
Για το δοκίμιο της Φρανσουάζ Βερζές (Françoise Vergès) «Μια φεμινιστική θεωρία της βίας – Για μια αντιρατσιστική πολιτική της προστασίας» (μτφρ. Αριάδνη Μοσχονά, εκδ. Εκτός Γραμμής).
Γράφει η Φανή Χατζή
Πολύ συχνά αναδύεται από τον δημόσιο λόγο αλλά και τη λογοτεχνία μια εικόνα της έμφυλης βίας που διακρίνεται σε διττούς ρόλους (άνδρας-θύτης, γυναίκα-θύμα). Ταυτόχρονα, υπάρχει η τάση, έκφανση του οριενταλισμού ή και μορφή του, να χρησιμοποιείται η έμφυλη βία που παρατηρείται σε καθεστώτα ανελευθερίας της Mέσης Ανατολής ως άλλοθι για μια άκρως ρατσιστική ρητορική που εμφανίζει καταπιεσμένες της γυναίκες του παγκόσμιου Νότου και χειραφετημένη τη Δυτική γυναίκα. Αυτός ο «λευκός φεμινισμός» αίρει το δυτικό υποκείμενο στη θέση του λευκού σωτήρα, ενοχοποιεί τον μη λευκό άνδρα και θυματοποιεί τις μη λευκές γυναίκες. Μια τέτοια ανάλυση παραγνωρίζει, βέβαια, τις παγκόσμιες δυνάμεις που επενεργούν ώστε εκατομμύρια γυναίκες να βρίσκονται στον κυκεώνα της έμφυλης, ταξικής και αποικιακής βίας.
Η πολιτική επιστήμονας, ιστορικός και θεωρητικός της μετα-αποικιοκρατίας Φρανσουάζ Βερζές έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της καριέρας της στην αποδόμηση του λευκού και ιμπεριαλιστικού φεμινισμού, προκειμένου να αναδειχτεί Ένας φεμινισμός της απο-αποικιοποίησης, όπως τιτλοφορείται το πρώτο της δοκίμιο που μεταφράστηκε στα ελληνικά (μτφρ. Γιώργος Προδρόμου, εκδ. Τοποβόρος). Για τη Γαλλίδα διανοήτρια, ο καπιταλισμός, η πατριαρχία και ο ρατσισμός είναι χωνευτήρια της βίας και ένας φεμινιστικός αγώνας πρέπει να είναι ταυτόχρονα αποαποικιακός και αντιρατσιστικός. Στο Μια φεμινιστική θεωρία της βίας – Για μια αντιρατσιστική πολιτική της προστασίας, το πιο πρόσφατο πόνημά της, η Βερζές, προσανατολισμένη στη φτωχή και φυλετικοποιημένη γυναίκα και την ανάδειξή της ως ιστορικού υποκειμένου, ανασκευάζει την αντίληψή μας γι’ αυτό που αποκαλούμε «έμφυλη βία» και έχουμε στο μυαλό μας σαν μια μονοδιάστατη σχέση θύτη-θύματος. Αντιθέτως, χαρτογραφεί τη βία σαν ένα πλέγμα καθεστώτων που διαπλέκονται και αλληλεπιδρούν, με ιστορικές ρίζες και ποικίλες μορφές.
Η αφορμή συγγραφής του βιβλίου
Η συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου βρήκε τη Βερζές στην περίοδο της πανδημίας, όπου τα αυξημένα περιστατικά βίας (έμφυλης, φυλετικής, αστυνομικής) οδήγησαν σε αυξημένες κινητοποιήσεις για περαιτέρω κρατική προστασία. Ολοένα και περισσότερες φεμινιστικές συλλογικότητες αλλά και άτομα ζητούσαν την αύξηση της ποινικοποίησης της έμφυλης βίας και προσέφευγαν στο κράτος και την αστυνομία ως προστατευτικούς θεσμούς. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, λόγω του αυξημένου αριθμού γυναικοκτονιών άνοιξε μεγάλη συζήτηση για το ενδεχόμενο αλλαγής του ποινικού κώδικα, της αυτόνομης τυποποίησης του εγκλήματος της γυναικοκτονίας, της αμεσότερης δράσης της αστυνομίας. Στην πράξη, βέβαια, η θεσμική προστασία κρίθηκε επανειλημμένα ελλιπής. Για παράδειγμα, η υλοποίηση του «panic button» ήταν αναποτελεσματική και, σε άλλη περίπτωση, η ελληνική αστυνομία απέτυχε να παρέμβει σε περιστατικό γυναικοκτονίας ακριβώς έξω από αστυνομικό τμήμα όπου το θύμα είχε καταφύγει για να καταγγείλει τον θύτη του.
Η Βερζές ξεκινά λοιπόν την ανάλυσή της με σκοπό να εξιχνιάσει ένα οξύμωρο φαινόμενο που διαπίστωσε ότι παρατηρείται παγκοσμίως. Πώς γίνεται, διερωτάται, ενώ τα κράτη διακηρύσσουν ότι προστατεύουν τις θηλυκότητες και ότι ισχυροποιούν τα μέτρα και τους νόμους περί έμφυλης βίας, στην ουσία να διαιωνίζουν τα ίδια τη βία και ταυτόχρονα να εντείνουν την επισφάλεια των φτωχών και φυλετικοποιημένων γυναικών; Πρόκειται για ένα προβοκατόρικο ερώτημα, καθώς, όπως επισημαίνει η θεωρητικός από την αρχή κιόλας της συλλογιστικής της πορείας, δεν πρόκειται για κάποιο παράδοξο, αλλά για μια ψευδαίσθηση. Στην πραγματικότητα, το ίδιο το κράτος είναι υποκινητής της βίας, καθώς δημιουργεί τεράστιες ανισότητες και προκρίνει ένα θεσμικό σύστημα προστασίας που διαχωρίζει ανάμεσα σε σώματα άξια και ανάξια προστασίας, αποκλείοντας τα σώματα των μη λευκών και μη προνομιούχων γυναικών.
Βία, κεφάλαιο και αποκλεισμός από την προστασία
Στο πρώτο μέρος, «Νεοφιλελεύθερη βία», η Γαλλίδα συγγραφέας καταδεικνύει τους άρρηκτους δεσμούς της έμφυλης βίας με το κεφάλαιο και τον νεοφιλελευθερισμό σαν ύστερο στάδιο του καπιταλισμού, τονίζοντας τις καταστροφικές συνέπειες του εξορυκτισμού στις φυλετικοποιημένες γυναίκες και τους αυτόχθονες του παγκόσμιου Νότου. Κάνει λόγο για την ανάπτυξη της βιομηχανίας παροχής υπηρεσιών και φροντίδας που απασχολούν κατά κόρον υπαμειβόμενες γυναίκες, για βιομηχανίες τουρισμού ή εστίασης που εγκολπώνουν συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης και, γενικότερα, ένα σύστημα που προωθεί την εμπορευματοποίηση των σωμάτων και υιοθετεί πολιτικές δολοφονίας και αφανισμού. Ισχυρίζεται, με λίγα λόγια, ότι το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα γίνεται το καλούπι για την έμφυλη βία, παράγοντας συνθήκες μεγάλης ευαλωτότητας και εν συνεχεία συγκαλύπτει τους μηχανισμούς που παρήγαγαν την επισφάλεια.
Ήδη από το τέλος του πρώτου κεφαλαίου, η Βερζές αρχίζει να ξεσκεπάζει το ζήτημα της φυλετικοποίησης της προστασίας που χαρακτηρίζει τα σύγχρονα κράτη, δηλαδή τη λογική περιχαράκωσης συγκεκριμένων λευκών εύρωστων αποδοτικών σωμάτων και αποκλεισμού των φυλετικοποιημένων σωμάτων. Τα μη λευκά αναλώσιμα σώματα μένουν εκτός του πέπλου προστασίας, έκθετα και «θυσιάσιμα», επιρρεπή στη θέση του αποδιοπομπαίου τράγου. Χαρακτηριστικό είναι ένα από τα τρία παραδείγματα διαχωρισμού των σωμάτων σε άξια και ανάξια προστασίας που αναφέρει η Βερζές σχετικά με τα πανεπιστήμια-θύλακες των ΗΠΑ. Πρόκειται για πανεπιστημιουπόλεις που διαφημίζουν περίτρανα την ασφάλειά τους, και πράγματι αποκόβουν το εσωτερικό τους από τη βία που «κλειδώνεται» απέξω, ενώ παράλληλα εντός του campus πολλές θηλυκότητές, μαύρες, κουίρ, προσφύγισσες βιώνουν κακοποιήσεις πολλών μορφών.
Οι ρίζες της έμφυλης βίας στην αποικιοκρατία και ο απο-αποικιοκρατικός αγώνας
Αυτός ο φυλετικοποιημένος χαρακτήρας των πολιτικών προστασίας έχει τις ρίζες του στην αποικιοκρατία. Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Η εκπολιτιστική προσέγγιση της προστασίας των γυναικών», η Βερζές σκιαγραφεί αυτή τη γενεαλογία εκδηλώσεων αλλά και ρητορικής μίσους προς τα μη λευκά υποκείμενα που φτάνει μέχρι την εποχή της δουλείας. Για τη Βερζές η αποικιοκρατία δεν είναι ένα αντικείμενο για τα μουσεία και τα βιβλία ιστορίας, αλλά μια δομή εξουσίας που έχει εμποτίσει κάθε έκφανση των σύγχρονων δυτικών κρατών, όπως η Αγγλία και η Γαλλία, και μεταξύ άλλων έχει διαμορφώσει ιστορικά και τις πολιτικές προστασίας.
Απότοκα της αποικιοκρατίας είναι η δυτική τακτική του «εκπολιτιστικού φεμινισμού» και του φεμινοϊμπεραλισμού ως θεσμικές μορφές βίας που αφενός οδηγούν σε σίγαση των θηλυκών υποκειμένων του παγκόσμιου Νότου και ανάδειξη του φυλετικοποιημένου άνδρα ως μια διαρκή απειλή, ενώ αναδεικνύουν τα δυτικά κράτη και τους ηγέτες τους ως τους λευκούς σωτήρες. Άλλα τέκνα της αποικιοκρατίας που επιβιώνουν σήμερα ως κρατικές ή διεθνικές μορφές έμφυλης βίας είναι η απαγόρευση δημιουργίας κοινοτήτων, η στέρηση της παιδικής ηλικίας και ο εξαναγκασμός σε αντισύλληψη στον οποίο υπόκεινται οι γυναίκες του Νότου.
Το αδιέξοδο του τιμωρητικού φεμινισμού
«Ποια θα μπορούσε να είναι η απάντηση σε αυτή τη δομικά ενορχηστρωμένη και ιστορικά ριζωμένη βία;» φαίνεται να διερωτάται στα δύο τελευταία μέρη του βιβλίου η Βερζές, απαντώντας με αρνητικό τρόπο στο τρίτο μέρος και με καταφατικό στο τέταρτο. Όπως υποδεικνύει ο τίτλος του τρίτου κεφαλαίου, «Το αδιέξοδο του τιμωρητικού φεμινισμού», η απάντηση σίγουρα δεν βρίσκεται σε έναν φεμινισμό που ζητά πιο αυστηρές ποινές, μεγαλύτερο έλεγχο και επιτήρηση, με λίγα λόγια διεύρυνση του κρατικού οπλοστασίου και διατήρηση του θεσμού της φυλακής που αναπαράγει την περιθωριοποίηση, κακοποίηση και αορατότητα των μη λευκών, τρανς, φτωχών γυναικών. Η αυστηροποίηση των ποινών και η ισχυροποίηση των κατασταλτικών οργάνων παραχωρεί περισσότερη δύναμη στο σύγχρονο Δυτικό κράτος, που ενσωματώνει έναν εκπολιτισμένο φεμινισμό και διακρίνει σε εύρωστα και «αδύναμα» σώματα, διαιωνίζοντας τις ανισότητες.
Στέκεται με κατανόηση απέναντι στην αυθόρμητη οργή και στην αντίδραση που όλες έχουμε επιδείξει κατά καιρούς απέναντι στη βία, αλλά για τη Βερζές η επιβολή του θανάτου και η τρομοκρατία δεν πρόκειται να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά την έμφυλη βία.
Μπορεί ο τιμωρητικός φεμινισμός να συμπλέει για τη Βερζές με τον εκπολιτιστικό οικουμενοποιητικό φεμινισμό που ορά μια οριζόντια αντίληψη της γυναικείας εμπειρίας και είναι συνεργός του καπιταλισμού και της πατριαρχίας, όμως η λύση γι’ αυτήν δεν βρίσκεται ούτε στην τιμωρία, τη διαπόμπευση, τον ευνουχισμό και άλλες εκδικητικές πράξεις κατά των ανδρών. Στέκεται με κατανόηση απέναντι στην αυθόρμητη οργή και στην αντίδραση που όλες έχουμε επιδείξει κατά καιρούς απέναντι στη βία, αλλά για τη Βερζές η επιβολή του θανάτου και η τρομοκρατία δεν πρόκειται να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά την έμφυλη βία. Όπως σημειώνει και η Όντρι Λορντ, «τα εργαλεία του αφέντη δεν πρόκειται να διαλύσουν το σπίτι του αφέντη».
Προς μια κοινοτική αποαποικιακή προστασία
Η άποψη της Βερζές ότι η κρατική πατριαρχική προστασία αποτυγχάνει να προστατεύσει όλα τα υποκείμενα, δεν σημαίνει ότι η συγγραφέας απορρίπτει συνολικά την έννοια της προστασίας ή την ιδέα ότι πολλά άτομα (ανήλικα, υπερήλικα, προσφύγγισες) χρήζουν προστασίας. Αντιθέτως, στον αντίποδα του κρατικού συστήματος προστασίας προτείνει ένα κοινοτικό σύστημα, με τις αρχές της αλληλεγγύης και της ειρηνικής συνύπαρξης στον πυρήνα του. Η προτεινόμενη απάντηση στη συστημική βία έρχεται, λοιπόν, στο τέταρτο πλέον κεφάλαιο και εντοπίζεται στην «οργανωμένη αυτοάμυνα», στη διεκδίκηση του «δικαιώματος στην ανάπαυση και την ειρηνική ζωή» και στις πολιτικές συμμαχίες. Στον αντίποδα της καταστολής και της ένοπλης βίας, η Βερζές προτάσσει την υπεράσπιση της ζωής, τη συνύπαρξη σε μια μεταβίαιη κοινωνία, που δεν φυσικοποιεί τη βία, που προστατεύει χωρίς να θυματοποιεί τους πιο ευάλωτους.
Οι απαντήσεις, πάντως, θα μπορούσαν να αναζητηθούν στον φεμινισμό της κατάργησης
Σε αυτό το σκέλος εντοπίζεται και η μοναδική ίσως αδυναμία της συλλογιστικής πορείας της Βερζές. Ενώ αποδομεί την κρατική πολιτική προστασία εμπεριστατωμένα, η έννοια της κοινοτικής αντιρατσιστικής πολιτικής της προστασίας ιχνογραφείται πιο συνοπτικά και δεν έρχεται στο φως ως μια ρεαλιστική εναλλακτική. Μπορεί, για παράδειγμα, η αστυνομία να μην προστατεύει επαρκώς τις επιβιώσασες σωματικής ή σεξουαλικής βίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μια κοινοτική ομάδα θα ήταν πιο αποτελεσματική. Η Βερζές τραβά το πέπλο της ρητορικής της προστασίας για να υποδείξει όλα τα υποκείμενα που στην ουσία παραμένουν αποκλεισμένα από την προστασία του κράτους, αλλά η ίδια εμμένει στην κριτική του σωφρονιστικού φεμινισμού παρά στην ανάδειξη ενός εναλλακτικού συστήματος. Οι απαντήσεις, πάντως, θα μπορούσαν να αναζητηθούν στον φεμινισμό της κατάργησης, στη σκέψη της Έλσα Ντορλάν (Αυτοάμυνα – Μια φιλοσοφία της βίας) ή της Άντζελα Ντέιβις (Abolition feminism now), θεωρητικούς με τις οποίες συνομιλεί ευθέως η συγγραφέας και στις οποίες παραπέμπει και η ίδια για τη συνέχιση της σκέψης της.
Φεμινιστική θεωρία της βίας
Η ανάλυση της Βερζές είναι αντικαπιταλιστική και μεταποικιακή και ο φεμινισμός που πρεσβεύει είναι διαθεματικός και διεθνικός. Οι αναφορές της εμφανίζουν μεγάλη διεπιστημονικότητα, εκτείνονται σε ένα φάσμα που περιλαμβάνει επιστημόνισσες του φύλου, της ψυχολογίας, της θεωρίας της νεκροπολιτικής, του φεμινισμού της κατάργησης, του καλλιτεχνικού χώρου, ενώ αντλεί πολλά παραδείγματα από τον ακτιβιστικό χώρο, τον «δρόμο» και τα διεθνή κινήματα. Εκκινεί από το τοπικό, από τη γαλλική επικαιρότητα, αλλά επεκτείνεται στο υπερεθνικό, αφού οι δυνάμεις κατά των οποίων βάλει είναι οικουμενικές. Δεν φοβάται, ακόμη, να διαφοροποιήσει τη θέση της από αυτή των πιο σύγχρονων φωνών της φεμινιστικής θεωρίας ή να συνταχθεί πλήρως με άλλες.
Η Γαλλίδα θεωρητικός διατείνεται, τελικά, ότι δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για φεμινιστικούς αγώνες επιδεικνύοντας «αμνησία ως προς τους αντιαποικιακούς και αντιρατσιστικούς αγώνες».
Συνολικά, η φεμινιστική θεωρία της βίας που σκιαγραφεί η Βερζές δεν βλέπει την έμφυλη βία σαν συνθήκη που εξαντλείται στα δίπολα «άνδρας-γυναίκα» και «θύτης-θύμα», αλλά σαν εκδήλωση ενός παγκόσμιου δομικού φαινομένου. Η φεμινιστική θεώρηση της βίας έχει στραμμένο το βλέμμα στα προσφυγικά στρατόπεδα, τους μαζικούς βιασμούς σε εμπόλεμες ζώνες, την εμπορευματοποίηση των σωμάτων, το τράφικινγκ, τη σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής σε πολλούς πληθυσμούς λόγω της υπερπαγκοσμιοποίησης και της εξορυκτικής λογικής, τη φτωχοποίηση των αφρικανικών κρατών, την κλιματική καταστροφή, την ομαδοποίηση και εξάλειψη των διαφορών κάτω από την ταμπέλα του φύλου, την από-παιδοποίηση, την εχθρική προς τις φυλετικοποιιημένες γυναίκες αρχιτεκτονική των πόλεων, το απαρτχάιντ στην Παλαιστίνη, την ισλαμοφοβία, τον πόλεμο, την πολιτική της εξασθένησης.
Με άλλα λόγια, η φεμινιστική θεωρία της βίας δεν απομονώνει τη βία κατά των γυναικών, αλλά βλέπει ένα «παγκόσμιο καθεστώς βίας» (σελ. 15), ή ένα «παγκόσμιο πλαίσιο φυσικοποίησης της βίας» (σελ. 29), δηλαδή μηχανισμούς και δομές που γεννούν τη βία, θεσπίζουν ανισότητες και παράγουν την ευαλωτότητα. Η Γαλλίδα θεωρητικός διατείνεται, τελικά, ότι δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για φεμινιστικούς αγώνες επιδεικνύοντας «αμνησία ως προς τους αντιαποικιακούς και αντιρατσιστικούς αγώνες». Όταν μπορέσουμε να δούμε τη βία ως δομική και συστημική, θα μπορέσουμε να οραματιστούμε μια αποκρατικοποιημένη, αντιρατσιστική και αποαποικιακή πολιτική της προστασίας και έναν αποαποικιακό διαθεματικό φεμινισμό.
* Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και μεταφράστρια, απόφοιτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Αγγλικών και Αμερικανικών Σπουδών.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Φρανσουάζ Βερζές (23 Ιανουαρίου 1952) είναι Γαλλίδα συγγραφέας, πολιτική επιστήμονας, ιστορικός, παραγωγός ταινιών, ακτιβίστρια και εκπαιδευτικός. Το έργο της επικεντρώνεται στις μετα-αποικιακές σπουδές και τον απο-αποικιακό φεμινισμό.
























