» σε μεγάλες θεματικές από τις εκδόσεις Οξύ – 5 βιβλία που μας κάνουν σοφότερους

«Τρέλα», «Αντίληψη», «Αισθητική», «Πληροφορία», «Χιούμορ»: Πέντε βιβλία της άκρως επιτυχημένης σειράς του Oxford University Press κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ και μας βοηθούν να κατανοήσουμε βασικές πτυχές της ανθρώπινης νόησης και συμπεριφοράς. Η επιμέλεια της σειράς είναι του Θάνου Καραγιαννό...

Δύο χρόνια από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία: Είναι η Ευρώπη σε πόλεμο; – Τα βιβλία που δίνουν τις απαντήσεις

Δύο χρόνια από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία: Είναι η Ευρώπη σε πόλεμο; – Τα βιβλία που δίνουν τις απαντήσεις

«Είμαστε εξαιρετικά τυχεροί που ζούμε στην Ευρώπη» μας έλεγε σε πρόσφατη συνέντευξή του για την Book Press, o ευρωπαϊστής ιστορικός Τίμοθι Γκάρτον Ας. Δύο χρόνια μετά από την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία ανατρέχουμε στα άρθρα που γράψαμε για βιβλία που διαβάσαμε και προτείναμε όλο αυτό το διάστημα. Το...

Φεβρουάριος: «Μήνας Μαύρης Ιστορίας» – 15 καλά μυθιστορήματα «μαύρης λογοτεχνίας» που κυκλοφόρησαν τον τελευταίο χρόνο

Φεβρουάριος: «Μήνας Μαύρης Ιστορίας» – 15 καλά μυθιστορήματα «μαύρης λογοτεχνίας» που κυκλοφόρησαν τον τελευταίο χρόνο

Με αφορμή το γεγονός ότι ο Φεβρουάριος έχει ανακυρηχθεί «Μήνας Μαύρης Ιστορίας» [Black History Month] γεγονός που έχει τις ρίζες του πίσω στο 1915, επιλέγουμε 15 καλά μυθιστορήματα που μιλούν ανοιχτά για τον ρατσισμό, τις φυλετικές διακρίσεις, τις αγωνίες και τα όνειρα των μαύρων.

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

02 Απριλίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών: 20 έργα-ποταμοί από την παγκόσμια λογοτεχνία

Πολύτομα λογοτεχνικά έργα, μυθιστορήματα-ποταμοί, βιβλία που η ανάγνωσή τους μοιάζει με άθλο. Έργα-ορόσημα της παγκόσμιας πεζογραφίας, επικές αφηγήσεις από την Άπω Ανατ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ