
Το σατιρικό και χιουμοριστικό ελληνικό διήγημα σε όλες του τις πτυχές και τις εκφάνσεις μέσα από 35 επιλογές του Π. Ένιγουεϊ.
Γράφει ο Π. Ένιγουεϊ
Αφιερώνεται στην Κατερίνα Κωστίου και τον Διαμαντή Καράβολα
Το ελληνικό σατιρικό και χιουμοριστικό διήγημα διαθέτει μια παράδοση που, αν και όχι πάντα στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής επικαιρότητας, διατρέχει υπόγεια και επίμονα την ιστορία της νεοελληνικής πεζογραφίας. Από τον Λασκαράτο και τον Ροΐδη μέχρι τον Μποστ, τον Ιωάννου, τον Κουτρουμπούση και τον Κουνενή, το είδος αυτό δεν προκαλεί μόνο το γέλιο, αλλά υπαινίσσεται, σαρκάζει και να διαβρώνει βεβαιότητες.
Η παρακάτω παρουσίαση 35 επιλογών περιλαμβάνει τους αναμενόμενους «κλασικούς» του είδους, αλλά και εξίσου ενδιαφέρουσες παραγνωρισμένες φωνές.
Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με την πολυφωνία της ελληνικής σάτιρας: την εκκλησιαστική και πολιτική παρωδία, το κοινωνικό σχόλιο, την υπαρξιακή αγωνία, τον καθημερινό σαρκασμό. Χιούμορ που άλλοτε απελευθερώνει γέλιο κι άλλοτε αφήνει στο τέλος μια πικρή γεύση: το αμφίσημο αυτό σημείο αποτελεί άλλωστε το ειδοποιό χαρακτηριστικό της σάτιρας.
Η ιστορία του ελληνικού σατιρικού και χιουμοριστικού διηγήματος δεν χαρτογραφείται εύκολα, καθώς εκτείνεται διασπασμένα μέσα στον ευρύτερο κορμό της νεοελληνικής πεζογραφίας. Ωστόσο, με βάση τις προσωπικές επιλογές αυτής της συναγωγής, διακρίνονται τρεις περίοδοι, όχι μόνο χρονολογικές αλλά και υφολογικές.
Πρώτη Περίοδος (1850 – 1922)
Η πρώτη περίοδος εκκινεί με το εμβληματικό βιβλίο του Ανδρέα Λασκαράτου «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» που εκδόθηκαν το 1856, στο οποίο ο συγγραφέας σατιρίζει τα κοινωνικά ήθη του νησιού. Η συνέχεια ανήκει στον δηκτικό και οξύ σαρκασμό του Εμμανουήλ Ροΐδη. Και στους δύο κυριαρχεί η λογοτεχνία της αμφισβήτησης: σάτιρα κοινωνική, εκκλησιαστική, πολιτική. Μετά τον θάνατο του Λασκαράτου εκδόθηκε ο τόμος «Ήθη, έθιμα, και δοξασίες της Κεφαλονιάς» (1924) που περιλαμβάνει συγκεντρωμένα τα σατιρικά διηγήματά του.
Σε αντίθετη τροχιά κινείται ο Μπάμπης Άννινος και η ευθυμογραφική παράδοση: λιγότερο επιθετική, περισσότερο παιγνιώδης, με έμφαση στον χαρακτήρα, την καθημερινότητα και τη σάτιρα της αστικής ζωής. Ο Άννινος εκπροσωπεί ένα μοντέλο χιούμορ περισσότερο οικείο και λιγότερο «επικίνδυνο», το οποίο επηρέασε πολύ τη μεταγενέστερη ευθυμογραφία.
Έτσι το δίπολο Ανδρέας Λασκαράτος/Εμμανουήλ Ροΐδης (σατιρικοί) vs Μπάμπης Άννινος (και λοιποί ευθυμογράφοι όπως οι Ειρηναίος Ασώπιος, Κωνσταντίνος Σκόκος, Δημήτρης Καμπούρογλου, Ιωάννης Κονδυλάκης κ.ά.), σχηματίζει τον βασικό άξονα της περιόδου.
Δεύτερη Περίοδος (1922 – 1974)
Η ευθυμογραφία και σε αυτή την περίοδο είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, όπως και στην προηγούμενη –ίσως γιατί είναι πιο ευχάριστη–, με ακρογωνιαίο λίθο τον Μποστ, μεταξύ μιας ευρείας σειράς ευθυμογράφων (Παύλος Νιρβάνας, Στάμ. Στάμ., Τίμος Μωραϊτίνης, Σπύρος Μελάς, Νίκος Τσιφόρος, Δημήτρης Ψαθάς, Παναγιώτης Παπαδούκας, Φρέντυ Γερμανός κ.ά.), η οποία είναι σαφώς κοινωνιολογική, ενίοτε πολιτική και που σχολιάζει την καθημερινότητα με πνευματώδη τρόπο και με έναν συνδυασμό αστικής ευθυμογραφίας και λαϊκής θυμοσοφίας.
Η καυστική σάτιρα έχει υποχωρήσει αισθητά και μόνο ελάχιστοι την εκπροσωπούν, όπως ο Φαίδρος Μπαρλάς και ο Παντελής Καλιότσος. Ο πρώτος κινείται στον χώρο της εκλεπτυσμένης, «λογοτεχνικής» σάτιρας. Τα κείμενά του έχουν συχνά αλληγορικό χαρακτήρα, με αναφορές σε θεολογικά ή πολιτισμικά ζητήματα. Ο Καλιότσος γράφει με σαφή πολιτική στόχευση και γήινη αμεσότητα. Σε αντίθεση με τον διανοητικό Μπαρλά, ο Καλιότσος αξιοποιεί το παράλογο της καθημερινότητας για να φτάσει σε μια παγκόσμια αλληγορία. Το χιούμορ του είναι ειρωνικό, πιο τραχύ, «λαϊκό» στη γλώσσα και καθαρά πολιτικό.
Τρίτη Περίοδος (1974 – 2025)
Η περίοδος μετά το 1974 αποτυπώνει πλήρως τη ρήξη με τις προηγούμενες φόρμες. Εδώ, το χιούμορ γίνεται πολύσημο: ειρωνεία φιλοσοφική, υπαρξιακή, πολιτισμική, αλλά και μεταμοντέρνα γραφή με αυτοαναφορικότητα και διακειμενικότητα.
Ο Κουτρουμπούσης αναμιγνύει γλώσσες, είδη, το γλωσσικό happening, την τεχνοκουλτούρα και την μπιτ αισθητική σε ένα κράμα ψυχεδελικής σάτιρας, ενώ ο Νίκος Κουνενής στοχεύει ξεκάθαρα στην καυστική κοινωνική ειρωνεία. Άλλοι (Σφακιανάκης, Τατσόπουλος, κ.ά.) προτείνουν διαφορετικά είδη παιγνιώδους λόγου, από αυτοσάτιρα μέχρι πολιτικοκοινωνικά σχόλια, διατηρώντας ωστόσο το ειρωνικό και σπιρτόζικο βλέμμα.
Ο Κωστάκης Ανάν (αγνώστων βιογραφικών στοιχείων) αντιπροσωπεύει την πιο «ακραία» εκδοχή της ελληνικής σάτιρας των τελευταίων δεκαετιών: αντιδογματική, ειρωνική, αυθεντικά αναρχική, ένα μίγμα λαϊκής κουλτούρας και πολιτικού σαρκασμού.
Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να διεισδύσουμε στον κόσμο του ελληνικού σατιρικού διηγήματος από το 1850 ως το 2025 και να αναδείξουμε τόσο τις κορυφώσεις του όσο και κάποιες ιδιοτυπίες που το χαρακτηρίζουν.
ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1850 – 1922)
1.1. Σατιρικά διηγήματα
Τα σατιρικά διηγήματα της περιόδου 1850 – 1922 κινούνται σε μια στοχαστική και λογοτεχνική τροχιά σε σχέση με το ευθυμογράφημα της ίδιας εποχής. Οι συγγραφείς τους δεν περιορίζονται στη χαριτωμένη σκιαγράφηση χαρακτήρων ή καταστάσεων, αλλά χρησιμοποιούν τη σάτιρα ως εργαλείο πολιτικής, ηθικής και κοινωνικής κριτικής με ριζοσπαστικό τρόπο. Σε αντίθεση με το συντηρητικό χιούμορ των ευθυμογράφων, οι Ανδρέας Λασκαράτος, Εμμανουήλ Ροΐδης, Εμμανουήλ Σ. Λυκούδης, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου και Ιωάννης Μ. Δαμβέργης, με ωμό και δηκτικό τρόπο, εκθέτουν την υποκρισία και τις προκαταλήψεις της τοπικής κοινωνίας και στρέφονται εναντίον των πολιτικών και εκκλησιαστικών θεσμών.
Ανδρέας Λασκαράτος (1811 – 1901) – «Ιστορία μιας κάρας διηγημένη από αυτήν την ίδια σε μια οικογένειαν στη Μόσκα»

*[Δημοσίευση μετά θάνατο του συγγραφέα στον συγκεντρωτικό τόμο: Ανδρέας Λασκαράτος, Ήθη, έθιμα, και δοξασίες της Κεφαλονιάς, πρόλ. Γρ. Ξενοπούλου. εκδ. Ελευθερουδάκη, 1924. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ. Σε έντυπη μορφή στο: Ανδρέας Λασκαράτος, Ιστορία ενός αρχιεπισκόπου, εκδ. Βερέττας, 2005. Άλλες πρόσφατες εκδόσεις: Ανδρέας Λασκαράτος, Ιστορία ενός γαϊδάρου και άλλα διηγήματα, εκδ. Κυαναυγή, 2024]
Καυστική αποδόμηση της λαϊκής θεοσοφίας, μέσα από την πρωτότυπη οπτική μιας αγιοποιημένης «κάρας», που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια νεκροκεφαλή ενός σκοτωμένου σε πόλεμο φοιτητή την οποία ένας καλόγηρος τη χρήζει αυτοβούλως ιερό λείψανο λατρείας για να αποκομίσει κέρδος πουλώντας την ως «Κάρα του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού».
Βρισκόμαστε στη Ρώσικη Αυτοκρατορία τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και η διήγηση ξεκινά με την «κάρα» να αυτοπαρουσιάζεται και να μας εξιστορεί τις περιπέτειές της: κατάγεται από εύπορη οικογένεια, αλλά εντάσσεται στο σώμα του στρατού και οδηγείται πρόωρα στο θάνατο κατά τη διάρκεια ενός πολέμου της αυτοκρατορίας. Έπειτα από μερικά χρόνια την εντοπίζει ένας καλόγηρος παρατημένη στον τόπο της μάχης και τη… «μεταμορφώνει» σε «Κάρα του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού». Στη συνέχεια ο «μύθος» της διαδίδεται με αποκορύφωμα να γίνει αντικείμενο λατρείας από την ίδια την Αυτοκράτειρα της Ρωσίας, που γονατίζει μπροστά της.
Ειρωνική αφήγηση που ασκεί κριτική στην μαζική υστερία της λατρείας (πλαστών) κειμηλίων και της υποκρισίας των θεσμών. Ο πατριάρχης της νεοελληνικής σάτιρας στο πιο δηλητηριώδες διήγημά του.
Εμμανουήλ Ροΐδης (1836 – 1904) – «Ψυχολογία Συριανού συζύγου»

*[Πρώτη δημοσίευση «Άστυ» της 4 και 5 Δεκεμβρίου 1894. Σε έντυπη μορφή στο: Εμμανουήλ Ροΐδης Συριανά διηγήματα, εκδ. Σύγχρονη εποχή, 2010. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ]
Φιλοσοφικός μονόλογος με χιουμοριστική χροιά σε μια ψευδοεπιστημονική εξομολόγηση ενός Συριανού συζύγου, που αφηγείται τις περιπέτειες του γάμου του με μια φιλάρεσκη γυναίκα. Ο αφηγητής, με λεπτοδουλεμένο σαρκασμό, καταγράφει την ψυχολογική κατάρρευσή του, ο οποίος, ενώ ξεκινά ως ερωτευμένος σύζυγος, γρήγορα βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν αδιέξοδο γάμο.
Έξοχο δείγμα κοινωνικής και ηθικής σάτιρας, με γλώσσα πλούσια, παιγνιώδης και αυτοσαρκαστική, με ρητορικές ερωτήσεις, υπαινιγμούς και γλωσσικά παιχνίδια που, πέρα από τη γλαφυρή περιγραφή του «δυστυχισμένου» συζύγου, καυτηριάζει τις κοινωνικές συμβάσεις και τις στερεοτυπικές αντιλήψεις για τον θεσμό. Ο κορυφαίος Έλληνας σατιρικός συγγραφέας.
Εμμανουήλ Σ. Λυκούδης (1849 – 1925) – «Η κωμόπολις Φθειρία»

*[Δημοσιεύθηκε στον τόμο: Εμμανουήλ Σ. Λυκούδης Διηγήματα, εκδ. Ι.Ν. Σιδέρη, χ.χ. (ίσως το 1920). Τώρα στο Εμμανουήλ Σ. Λυκούδης Η κωμόπολις Φθειρία, επιμ. Ε.Χ. Γονατά, εκδ. Στιγμή, 1987, 2η εκδ. 2017. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ]
Ευφάνταστο λογοτεχνικό πορτρέτο και ιδιόμορφη σάτιρα ηθών μιας (φανταστικής) ελληνικής κωμόπολης στο οποίο παρουσιάζονται τα απομεινάρια μιας εποχής όπου η καθαριότητα και ο εκσυγχρονισμός φαινόταν προνόμιο των πόλεων.
Ένας επισκέπτης της κωμόπολης «Φθειρίας» –όνομα που παραπέμπει από μόνο του σε φθορά και παρακμή– περιγράφει με απορία και ειρωνεία τις παράλογες συνήθειες των κατοίκων της. Μέσα από αντιπαραθέσεις, εθνικιστικές εξάρσεις και γραφειοκρατικές γελοιότητες, ο συγγραφέας αναδεικνύει την αντίθεση μεταξύ της σκοταδιστικής καθημερινότητας με τον λόγο της επιστήμης: οι ντόπιοι μέσα από φήμες και παρερμηνείες, φτάνουν στο σημείο να βλέπουν απειλές και συνωμοσίες εκεί που δεν υπάρχουν.
Ένας παραγνωρισμένος συγγραφέας της «γενιάς του 1880» που αξίζει το ενδιαφέρον μας.
Ιωάννης Μ. Δαμβέργης (1862 – 1938) – «Άφεριμ Όμπαση!»

*[Οι Κρήτες μου, εκδ. Σ. Κ. Βλαστού,1898. Τώρα στο: Ομογάλακτος αδελφός της και άλλα διηγήματα, επιμ. Ε.Χ. Γονατά, εκδ. Στιγμή, 1988]
Το διήγημα τοποθετείται στην εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη και αφηγείται ένα επεισόδιο γεμάτο φόβο, ταπείνωση και πικρή ειρωνεία ενός γέροντα που συναντά τυχαία στον δρόμο έναν Τούρκο δεκανέα, γνωστό με το παρατσούκλι Άφεριμ Όμπαση! Το περιστατικό είναι φαινομενικά απλό: ένας αυταρχικός Τούρκος ζητά τα ρούχα του γέροντα για να πάει «στον Άγιο Μηνά», υποβάλλοντας όμως τον γέροντα σε εξευτελισμό. Η ειρωνεία είναι διάχυτη: ο μουσουλμάνος δεκανέας παρουσιάζεται ως ευσεβής, που επιθυμεί να ακούσει το ευαγγέλιο, ενώ στην ουσία διαπράττει μια εξόφθαλμη ληστεία. Το αποτέλεσμα είναι μια σκηνή καθαρά θεατρική, με το χιούμορ και τον τρόμο να εναλλάσσονται συνεχώς, καθώς ο γέροντας χάνει κάθε ίχνος της αξιοπρέπειάς του. Ο Τούρκος δεκανέας εκπροσωπεί την εξουσία που δεν έχει ανάγκη από λογική ή δικαιοσύνη, και ο γέροντας την παθητική υποταγή και την αδύνατη αντίδραση.
Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου (1867 – 1906) – «Το σκούντημα»

*[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φιλολογική Ηχώ», τεύχος 1, έτος Γ, 1896. Τώρα σε έντυπη μορφή στο: Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου Διηγήματα, εκδ. 24 γράμματα, 2017. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ. Άλλες πρόσφατες εκδόσεις: Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου Θάνατος στα ξένα και άλλα διηγήματα, με επίμετρο και επιμέλεια της Πέρσας Αποστολή, εκδ. Άρτεμις, 2020]
Το διήγημα ξεκινά με μια σκηνή πανικού επάνω σε ένα πλοίο καθώς κάποιος (ή κάποια) πέφτει στη θάλασσα. Η συγγραφέας παρουσιάζει την ταραχή των επιβατών, ενώ παράλληλα εστιάζει και στον αδιάφορο και φιλήσυχο κ. Χαρίλαο Χαρίση, που βρίσκεται άθελά του στο επίκεντρο της σκηνής. Ο Χαρίσης, από παθητικός παρατηρητής και «θύμα» ενός σκουντήματος, καταλήγει ήρωας γιατί θεωρείται σωτήρας μιας τυφλής γυναίκας –γιατί περί αυτής πρόκειται– που έπεσε στη θάλασσα. Το πιο σπαρταριστό στοιχείο της ιστορίας είναι η ειρωνεία πως ο ήρωας ούτε κατάλαβε πώς βρέθηκε στο νερό ούτε πώς βοήθησε στη «διάσωση» της γυναίκας, κάτι που συνέβη μάλλον από τύχη, αφού η τυφλή κόλλησε επάνω του. Η κοινωνία βιάζεται να κατασκευάσει ήρωες και ο Χαρίσης απολαμβάνει εύσημα, δόξα και θαυμασμό.
1.2. Ευθυμογραφήματα
Το ευθυμογράφημα των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα καλλιεργείται σε μια εποχή όπου η αστική κοινωνία διαμορφώνεται και οι θεσμοί εκσυγχρονίζονται. Το πνεύμα που διατρέχει αυτά τα ευθυμογραφήματα είναι συντηρητικά κριτικό. Οι συγγραφείς στρέφονται ενάντια στις γελοιότητες της μίμησης του δυτικού τρόπου ζωής και στις μικρότητες της ανερχόμενης αστικής τάξης. Οι κύριοι εκφραστές του, Μπάμπης Άννινος, Ειρηναίος Ασώπιος, Κωνσταντίνος Σκόκος, Δημήτρης Καμπούρογλου και Ιωάννης Κονδυλάκης κ.ά., διαμόρφωσαν ένα είδος ευθυμογραφήματος που, παρά την ελαφρότητά του, υπήρξε προϊόν οξυδερκούς παρατήρησης της κοινωνίας, με λεπτή ειρωνεία και ευγενή σαρκασμό.
Μπάμπης Άννινος (1852 – 1934) – «Η οικογένεια διασκεδάζει»

*[«Εδώ και εκεί», εκδ. Ανδρέα Κορομηλά, 1884. Σε έντυπη μορφή στην ανθολογία: «Του γέλιου», Εκδόσεις του Εικοστού πρώτου, 1994. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ. Άλλες πρόσφατες εκδόσεις: Μπάμπης Άννινος Αι πηγαί του γέλωτος, και λοιπαί προτάσεις περί της υδρεύσεως του διψαλέου άστεως, εκδ. Τυφλόμυγα, 2012]
Ο αφηγητής, με παιγνιώδη διάθεση και πλούσιο λεξιλόγιο, περιγράφει την καθημερινότητα του κ. Ζαχαρία Παραδαρμένου και της ιδιόμορφης οικογένειάς του. Η πρώτη κιόλας περιγραφή της οικογένειας, με «γεωγραφικές» αναλογίες και «μαθηματικές» εξισώσεις, προετοιμάζει τον αναγνώστη για την υπερβολή και το γκροτέσκο ύφος του κειμένου. Το χιούμορ προκύπτει μέσα από τη λεπτομερή και ειρωνική περιγραφή των χαρακτήρων: η κυρία Θεοδώρα αυταρχική και κοινωνικά φιλόδοξη, η κόρη Ουρανία ρομαντική και υστερική, ο μικρός Μιμικός ατίθασος και λαίμαργος, και ο κ. Ζαχαρίας υπομονετικός και ήπιων τόνων. Η έξοδός τους σε μια θεατρική παράσταση εξελίσσεται σε ένα ανεπανάληπτο φιάσκο γεμάτο παρεξηγήσεις, ταλαιπωρίες και υπερβολές.
Ο Άννινος σατιρίζει την προσπάθεια μίμησης του «ευρωπαϊκού» τρόπου ζωής από τις ελληνικές οικογένειες της εποχής του, ενώ ταυτόχρονα γελοιοποιεί την επίδειξη των «καθωσπρέπει» ανθρώπων.
Ιωάννης Κονδυλάκης (1861 − 1920) – «Ο επικήδειος»

*[«Όταν ήμουν δάσκαλος», 1916. Τώρα από εκδ. Νίκας, 2014, αλλά και Μαλλιάρης παιδεία, 2015. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ]
Μια εύθυμη παρέα νέων αναγκάζεται, εκ των πραγμάτων, να παραστεί στην κηδεία ενός συγχωριανού, ένας από τους οποίους, αναλαμβάνει, εκών άκων, να εκφωνήσει τον επικήδειο λόγο, παρόλο που δεν είναι προετοιμασμένος. Το γεγονός καταλήγει σε φιάσκο, καθώς η στιγμή του επικήδειου μετατρέπεται σε ευτράπελη κωμική σκηνή, όπου ο αφηγητής ξεσπά σε ασυγκράτητα γέλια εξαιτίας των αλλεπάλληλων παρεμβάσεων των φίλων του.
Ο Κονδυλάκης, με διακριτική ειρωνεία και στο μεταίχμιο μεταξύ ευθυμογραφήματος και σάτιρας, σατιρίζει την υποκρισία που συνοδεύει τα τελετουργικά του θανάτου: ο επικήδειος λόγος, αντί να εξυμνεί τον εκλιπόντα, μετατρέπεται σε φτηνά στερεότυπα.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1922 – 1974)
2.1. Ευθυμογραφήματα
Το ευθυμογράφημα της περιόδου 1922 – 1974 συνδύασε το χιούμορ, την κοινωνική σάτιρα και την πολιτική κριτική με έντονη παρατηρητικότητα και λαϊκότητα. Σε μια εποχή διαρκών κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων —μεσοπόλεμος, Κατοχή, δεκαετίες ’50 και ’60— οι ευθυμογράφοι υπήρξαν «αντίλαλοι» της καθημερινότητας. Μέσα από δημοφιλή χρονογραφήματα, θεατρικά έργα και διηγήματα, οι Παύλος Νιρβάνας, Τίμος Μωραΐτίνης, Στάμ. Στάμ. και οι μεταγενέστεροι Μποστ, Τσιφόρος, Ψαθάς, Γερμανός κ.ά., έδωσαν την προσωπική τους σφραγίδα στην ελληνική «αστεία γραφή» με διορατικό τρόπο.
Το πνεύμα αυτής της λογοτεχνίας χαρακτηριζόταν από έναν σαρκασμό, όχι όμως κυνισμό, με κύριο όχημα τη λαϊκή γλώσσα, την αργκό, το σουρεαλιστικό χιούμορ ή το λογοπαίγνιο. Πολλοί από τους συγγραφείς αυτούς αρθρογραφούσαν τακτικά σε εφημερίδες και περιοδικά σε άμεση επαφή με το κοινό και σχολιάζοντας με χιουμοριστικό τρόπο τα κακώς κείμενα της εποχής τους. Οι ήρωες των ιστοριών τους είναι μικροαστοί, δημόσιοι υπάλληλοι, γραφικοί τύποι της πόλης, πολιτικάντηδες και λαϊκές φιγούρες.
Η παρακμή της ευθυμογραφίας οφείλεται στην αλλαγή του γούστου του αναγνωστικού κοινού αλλά κυρίως στην κυριαρχία της τηλεοπτικής χιουμοριστικής σειράς. Η αξία του «εύθυμου» λόγου υποτιμήθηκε σε σχέση με πιο «σοβαρά» είδη, οδηγώντας πολλά από τα έργα αυτών των συγγραφέων στη λήθη. Κάποιες εξαιρέσεις όμως, όπως ο Μποστ και ο Τσιφόρος («Τα παιδιά της πιάτσας»), διατηρούν ακόμα μια σχετική διαχρονικότητα και οι νέες γενιές εκτιμούν το αυθεντικό, ανατρεπτικό και λαϊκό τους χιούμορ.
Μπόστ (1918 – 1995) – «Ηρακλής μαινόμενος»

*[Πρώτη δημοσίευση περ. Εικόνες, 1960. Τώρα στο: Μποσταντζόγλου Μέντης (Μποστ) Πεζά κείμενα 1960-1965, εκδ. Ερμής, 2011]
Απολαυστική παρωδία της ομώνυμης τραγωδίας του Ευριπίδη, μεταφερόμενη στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και καθημερινότητα της δεκαετίας του 1960, με γλωσσικά ευρήματα, λογοπαίγνια, ηθελημένα λάθη, ανορθόγραφα και ασυντακτικά ευφυολογήματα που στηλιτεύσουν τα ήθη της εποχής, τις διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού κράτους, τον επαρχιωτισμό, τον θεσμό της οικογένειας, δημιουργώντας έναν κόσμο γεμάτο αφέλεια, παραλογισμό και γνήσιο λαϊκό χιούμορ.
Ο κορυφαίος ευθυμογράφος μας, μαζί βέβαια με τον ξεχασμένο Μπάμπη Άννινο.
2.2. Σατιρικά διηγήματα
Το σατιρικό διήγημα 1922 – 1974 κινήθηκε σε μια λογοτεχνική τροχιά και όχι στην δημοσιογραφική αμεσότητα όπως η ευθυμογραφία. Συγγραφείς όπως ο Φαίδρος Μπαρλάς, ο Παντελής Καλιότσος, ο Ιάκωβος Καμπανέλης και ο Πάρης Τακόπουλος ανέπτυξαν μια σύντομη πρόζα αλληγορίας, χιούμορ, κοινωνικής και πολιτικής σάτιρας. Στο «Ωρολόγιον του Αγίου Σουλπικίου» του Μπαρλά ή «Η μύγα» του Καλιότσου, η σάτιρα δεν στηρίζεται τόσο στην εύθυμη γραφή ή το γλωσσοπαίγνιο, όσο στο υπαινικτικό σχόλιο, την ψυχογραφία ή σε μια ατμόσφαιρα παράδοξα ρεαλιστική, όπως αυτή στον «Ταύρο» του Καμπανέλλη. Τα έργα του Πάρη Τακόπουλου, με έντονη αστική ειρωνεία και ριζοσπαστικό πνεύμα, προσφέρουν ένα πανόραμα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Φαίδρος Μπαρλάς (1925 – 1975) – «Το Ωρολόγιον του Αγίου Σουλπικίου»

*[Πρώτη δημοσίευση Πολύεδρον, 1956. Τώρα στο Φαίδρος Μπαρλάς Άπαντα, εκδ. Τα Νέα Ελληνικά, 2014]
Πνευματώδης και εκλεπτυσμένη σάτιρα απέναντι στο θεολογικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Στο επίκεντρο ο Άγιος Σουλπίκιος, ο οποίος, στον Παράδεισο που βρίσκεται, βασανίζεται από το γεγονός πως το όνομά του έχει συνδεθεί μόνο με ένα περίφημο ρολόι σε μια εκκλησία στο Παρίσι, και όχι με τις αρετές και τη δράση του. Μέσω της θείας παρέμβασης, ο Άγιος κατεβαίνει στη Γη μεταμορφωμένος σε έναν νεαρό διανοούμενο, τον Φρανσουά Τεντάλ, για να αποκαταστήσει το κύρος του. Ο Τεντάλ, δηλαδή ο Σουλπίκιος, στήνει μια ολόκληρη πολιτιστική καμπάνια για την «αποκατάσταση» της φήμης του Αγίου, παρασέρνοντας στον παροξυσμό τον καλλιτεχνικό και πολιτιστικό κόσμο του Παρισιού, που μεθυσμένοι από σαμπάνια και ιδεολογικές φούσκες, ανακηρύσσουν τον άγιο εθνικό ήρωα προσθέτοντας όμως φανταστικά θαύματα και επικές πράξεις, οδηγώντας έτσι την επιχείρηση σε ένα φιάσκο θρησκευτικής λατρείας.
Με εκλεπτυσμένο χιούμορ και ευφάνταστη σκηνοθεσία, το διήγημα παρωδεί ευπώλητα περιπετειώδη γαλλικά μυθιστορήματα –τα οποία, ως τραγική ειρωνεία, είναι ξεχασμένα πλέον–, ενώ σε δεύτερο επίπεδο θίγει ζητήματα ματαιοδοξίας, δημόσιας υστερίας, πολιτισμικής λήθης και λατρείας των θρησκευτικών συμβόλων.
Ιάκωβος Καμπανέλης (1921 – 2011) – «Ο ταύρος»

*[Πρώτη δημοσίευση: εφημ. Ελευθερία, φ. 15, 1965. Τώρα στο: Ανθολογία Νεοελληνικής Γραμματείας, Ρένος, Ήρκος & Στάντης Αποστολίδης, εκδ. Τα Νέα Ελληνικά, τόμος 3ος, 1978]
Ελεγειακό και ταυτόχρονα χιουμοριστικό πολιτικό κείμενο –σε μια μείξη άνευ προηγουμένου–, το οποίο, παρωδώντας μια ταυρομαχία, εξελίσσεται σε μια αλληγορική καταγγελία κατά της βίας και της εξουσίας. Με τη μορφή μιας μεταφυσικής επιστολής προς τον συγγραφέα-θεατή, ο ίδιος ο ταύρος-θύμα της, προ λίγων ωρών, ταυρομαχίας, αφηγείται τη ζωή και τον άδικο θάνατό του με φαινομενική αφέλεια, συγκίνηση και ένα ιδιότυπο χιούμορ. Η ειρωνεία ξεχειλίζει παντού: από τη αθωότητα του ταύρου ως το «καλλιτεχνικά σκηνοθετημένο» τέλος του, μπροστά στο κοινό που αποθεώνει τον δήμιό του.
Σε πρώτο πλάνο, το διήγημα αποδομεί τον «ηρωισμό» του ματαντόρ, ενώ σε δεύτερο, ο ταύρος γίνεται σύμβολο κάθε αθώου που πέφτει θύμα βίας ενός κράτους που επιβάλλει ποινές χωρίς κατηγορίες, χωρίς δίκες και εξηγήσεις.
Παντελής Καλιότσος (1925 – 2016) – «Η μύγα»

*[Η μύγα, Αθήνα 1977. Τώρα από εκδ. Πατάκη, 2016]
Ευφυής αλληγορία και καυστική πολιτική σάτιρα για την ανθρώπινη βλακεία, τον παραλογισμό του πολέμου και τη γραφειοκρατική παράνοια.
Μέσα από ένα ασήμαντο επεισόδιο –μιας εμπορικής διαφωνίας για ένα τενεκέ... τυρί– που κλιμακώνεται σε… παγκόσμιο πόλεμο, ο συγγραφέας αποδομεί με χιούμορ τους θεσμούς, τις πολιτικές εξουσίες και τη σοβαροφάνεια της διπλωματίας. Οι δυο φανταστικές χώρες, η «Διχτατορική Δημοκρατία» και η «Δημοκρατική Διχτατορία», είναι καθρέφτες ενός κόσμου όπου η ειρήνη απειλείται από παρεξηγήσεις και υπερβολές όπως, η κουτσουλιά μιας μύγας σε τυχαίο σημείο ενός δημόσιου εγγράφου που αποτέλεσε τη θρυαλλίδα της παγκόσμιας σύρραξης – ένα σχόλιο για το πόσο εύθραυστες είναι οι ανθρώπινες (αλλά και οι διακρατικές) σχέσεις. Το σαρκαστικό κλείσιμο με την ειρωνική φράση: «Έχουμε κι άλλες δουλειές να κάνουμε, εξόν απ’ τον πόλεμο...» δηλώνει την επιστροφή στην κοινή λογική.
➨ Σημείωση: Εντάσσω το διήγημα στη δεύτερη περίοδο και όχι στην τρίτη καθώς το ύφος του Καλιότσου ταιριάζει με το πνεύμα της δεκαετίας του ’60.
ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1974 – 2025)
Στην περίοδο αυτή η ευθυμογραφία υποχωρεί αισθητά, και τη θέση της καταλαμβάνει ένα χιούμορ ρευστό, υπαρξιακό, αποδομητικό, συχνά πικρό. Η προηγούμενη κατηγοριοποίηση μεταξύ σατιρικών vs ευθυμογράφων παύει να ισχύει και έτσι μπορούμε να χωρίσουμε την τρίτη αυτή περίοδο σε πέντε βασικούς άξονες:
- Κοινωνική σάτιρα και πολιτική αλληγορία: Εδώ εντάσσονται κείμενα που στοχεύουν στη διακωμώδηση θεσμών, εξουσιών, πολιτικών μηχανισμών. Η ειρωνεία χρησιμοποιείται ως μέσο αποκάλυψης της κοινωνικής υποκρισίας και του πολιτικού αμοραλισμού.
- Σάτιρα της καθημερινότητας και του μικροαστισμού: Διηγήματα που αναδεικνύουν, συχνά με γκροτέσκο χιούμορ, τον παραλογισμό της καθημερινής ζωής, της οικογένειας, της εργασίας, των σχέσεων.
- Μεταμυθοπλασία, παρωδία και γλωσσικό παιχνίδι: Σε αυτή την κατηγορία μπαίνουν κείμενα που παίζουν με τη φόρμα, τη γλώσσα και τα είδη. Χιούμορ που βασίζεται στη φιλολογική ειρωνεία, τη γλωσσική επιτήδευση και την παρωδία λογοτεχνικών συμβάσεων.
- Φεμινιστική και σωματική σάτιρα: Κείμενα που επικεντρώνονται στη σάτιρα των έμφυλων σχέσεων, του σώματος, της σεξουαλικότητας. Ειρωνεία με καταγγελτικό χαρακτήρα, με φεμινιστικό ή ανθρωποκεντρικό πρίσμα.
- Υπαρξιακή παρωδία: Κείμενα που σατιρίζουν τα αδιέξοδα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από φανταστικές ή αλλόκοτες ιστορίες, όπου η ειρωνεία, το παράλογο και το χιούμορ γίνονται τρόποι υπαρξιακού στοχασμού.
3.1. Κοινωνική σάτιρα και πολιτική αλληγορία
Εδώ το χιούμορ, ο παραλογισμός και η αλληγορία χρησιμοποιούνται για να αποδομήσουν εξουσίες, θεσμούς και κοινωνικές συμβάσεις, εστιάζοντας στον σύγχρονο άνθρωπο ως θύμα του πολιτικού συστήματος. Οι συγγραφείς εδώ χτίζουν κόσμους φανταστικούς ή παράδοξα ρεαλιστικούς, στους οποίους η γραφειοκρατία, η πολιτική καριέρα, η εκκλησία, το life-style, ακόμη και ο… εμφύλιος πόλεμος, μετατρέπονται σε σκηνικά φαρσοκωμωδίας.
Πέτρος Τατσόπουλος (1959) – «Η δεύτερη ζωή του Επισκόπου»

*[Κινούμενα σχέδια, εκδ. Κέδρος, 1984. Τώρα στο: Πέτρος Τατσόπουλος, Τα διηγήματα, εκδ. Οξύ, 2018]
Σατιρική, πολιτικοκοινωνική αλληγορία που τοποθετείται στην Κόλαση, η οποία παρουσιάζεται ως… πολιτεία με δομές, οικονομία, γραφειοκρατία και κομματικές φατρίες. Ένας επίσκοπος, που εν ζωή υπηρέτησε με ζήλο την Εκκλησία, αιφνιδιάζεται όταν μετά τον θάνατό του βρίσκεται, όχι στον Παράδεισο, αλλά στα βάθη της Κόλασης και αντί για φωτιές και καζάνια, συναντά μια κοινωνία βυθισμένη σε οικονομική κρίση, καταναλωτισμό, γραφειοκρατία και πολιτική αναταραχή. Ο επίσκοπος συμμετέχει στα διοικητικά όργανα της Κόλασης και αναδεικνύεται σε έναν προικισμένο μεταρρυθμιστή: ενώ ως άνθρωπος είχε αφιερώσει τη ζωή του στην εξάλειψη της αίρεσης και της διαφορετικότητας, τώρα γίνεται πρωτεργάτης φιλελεύθερων, πλουραλιστικών και οικονομικά ριζοσπαστικών προτάσεων.
Γλώσσα πλούσια και ηθελημένα ακαδημαϊκή. Ύφος υψηλό με αρχαιοπρεπείς τύπους, γραφειοκρατική ορολογία και τεχνικούς όρους που τονίζουν το ειρωνικό πνεύμα.
Ηλίας Κουτσούκος (1950) – «Κατάθεση πρίγκιπος Ιωάννη Κατακουζηνού»

*[Καλύτερα να νικούσαν οι κόκκινοι, εκδ. Νεφέλη, 1991]
Πολιτική αλληγορία, παρωδία και κοινωνική σάτιρα για την ατομική επιβίωση μέσα σε ένα σύστημα όπου τίποτα δεν λειτουργεί. Ο ήρωας, ένας αυτοαποκαλούμενος πρίγκιπας με «πριγκιπική» συμπεριφορά που ενσαρκώνει τον ακραίο ατομικισμό, περιφρονεί την εξουσία και τους θεσμούς της, όμως παράλληλα επωφελείται από αυτούς στο έπακρο. Η αφήγηση προχωρά με λεπτομερή αναφορά σε μια κρατική υπηρεσία χωρίς αντικείμενο και λόγο ύπαρξης –σύμβολο της διαφθοράς και της αναποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα– στην οποία ο ήρωας εργάζεται επί δεκαετίες χωρίς καμία, επί της ουσίας, αρμοδιότητα.
Πάνος Κουτρουμπούσης (1937 – 2019) – «Μενιδιάτες του Διαστήματος»

*[Στον θάλαμο του μυθογράφφ, εκδ. Απόπειρα, 1992, 2η έκδ. 2020]
Σατιρική αλληγορία που συνδυάζει κοινωνικό σχόλιο, επιστημονική φαντασία και φρενήρες χιούμορ. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο μακρινό μέλλον, όταν η Γη έχει υποδουλωθεί από «εξωγήινους χτηνοτρόφους» που εκτρέφουν τους εναπομείναντες ανθρώπους όπως παλιά οι άνθρωποι «εκτρέφαν ζώα». Μέσα από μια γκροτέσκα αντιστροφή ρόλων, ο συγγραφέας σχολιάζει την εκμετάλλευση αλλά και την ικανότητα επιβίωσης των κοινωνιών, με φόντο έναν κόσμο χαμένης ελευθερίας. Μετά από μια παράδοξη συμμαχία δύο διαφορετικών «κοπαδιών ανθρώπων» οι άνθρωποι καταφέρνουν να αποκτήσουν γνώσεις και τεχνολογία και τελικά να ανακτήσουν την ελευθερία τους, ανατρέποντας ολοκληρωτικά τους κατακτητές.
Ο Κουτρουμπούσης διανθίζει την πλοκή με γλωσσικές ιδιομορφίες και υπερβολές, δημιουργώντας έναν κόσμο ταυτόχρονα κωμικό και ζοφερό. Η ριζοσπαστικότερη, σαφώς ανατρεπτική και γνήσια αναρχική φωνή της ελληνικής διηγηματογραφίας.
Κωνσταντίνος Βάσσης (1931) – «Ένας παράξενος εθνικός ευεργέτης»

*[Μια παραπλανητική έννοια, Οι εκδόσεις των φίλων, 2008]
Καίρια σάτιρα της νεοελληνικής πραγματικότητας με δηκτικό τόνο από έναν, καθ’ όλα παραγνωρισμένο, διηγηματογράφο με στέρεο, πλούσιο λόγο. Ο αφηγητής ξεκινά με μια ιστορική αναδρομή στον θεσμό των εθνικών ευεργετών. Ωστόσο, αυτή η εξιδανίκευση και η εξύμνηση του παρελθόντος αντιπαραβάλλεται με τη σύγχρονη πραγματικότητα: η μεταπολεμική Ελλάδα περιγράφεται ως ένας κόσμος ηθικά ξεθυμασμένος, πολεοδομικά παραμορφωμένος, και πολιτικά διαβρωμένος από τη διαφθορά και το ρουσφέτι. Η αυθαίρετη δόμηση, η κυριαρχία του κιτς και η αλλοίωση των δημόσιων χώρων συνθέτουν το παζλ μιας μελαγχολικής εικόνας που όλοι αναγνωρίζουμε. Σε αυτό το φόντο, επιστρέφει από το εξωτερικό ένας εκατομμυριούχος που δεν επιθυμεί ούτε εξουσία, ούτε προβολή. Αντί να επενδύσει τα πλούτη του στην κατανάλωση ή την επίδειξη, τα αξιοποιεί εξαγοράζοντας και κατεδαφίζοντας κακόγουστες ή αυθαίρετες κατασκευές, δημιουργεί πάρκα, αναδεικνύει μνημεία. Ο ιδιόρρυθμος αυτός τύπος αντιμετωπίζεται με αμφιθυμία από την κοινωνία: ενθουσιασμός από τους πολίτες, δυσφορία από τους φορείς της διαπλοκής και των συμφερόντων.
Λεωνίδας Βασιλειάδης (1963) – «Το αλογάκι της γλυκιάς Παναγίτσας – μια ψαλμωδία πολιτικού αίσχους»

*[Το αλογάκι της γλυκιάς Παναγίτσας, εκδ. Φαρφουλάς, 2010]
Σουρεαλιστική σάτιρα με στοιχεία κόμικ απέναντι στη θρησκευτική ευλάβεια και την πολιτική εξουσία σε ένα μπαρόκ σκηνικό. Στο στόχαστρο βρίσκεται η εκκλησία αλλά και οι πιο γελοίες εκφάνσεις της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Ο Βασιλειάδης, με καταιγιστικό, ψαλμωδικό ρυθμό, ψάλει όχι τα ιερά, αλλά την παρακμή τους. Η αφήγηση αναπτύσσεται μέσα από ένα χαοτικό, αποκαλυπτικό σύμπαν, όπου οι χαρακτήρες –πολιτικοί, λαός, εκκλησιαστικοί ηγέτες– εμπλέκονται σε έναν εμετικό κυκεώνα βίας, διαφθοράς και προδοσίας.
Η ειρωνεία σκόπιμα υπερφορτωμένη, το ύφος βαρύ από εικόνες, με φράσεις που σκάνε σαν μικρές εκρήξεις σαρκασμού: ένα ευφυές παιχνίδι ανάμεσα στην τελετουργία και την αποδόμησή της.
Γιώργος Γκόζης (1970) – «Θεράπων Υπουργός»

*[Αφήστε με να ολοκληρώσω, εκδ. Πόλις, 2014]
Αλληγορία της νεοελληνικής καριερίστικης υποταγής, της κοινωνίας που παράγει υπηρέτες-ηγέτες και καυστική πολιτική σάτιρα προς τον επαγγελματία πολιτικό – έναν άνθρωπο που εκπαιδεύτηκε εξ ολοκλήρου για να υπηρετεί το Κόμμα και το Σύστημα. Ο «κύριος Υπουργέ», πιστός λειτουργός του πελατειακού και κομματικού μηχανισμού, έχει ζήσει μια ζωή πλήρως προγραμματισμένη: οι σπουδές, η κομματική του ένταξη, η στρατιωτική του θητεία, ακόμη και ο γάμος του, υπάκουσαν σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία.
Η αφήγηση κινείται με ειρωνική μεγαλοπρέπεια, παρομοιάζοντας τον ήρωα, τη μία στιγμή, λαμπερό σώμα στο πολιτικό στερέωμα, ενώ την επόμενη, τον προσγειώνει σε μια σκηνή γήινη και αηδιαστική: την απόλαυση του να σκαλίζει τη μύτη του και να τρώει τα ευρήματά της στην τουαλέτα πριν από τη μεγάλη του συνέντευξη Τύπου.
3.2. Σάτιρα της καθημερινότητας και του μικροαστισμού
Στην κατηγορία αυτή το καυστικό χιούμορ και η ειρωνεία, ξεσκεπάζουν τις νευρώσεις, τις καταπιεσμένες φαντασιώσεις και την κρυφή βία που υποβόσκουν στην «κανονική» ελληνική κοινωνία. Οι ήρωες των Ιωάννου, Κουνενή, Σφακιανάκη, Παπαγρηγορίου, Νταλούση, Αχιλλέα ΙΙΙ είναι αντιήρωες της ρουτίνας: μικροαστοί, γιάπηδες, δημόσιοι υπάλληλοι, εποχικοί εργάτες ή ατίθασοι νέοι, που παλεύουν με το σώμα τους, τον φόβο του εξευτελισμού και την κοινωνική πίεση. Οι αφηγήσεις τους διαλύουν τον καθωσπρεπισμό, απομυθοποιούν τα success stories και σατιρίζουν την υποκρισία της καθημερινής ζωής. Η γλώσσα τους είναι τολμηρή, γεμάτη λαϊκά στοιχεία που συχνά φτάνει στα όρια του γκροτέσκου. Κοινός παρονομαστής η γελοιοποίηση του σοβαρού και η ανάδειξη του τραγικού μέσα από το φαιδρό.
Γιώργος Ιωάννου (1927 – 1985) – «Το ξεσκάτωμα»

*[Πρώτη δημοσίευση: περ.Τραμ, τχ. 5, 1972. Τώρα στο: Γιώργος Ιωάννου, Επιτάφιος θρήνος, εκδ. Κέδρος 2024]
Σπάνιο και θαρραλέο δείγμα χιουμοριστικής γραφής που ξεπερνά τα όρια του σαρκασμού και της ντροπής παραμένοντας όμως μια καθ’ όλα ανθρώπινη ιστορία. Ξεκινώντας με μια τυχαία συνάντηση ο αφηγητής μας περιγράφει μια αλλόκοτη ιστορία δημόσιας αμηχανίας και εξευτελισμού, με ήρωα έναν μαθητή υποψήφιο στις πανελλαδικές εξετάσεις. Το χιούμορ δεν ξεπηδά από αυτό καθαυτό το ανθρώπινο «ατύχημα» του μαθητή κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, αλλά από την παράλογη γραφειοκρατία και την ψυχρότητα των θεσμών.
Νίκος Κουνενής (1957) – «Γιάπινγκ»

*[Ζωντανή σύνδεση, εκδ. Κοχλίας, 2003]
Σατιρική, καταιγιστική αφήγηση με στόχο τον νεοπλουτισμό, την έπαρση και την κουλτούρα του γιάπη. Ξεκινά με ημερολογιακή καταγραφή της πρωινής ρουτίνας του Νικηφόρου, ενός golden boy, για να καταλήξει στην απόλυτη καταστροφή μέσα σε μία μόνο μέρα. Η ιστορία αρχίζει με χιουμοριστικά υπερβολικές περιγραφές του επιδεικτικού lifestyle του ήρωα. Η καμπή έρχεται όταν, φτάνοντας στο γραφείο, ενημερώνεται ότι απολύεται λόγω της πλήρους κατάρρευσης των αργεντίνικων ομολόγων που ο ίδιος είχε εισηγηθεί στην εταιρεία. Ακολουθεί απαξίωση και σωματική αποβολή από το κτίριο. Το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων παίζει τη μορφή του επαναλαμβανόμενα σε πλάνα ξυλοδαρμού και ύβρεων. Το αλκοόλ και η κοκαΐνη γίνονται άμεση «παρηγοριά». Ο Νικηφόρος τελικά επιχειρεί να αυτοκτονήσει πέφτοντας από το μπαλκόνι του αλλά καταλήγει πάνω στο αυτοκίνητο του γείτονα και δέχεται έτσι έναν ακόμη ξυλοδαρμό.
Άρης Σφακιανάκης (1958) – «Η νόσος των πυραμίδων»

*[Η νόσος των κινέζικων εστιατορίων, εκδ. Κέδρος, 1993]
Σπινθηροβόλος, κυνικός μονόλογος που ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και την απόγνωση ενός συναισθηματικά παράλυτου αντιήρωα, υπαρξιακά φοβισμένου και πνευματικά καλλιεργημένου. Ο αφηγητής, ένας αργόσχολος διανοούμενος της μεσοαστικής Αθήνας, βλέπει τη ζωή του να απειλείται από κάτι που θεωρεί ανάξιο για τη βαθυστόχαστη ύπαρξή του: την επικείμενη πατρότητα με την Μερκοζάτα, την Πολωνή οικιακή βοηθό του. Οι μελλοντικές του υποχρεώσεις ως πατέρας τον προβληματίζουν καίρια και δημιουργούν ένα λαμπρό κείμενο γεμάτο αυτοσαρκασμό και υποδόρια απελπισία. Τη λύση στο αδιέξοδο τη βρίσκει στον «ιό της Χατσεψούτ», που είναι σε έξαρση εκείνες τις μέρες στο Κάιρο. Ο αφηγητής, γελοία θωρακισμένος με φυλαχτά, επιχειρεί να «μολύνει» τη γυναίκα και το έμβρυο με την ασθένεια, επιχειρώντας έτσι το τέλειο έγκλημα που όμως ματαιώνεται από την ίδια τη γυναίκα: του εκμυστηρεύεται τελικά πως παιδί δεν υπάρχει και ότι ήθελε να τον φέρει ξανά κοντά της.
Κωστάκης Ανάν – «Seek and destroy»

*[Η τελική λήθη (δε φάιναλ θολούθιον), εκδ. Βαβέλ, 2008]
Πικρή σάτιρα αυτογνωσίας αλλά και αλληγορία μιας γενιάς που αισθάνεται ακίνητη και παγιδευμένη ανάμεσα στην επιθυμία για επανάσταση και στην κανονικότητα του life-style. Ο αφηγητής βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα φαντασιακό χαράκωμα, ως αποτέλεσμα μιας «μύχιας επιθυμίας» να ζήσει πραγματικό κίνδυνο και αντίσταση. Η «Επιτροπή Πραγματοποίησης Μύχιων Επιθυμιών» εκπληρώνει την επιθυμία του φυτεύοντάς τον σε μια γελοιοποιημένη εκδοχή του ισπανικού εμφυλίου. Ο μικρόκοσμος του χαρακώματος, ως άλλος καθρέφτης της ελληνικής κοινωνίας, αποτελείται από κωμικοτραγικούς χαρακτήρες, «τελειωμένες ζωές» και σουρεαλιστικά περιστατικά. Ο «εχθρός» απέναντι τούς δελεάζει με το καλό ντύσιμο, οικονομικές προσφορές, lifestyle μουσικές. Η κατακλείδα έρχεται με την τελική επίθεση σε ένα σκηνικό προσωπικής και πολιτικής αφύπνισης, υπό τους ήχους του «Seek and Destroy» των Metallica και την κραυγή πολέμου «Αέρα!»
Αχιλλέας ΙΙΙ (1979) – «Άλλος…»

*[Παραχαράκτης, εκδ. Νεφέλη, 2019, 2η εκδ. Ίκαρος, 2025]
Ιδιοφυής μαύρη κωμωδία που μέσα από τη κινηματογραφική περιγραφή του πανικού και της ενοχής αποδομεί αριστοτεχνικά την εικόνα του «τακτοποιημένου» ανθρώπου. Ο συγγραφέας επιλέγει να εστιάσει στο μικρό, γελοίο, σωματικό, για να μιλήσει για το μεγάλο, υπαρξιακό.
Ο Αρίστος, είναι ένα πρόσωπο με σταθερή δουλειά και κοινωνική ζωή πλην όμως ψυχικά διαλυμένο. Ο παροξυσμός του, από ένα τυχαίο γεγονός, μοιάζει ως κεραυνός εν αιθρία: επειδή το καζανάκι της τουαλέτας του γραφείου που εργάζεται δε λειτουργεί μετά την αφόδευσή του. Και για το λόγο αυτό προσπαθεί να αυτοκτονήσει με… περίστροφο ώστε να αποφύγει την ντροπή. Ο πυροβολισμός όμως αποτυγχάνει και ο Αρίστος τελικά πεθαίνει –κατά τραγική ειρωνεία– όχι αυτοκτονώντας, αλλά από την κατάρρευση μιας ντουλάπας που πέφτει την ώρα που προσπαθεί να καθαρίσει τα ίχνη του με ένα κουβά σφηνωμένο σε κάποιο χαμηλό της ράφι.
Θοδωρής Νταλούσης (1981) – «Αστακός»

*[Ο μασκοφόρος, εκδ. Φαρφουλάς, 2014]
Ωμή καταγραφή της εποχικής εργασίας στον τουριστικό κλάδο σε μια κουζίνα εστιατορίου στην καρδιά του καλοκαιριού σατιρίζοντας ανελέητα τις εργασιακές ιεραρχίες και τα ψευδεπίγραφα δικαιώματα του εργαζόμενου. Ένας νεαρός μάγειρας περιγράφει, με λυρική απελπισία, την καθημερινότητά του στο εργασιακό αυτό περιβάλλον μέσα από έναν μονόλογο με αυτοσαρκασμό αλλά και ταξική αγανάκτηση. Η κουζίνα μετατρέπεται σε πεδίο μάχης όπου οι μάγειρες, οι λαντζιέρες και οι σερβιτόροι θυμίζουν μαχητές ενός ασταμάτητου πολέμου, με τον σεφ καρικατούρα στρατηγού και τον εργοδότη θεοποιημένο τύραννο. Όμως εδώ ο πόλεμος δεν έχει κάτι το ηρωικό: μόνο άγχος και κυνισμό για επιβίωση. Η πυρκαγιά που ξεσπά από ένα ξεχασμένο αναμμένο τηγάνι, σημαίνει πως, μέσα σε αυτό το εφιαλτικό πανηγύρι τουρισμού, ο αστακός είναι το σινιάλο της έκρηξης, κι όχι γκουρμέ.
Στέλιος Παπαγρηγορίου (1983) – «Με πονάει το πουλί μου»

*[Γυμνά τρολ, εκδ. Νεφέλη, 2013]
Με φόντο την καθημερινότητα στην πόλη του Ηρακλείου, ο αφηγητής περιγράφει μια σειρά από επεισόδια με τρόπο ωμό, κυνικό, χυδαίο αλλά και χιουμοριστικό, όπου ένα καλοκαιρινό πικ-νικ ηδονής μεταξύ δύο αγοριών και δύο κοριτσιών μετατρέπεται σε μια αλλόκοτη φαρσοκωμωδία εγκλήματος και πανικού. Η γλώσσα του δρόμου και η απάθεια μπροστά στη βία τονίζουν τη σατιρική διάθεση του συγγραφέα. Από την πρώτη στιγμή που εμφανίζεται ο γέρος και απειλεί την παρέα των τεσσάρων ότι θα τους «βγάλει στο διαδίκτυο» για τα ερωτικά έκτροπα τους στην ύπαιθρο, η ιστορία αποκτά χαρακτήρα θρίλερ: μια εφηβική σεξουαλική φαντασίωση μετατρέπεται σε splatter αφήγηση με μαχαίρια, τσεκούρια και ωμή βία αλλά και απάθεια. Η τελευταία σκηνή της απόρριψης των πτωμάτων χωρίς ίχνος αναστολής ολοκληρώνει το σουλάτσο των τεσσάρων φίλων. Φλερτ με το γκροτέσκο και τη μαύρη κωμωδία που σατιρίζει τις νόρμες της ευπρεπούς καθημερινότητας αλλά και politically correct γραφής.
3.3. Μεταμυθοπλασία, παρωδία και γλωσσικό παιχνίδι
Η κατηγορία αυτή εστιάζει στην αποδόμηση της ίδιας της αφήγησης συνδυάζοντας πνευματώδη σάτιρα, γλωσσική δεξιοτεχνία και αφηγηματική αποδιοργάνωση. Φανταστικοί βίοι (Σοϊλεμετζίδης), ασύνδετα επεισόδια (Οδέττη), ή σουρεαλιστικά ναυτικά ταξίδια (Άρκτος και Αρκτούρος) γίνονται αφορμές για να γελοιοποιηθούν οι σταθερές του λογοτεχνικού κανόνα. Το ύφος τους, καθαρευουσιάνικο, ακαδημαϊκοφανές ή δηθενίζον, σατιρίζει την σοβαροφάνεια, την κουλτούρα και τον καθιερωμένο λόγο.
Νάσος Βαγενάς (1945) – «Μενέλαος Σοϊλεμετζίδης (1894 – 1965)»
*[Συντεχνία, εκδ. Στιγμή, 1976, 3η έκδ. 1987]
Ευφυές διήγημα-δοκίμιο, μεταμοντέρνο σχόλιο πάνω στη φήμη, την αυταπάτη της πρωτοπορίας και την κατασκευή του (λογοτεχνικού) μύθου. Ο Βαγενάς, με απολαυστική ειρωνεία, και ως ένας άλλος Μπόρχες, χτίζει την πλαστή βιογραφία ενός ανύπαρκτου ποιητή που παρουσιάζεται ως πρωτοπόρος όλων των μεγάλων μορφών της νεοελληνικής ποίησης –από τον Καρυωτάκη και τον Σεφέρη μέχρι τους υπερρεαλιστές ποιητές. Μέσα από την αφήγηση του «φίλου» και θαυμαστή του Σοϊλεμετζίδη, ο αφηγητής διακωμωδεί τον ρόλο του κριτικού που προβάλλει τις δικές του ανεκπλήρωτες λογοτεχνικές φιλοδοξίες.
Νίκος Δαμίγος – «Το Αλεξιβρόχιον της Οδέττης»

*[Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα, 1976]
«Πρόκειται για μια περίτεχνη και περίπλοκη σάτιρα, που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, των μυθιστορημάτων περιπετειών –καθαρευουσιάνικες μεταφράσεις του Δουμά και του Βερν και λαϊκά αναγνώσματα («Τσακιτζής», «Οι λησταί του Δήλεσι», «Μικρός ήρωας») που με τον βερμπαλισμό τους καταργούν κάθε αληθοφάνεια δράσης» γράφει ο Ν. Γ. Πεντζίκης σε κριτική του στο περ. Τραμ, τχ. 4, 1977 (το πλήρες κείμενο εδώ).
Ο συγγραφέας με περίτεχνη καθαρεύουσα περιγράφει αρχικά τον αλλόκοτο κόσμο των δύο ηρώων, της Οδέττης και του Ραούλ, για να εγκαταλείψει προσωρινά την πλοκή και να εστιάσει σε μια εξαντλητικά λεπτομερή εγκυκλοπαιδική περιγραφή της νήσου Γουαδελούπης. Στη συνέχεια αφηγείται στις τελευταίες στιγμές της βαρόνης Μαργαρίτας δε Βουσκοπάν υ Βενεργάν που ψιθυρίζει ασαφείς πληροφορίες για τη θέση ενός θησαυρού-κληροδοτήματος, επανέρχεται στην ιστορία της Οδέττης, η οποία γνωρίζεται με το νικητή ενός αγώνα ιπποδρομίας, ονόματι Ζισκάρ δε Παραπλϋί και τέλος ακολουθεί η περιγραφή του βρετανικού πολεμικού στόλου και την προσάραξη του πλοίου σε μια άγνωστη ακτή, όπου ένας νεαρός φέρει μαζί του στοιχεία προερχόμενα από ένα βρετανικό πλοίο που είχε χαθεί.
Όλες οι παραπάνω σκηνές είναι εξόφθαλμα και απροκάλυπτα ασύνδετες μεταξύ τους, και ο συγγραφέας μας αναφέρει ότι έπεται η σύνδεσή τους, πλην όμως, στο τελευταίο μέρος της διήγησης, ο συγγραφέας απεκδύεται τη μυθοπλαστική αφήγηση, υιοθετεί έναν μεταμυθοπλαστικό και δοκιμιακό λόγο και, βρίσκοντας αφορμή μια απορία του… αναγνώστη διαπληκτίζεται μαζί του, αρνείται να ολοκληρώσει το διήγημα στέλνοντάς τον «Εις τον διάβολον!»
Ένα εκτενές διήγημα (7000 λέξεων περίπου) που δοκιμάζει τα όρια της αφήγησης και ταυτόχρονα θέτει υπό αμφισβήτηση την ολοκληρωμένη σύνθεση και την ανάγκη για σταθερές και απαντήσεις. Ένα σπάνιο –κυριολεκτικά και μεταφορικά– διαμάντι, που περισσότερο στοχάζεται παρά αφηγείται και αξίζει τα μάλα να αναζητήσετε.
Προβοκατσης Ναρκισσος & Νουνεχης Περικαλλος – «Η Άρκτος και ο Αρκτούρος»

*[Κονσέρβες για το Μέλλον, Εκδόσεις της Μη Άμεσης Επανάστασης (Ε.Μ.Α.Ε.), 1984, 2η εκδ. 1987]
Σατιρικό παλίμψηστο παραλογισμού, μεταμοντέρνου αφηγηματικού χάους και ειρωνικής αποδόμησης της πολιτικής, της ιστορίας και της λογοτεχνίας, με σκηνικό ένα φανταστικό ταξίδι στο Ιόνιο. Η «Παναγία η Χρυσοκουνίστρα», το πλοίο της αφήγησης, δεν είναι μόνο το μέσο του ταξιδιού αλλά μια μικρογραφία ενός αλλόκοτου κόσμου: ένα κολάζ ετερόκλητων προσώπων που συνυπάρχουν σε μια μπαρόκ, παρανοϊκή μυθοπλασία. Η αφηγηματική φωνή, εντέχνως ψευδοακαδημαϊκή και δήθεν αρχαιοπρεπής και ο λόγος υβριδικός, εσκεμμένα πομπώδης και αλληγορικός. Το διήγημα δεν έχει κάποια (γραμμική) πλοκή, αλλά λειτουργεί ως ένα αναρχικό, σουρεαλιστικό και χιουμοριστικό κολάζ εικόνων που συγκλίνουν (ή αποκλίνουν) για να αποδομήσουν την έννοια της αφήγησης αλλά και τη μικροαστική νεοελληνική ταυτότητα.
Διονύσης Γ. Μεντζενιώτης – «Η δίκη»

*[Επίτομος πολυλογία, εκδ. Εκάτη, 1997]
Έξοχο υβριδικό μείγμα παραμυθιού, δικανικής φάρσας και φιλοσοφικού αινίγματος. Το ύφος, απολαυστικά προσποιητό, που παρωδεί τη Δικαιοσύνη μέσα από ένα τραγελαφικό σενάριο, γεμάτο αντιφάσεις και νομικά σοφίσματα. Το δίλημμα που τίθεται στο κέντρο του διηγήματος είναι κλασικό φιλοσοφικό πρόβλημα που θυμίζει τον «παράδοξο φονιά»: δύο άγνωστοι μεταξύ τους δράστες συμβάλλουν αμφότεροι αλλά σε διαφορετικό χρόνο και τρόπο, στον θάνατο ενός προσώπου. Ποιος είναι ο πραγματικός δολοφόνος;
Το ύφος του Μεντζενιώτη δεν θυμίζει τίποτα τυπικό: συνδυασμός αχαλίνωτης φαντασίας, φιλολογικής ακρίβειας και ειρωνικής διάθεσης από έναν ευφυή συγγραφέα (με γνώσεις από επιχειρησιακό management ως θεωρητική συλλογιστική, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία) που δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά.
3.4. Φεμινιστική και σωματική σάτιρα
Εδώ αναδεικνύονται οι κοινωνικές, σεξουαλικές και υπαρξιακές εντάσεις γύρω από το φύλο, το σώμα και την πατριαρχία. Μέσα από τη ματιά γυναικείων (κυρίως) αφηγήσεων, όπως της Ριζιώτη, της Νικολαΐδου και της Ζουμπουλάκη («Μετά το πάρτι»,1998), το σώμα παύει να είναι ουδέτερο και γίνεται πεδίο εξουσίας, επιθυμίας, καταπίεσης και διαμαρτυρίας. Τα διηγήματα αυτής της κατηγορίας μετατρέπουν το προσωπικό σε πολιτικό, σατιρίζοντας όχι μόνο τον ανδρισμό, αλλά και τον φεμινισμό ως καταναγκαστική ταυτότητα.
Γαλάτεια Ριζιώτη (1970) – «Άλλος για μαστίγωμα»

*[Ντραμς, εκδ. Κέδρος, 2001]
Ιδιότυπη σάτιρα της ψυχολογίας, του φεμινισμού και της υπαρξιακής ανασφάλειας της σύγχρονης γυναίκας. Η Αλεξάνδρα, επαγγελματίας… μαστιγώτρια αντρών, έχει επιλέξει το εν λόγω επάγγελμα όχι από σαδιστική κλίση αλλά ως απάντηση σε μια ανομολόγητη καταπίεση που έχει βιώσει. Η επιχείρηση λειτουργεί ως κανονική δουλειά με ραντεβού, γραμματέα, ταμείο και «επαγγελματικά μυστικά». Η γλώσσα της αφήγησης ακροβατεί ανάμεσα στον κυνισμό και την τρυφερότητα, κατασκευάζοντας έναν κόσμο όπου η σεξουαλικότητα δεν είναι ούτε ελευθερία ούτε καταπίεση αλλά απλώς άλλη μία υπηρεσία.
Η ηρωίδα εκμυστηρεύεται ότι εργάζεται σαν να έχει «κάποιο ιατρικό πτυχίο», σε μια κωμικοτραγική παρομοίωση της δουλειάς της με αυτήν ενός ψυχολόγου θεραπευτή. Ωστόσο, οι «ασθενείς» της δεν θεραπεύονται, επιστρέφουν ξανά και ξανά, και η ίδια προσφέρει τις υπηρεσίες της με αυξανόμενη δυσφορία καθώς η εργασία της καταλήγει σε ρουτίνα. μια τυπική σύμβαση εργασίας.
Το ύφος της είναι προφορικό, κοφτό, παιγνιώδες, με ανατροπές και εναλλαγές στον τόνο, όπως η ψυχοσύνθεση της Αλεξάνδρας.
Σοφία Νικολαΐδου – «Η σημαδεμένη»

*[Ξανθιά πατημένη, εκδ. Κέδρος, 1997, 2η έκδ. 2007]
Σκληρό, φεμινιστικό σύντομο διήγημα (μόλις 266 λέξεων) αλλά εξαιρετικά πυκνό σε ενέργεια και συμβολισμό, με θέμα τον ανδρισμό και στην πατριαρχική βία. Ο Γιαννούτσος, ο «λιμπιστερός γκόμενος» με «πουκάμισο ξεκούμπωτο στο στέρνο» είναι ο ελληναράς των seventies, ένα καλοκαιρινό καμάκι που γίνεται σύζυγος πλούσιας Σουηδέζας. Η οποία επιστρέφει στη χώρα της. Όταν η Σουηδέζα του φέρνει το μωρό του για να του το δείξει και να χωρίσουν πολιτισμένα, εκείνος χαράζει με σουγιά το μπράτσο της κόρης του, για να την αναγνωρίζει στο μέλλον. Μια πράξη ακραίου φαλλοκρατισμού που διαπράττεται μπροστά στη μάνα τελετουργικά με μια κεκαλυμμένη τρυφερότητα. Το σχόλιο του άντρα στο τέλος του κειμένου «φτου σου, κοπέλα μου∙ φτάνει να μη σε κοιμηθώ» υποθάλπει τη διεστραμμένη πρόθεση.
Η Νικολαΐδου με ελάχιστες φράσεις και μαύρο χιούμορ συμπυκνώνει το τραύμα μιας ολόκληρης γενιάς γυναικών που αγιοποιούσε τον γυναικοκατακτητή. Γλώσσα λαϊκή, κοφτή, ρυθμική. Διήγημα που αξίζει να κοσμήσει κάποια παγκόσμια ανθολογία (μικρο)διηγημάτων.
Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος (1930 – 2024) – «Ελεονώρα»

*[Θερμά θαλάσσια λουτρά, εκδ. Εγνατία, 1980. Τώρα από εκδ. Κίχλη, 2021]
Αυτοβιογραφική, νοσταλγική και σκωπτική ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, με λιτή και μεστή γλώσσα. Η Ελεονώρα, υπέρβαρη δασκάλα των γαλλικών, κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας του μαθήματος, φεύγει από το μάθημα και πηγαίνει σε διπλανό δωμάτιο για να της κάνει «μια ένεση» ο γιατρός του χωριού, ένας μικροκαμωμένος άντρας. Όμως από μέσα ακούγονται βογκητά και φασαρία, και τα παιδιά, από περιέργεια αλλά και ανησυχία, κοιτάζουν από την κλειδαρότρυπα και δε βλέπουν πολλά πράγματα, παρά μόνο τη δασκάλα τους με τα «οπίσθια ανφάς» και έτσι το σκηνικό μετατρέπεται σε μπουρλέσκ θεατρική φάρσα.
Ο συγγραφέας επιλέγει την παιδική οπτική για να αφηγηθεί κάτι που είναι ξεκάθαρα «για ενήλικες», δημιουργώντας έτσι ένα έξυπνο παιχνίδι ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που εννοείται. Ένα χιουμοριστικό σχόλιο για την υποκρισία και τον καθωσπρεπισμό της καθημερινότητας.
3.5. Υπαρξιακή παρωδία
Στην κατηγορία αυτή με εργαλεία την ειρωνεία, το πικρό και, ενίοτε, το γκροτέσκο χιούμορ, σατιρίζονται τα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης: η απώλεια, η μοναξιά, η πίστη, ο θάνατος. Τα κείμενα «Τρεις άδειες καρέκλες» του Σκαρίμπα, το «SMASH» του Χαρτοματσίδη, η «Δειλινή μελαγχολία» του Σερέφα και «Το γράμμα» του Τσιαμπούση, είναι εμπλουτισμένα με στοιχεία του θεάτρου του παραλόγου ή του σουρεαλισμού.
Σάκης Σερέφας (1960) – «Δειλινή μελαγχολία»

*[Οδοντοτεχνίτης νεότατος, εκδ. Κέδρος, 2001]
Παιγνιώδης, υπαρξιακή φαντασίωση, γραμμένη με θεατρικότητα και το γνωστό μελαγχολικό χιούμορ (κι ας είναι σχήμα οξύμωρο) του συγγραφέα. Σε μια καρτουνίστικη σκηνή ένα μικρό κορίτσι βρίσκει ένα… κεφάλι ανθρώπου στην άμμο και, με αφοπλιστική φυσικότητα, αρχίζει μαζί του διάλογο. Η αρχική εικόνα είναι σαφώς σουρεαλιστική, αλλά η γραφή του Σερέφα δεν σταματά στον εντυπωσιασμό. Το κεφάλι, ομιλητικό και σαρκαστικό, φαντασιώνεται βυζιά, καράβια και νταλίκες, αλλά η αντρική ονείρωξή του καταλήγει στη φράση «Μόνος κατάμονος, παιδάκι μου»: μια παραβολή θανάτου και μοναξιάς.
Χρήστος Χαρτοματσίδης (1954) – «SMASH»

*[Πρώτη δημοσίευση, περ. Μανδραγόρας, 2013 Και στη συλλογή διηγημάτων Μπαρ “Οι νεράιδες”, εκδ. Μανδραγόρας, 2016]
Αλληγορική και υπαρξιακή αφήγηση που, μέσα από το βλέμμα ενός «ζωύφιου» σχολιάζεται η ανθρώπινη εμπειρία με το Θεό αλλά και τον παραλογισμό της εξουσίας. Ο αφηγητής περιγράφει την πρώτη του άμεση επαφή με το «Θεό» –η πρώτη φράση του κειμένου είναι: «Προχθές είδα για πρώτη μου φορά τον Θεό!»–: μια τεράστια, φρικτή μορφή που προκαλεί θάνατο, καταστροφή και φρίκη στο πέρασμά της. Ο Θεός δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα πανίσχυρο ον χωρίς αγάπη ή έλεος. Η κορύφωση της πλοκής έρχεται μετά τον ψεκασμό: ένα κύμα από θανατηφόρα σταγονίδια που εξοντώνει την κοινωνία των «ζωυφίων».
Βασίλης Τσιαμπούσης (1953) – «Το γράμμα»

*[Να σ’ αγαπάει η ζωή, εκδ. Πατάκη, 2004]
Συγκλονιστική επιστολική αφήγηση εν είδει προσωπικού απολογισμού ζωής. Ο αφηγητής, γράφοντας στον νεκρό αδελφό του, ξεκινά από ένα φαινομενικά ασήμαντο λογιστικό λάθος πέντε δραχμών και σταδιακά ξετυλίγει έναν ολόκληρο βίο βασισμένο στην τάξη και την αυστηρή ηθική. Το γράμμα διαβάζεται και ως διαθήκη, όπου η λογιστική ακρίβεια αναδεικνύεται σε υπαρξιακή αξία. Η επιθυμία του να επιβάλει την ηθική και τον ορθολογισμό τον οδηγεί, νομοτελειακά, σε απομόνωση, την οποία μοιάζει να αντιλαμβάνεται μόνο προς το τέλος της ζωής του. Το γράμμα, με πικρό χιούμορ, λεπτή ειρωνεία και ειλικρίνεια, φωτίζει τη σύγκρουση ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, την τάξη και το χάος.
Γιάννης Σκαρίμπας (1893 – 1984) – «Οι τρεις άδειες καρέκλες»

*[Τρεις άδειες καρέκλες, εκδ. Κάκτος 1976, εκδ. Νεφέλη 1998. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ]
Παιγνιώδης, παράλογη και υπαρξιακή αφήγηση, όπου το καθημερινό διαπλέκεται με το φανταστικό και το αινιγματικό. Σε μια αίθουσα αναμονής σε οδοντιατρείο, ο αφηγητής συνομιλεί με τρεις γοητευτικές κυρίες που στη συνέχεια όμως εξαφανίζονται ως διά μαγείας και έτσι το σκηνικό της καθημερινής ρουτίνας μετατρέπεται σε ένα πεδίο ψευδαισθήσεων και ειρωνικού στοχασμού για το τι είναι τελΕκδόσεις της Μη Άμεσης Επανάστασης (Ε.Μ.Α.Ε.)ικά πραγματικό. Το αποκορύφωμα έρχεται όταν ο αφηγητής διαπιστώνει πως κανείς άλλος δεν θυμάται τις τρεις κυρίες και όλοι αναθεωρούν τις μαρτυρίες τους. Το διήγημα, χωρίς να καταλήγει σε λογικό συμπέρασμα, υπαινίσσεται ότι ίσως τελικά η φαντασία να είναι ο μόνος τρόπος για να αντέξει κανείς την πραγματικότητα.
* Ο Π. ΕΝΙΓΟΥΕΙ είναι συγγραφέας. Το τελευταίο μυθοπλαστικό έργο του «Η ζωή δεν είναι μόνο σεξ, μωρό μου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Βαλέτας Γεώργιος, «Το ελληνικό διήγημα. Η θεωρία και η ιστορία του», εκδ. Φιλιππότη, 1983.
- Δημαράς Θ. Κωνσταντίνος, «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή µας», εκδ. Γνώση, 2000.
- Ζήρας Αλέξης, «Ειρωνεία, σάτιρα και παρωδία στους Έλληνες πεζογράφους μετά το 1975», στο: Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία : διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις, σ. 174-187, συλλογικό, επιμ. Αγγελική Σπυροπούλου, Θεοδώρα Τσιμπούκη, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2002.
- Καρζής Θόδωρος, Η σάτιρα και η παγκόσμια ιστορία της, εκδ. Καστανιώτη, 2005.
- Κοτζιά Ελισάβετ, «Η παρωδιακή μυθοπλασία», στο: Ελληνική πεζογραφία 1974-2010, Το μέτρο και τα σταθμά, εκδ. Πόλις, 2020.
- Κούρτοβικ Δημοσθένης, «Η πεζογραφία της γενιάς του ’80, / Γελωτοθεραπεία» στο: Η ελιά και η φλαμουριά, Ελλάδα και κόσμος, άτομο και ιστορία στην ελληνική πεζογραφία 1974-2020, εκδ. Πατάκη, 2021.
- Κωστίου Κατερίνα, «Η ποιητική της ανατροπής, Σάτιρα, ειρωνεία, παρωδία, χιούμορ», εκδ. Νεφέλη, 2005.
- Μηλιώνης Χριστόφορος, «Το διήγημα», Σαββάλας, 2002.
- Μουλλάς Παναγιώτης, «Για το Ήθος και το Ύφος του Ροΐδη», στο: Ρήξεις και συνέχειες, Μελέτες για τον 19ο αιώνα, εκδ. Σοκόλη, 1994.
- Πολίτης Λίνος, «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», εκδ. ΜΙΕΤ, 2015.
- Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Η επέλαση της παρωδίας», στο: Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, εκδ. Πόλις, 2018.
- Bergson Henri, «Το γέλιο», μετ. Τομανάς Βασίλης, εκδ. Εξάντας, 1998.
- Eagleton Terry, «Χιούμορ», μετ. Μπαρουξής Γιώργος, εκδ. Πεδίο, 2021.
- Jankelevitch Vladimir, «Η ειρωνεία», μετ. Καραχάλιος Μιχάλης, εκδ. Πλέθρον, 2005.
- Pirandello Luigi, «Η αισθητική του χιούμορ», μετ. Ελίνα Νταρακλίτσα, εκδ. Πολύτροπον, 2016.
- Schlegel Friedrich, «Φιλοσοφικά θραύσματα», ΠΕΚ, 2025.
Διαδίκτυο:
- Κυριακού Κωνσταντίνος, «Βίος και εργογραφία του Χρύσανθου Βοσταντζόγλου (Μποστ): ιδεολογικές και αισθητικές συνιστώσες ανάλυσης της γνωστής και άγνωστης θεατρικής του πορείας», διδακτορική διατριβή, (ΕΚΠΑ). Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Ανθρωπιστικές Επιστήμες και Τέχνες, 2023.
- Λίκα Φωτεινή, «Επίγονοι του Γιουβενάλη ή του Ορατίου; Ο Ροΐδης, ο Λασκαράτος και η Σάτιρα του 19ου αιώνα», Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών.
- Μιχαηλίδου Μαρίνα, «Η αίσθηση του κωμικού στο έργο του Ιωάννη Δ. Κονδυλάκη», μεταπτυχιακή εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλολογίας, 2007
- Τουμασάτος Α. Ηλίας, «Χαράλαμπος (Μπάμπης) Άννινος (1852-1934): ένας επτανήσιος στην Αθήνα – Οι επτανησιακές καταβολές και η ενσωμάτωση ενός Κεφαλονίτη λογοτέχνη στην πνευματική ζωή της Αθήνας», διδακτορική διατριβή, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Ανθρωπιστικές Επιστήμες και Τέχνες, Γλώσσα και Λογοτεχνία, 2013.
- Τσάκωνα Βίλλυ, «Το χιούμορ στον γραπτό αφηγηματικό λόγο: γλωσσολογική προσέγγιση», ΕΚΠΑ, Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Φιλολογίας. Τομέας Γλωσσολογίας, διδακτορική διατριβή, 2004
Περιοδικά:
- Τσατσούλης Δημήτρης, «Η κωμωδία του σώματος», περ. Διαβάζω, τχ. 405, 2000.
- Πόρφυρας, περ. τ.χ. 133, «Πτυχές της Νεοελληνικής Σάτιρας», 2009.
- Φαρφουλάς, περ. τ.χ. 16, «Οι αποχρώσεις του χιούμορ», 2013.
Ανθολογίες:
- «Ανδρέας Λασκαράτος / Σατιρικοί και Ευθυμογράφοι», επιμ. Δημήτριου Μάργαρη, εκδ. Αετός, 1954.
- «Ανθολογία νεοελληνικής γραμματείας», Ρένος, Ήρκος & Στάντης Αποστολίδης, εκδ. Τα Νέα Ελληνικά, (4 τόμοι).
- «Ανθολογία νεοελληνικής σατιρικής ποίησης, Από την αρχή του 18ου αιώνα ως τις μέρες μας», επιμ. Σπύρος Κοκκίνης, εκδ. Εστία. 1981.
- «Ανθολογία νεοελλήνων σατιρικών και ευθυμογράφων», επιμ. Ευάγγελος Κ. Μιλλεούνης, εκδ. Ε. Χριστόπουλου, 1971.
- «Ένας αιώνας ελληνικό χιούμορ», εκδ. Δρακόπουλου, 1967.
- «Η εποχή μας», με σκίτσα: Αργυράκης Μίνως, Αρχέλαος, Φωκίων Δημητριάδης, Νίκος Καστανάκης, Κώστας Μητρόπουλος, Μπόστ, Βασίλης Χριστοδούλου, εκδ. 20ος Αιώνας, 1961.
- «Παγκόσμιος χιουμοριστική ανθολογία», επιμ. - μετ. Αντώνης Μοσχοβάκης, εκδ. Βιβλιοθηκη για όλους. 1967.
- «Σατυρική πρωτοχρονιά 1962», επιμ. Ηνίοχος Βάκχος (ψευδώνυμο αγνώστου), Ετήσια Λογοτεχνική και Καλλιτεχνική Έκδοσις, 1962.
- «Του γέλιου. Δραστικότερον του πυρός του καθαρτηρίου», επιμ. Μαίρη Ι. Γιόση, Άννα Χρυσογέλου –Κατσή, Μαρία Λαϊνά, Εκδόσεις του εικοστού πρώτου, 1994.
- «Χιούμορ - ειρωνεία - σάτιρα στο ελληνικό σύντομο διήγημα και μικροδιήγημα (1974-2021)», επιμ. Π. Ένιγουεϊ, εισ. Κατερίνα Κωστίου, εκδ. 24 γράμματα, 2022.
- «Χιουμοριστική Ανθολογία, με κείμενα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων», εκδ. Παν. Χαραλαμπόπουλος, 1958, (4 τόμοι).



















