
Για τη συλλογή διηγημάτων του Αχιλλέα ΙΙΙ «Απέξω» (εκδ. Ίκαρος). Εικόνα: Από την ταινία «Ο βασιλιάς της μοναξιάς» (1991).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Ο Μισέλ Φουκώ τούς ονόμαζε «αποκλίνοντες», αυτούς τους οποίους η εξουσία τούς διαχειρίζεται μέσα από μια σειρά θεσμών και μηχανισμών που διαθέτει. Ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν είχε μιλήσει για την έννοια της «γυμνής ζωής», περιγράφοντας ανθρώπους που ζουν στο περιθώριο των πολιτικών δικαιωμάτων, κάτι που συνδέεται έντονα με αστικούς αποκλεισμούς. Ο Λοΐκ Βακάντ έχει αναφερθεί εκτενώς στην γκετοποίηση και την αστική φτώχεια (π.χ. στις ΗΠΑ και τη Γαλλία), δείχνοντας πώς οι πόλεις παράγουν και αναπαράγουν περιθώρια.
Οι «από μέσα», οι τακτοποιημένοι, αυτοί των οποίων η ζωή δεν στερήθηκε τα βασικά και ούτε βρέθηκαν στο χείλος του γκρεμού, δύσκολα θα καταφέρουν να «περπατήσουν με τα παπούτσια» των αναγκεμένων. Εκείνων, δηλαδή, που ο δρόμος, το παγκάκι και η αναγκαστική περιπλάνηση μέσα στην πόλη είναι η μόνη πιθανότητα που τους μένει.
Το περιθώριο
Από τον Βικτόρ Ουγκό έως τον Τζακ Λόντον κι από τον Τζορτζ Όργουελ έως την Τόνι Μόρισον, η λογοτεχνία έστρεψε το βλέμμα της σε αυτούς τους ανθρώπους που κείνται στον πάτο της κοινωνική πυραμίδας. Άλλοτε καταγγέλλοντας, ενίοτε καταγράφοντας και συχνά συμπάσχοντας με αυτούς. Τα 22 διηγήματα που συγκροτούν τους Απέξω του Αχιλλέα ΙΙΙ είναι μια σύνοψη αστικής καθημερινότητας που ξεπερνάει την απλή παρατήρηση (σαν να βλέπεις παράξενα όντα να κινούνται τριγύρω σου) και με «όπλο» το χιούμορ, αλλά και τη μελαγχολική διάθεση, φέρνουν αυτούς τους ανθρώπους στο προσκήνιο.
Ο συγγραφέας αφήνει τους ίδιους τους ανθρώπους του δρόμου να μιλήσουν, να πουν την ιστορία τους, να αφήσουν πάνω μας το αποτύπωμά τους, αυτό για το οποίο πλείστες όσες φορές αδιαφορούμε.
Ωραιοποίηση και εμπλοκή
Δεν υπάρχει ωραιοποίηση ή μια πιθανή συναισθηματική εμπλοκή που θα εξέτρεπε τη λογική που διέπει αυτά τα διηγήματα-θραύσματα. Στις ιστορίες του Αχιλλέα ΙΙΙ οι απέξω ούτε ήρωες είναι, ούτε καταφέρνουν να τα φέρνουν βόλτα με επιδεξιότητα, ούτε και εμφανίζονται ως άγιοι των αστικών δρόμων. Παραμένουν λεροί, δίχως στοργή, φροντίδα ή κάποιο ανθρώπινο χάδι. Είναι άνθρωποι που δεν περιμένουν κάτι καλό να τους συμβεί, μήτε απαντέχουν κάποιο θαύμα να αλλάξει την κατάστασή στην οποία έχουν περιέλθει.
Κι όμως, ενώ όλα αυτά είναι κοινώς γνωστά σε όλους μας, κάτι που ενδεχομένως θα οδηγούσε τις ιστορίες τους στη στενωπό της κοινοτοπίας, ο Αχιλλέας ΙΙΙ πιάνει αδιόρατες κλωστές, τις μετακινεί, τις χρωματίζει, τους δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα και κάπως έτσι, αυτοί οι κλοσάρ αποκτούν μια νέα μορφή δίχως να χάνουν τη σκληρή που η ζωή τους έχει φορέσει.
Όπως σημειώσαμε, το χιούμορ δεν λείπει, ξηλώνοντας εξαρχής τη βαριά συνθήκη, αλλά δεν λείπει ούτε και ο σαρκασμός, που έρχεται αντάμα με μια δυσθυμία που δεν επιθυμεί όμως να καταβάλει ή να κυριεύσει την ιστορία και τον αναγνώστη. Καίτοι από τα διηγήματα περνούν πολλοί χαρακτήρες του δρόμου, και, ίσως, κάποιοι από αυτούς να μας θυμίσουν εκείνους που συναντούμε και εμείς καθημερινά στο διάβα μας, δεν υπάρχει κάποια συγγραφική «υποχρέωση» αντιπροσωπευτικότητας. Όχι, δεν πέφτει σε αυτή την παγίδα ο Αχιλλέας ΙΙΙ.
Οι ήρωες
Θα έλεγε κανείς πως αρκετοί από τους ήρωες των διηγημάτων του είναι φιγούρες παραλλαγμένες, τοποθετημένες με τέτοιο τρόπο μέσα στο συγκείμενο των πλοκών που ξεφεύγουν από το προφανές. Σαν τη λερή ηλικιωμένη που εξαπολύει έναν χείμαρρο από βιτριολικά σχόλια στους ανυποψίαστους διαβάτες, αλλά, όχι, δεν μπορείς να τη χαρακτηρίσεις σαλεμένη. Ή σαν τον Πρόδρομο που γυρνάει όλη την πόλη έχοντας ένα κλουβί που μέσα του φυλακίζει ένα καναρίνι. Ή σαν τους δύο αξεχώριστους συντρόφους εν όπλοις που έχουν μοιραστεί τα πάντα στο δρόμο και αίφνης ανάμεσά τους εισχωρεί μια κοπέλα πλασμένη από κεραμικό και τους διαχωρίζει.
Όλοι αυτοί οι ήρωες, κι όλοι οι υπόλοιποι που παρελαύνουν από το βιβλίο, συνθέτουν την κρυφή ψυχή της πόλης, η οποία δεν υπάρχει μόνο χάρη ή εξαιτίας των φωτεινών της δρόμων, των περίτεχνων κτιρίων της ή των ακριβών αυτοκινήτων που μαρσάρουν επιθετικά στην άσφαλτο.
Ή σαν το ζευγάρι που έχει φτάσει στη μεσηλικιότητα και δίχως αιδώ ξαπλώνει στο δρόμο μετατρέποντάς τον σε συζυγικό δωμάτιο και πέφτει σε έναν μακάριο ύπνο, τον οποίο οι διαβάτες, επειδή δεν μπορούν να κατανοήσουν, το εχθρεύονται. Ή σαν τον Τόνυ, μια από τις πλέον ιδιαίτερες φιγούρες των 22 διηγημάτων του βιβλίου, που φυλακίζει το χαμόγελό του σε ένα φύλλο χαρτί.
Όλοι αυτοί οι ήρωες, κι όλοι οι υπόλοιποι που παρελαύνουν από το βιβλίο, συνθέτουν την κρυφή ψυχή της πόλης, η οποία δεν υπάρχει μόνο χάρη ή εξαιτίας των φωτεινών της δρόμων, των περίτεχνων κτιρίων της ή των ακριβών αυτοκινήτων που μαρσάρουν επιθετικά στην άσφαλτο. Η πόλη κρύβει και αυτές τις ψυχές, τις χαραγμένες από τη μοίρα, που καταφεύγουν στο ύστατο οίκημα που τους μένει, τον δρόμο. Ο Αχιλλέας ΙΙΙ δεν κάνει κοινωνική έρευνα όπως ο Γουίλιαν Βόλμαν στους Φτωχούς ανθρώπους.
Δεν τον ενδιαφέρει να προσεγγίσει το θέμα του πολιτικά, κοινωνιολογικά ή ιδεολογικά, αλλά να το παρουσιάσει από την οπτική γωνία ενός συγγραφέα που ενδιαφέρεται έντονα για τις λοξές ή τις λιγότερο προφανείς εικόνες του κόσμου. Έναυσμά του είναι η παρατήρηση, αλλά στην ουσία το κινούν αίτιο της λογοτεχνίας του Αχιλλέα ΙΙΙ είναι ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο γύρω του. Αυτό φάνηκε στα προηγούμενα βιβλία του, φαίνεται τώρα και σε τούτο. Μπορεί ο σουρεαλισμός των προηγουμένων να μην αναλαμβάνει να ντύσει το ύφος των ιστοριών (όχι τόσο έντονα όσο μας έχει συνηθίσει), όμως η δημιουργική φλέβα παραμένει σε εγρήγορση.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αχιλλέας ΙΙΙ γεννήθηκε στην Καβάλα, στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα το 1979, το 1998 και το 2002, αντίστοιχα.

Το Απέξω είναι το πέμπτο βιβλίο του, ύστερα από ένα Κομπλεξικό (2016) και τρεις συλλογές διηγημάτων – Παραχαράκτης (2019), Δεσμοφύλακας (2022) και Τέλος πάντων (2024). Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να μην είναι σίγουρος τι ακριβώς υποτίθεται ότι πρέπει να περιλαμβάνει ένα «σύντομο βιογραφικό σημείωμα».























