
Για το βιβλίο της Σοσάνα Ζούμποφ (Shoshana Zuboff) «Η εποχή του κατασκοπευτικού καπιταλισμού – Ο αγώνας για ένα ανθρώπινο μέλλον στο μεταίχμιο της Νέας Εξουσίας» (μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδ. Καστανιώτη).
Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης
«Η Google εφηύρε και τελειοποίησε τον κατασκοπευτικό καπιταλισμό εν πολλοίς με τον ίδιο τρόπο που πριν ένα αιώνα η General Motors εφηύρε και τελειοποίησε τον διευθυντικό καπιταλισμό» (σ. 21). Έτσι ξεκινά το βιβλίο Η εποχή του κατασκοπευτικού καπιταλισμού που, από τότε που εκδόθηκε, το 2019, ανησύχησε τόσο πολύ τους προβληματιζόμενους με την εξέλιξη των τεχνολογιών πολίτες και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός κινήματος αμφισβήτησης των πέντε μεγάλων εταιρειών στο χώρο της πληροφορικής: Google, Facebook, Apple, Amazon, Microsoft.
Έκτοτε, αυτό που η ίδια η συγγραφέας ονόμασε «κατασκοπευτικό καπιταλισμό» βρίσκεται σταθερά στη συζήτηση για τον ρόλο των νέων τεχνολογιών στην αλλαγή των τρόπων ζωής μας. Αυτός ο καπιταλισμός εγείρει πρωτοφανείς αξιώσεις στον σύγχρονο άνθρωπο, οι οποίες και γίνονται ασμένως ή λιγότερο ασμένως δεκτές από αυτόν. Η πανεπιστήμονας (ψυχολόγος, κοινωνιολόγος, αναλύτρια δεδομένων, πολιτειολόγος, οικονομολόγος και πολλά άλλα), ομότιμη καθηγήτρια του Χάρβαρντ Σοσάνα Ζούμποφ εξετάζει την ιστορία γέννησης, καθιέρωσης και επικράτησης ενός άγνωστου μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα εμπορικού μοντέλου, το οποίο εμφανίζεται ως μια παροχή ψηφιακών υπηρεσιών χωρίς ανταλλάγματα. Κι όμως, το αντάλλαγμα είναι η ίδια η ανθρώπινη υπόσταση, η ίδια η ανθρώπινη φύση, η οποία οικειοθελώς παραδόθηκε σ’ αυτό το πρωτόγνωρο εμπορικό μοντέλο. «Η άτεγκτη βούληση για αναγωγή και οικονομική αξιοποίηση της ζωής σου κρύβεται πίσω από το πέπλο της «εξυπηρέτησης» και εξωραΐζεται από τον ειδυλλιακό λόγο της «εξατομίκευσης» (σ. 344).
Η συγγραφέας υποστηρίζει πως αυτό που αλλάζει με αυτό το μοντέλο είναι πως τα μέσα παραγωγής μετατρέπονται σ’ ένα όλο και πιο περίπλοκο και ολοκληρωμένο σύνολο «μέσων συμπεριφορικής τροποποίησης». Οι άνθρωποι στον κατασκοπευτικό καπιταλισμό δεν εργάζονται με μέσα παραγωγής που δεν κατέχουν αυτοί, αλλά γίνονται οι ίδιοι μέσα παραγωγής ή «φυσικοί πόροι» στα χέρια των επιχειρηματιών κατόχων των νέων τεχνολογιών. Δεν πρόκειται για ακόμη έναν καπιταλισμό σαν αυτούς που έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα, αλλά για μια απόλυτη ανατροπή όλων όσων γνωρίζαμε για τον καπιταλισμό. Και επειδή αυτός ο καπιταλισμός είναι πρωτόγνωρος, είναι δύσκολο και να περιγραφεί και να ανατραπεί.
Η τεχνολογία, όπως έχει καταδείξει ο Βέμπερ, αλλά και ο Μαρξ πριν από αυτόν, είναι πάντα μέσο επίτευξης οικονομικών στόχων, όχι αυτοσκοπός. Αυτό που γίνεται, όμως, σήμερα με αυτήν ξεπερνά κάθε παλαιοκαπιταλιστική λογική.
Οι άνθρωποι μετατρέπονται όχι απλά σε όργανα των μέσων παραγωγής, αλλά σε πηγή των πλεονασμάτων του καπιταλισμού. Και τι συνθέτουν αυτά τα πλεονάσματα; Μα τα δεδομένα της συμπεριφοράς μας, τα οποία δήθεν μας παρέχουν δωρεάν οι παραπάνω πέντε εταιρείες με μοναδικό αντάλλαγμα να γίνουμε το πειραματόζωο ενός μεγάλου πειράματος. Του πειράματος που σχετίζεται όχι απλά με την απώλεια της αυτοτέλειάς μας ως ανθρώπινου είδους, αλλά και μας μετατρέπει σε αντικείμενο μιας τεχνολογικά προηγμένης εξόρυξης πρώτων υλών για λογαριασμό αυτού που η Ζούμποφ αποκαλεί ο «Μεγάλος Αλλότριος», ο οποίος είναι όλα τα μέσα στα οποία παραδίδουμε, εκόντες άκοντες, όχι απλά τα δεδομένα μας, αλλά τη ζωή μας. Την παραδίδουμε σε μια εργαλειοθηρική εξουσία που είναι πολύ χειρότερη απ’ αυτή των ολοκληρωτισμών του 20ού αιώνα. Ο κατασκοπευτικός καπιταλισμός έχει να κάνει με μια φιλοσοφία που διαπερνά εγκάρσια τη χρήση των τεχνολογιών για να μετασχηματίσει προς το χειρότερο την ανθρώπινη βούληση και να εκμηδενίσει την ανθρώπινη ελευθερία των επιλογών.
Η τεχνολογία, όπως έχει καταδείξει ο Βέμπερ, αλλά και ο Μαρξ πριν από αυτόν, είναι πάντα μέσο επίτευξης οικονομικών στόχων, όχι αυτοσκοπός. Αυτό που γίνεται, όμως, σήμερα με αυτήν ξεπερνά κάθε παλαιοκαπιταλιστική λογική. Σήμερα, αυτή η τεχνολογία σκοπεύει να εξορύσσει συμπεριφορές. «Η ανακάλυψη του συμπεριφορικού πλεονάσματος σηματοδότησε ένα κρίσιμο σημείο καμπής όχι μόνο στο ιστορικό της Google, αλλά και στην ιστορία του καπιταλισμού» (σ. 127).
Τα θεμέλια του κατασκοπευτικού καπιταλισμού
Τα θεμέλια αυτού του καπιταλισμού τέθηκαν με την εισβολή της Apple στον κόσμο της μουσικής. Όταν η εταιρεία δημιούργησε τα iPod/iTunes/iPhone, τα κέρδη της εκτοξεύτηκαν χάρη στις πωλήσεις αυτών των προϊόντων. Μια καινοτομία ανάλογη αυτής που ο Φορντ εφάρμοσε με το νέο μοντέλο του της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης. Η Apple αξιοποίησε μια νέα πηγή ζήτησης. Αξιοποίησε τα άτομα που επιζητούσαν μια εξατομικευμένη και όχι μια μαζική κατανάλωση. Η λειτουργία της εταιρείας και των άλλων τεχνολογικών κολοσσών που την ακολούθησαν και την ξεπέρασαν έδινε την υπόσχεση μιας νέας αγοράς πολύ διαφορετικής από τις αγορές που γνωρίζαμε. Μιλάμε τώρα για την ψηφιακή αγορά. Η προοπτική του μύθου της «ζωής όπως τη θέλω εγώ και σε προσιτή για εμένα τιμή» κυριάρχησε παντού: «από τα iPhone έως τις απλουστευτικές ψηφιακές αγορές, από τον τεράστιο διαδικτυακό πλούτο έως τις κατά παραγγελία υπηρεσίες, από τις εκατοντάδες χιλιάδες διαδικτυακές επιχειρήσεις έως τις αναρίθμητες εφαρμογές και συσκευές» (σ. 69).
Και από εκεί έως την Google της παρακράτησης των δεδομένων και το Facebook ως αγέλη ανθρώπων, όπως την αποκαλεί η συγγραφέας, ο δρόμος ήταν πολύ σύντομος. Η αποστολή της Google να συγκεντρώσει την παγκόσμια πληροφορία και να την κάνει προσβάσιμη και ωφέλιμη σ’ όλες και όλους μοιάζει σαν μια σύγχρονη ιεραποστολή. Οι ιθαγενείς είναι οι χρήστες των υπηρεσιών της. Οι σκοποί της είναι ο έλεγχος της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Παρά τις προσπάθειες των ευρωπαϊκών θεσμών, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, να ελέγξουν και να περιορίσουν την αδηφαγία αυτού του κατασκοπευτικού παμφάγου καπιταλισμού, οι τεχνολογικοί κολοσσοί βρίσκουν τον τρόπο να «ξεφεύγουν» και να περιφρονούν τις δημοκρατίες.
Οι δημοκρατικές διαδικασίες είναι αργόσυρτες. Θέλουν χρόνο. Ο κόσμος του διαδικτύου, οι επενδυτές του, οι μεριδιούχοι ούτε είχαν, ούτε έχουν διάθεση να τον διαθέσουν.
Αυτές οι εταιρείες, οι επικεφαλής τους επιχειρηματίες και τα μεγαλοστελέχη τους βιάζονται να εφαρμόσουν κάθε καινοτομία, βλέποντας με εχθρότητα τους δημοκρατικούς θεσμούς. Οι δημοκρατικές διαδικασίες είναι αργόσυρτες. Θέλουν χρόνο. Ο κόσμος του διαδικτύου, οι επενδυτές του, οι μεριδιούχοι ούτε είχαν, ούτε έχουν διάθεση να τον διαθέσουν. Γι’ αυτό και καλύτερα να μην υπάρχουν αυτές οι μακρόχρονες δημοκρατικές διαδικασίες. Και δεν φτάνει αυτό. Ο κυνισμός των υποστηρικτών της ιδέας πως οι δημοκρατίες περιορίζουν την τεχνολογική εξέλιξη είναι εμφανής στο λόγο αυτών των επιχειρηματιών και των στελεχών τους. Τα άφθονα αποσπάσματα από ομιλίες και άρθρα αυτών των επιχειρηματιών και των στελεχών τους που παραθέτει η συγγραφέας δείχνουν τον απύθμενο κυνισμό αυτού του καπιταλισμού. Όσο πρωτοφανή είναι αυτά τα φαινόμενα, τόσο πρωτοφανής είναι και ο κυνισμός των στελεχών τους.
Οι υποστηρικτές του κατασκοπευτικού καπιταλισμού
Αλλά να μην αυταπατώμεθα, όλοι αυτοί έχουν και τους υποστηρικτές τους και στην επιστημονική και στη συγγραφική κοινότητα. Αυτούς που γράφουν τις διακηρύξεις και τα μανιφέστα του κατασκοπευτικού καπιταλισμού. Η Ζούμποφ τούς καταγγέλλει έναν έναν και μία μία. Από τον θεμελιωτή του συμπεριφορισμού, τον ψυχολόγο Μπάρους Φρέντερικ Σκίνερ, έως τον επιστήμονα Άλεξ Πέντλαντ και τα θλιβερά «κοινωνιόμετρά» του, και πολλά άλλα μεγαλοστελέχη των εταιρειών, όπως ο κυνικότερος των κυνικών, ο διευθύνων σύμβουλος της Microsoft Σάτια Μαντέλα, ο διευθύνων σύμβουλος της Google Σάνταρ Πιτσάι και ο Ερικ Σμιντ, που υποστήριζε πως η τεχνολογία είναι έτοιμη να μας πάει «σε μια μαγική εποχή», γιατί λύνει προβλήματα που οι άνθρωποι δεν μπορούν να λύσουν.
Ο αυτόνομος άνθρωπος παραχωρεί τη θέση του στον ετερόνομο, ο Διαφωτισμός στο βαθύ και σκοτεινό διαδίκτυο.
Η ανακάλυψη από την Google του συμπεριφορικού πλεονάσματος είναι το βαθύτερο θεμέλιο του κατασκοπευτικού καπιταλισμού. «Η Google είναι για τον κατασκοπευτικό καπιταλισμό ό,τι ήταν η Ford Motor Company και η General Motors για τον διευθυντικό καπιταλισμό της μαζικής παραγωγής» (σ. 91). Η συγγραφέας αποκαλύπτει τις τεχνολογικές κινήσεις της εταιρείας που οδηγούν στην εξόρυξη των συμπεριφορών μας, αλλά και στις πολιτικές κινήσεις της που οδηγούν σε ποδηγετούμενες και κολοβές δημοκρατίες. Με τον όρο «εξόρυξη» περιγράφονται οι κοινωνικοί συσχετισμοί και η υλική υποδομή με την οποία η εταιρεία αξιώνει την κυριότητα των πρώτων υλών της, των ανθρώπων δηλαδή και των συμπεριφορών τους. Τι τρώω, τι διαβάζω, πού συχνάζω, με ποιους, πού και κυρίως γιατί κάνω όλα αυτά που κάνω. Αυτά είναι τα συμπεριφορικά δεδομένα, που αποσκοπούν στη στοχευμένη διαφήμιση, τα οποία συλλέγουν αυτές ο εταιρείες αρχικά με τη μηχανική νοημοσύνη και τώρα και με την τεχνητή.
Οι χρήστες αυτών των υπηρεσιών δεν είναι προϊόντα, όπως κακώς θεωρούνται: είναι οι πηγές παροχής πρώτης ύλης. Ο αυτόνομος άνθρωπος παραχωρεί τη θέση του στον ετερόνομο, ο Διαφωτισμός στο βαθύ και σκοτεινό διαδίκτυο. Οι «πληροφορίες προφίλ χρήστη» (UPI) επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό της συγγραφέως πως είμαστε πρώτη ύλη και όχι χρήστες. Η αρχική παλιά Google ήταν πιο μετριοπαθής στις απαιτήσεις της, η νέα «περιφρονούσε τις αξιώσεις αυτοκαθορισμού και δεν αναγνώριζε a priori περιορισμούς στο τι θα μπορούσε να βρει και να οικειοποιηθεί» (σ. 115). «Η επανεπένδυση στη βελτίωση των υπηρεσιών της μετατράπηκε σε στρατηγική συσσώρευσης στρατηγικού πλεονάσματος και οι χρήστες έγιναν ακούσιοι προμηθευτές πρώτης ύλης για ένα ευρύτερο κύκλο παραγωγής εσόδων» (σ. 123).
Τελικά, τα προϊόντα της Google είναι οι προβλέψεις για τη συμπεριφορά μας. Είμαστε τα μέσα επίτευξης αλλότριων στόχων και λειτουργούμε ως οι φυσικοί πόροι τους. Για το κατασκοπευτικό κεφάλαιο, είμαστε οι αυτόχθονες πληθυσμοί, οι οποίοι δεν έχουν καμία δυνατότητα και ελευθερία αντίστασης. Αντιθέτως, ένα «παραπέτασμα ελευθερίας» κρύβει όλα αυτά.
Η εργαλειοθηρική εξουσία
Τρία ερωτήματα που αφορούν τον καταμερισμό της μάθησης προκύπτουν εδώ. «Ποιος γνωρίζει»;» Η απάντηση είναι οι μηχανές. «Ποιος αποφασίζει;» Η απάντηση είναι μια μυωπική αγορά και τα επιχειρηματικά της μοντέλα. «Ποιος αποφασίζει για το ποιος αποφασίζει;» Η απάντηση είναι το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο. Υπάρχει δυνατότητα αντίστασης; Ναι, αλλά πριν από την καταγραφή των κινημάτων αντίστασης, χρειάζεται να μιλήσουμε για το τι είναι η εργαλειοθηρική εξουσία. Και αυτή η εξουσία συμπυκνώνεται στο παρακάτω απόσπασμα. «Η ανάλυση προσωπικότητας για εμπορικό όφελος είναι χτισμένη πάνω στο συμπεριφορικό πλεόνασμα – πάνω στα επονομαζόμενα μεταδεδομένα, ή δείκτες μέσου επιπέδου, τελειοποιείται και δοκιμάζεται από ερευνητές και είναι προορισμένη να ματαιώσει τα σχέδια οποιουδήποτε νομίζει πως έχει τον έλεγχο "του όγκου" των προσωπικών πληροφοριών που αποκαλύπτει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης» (σ. 364).
Έχουμε περάσει από την αυτοματοποίηση των ροών πληροφοριών που αφορούν τους εαυτούς μας στην αυτοματοποίηση των ίδιων μας των εαυτών.
Η Ζούμποφ καταθέτει εδώ μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή του ολοκληρωτισμού. Η καταστροφή της κοινωνίας και η ανακατασκευή της επιδιώχθηκαν μέσα από δυο δρόμους. Ο ένας επιδιώχθηκε από τον σταλινισμό στο όνομα της ταξικής σύγκρουσης και ο άλλος από το ναζισμό στο όνομα της φυλετικής καθαρότητας. Φαίνεται πως έχουμε ξεμπερδέψει με αυτά. Ας κρύβουμε λόγια, αλλά μάλλον έτσι είναι. Τι γίνεται όμως με τη νέα εξουσία; Αυτό που εκτοξεύει την αξία του βιβλίου είναι η περιγραφή της εργαλειοθηρικής εξουσίας. Από το 2010 και μετά, το ενδιαφέρον των επιχειρηματιών του κατασκοπευτικού καπιταλισμού έχει μετατοπιστεί από τη γνώση επί της συμπεριφοράς μας στη χρήση των τεχνολογιών για τη διαμόρφωση της συμπεριφοράς μας. Έχουμε περάσει από την αυτοματοποίηση των ροών πληροφοριών που αφορούν τους εαυτούς μας στην αυτοματοποίηση των ίδιων μας των εαυτών. Και ο ιδανικότερος για να το κάνει αυτό είναι το Facebook. Αυτό είναι ο θεμελιώδης εκφραστής της εργαλειοθηρικής εξουσίας. Αυτό «έγινε μια από τις πιο δεσποτικές και απειλητικές πηγές μύχιου προγνωστικού συμπεριφορικού πλεονάσματος» (σ. 360).
Ο Μεγάλος Αλλότριος, ένας διαφορετικός Μεγάλος Αδερφός
Ο κατασκοπευτικός καπιταλισμός είναι εκείνος που κινεί τα νήματα για να επιβάλλει τη βούληση και τα συμφέροντα των επιχειρηματιών που κατέχουν και διευθύνουν τις τεχνολογικές εταιρείες. Μέσο του είναι ο πανταχού παρόν ψηφιακός μηχανισμός. Αυτό τον μηχανισμό η Ζούμποφ αποκαλεί «Μεγάλο Αλλότριο». Χάρη σ’ αυτόν τον Μεγάλο Αλλότριο, η εργαλειοθηρική εξουσία κατορθώνει να αναγάγει την ανθρώπινη εμπειρία σε μετρήσιμη και παρατηρήσιμη συμπεριφορά, ενώ ταυτοχρόνως αδιαφορεί για το περιεχόμενο αυτής της εμπειρίας.
Αυτή η ριζική αδιαφορία του Μεγάλου Αλλότριου για τον χαρακτήρα των σκέψεων και των εμπειριών μας τον διαφοροποιεί από τον Μεγάλο Αδελφό του Τζορτζ Όργουελ, που ήθελε να αποφασίζει για τις σκέψεις και τις εμπειρίες μας. Ο Μεγάλος Αλλότριος δεν ενδιαφέρεται για το τι σκεφτόμαστε, τι αισθανόμαστε, τι κάνουμε. Ενδιαφέρεται να παρατηρεί, να αναγάγει, να πληροφοριοποιεί και να εργαλειοποιεί «τα αχανή κοιτάσματα συμπεριφορικού πλεονάσματος». Αυτό, όμως, δεν κάνει περισσότερο ανεκτική την πίεση που ασκεί πάνω μας ο Μεγάλος Αλλότριος. Αλλά αυτό το «δεν ενδιαφέρεται για το τι σκεφτόμαστε», ας μη το πάρουμε τοις μετρητοίς. Όπως με εξαιρετικό τρόπο δείχνει η συγγραφέας και με το παράδειγμα της Cambridge Analytica, υπάρχουν τρόποι πολιτικής εκμετάλλευσης, όλων όσων πιστεύουμε.
Ελεύθερη βούληση έχουν μόνο οι μηχανές. Οι άνθρωποι πρέπει να μοιάσουν στις μηχανές, όχι το αντίστροφο.
Όπως ήδη έχει αναφερθεί έως εδώ, η εξουσία κάποτε ταυτιζόταν με την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Στην εργαλειοθηρική εποχή, αυτή η εξουσία ταυτίζεται με την ιδιοκτησία των μέσων συμπεριφορικής τροποποίησης που συνθέτει ο Μεγάλος Αλλότριος. Η εργαλειοθηρική εξουσία αντικαθιστά τις κοινωνικές επαφές με μηχανές και οθόνες, με άλλα λόγια αντικαθιστά την κοινωνία και τη δημοκρατική αβεβαιότητα με την εργαλειοθηρικη βεβαιότητα. Αυτή η «βεβαιότητα» βρήκε απρόσμενο υποστηρικτή στην απειλή της τρομοκρατίας που έθεσε τέρμα σε κάθε προσπάθεια ελέγχου της ασυδοσίας του κατασκοπευτικού καπιταλισμού. Έτσι, πλέον οι θεσμοί του δημοκρατικού καπιταλισμού, όπως οι νόμοι, οι κανονισμοί, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, οι κανόνες και οι συμβάσεις της δημοκρατικής διακυβέρνησης, οι περιορισμοί της ασυδοσίας των αγορών, η κοινωνία των πολιτών, η ίδια η πολιτική και η δημοκρατία, θεωρήθηκαν βαρίδια τόσο για τον κατασκοπευτικό καπιταλισμό όσο και για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Μπήκαμε σ’ ένα φαύλο κύκλο, από τον οποίο είναι δύσκολο να βγούμε.
Η ελεύθερη βούληση των μηχανών
Και δεν φτάνουν όλα αυτά. Ζούμε την επιστροφή της ουτοπικής ρητορικής περί μαγικής εποχής. Δεν φτάνει που μας κλέβουν, μας φτύνουν κιόλας στα μούτρα μας. Αναφέρθηκα πιο πάνω στον Άλεξ Πέντλαντ. Αυτός θεωρείται κάτι σαν αρχιερέας της κλειστής κάστας του ιερατείου τεχνολογίας, του Μεγάλου Αλλότριου. Στα «πειράματά» του και τις θεωρητικές επεξεργασίες του βασίζεται η ιδεολογική και πραγματική νομιμοποίηση του κατασκοπευτικού καπιταλισμού. Αυτός και η ομάδα του επινόησαν το «κοινωνιόμετρο», ένα προσαρτώμενο αισθητήρα, ο οποίος συνδυάζει μικρόφωνο, επιταχύμετρο, Bluetooth, λογισμικό ανάλυσης και τεχνικές μηχανικής μάθησης, σχεδιασμένα ώστε να εξορύσσουν και να κατευθύνουν τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Ο Πέντλαντ διέγνωσε ποιο είναι το πρόβλημα και τι πρέπει να διορθωθεί. Το πρόβλημα είναι ο άνθρωπος και αυτός πρέπει να διορθωθεί. Και θα διορθωθεί, αν πάψουμε να μιλάμε για τον αυτόνομο άτομο και την ελεύθερη βούληση.
Ελεύθερη βούληση έχουν μόνο οι μηχανές. Οι άνθρωποι πρέπει να μοιάσουν στις μηχανές, όχι το αντίστροφο. Δυστυχώς, δεν είναι ο μόνος που σκέφτεται έτσι. Δεν είναι μόνος του. Ο κατασκοπευτικός καπιταλισμός και το Ιερατείο του Μεγάλου Αλλότριου έχουν δημιουργήσει ένα σύνολο πνευματικών δορυφόρων που επιδιώκουν ν’ αντικαταστήσουν τις παλιές κοινωνιστικές ουτοπίες με τις τεχνολογικές ουτοπίες, οι οποίες όμως καθόλου δεν είναι εικονικές. Είναι βαθύτατα υπαρκτές και λειτουργούν ως απορροφητήρες της ανθρώπινης ελευθερίας, στο όνομα μάλιστα της ελευθερίας των επιχειρηματιών του κατασκοπευτικού καπιταλισμού.
Μα πώς καταφέρνουν να μένουν ατιμώρητοι;
Αυτό είναι το τελευταίο ερώτημα που θέτει η υπέροχη συγγραφέας. Με αυτούς που μένουν ατιμώρητοι εννοεί τους επιχειρηματίες και το Ιερατείο που έχουν αναστατώσει τις ζωές μας και έχουν απαξιώσει τις δημοκρατίες. «Οι πρεσβευτές του κατασκοπευτικού καπιταλισμού αξιώνουν την ελευθερία να κουμαντάρουν τη γνώση κι έπειτα να χρησιμοποιούν αυτό το πλεονέκτημα της γνώσης προκειμένου να προστατεύσουν και να διευρύνουν την ελευθερία τους» (σ. 657). Βεβαίως και υπάρχει απάντηση σ’ αυτό. Μόνο που αυτή η απάντηση δεν μπορεί να είναι ατομική. «Αποσύρομαι από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Το κακό έχει ήδη γίνει. Βρίσκεται στην επιστροφή μέσω των συνταγματικών αναχωμάτων και των διακηρύξεων των απαράγραπτων δικαιωμάτων στο «δικαίωμα του ασύλου» ή στο «άσυλο του δικαίου» από τα τεχνολογικά παρακολουθήματα.
Το Τείχος του Βερολίνου δεν υπάρχει πιά εδώ και τέσσερεις δεκαετίες. Καιρός είναι να πούμε και ένα «φτάνει πιά» στην τάφρο γύρω από το κάστρο των τεχνολογικών εφαρμογών
Η λογική του «και τι έχω να κρύψω;» δεν αποτελεί απάντηση. Γιατί αν αποδεχθείς πως δεν έχεις να κρύψεις τίποτα, τότε δεν είσαι τίποτα. Χρειάζεται αντίσταση, όχι με τη λογική των νησίδων αυτονομίας από τον κατασκοπευτικό καπιταλισμό, αλλά με τη λογική της ανάδειξης των θεσμών της δημοκρατίας ως ελεγκτικών μηχανισμών. Η απάντηση είναι η κοινωνία των πολιτών να πάψει να λειτουργεί ως χρήστης και ως φυσικός πόρος, αλλά να διεκδικήσει την επιστροφή στην αυτονομία του ανθρώπου του Διαφωτισμού. Ο κατασκοπευτικός καπιταλισμός περιφρονεί ή και αγνοεί τη δημοκρατία: στο χέρι μας είναι να δημιουργήσουμε θεσμούς που θα κάνουν πάλι τη δημοκρατία αξιαγάπητη. Το Τείχος του Βερολίνου δεν υπάρχει πιά εδώ και τέσσερεις δεκαετίες. Καιρός είναι να πούμε και ένα «φτάνει πιά» στην τάφρο γύρω από το κάστρο των τεχνολογικών εφαρμογών, με την οποία ο κατασκοπευτικός καπιταλισμός χωρίζει τους ανθρώπους από την ανθρώπινη φύση τους. Καιρός είναι οι άνθρωποι να επαναδιεκδικήσουν το ανθρώπινο άσυλο.
Για όλους όσοι και όσες σπεύσουν να μιλήσουν για ένα τεχνοφοβικό βιβλίο, πρέπει να κοιτάξουν σοβαρά το κατά πόσο ο κατασκοπευτικός καπιταλισμός έχει αφήσει ακόμη να δουλεύουν τα διανοητικά τους εργαλεία. Όσοι πιστεύουν ακόμη στον άνθρωπο και τον ανθρωπισμό, θα πρέπει να ευχαριστούν θερμά αυτόν τον άνθρωπο που έγραψε αυτό το βιβλίο. Χρειάζεται, βέβαια, να αναφέρουμε και μία μικρή ένσταση. Αν και η συγγραφέας ζητά να αντισταθούμε στον κατασκοπευτικό καπιταλισμό, δεν «μπαίνει στον κόπο» να περιγράψει το πού θα μπορούσαμε να βρούμε τα πολιτικά αντίβαρα σ’ αυτόν. Και μια δεύτερη, ακόμη πιο μικρή. Υπάρχουν πολλές επαναλήψεις που εάν είχαν αποφευχθεί, θα έκαναν πιο άνετη τη μελέτη του βιβλίου.
Άψογη η μετάφραση, πρόκειται περί άθλου του μεταφραστή Γιώργου Μπέτσου. Ένα από τα πληρέστερα Ευρετήρια που έχω δει σε τέτοια μεγάλα βιβλία υπάρχει εδώ. Να μη φοβηθούμε τον όγκο του και να το διαβάσουμε με προσήλωση.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ. Κοινωνιολογίας. Το νέο του βιβλίο «Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; – Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Η κατασκόπευση για εμπορικούς σκοπούς δεν είναι απλώς ένα ατυχές γεγονός ή ένα περιστασιακό παράπτωμα. Δεν είναι η αναπόφευκτη εξέλιξη του καπιταλισμού της πληροφορίας ούτε το αναπόφευκτο προϊόν της ψηφιακής τεχνολογίας ή του διαδικτύου. Είναι μια ανθρώπινη επιλογή υλοποιημένη με ένα σαφή στόχο· είναι μια πρωτόγνωρη μορφή αγοράς, μια πρωτοφανής λύση σε έκτακτες περιστάσεις· είναι ο υποκείμενος μηχανισμός μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η ανέξοδη δημιουργία μιας νέας κλάσης αγαθού πριν αυτό μετατραπεί σε έσοδα. Η κατασκόπευση είναι η οδός προς το κέρδος, η οποία παρακάμπτει «εμάς τους ανθρώπους», αποσπώντας τα δικαιώματά μας στη λήψη αποφάσεων χωρίς να μας ρωτά ή ακόμη και όταν η απάντηση που δίνουμε είναι «όχι» (σ. 127).
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Σοσάνα Ζούμποφ είναι συγγραφέας τριών βιβλίων, καθένα από τα οποία σηματοδότησε το ξεκίνημα μιας νέας εποχής για την τεχνολογική κοινωνία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με το In the Age of the Smart Machine: The future of work and power, προέβλεψε τον τρόπο με τον οποίο οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές θα έφερναν την επανάσταση στον σύγχρονο εργασιακό χώρο.

Στις αρχές του 21ου αιώνα, με το The support economy: Why corporations are failing individuals and the next episode of capitalism, το οποίο συνέγραψε από κοινού με τον James Maxmin, πριν ακόμη κάνουν την εμφάνισή τους το iPod και η Uber, διέβλεψε την άνοδο ενός ψηφιακά κατανεμημένου καπιταλισμού υπηρεσιών προσαρμοσμένων στο άτομο. Μέσω αυτού προειδοποιούσε για τον συλλογικό κίνδυνο που πρόκειται να αντιμετωπίσουμε εάν οι μεγάλες εταιρείες δεν υιοθετήσουν άλλη οπτική για το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα.
Με το έργο της Η εποχή του κατασκοπευτικού καπιταλισμού: Ο αγώνας για ένα ανθρώπινο μέλλον στο μεταίχμιο της νέας εξουσίας, όπου συνδυάζει μοναδικά πολλά χρόνια έρευνας και στοχασμού, μας αποκαλύπτει έναν ολόκληρο κόσμο στον οποίο οι χρήστες της τεχνολογίας παύουν πια να είναι απλώς οι πελάτες και γίνονται η πρώτη ύλη στο πλαίσιο μιας εντελώς καινοφανούς οικονομικής τάξης. H Ζούμποφ είναι ομότιμη καθηγήτρια της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ ενώ έχει διατελέσει και ακαδημαϊκή συνεργάτρια του Berkman Klein Center for Internet and Society της Νομικής Σχολής του Χάρβαρντ.
























