
Για την παράσταση «Άμλετ (machine)» της Σοφίας Αντωνίου, στο Θέατρο Πορεία.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο Θέατρο Πορεία απόλαυσα την ρηξικέλευθη, πρωτότυπη, τολμηρή και αιχμηρότατη παράσταση «Άμλετ (machine)» της Σοφίας Αντωνίου, μια σύνθεση του αναγεννησιακού «Η Τραγική Ιστορία του Άμλετ, Πρίγκιπα της Δανιμαρκίας» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ και της «Μηχανής Άμλετ» (1977) του Χάινερ Μίλερ. Η μετάφραση του «Άμλετ» από τον Γιώργο Χειμωνά διασταυρώνεται δυναμικά με τη μετάφραση της «Μηχανής Άμλετ» από την Ελένη Βαροπούλου.
Μάσκες/προσωπεία νεκρών, ξιφασκίες σε διάφορες εκδοχές, ροδοπέταλα και καταπακτές, σκελετός βασιλικού γυναικείου φορέματος με μόνο το κρινολίνο και από μέσα τη φόρμα της ηθοποιού, κόθορνοι, καρέκλες και χλαμύδες με χρυσίζουσες αποχρώσεις, κύπελλα με δηλητήριο και φτυάρια, σκούπες, φαράσια και όλη η θεατρική γκαρνταρόμπα ανοιχτή σε κοινή θέα: αυτό είναι το σκηνικό σύμπαν της Μαριλένας Καλαϊτζαντωνάκη και της σκηνογραφικής της ομάδας (Τίμοθυ Λασκαράτος, Στέφανος Λώλος, Χρήστος Κραγιόπουλος), που υποστηρίζει με αξιοθαύμαστη λιτότητα τη σύλληψη της σκηνοθέτιδος.
«Φεύγω. Χαράζει. Να με θυμάσαι»
Η σκηνή είναι, αρχικά, ένας χώρος πρόβας, μιας ομάδας ηθοποιών που προϊδεάζουν το κοινό για το τι έχει συμβεί και το καθιστούν μέτοχο του δρώμενου, αναθέτοντάς του εξαρχής να απαγγείλει τον μονόλογο του Φαντάσματος/Πατέρα: μια διαδικασία με ιδιαίτερα υποβλητικό αποτέλεσμα. Έτσι, η παράσταση δεν δηλώνει – είναι διαδραστική. Η «χειροποίητη» σκηνή της συνάντησης με το Φάντασμα στις επάλξεις του κάστρου της Ελσινόρης χαίρει όλων των ποιοτήτων ενός «θιάσου μπουλουκιού» που διασκεδάζει υποδυόμενος εκ περιτροπής τους διαφορετικούς ρόλους: η αποστασιοποίηση του θεατή έχει ήδη επιτευχθεί, πριν καλά καλά αρχίσει το έργο. Το χιούμορ είναι η πρώτη θεατρική ποιότητα που διαπιστώνει κανείς σε αυτήν την παράσταση, ένα χιούμορ αφοπλιστικό, που στηρίζεται στην εναλλασσόμενη μυθοποίηση και απομυθοποίηση του θεάτρου.

Σε οθόνη αναγράφεται η μη-χρονικότητα του δρώμενου: «Ο χρόνος είναι εκτός ορίων». Στο αρχικό κείμενο του σαιξπηρικού δράματος παρεισφρέει το σχολιαστικό κείμενο του Μίλερ από τη «Μηχανή Άμλετ»: «Ήμουν ο Άμλετ. Στεκόμουν στην ακτή και μιλούσα στα κύματα που πάφλαζαν… με την πλάτη στραμμένη στα ερείπια της Ευρώπης». Σταδιακά, και κάπως σχηματικά, στήνεται η αίθουσα των ανακτόρων με δυο καρέκλες και ένα σκαρίφημα κοστουμιών (Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη), όπου το βασιλικό ζεύγος Κλαύδιου (Μιχάλης Αφολαγιάν) και Γερτρούδης (Ορόρα Μαριόν) θα υποδεχθεί τον πρίγκιπα Άμλετ (Δημήτρης Καπουράνης). Σταδιακά θα εμφανιστούν ο αυλικός Πολώνιος (Kωνσταντίνος Μαυρόπουλος) και η κόρη του Οφηλία (Λωξάνδρα Λούκας), o Ρόζενγκραντζ και ο Γκίλντενστερν (Γιάννης Κόραβος και Γιώργης Παρταλίδης), ο πιστός φίλος Οράτιος (Γιάννης Κόραβος), ο φιλοξενούμενος όμιλος θεατρίνων (όλος ο θίασος πλην του Δημήτρη Καπουράνη, χορεύει πίσω από μιαν ημιφωτισμένη-ημιδιαφανή αυλαία), ο ορμητικός Λαέρτης (Γιώργης Παρταλίδης) και, στο δεύτερο μέρος της παράστασης, οι δύο νεκροθάφτες (Μιχάλης Αφολαγιάν και Ορόρα Μαριόν), το φάντασμα του Γιόρικ (Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος, σε μια σημαντική πρωτοτυπία της παράστασης) και ο Φορτενμπράς (Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος).
Μηχανή Άμλετ: ένας μηχανισμός αποκάλυψης της σφαγής
Ο Δημήτρης Καπουράνης, ως παρουσιαστής του έργου, απευθύνεται στους θεατές αναγγέλλοντας την αρίθμηση των σκηνών, λειτουργεί τρόπον τινά ως σκηνοθέτης μιας «παράστασης εντός παράστασης», ενσαρκώνοντας παράλληλα και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Άμλετ. Έτσι, αφηγούμενος και σχολιάζοντας με ωμότητα (μέσω του κειμένου του Μίλερ) την ίδια του την ιστορία όπως την εκδιπλώνει λυρικά ο Σαίξπηρ, καταργεί τον «τέταρτο τοίχο» και επιτρέπει στον θεατή να εισβάλει στο έργο.
Ο Άμλετ δεν δρα, αλλά δηλώνει λεκτικά την πρόθεσή του να δράσει – γίνεται, έτσι, ένας μηχανισμός αποκάλυψης, μια machina που αναπαράγει το ανθρώπινο δράμα εκτός χρόνου (συνυπάρχουν το πριν, το τώρα και το μετά). Με την επινόηση αυτής της «παράστασης μέσα στην παράσταση», διανοίγεται και μια ακόμη αυλαία, που θα αποκαλύψει την «παράσταση μέσα στην παράσταση μέσα στην παράσταση»: μιλώ, φυσικά, για τη σαιξπηρική σκηνή όπου ο όμιλος των θεατρίνων αναπαριστά μπροστά στον ένοχο Κλαύδιο τη δολοφονία του αδελφού του: σε αυτό το σημείο η Σοφία Αντωνίου προτείνει μια σειρά κινηματογραφικών προβολών της Δύσης που καταρρέει, σπαρασσόμενη ανάμεσα σε μητροπόλεις και αποικίες, ανάμεσα σε αστυνομικούς και διαδηλωτές, ανάμεσα στον αποχωρούντα Σοσιαλισμό και τον επελαύνοντα Καπιταλισμό, που διαλύεται από τις εξεγέρσεις (βλ. την ουγγρική επανάσταση στη Βουδαπέστη) και τη λαϊκή οργή, που γκρεμίζει τα είδωλα και τις προτομές των ηγετών Μαρξ, Λένιν, Μάο, ακόμη και το Άγαλμα της Ελευθερίας (όπως στον «Άνθρωπο από Μάρμαρο» του Αντρέι Βάιντα), που διχάζεται μπροστά στην ανελέητη προοπτική ενός συνεχούς, αιμοσταγούς πολέμου. Τα Gesta Danorum γίνονται το χρονικό του αιώνα μας.

Η βασανισμένη συνείδηση του Άμλετ, αυτοσαρκαζόμενη και σε βαθειά ενδοσκόπηση, συνάπτει άμεση συνομιλία με το σήμερα, εποχή αιχμής και διασάλευσης των κοινωνικών, ηθικών και πολιτικών βεβαιοτήτων και θέσφατων. Είναι μια συνείδηση που μεταμορφώνει την καθημερινή ανθρώπινη ενέργεια σε φορτίο εκρηκτικό και οδηγεί απαρεγκλίτως σε επανάσταση: αυτό οφείλεται κυρίως στον καταγγελτικό χαρακτήρα του αμλετικού μονολόγου, που πολλοί τον ερμηνεύουν ως μεγαλόφωνο εσωτερικό μονόλογο. Η Σοφία Αντωνίου διοχετεύει την εκφώνηση του λόγου του Άμλετ στην επαναστατική διάσταση που μπορεί να προσλάβει η Τέχνη όταν δεν ακολουθεί την πεπατημένη. Το πιο χαρακτηριστικό σημείο αυτής της «υπαγόρευσης σπουδαιότητας» είναι η επανάληψη της τελικής σκηνής της ξιφασκίας και των απανωτών σκηνικών θανάτων: η σκηνοθέτις επιλέγει να αποσαθρώσει αυτή τη σκηνή, να την υπονομεύσει, να δώσει πολλές διαφορετικές της εκδοχές, που όλες συνοψίζονται σε μία: τον αλληλοσπαραγμό. Αυτός είναι ο μηχανισμός που ενεργοποιείται στην παράστασή της: η αποτύπωση της σφαγής. Ο Αμλετ πρέπει να πεθάνει, αλλά η μηχανή πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί.
Ο ματαιωμένος (και ματωμένος) κύκλος των ιδεολογιών
Στη «Μηχανή Αμλετ» («Die Hamletmaschine») του Χάινερ Μίλερ ο θεατής δεν διακρίνει σταθερά, συγκροτημένα υποκείμενα, αλλά στραπατσαρισμένες συνειδήσεις, που αρνούνται να υποδυθούν κανονικά τον ρόλο τους, μόνο μπαινοβγαίνουν στη ρευστή κατάσταση των ρόλων, απορροφώντας τα προσωπεία αυτά και αφήνοντας τα να τους απορροφήσουν. Πρόκειται για ένα intermezzo στο κείμενο του κλασικού «Άμλετ» και πρωτοπαίχτηκε σε μιαν οκτάωρη παράσταση που ο ίδιος ο Μίλερ σκηνοθέτησε για το Berliner Ensemble: ένα κείμενο που καθιερώνει τον ιστορικό πεσσιμισμό, με τον αιμάσσοντα επίλογο των ιδεολογιών. Το να είσαι «Άμλετ/Μηχανή» σημαίνει να μην έχεις ιστορική και προσωπική μνήμη, να μην νιώθεις τον παραμικρό πόνο και να μην έχεις την παραμικρή σκέψη.

Πώς αυτό συνδέεται με τον σαιξπηρικό Άμλετ; Ο Άμλετ του Σαίξπηρ είναι μια άλλη εκδοχή «τρελού» ή «γελωτοποιού» (και έτσι, σαν joker ή clown, τον μακιγιάρει η Σοφία Αντωνίου, απλώνοντας το ψιμύθιο σταδιακά σε όλα τα δραματικά πρόσωπα), που δεν προτίθεται να συμβιβαστεί με τη λογική των πραγμάτων, με τη βίαιη επιβολή της εξουσίας, και που βιώνει συνεχή σύγκρουση ανάμεσα στη «βολεμένη», ατομικιστική επιλογή ζωής και στην επανάσταση. Η μιλερική «Μηχανή Άμλετ» εκφωνεί σπαράγματα του σαιξπηρικού κειμένου ως ομιλούσα συνείδηση ενός ματαιωμένου ανθρώπου της διανόησης, του Γκαίτε, του Νίτσε, του Αρτώ, του Χέλντερλιν, του Έλιοτ, κάθε διανοητή που δικαιολογείται να είναι απόλυτα απογοητευμένος από τη στάση της ιντελιγκέντσια στη Δύση. Το τέλος κάθε ελπίδας και χαράς έρχεται όταν καταρρέει και η τελευταία κουρτίνα της παράστασης, για να αποκαλυφθεί το ράκος του οικοδομήματος, το χάλασμα του πολιτισμού, η κόγχη της καταστροφής, σαν τόπος προσκυνήματος στον βωμό της ανθρώπινης κακουργίας.
Όλοι οι Άμλετ μαζί – Το μαχαίρι που είναι καθρέφτης
Η παγκοσμιότητα του Σαίξπηρ αποκαλύπτεται μέσω της παγκοσμιότητας της γλώσσας στην οποία έγραψε: γι’αυτό και ο «Άμλετ» του συνοψίζει το όνειρο κάθε σκηνοθέτη. Εκτός από την αποσυγκρότηση του Άμλετ στη «Μηχανή Άμλετ» του Μίλερ, μια σειρά από θεατρικούς και κινηματογραφικούς σκηνοθέτες έχουν ερμηνεύσει τον σαιξπηρικό Άμλετ: ο Κοζίντσεφ, ο Πήτερ Χωλ, ο Λώρενς Ολίβιε, ο Κένεθ Μπράνα, ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ο Θέμης Μουμουλίδης, ο Γιάννης Χουβαρδάς, ο Έκτορας Λυγίζος, ο Σπύρος Ευαγγελάτος, η Κατερίνα Ευαγγελάτου, ο Αιμίλιος Χειλάκης, οι Rootless Root, το «τοπίο Άμλετ» της Άνι Ντόρσεν και η χορεία συνεχίζεται ες αεί.
Ο Μιχάλης Αφολαγιάν κινείται με άνεση και δυναμισμό στον ρόλο του Κλαύδιου και σε όλους τους δευτερεύοντες ρόλους που υποδύεται. Ο Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος στον ρόλο του Πολώνιου και ο Γιάννης Κόραβος στον ρόλο του Οράτιου συνιστούν πολύ δυναμικές παρουσίες. Ο Γιώργης Παρταλίδης πραγματική αποκάλυψη στον ρόλο του Λαέρτη, εύθραυστος, ευαίσθητος και μεταμορφωσιγενής, καθώς περνά με χιούμορ και στον κλοουνέσκ ρόλο του Γκίλντενστερν. Η Aurora Marion αποκαλύπτει σκληρή δουλειά πίσω από τον ρόλο της Γερτρούδης, ενώ έχει και φοβερές αρετές ως καρατερίστα, στον ρόλο ενός από τους δύο νεκροθάφτες. Ο Δημήτρης Καπουράνης κρατά τα ηνία της παράστασης, ερμηνεύοντας με μοναδική ευαισθησία τον πολυδιάστατο Άμλετ που του εμπιστεύεται η άξια σκηνοθέτις. Υποβλητικότατη η μουσική του Jeph Vanger και αξιέπαινη η κινησιολογία της Ιωάννας Τουμπακάρη και της Μαριέτας Μαναρώλη. Ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάνω στους εξαιρετικούς φωτισμούς του Γιώργου Ιεραπετρίτη.
Ο άνθρωπος «χόρτο» του Σεφέρη, που υποκύπτει και προσκυνά τις εξουσίες, πείθεται από τα fake news, αποδέχεται την κανονικοποίηση της βίας, του πολέμου και της μισαλλοδοξίας, μαζοποιείται ως τηλεθεατής και καταναλωτής, συμβιβάζεται και κολακεύει τους άρχοντες, προδίδει τις αξίες του και τις φιλίες του, εγκαταλείπει τους έρωτές του, κωφεύει στο δράμα του συνανθρώπου του και κακοποιεί τις Οφηλίες κάθε λογής, αυτός είναι ο «Άμλετ-Machine» της Σοφίας Αντωνίου: γι’ αυτό και η άκρως τολμηρή επιλογή της Lloxy (Λωξάνδρας Λούκας) στον ρόλο της ευάλωτης Οφηλίας/σφαγίου, που στήνει μπροστά στα μάτια μας το ανελέητο κάτοπτρο της αυτοκριτικής, για όλες τις κακοποιημένες γυναίκες του κόσμου. Και, όλα αυτά, για να προτείνει ένα νέο αφήγημα για τον απέλπιδα και ξεχαρβαλωμένο κόσμο μας, μια νέα αφύπνιση. Για να μας πει ότι το μαχαίρι της σφαγής είναι ένας καθρέφτης του εαυτού μας. Η καλύτερη παράσταση της χρονιάς, χωρίς αμφιβολία. Μια παράσταση που πρέπει να ταξιδέψει σε όλα τα θεατρικά φεστιβάλ του κόσμου.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σκηνοθεσία-Διασκευή: Σοφία Αντωνίου
Μεταφράσεις: Γιώργος Χειμωνάς, Ελένη Βαροπούλου
Σκηνικός χώρος – Κοστούμια: Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη
Μουσική σύνθεση: Jeph Vanger
Επιμέλεια κίνησης: Ιωάννα Τουμπακάρη
Φωτιστικός σχεδιασμός: Γιώργος Ιεραπετρίτης
Βοηθός σκηνοθεσίας: Μαριλένα Μόσχου
Βοηθός κινησιολόγου: Μαριέττα Μαναρώλη
Σκηνογραφική ομάδα – Κατασκευές: Τίμοθυ Λασκαράτος, Στέφανος Λώλος, Χρήστος Κραγιόπουλος
Υπεύθυνη επικοινωνίας: Ευαγγελία Σκρομπόλα
Φωτογραφίες: Κανελλόπουλος
Δημιουργία trailer: Ladies Fingers’
Παραγωγός: Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη
Παραγωγή: Masterskaya
Σε συνεργασία με το Θέατρο Πορεία
Με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού
Παίζουν: Μιχάλης Αφολαγιάν, Δημήτρης Καπουράνης, Γιάννης Κόραβος, Λωξάνδρα Λούκας, Aurora Marion, Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος, Γιώργης Παρταλίδης






















