
Για την παράσταση «Μόνος με τον Άμλετ», βασισμένη στην τραγωδία «Άμλετ» του Σαίξπηρ, σε διασκευή και σκηνοθεσία Μανώλη Δούνια & Αιμίλιου Χειλάκη. © εικόνας: Άρης Καμαρωτός
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Θεέ μου. Έρημος τι έρημος είναι αυτός ο κόσμος. Σπόροι πρησμένοι που σπαν και πετάγονται συνέχεια νέες φύτρες συνέχεια γεννώντας και σαπίζοντας οργιάζει αυτή η τυφλή βλάστηση. Καμιά χρήση του κόσμου δεν είναι καλή. Να βουλιάξει!» -Σαίξπηρ «Άμλετ», Πράξη 1η, Σκηνή 1η, μτφρ. Γιώργου Χειμωνά
Είδαμε το «Μόνος με τον Άμλετ» του Μανώλη Δούνια και του Αιμίλιου Χειλάκη. Ο Άμλετ, στοχαστής, φιλόσοφος, αυτοσαρκαζόμενος και σε βαθειά ενδοσκόπηση, στη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, έδωσε την αφορμή στον κύριο Χειλάκη για μια θεατρική διασκευή που εναρμονίζεται με τη γενικότερη τάση του θεάτρου να μετατρέπει πολυπρόσωπα κλασικά έργα σε έντεχνους μονολόγους (βλ., επί παραδείγματι, τον «Βάνια» του Simon Stephens). Εκ των πραγμάτων, αυτά τα νεόκοπα κείμενα υπογραμμίζουν την ιδιότητα του «θεατρίνου» ή του clown που οι μεγάλοι θεατρικοί συγγραφείς έχουν ενσωματώσει στους κλασικούς αυτούς ρόλους: ο ίδιος ηθοποιός μεταμορφώνεται εδώ σε Άμλετ, σε Λαέρτη, σε Γερτρούδη, σε Οφηλία, σε Πολώνιο, σε Κλαύδιο και σε κλόουν.
«Κάτι σαπίζει μέσα στη Δανία»
Όπως είχα γράψει και παλαιότερα, «το απόλυτο αυτό δράμα της μόνωσης και της καχυποψίας καθιερώνει αρχετυπικούς θεατρικούς χαρακτήρες, που υπενθυμίζουν τη ρευστότητα της ηθικής και την αποσάθρωση των ιδεωδών των ισχυρών, την ικανότητα της γλώσσας να "τσακίζει κόκαλα" και την παντοδυναμία του θεατρικού λόγου στην προσπάθεια του δυτικού ανθρώπου να ερμηνεύσει τα αναπάντητα υπαρξιακά του ερωτήματα, καθώς περιεργάζεται το πρόσφατα ξεθαμμένο κρανίο ενός γελωτοποιού». Ο πατέρας/βασιλιάς Άμλετ, που τον δολοφόνησε ο αδελφός του με στόχο να του υφαρπάξει τη ζωή, τη θέση, την εξουσία και τη γυναίκα, εμφανίζεται στις επάλξεις της Ελσινόρης: «Στο αυτί μου έσταξε απόσταγμα χορταριού ενάντιο στο αίμα του ανθρώπου. Έκκριμα λέπρας που σκόρπισε παντού εντός μου. Όλο το αίμα μου χάλασε έκοψε». Εδώ, μια ράμπα προτεταμένη ανάμεσα στις πρώτες σειρές του κοινού φιλοξενεί τη μεταφυσική σε μια φωτισμένη καταπακτή. Η φράση του δολοφονημένου «Να με θυμάσαι» μετεγγράφεται από τον νεαρό πρίγκιπα με κιμωλία πάνω στο γυάλινο κουβούκλιο του σκηνικού ως «Θυμάμαι».
Και, επειδή είναι ελεύθερος από τη συμβατική λογική, λέει τις μεγάλες αλήθειες. Ο Χειλάκης αξιοποιεί αυτή την αρχετυπική ιδιότητα του ρόλου, στηλιτεύοντας την αδυναμία του να προβεί σε πράξη.
Το κύριο γνώρισμα του Άμλετ είναι πως, επειδή καταπιέζεται, είναι οριακά παρανοϊκός. Και, επειδή είναι ελεύθερος από τη συμβατική λογική, λέει τις μεγάλες αλήθειες. Ο Χειλάκης αξιοποιεί αυτή την αρχετυπική ιδιότητα του ρόλου, στηλιτεύοντας την αδυναμία του να προβεί σε πράξη. Όπως λέει σε συνέντευξή του: «Σας φέρνουμε ένα έργο που το έχει γράψει ένας τεράστιος ποιητής, ο Σαίξπηρ, έναν υπέροχο ρόλο, τον Άμλετ, ο οποίος σκέφτεται υπέροχα αλλά δεν πράττει... Μέσα από αυτή την παράσταση, λοιπόν, θα κοιτάξετε έναν καθρέφτη που θα δείτε εσάς… Θα δείτε τον εαυτό σας, ανεξαρτήτως του τι πιστεύετε, ανεξαρτήτως του πολιτικού σας ή κομματικού σας πρόσημου, και θα πείτε "μάλιστα, και εγώ έχω σκεφτεί αυτά τα πράγματα, τι έχω κάνει όμως για τις σκέψεις μου;"»

«Ο κόσμος γέρνει, γκρεμίζεται, γιατί γεννήθηκα εγώ για να τον στερεώσω»
Όσες φορές και να προσεγγίσει ένας σκηνοθέτης τον σαιξπηρικό Άμλετ, πάντα κάποια πτυχή αυτού του κορυφαίου έργου θα αρκεί για να στήσει μια νέα παράσταση. Κι αν έχουμε δει Άμλετ στο θέατρο όλα αυτά τα χρόνια! Θα ανακαλέσω, επιλεκτικά, την αποσυγκρότηση του ρόλου στη «Μηχανή Άμλετ» («Die Hamletmaschine») του Χάινερ Μύλλερ, τον αξεπέραστο ρωσικό «Άμλετ» του Κοζίντσεφ με τον Ιννοκέντι Σμοκτουνόβσκι, τον David Warner στην παραγωγή του Πήτερ Χωλ, τον γοητευτικό Άμλετ του Λώρενς Ολίβιε, τον αιματώδη Άμλετ του Κένεθ Μπράνα, αλλά και τον «κλωβό» όπου άφησε εποχή, περίκλειστος, ο Μηνάς Χατζησάββας/Άμλετ του Γιώργου Μιχαηλίδη, το υπέρτατο δράμα αυτοακύρωσης του Άμλετ από τον Χουβαρδά, τη συνεχή λεκτική διάκριση λόγου και πράξης του Άμλετ στη σκηνοθεσία του Έκτορα Λυγίζου, τον Αναστάση Ροϊλό στη σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη, τον εύθραυστο Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο/Άμλετ της Κατερίνας Ευαγγελάτου – και ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Προκλητικού ενδιαφέροντος είναι οι παραστάσεις που αιωρούνται ανάμεσα στη θεατρικότητα και την αποδραματοποίηση (το «να παίζεις» και «να μην παίζεις» ταυτόχρονα): ταυτόχρονα, όμως, συνιστούν δύσκολο εγχείρημα, που κατά την άποψή μου δεν το πέτυχε ο Αιμίλιος Χειλάκης. Και αυτό, γιατί από την ερμηνεία του απουσίαζε η σιωπή – που δηλώνει τη χειραφέτηση από τον τρέχοντα Λόγο και την τετριμμένη ανθρώπινη Ενέργεια, στα δεσμά των οποίων παραμένουν προσηλωμένοι ο Κλαύδιος, ο Λαέρτης, η Οφηλία, ο Πολώνιος, η Γερτρούδη, ο Ρόζενγκραντζ και ο Γκίλντενστερν, ακόμη και ο Φορτενμπράς.
Έτσι εκπονήθηκε ένα ενδιαφέρον κείμενο που «μπαίνει» και «βγαίνει» από τη σκηνική δράση, χωρίς όμως να αναδεικνύει την πολυσημία του σπουδαίου αυτού ρόλου.
Το ζήτημα της υποταγής στην πατρική επιταγή που συγκρούεται με την κοσμική εξουσία του δολοφόνου, αιμομίκτη θείου κινεί τη δράση και εξελίσσεται σε δολοφονική ξιφασκία κι επιστράτευση δηλητηρίων. Σπουδαίοι άρχοντες και εκμισθούμενοι δολοφόνοι κινούν έναν θηριώδη μηχανισμό προδοσίας και εξαχρείωσης. Απέναντι σ’ αυτόν τον μηχανισμό, ο Άμλετ στέκει αμήχανος. Ζητά από τον Οράτιο να περιγράψει τις αιματηρές σκηνές στον Φόρντενμπρας σαν ένα αφηγηματικό intermezzo που δεν έχει την παραμικρή σημασία – και, ορμώμενη από τη λεκτική τιράντα του Οράτιου, η παράσταση θέτει εκ νέου το κλασικό ερώτημα «Να ζεις; Να μη ζεις;». Στη μετάφραση του Χειμωνά αυτό ερμηνεύεται είτε ως: «Να μιλάς ή να σιωπάς;», είτε ως: «Να αντέχεις τη ζωή ή να μην την αντέχεις;», ενώ στην ερμηνεία του Χειλάκη πήρε τη διάσταση του «Να μιλάς μόνον ή να ενεργείς;» Έτσι εκπονήθηκε ένα ενδιαφέρον κείμενο που «μπαίνει» και «βγαίνει» από τη σκηνική δράση, χωρίς όμως να αναδεικνύει την πολυσημία του σπουδαίου αυτού ρόλου.
Η εγγενής δυσθυμία του Άμλετ
Ο Άμλετ εισάγεται ως νεκρός ήδη από την αρχή της εμφάνισής του στο έργο, λόγω της προσκόλλησής του στο βίωμα του πένθους. Σε κάθε σκηνοθεσία γίνεται και διαφορετική διαχείριση αυτής της ιδιότυπης ετερότητας/αλλοτριότητας του Άμλετ. Το αρχέτυπο του Άμλετ είναι αλλότριο, είναι η σκιά της σκιάς του, είναι η οπτική γωνία του παρατηρητή της εγκόσμιας ευτυχίας, της κατάρρευσης ενός ολόκληρου κόσμου και η αδράνεια ως επιλογή. Κατά την άποψή μου, ο Σαίξπηρ είχε ήδη εντάξει το ευφυολόγημα, το ύφος προσωπικής εκμυστήρευσης, την υπεροψία, την κατάνυξη, τη φιλοσοφική ενατένιση και την ηθική ακεραιότητα στα δομικά γνωρίσματα της persona του Άμλετ, με αποτέλεσμα κάθε σκηνοθετική παρέμβαση να προσκρούει στις προθέσεις του μεγάλου δημιουργού. Για μιαν ακόμη φορά, είδα εδώ μια προσέγγιση που μετέθετε την έμφαση στο ποιος στήνει το σκηνικό του Άμλετ, στο ποιος αποφασίζει πώς θα στηθούν τα υλικά του θεάτρου ώστε να αναδειχθεί η ίδια του η θνησιγένεια. Το κείμενο των Χειλάκη/Δούνια καταργεί, από την ίδια του την εστίαση, την υπαρξιακή διάσταση της αμλετικής «αμηχανίας», αυτήν την αδιαφάνεια που χαρακτηρίζει τον αγέλαστο Πρίγκιπα.

Κάποια μετακινούμενα θολωμένα τζάμια συνθέτουν μια μεταθεατρική Ελσινόρη, μαζί με έναν ανοιχτό φωτισμένο τάφο όπου το ένδυμα του νεκρού βασιλιά ανεμίζει ως διαφανής μουσαμάς/πανοπλία, μια μαριονέτα γελωτοποιού (fool), μάσκες και κραγιόν, στη διασκευή που έχει κάνει ο Χειλάκης μαζί με τον Μανώλη Δούνια: κυρίαρχη η μοναξιά μιας νεαρής ύπαρξης πάνω στη σκηνή. Η μουσική συνοδεία του Δημήτρη Καμαρωτού, οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου και η ποικίλη κινησιολογία της Φαίδρας Νταϊόγλου συμπληρώνουν τη δραματουργία, επιτρέποντας στη φαντασία του θεατή να συμπληρώσει τα ερμηνευτικά κενά. Το «σπασμένο» κόκκινο του κοστουμιού που φιλοτέχνησε η Αλεξία Θεοδωράκη μετά βίας διασώζει την ανάμνηση του χυμένου αίματος. Και ο Άμλετ του Χειλάκη μπορεί να είναι ενδιαφέρων ως θεατρικό πρόσωπο και να προσφέρεται για ερμηνευτικά crescendi, όμως η παρότρυνση σε δράση που εισηγείται (καθόλα αξιέπαινη ως πολιτική πρόταση) πόρρω απέχει της σαιξπηρικής μελαγχολίας.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Συντελεστές
Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία -Διασκευή: Μανώλης Δούνιας – Αιμίλιος Χειλάκης
Πρωτότυπη Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός
Σκηνικά – Κοστούμια: Αλεξία Θεοδωράκη
Επιμέλεια Κίνησης: Φαίδρα Νταϊόγλου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Φωτογραφίες: Άρης Καμαρωτός
Φωτογραφία αφίσας: Γιάννης Βασταρδής
Γραφιστικά : Μαρία Παναγιωτονάκου
Υπεύθυνη Δημοσίων σχέσεων: Αναστασία Καμβύση
Υπεύθυνη Επικοινωνίας Β.Ελλάδας: Ρίτα Σίσσιου
Υπεύθυνη περιοδείας: Μαρία Κουλούρη





















