
«Πιστεύω πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος, αν ο καθένας μας αφιέρωνε λίγο χρόνο καθημερινά για να ακούσει τις ιστορίες του πατέρα, της μητέρας, του παππού του» μας είπε ο Αντρές Μοντέρο (Andrés Montero) για το μυθιστόρημά του «Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Διόπτρα).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Ο Αντρές Μοντέρο είναι μια δυναμική φωνή της χιλιανής λογοτεχνίας. Τα βιβλία του κυκλοφορούν στον ισπανόφωνο κόσμο, αλλά και σε χώρες όπως η Ιταλία, η Δανία, η Ελλάδα, και έχουν τιμηθεί με σημαντικά βραβεία. Οι ιστορίες του βασίζονται άμεσα στις προφορικές παραδόσεις του τόπου του, στις ιστορίες που έλεγαν οι απλοί άνθρωποι γύρω από τη φωτιά.
Πέρα από συγγραφέας, ο Μοντέρο είναι προφορικός αφηγητής. Επισκέπτεται μικρές κοινότητες της Χιλής και αφηγείται ιστορίες σε σχολεία, μπαρ και δημόσιους χώρους, μαθαίνοντας ταυτόχρονα τις λαϊκές αφηγήσεις της κάθε περιοχής, που αποτελούν την πρώτη ύλη για τα μυθιστορήματά του. Πλέον, διευθύνει τη Σχολή Λογοτεχνίας και Προφορικής Παράδοσης Casa Contada, στην οποία διδάσκει τη σημασία των ιστοριών που προέρχονται από τους απλούς ανθρώπους, τους παππούδες μας, τους προγόνους μας.

Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί στα ελληνικά έχει τον τίτλο Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Διόπτρα). Σε αυτό εντοπίζουμε την ιστορία δυο διδύμων, του Χερόνιμο και του Χουλιάν, που χαράσσουν διαφορετικούς δρόμους: ο ένας φεύγει σε νεαρή ηλικία από το απομονωμένο νησί στο οποίο μεγάλωσαν, ενώ ο δεύτερος περνά όλη τη ζωή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Στην ιστορία, τα συμβολικά στοιχεία συνταιριάζονται με τον ρεαλισμό και οι άνθρωποι ζουν μέσα στη φύση, δίπλα στη θάλασσα, η οποία, όπως μας είπε ο συγγραφέας, τροφοδοτεί τους νησιώτες με φαγητό για το πιάτο τους, αλλά και με όνειρα για όσα κρύβονται στην απέναντι όχθη.
Ο Αντρές Μοντέρο επισκέφτηκε για τρίτη φορά τη χώρα μας, για να συμμετάσχει στο Φεστιβάλ ΛΕΑ – Λογοτεχνία εν Αθήναις. Μας συνάντησε στο γραφείο της Book Press, όπου συζητήσαμε για το τελευταίο βιβλίο του, τους ήρωές του, τη σημασία των αφηγήσεων, τη χιλιανή ποίηση και λογοτεχνία και πολλά ακόμη.
Δυο δίδυμα αδέρφια βρίσκονται στο επίκεντρο του μυθιστορήματός σας, τα οποία κατοικούν σε ένα νησί που δεν υπάρχει στους χάρτες. Ο ένας επιλέγει να φύγει μακριά, ο άλλος μένει στον τόπο του. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για τρίδυμα, με τον τρίτο αδερφό να έχει πεθάνει πολύ μικρός. Τα αδέρφια, οι σχέσεις, οι αντιδικίες μεταξύ τους, οι οικογενειακές κατάρες – γνώριμα στοιχεία στη λογοτεχνία. Γιατί επιλέξατε αυτούς τους ήρωες για το μυθιστόρημά σας;
Κατ’ αρχάς, ήθελα να εξερευνήσω ένα μέρος του εαυτού μου. Δύο εβδομάδες πριν πάω στην Ισπανία για να κάνω ένα μεταπτυχιακό στη λογοτεχνία, επισκέφτηκα τη νότια Χιλή, για να αποχαιρετήσω τον αδερφό μου, που ζούσε εκεί. Ο νότος είναι πολύ όμορφος, καταπράσινος, και κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μου, είδα ένα μικρό σπίτι στην κορυφή ενός λόφου και δεν ξέρω γιατί, αλλά άρχισα να σκέφτομαι πώς θα έμοιαζε ο κάτοικός του: φαντάστηκα έναν γέροντα που βόσκει πρόβατα και διαβάζει χωρίς να τον ενοχλεί κανένας. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα να περάσω όλη την υπόλοιπη ζωή μου εκεί.
Είχαμε χειμώνα στη Χιλή εκείνη την περίοδο και εφόσον μιλάμε για τα χρόνια της πανδημίας του Covid-19, όλοι φορούσαν μάσκες, ενώ στη Βαρκελώνη, στην οποία έφτασα δυο εβδομάδες αργότερα, ήταν καλοκαίρι, οι άνθρωποι έβγαζαν τις μάσκες, έπαιζαν μουσική, έπιναν μπίρα, διοργανώνονταν πολλές εκδηλώσεις. Ήμουν καταχαρούμενος, βρισκόμουν στο κέντρο του κόσμου. Αισθανόμουν πως θα μπορούσα να περάσω όλη τη ζωή μου σε εκείνον τον τόπο, κάτι που είχα ξαναπεί πριν από δυο εβδομάδες, για τις συνθήκες της απόλυτης απομόνωσης, οπότε, αποφάσισα ή να ζητήσω τη βοήθεια ενός ειδικού ή να γράψω ένα μυθιστόρημα – διάλεξα το μυθιστόρημα.
Κατασκεύασα τους δύο αυτούς ήρωες, τον Χερόνιμο και τον Χουλιάν, χρησιμοποιώντας κομμάτια του εαυτού μου. Ο Χερόνιμο ζει στη Βαρκελώνη, είναι δημοσιογράφος, ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, ενώ ο Χουλιάν είναι μοναχικός. Ύστερα, για να επινοήσω την οικογένειά τους, χρησιμοποίησα στοιχεία από την οικογένεια του πατέρα μου, που είναι πολύ μεγάλη και γεμάτη ιστορίες.
Οπότε κάποια στοιχεία είναι επινοημένα, ενώ κάποια άλλα αληθινά;
Ακριβώς. Η ιστορία με τον γονιό που ονομάζει τα παιδιά του με βάση το αλφάβητο, για παράδειγμα, είναι εμπνευσμένη από τον τρόπο που ο πατέρας του παππού μου ονόμασε τους γιους του – ήθελε να δείξει σε όλους πως ήξερε γράμματα, οπότε αποφάσισε να τους δώσει ονόματα με βάση τη σειρά των γραμμάτων, αλλά εφόσον ήταν αναλφάβητος, πήγε από το Άλφα στο Έψιλον. Αλβέρτο, Εδουάρδο, Οκτάβιο, Ντάριο – ο παππούς μου.
Εργάζομαι ως προφορικός αφηγητής. Λέω ιστορίες σε παιδιά και ενήλικες, στα σχολεία, στα εστιατόρια, στα μπαρ. Είναι μια πολύ δημιουργική διαδικασία, όλοι χρειαζόμαστε τις ιστορίες, ιδικά οι ενήλικες, που έχουν ξεχάσει πόσο όμορφες είναι.
Όταν έφτασε η σειρά του Χι, γεννήθηκαν δίδυμα, που ονομάστηκαν Χόρχε και Χαβιέρ. Ένα βράδυ, μια γυναίκα που βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού, αποκοιμήθηκε δίπλα στα δίδυμα και έλιωσε το ένα. Η μητέρα του παππού μου ήταν καταρρακωμένη. Επειδή τα αδέρφια έμοιαζαν πολύ, αποφάσισε στην τύχη πως αυτός που είχε πεθάνει ήταν ο Χαβιέρ. Στο μυθιστόρημα, αυτή η ιστορία θυμίζει αφήγηση μαγικού ρεαλισμού, αλλά είναι βασισμένη στην πραγματικότητα.
Μεγάλο μέρος της αφήγησής σας γίνεται σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, από την τοπική κοινότητα, μια ασυνήθιστη, θα λέγαμε, επιλογή. Σε ένα σημείο, ένας ήρωας αναφέρει πως η ιστορία της λογοτεχνίας ξεκινά από τις αφηγήσεις των χωρικών και των ναυτικών – μια ιδέα του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Θρύλοι, λαϊκές αφηγήσεις, ιστορίες μέσα σε ιστορίες. Είναι η σημασία των προφορικών αφηγήσεων ένα από τα θέματα του βιβλίου σας;
Εργάζομαι ως προφορικός αφηγητής. Λέω ιστορίες σε παιδιά και ενήλικες, στα σχολεία, στα εστιατόρια, στα μπαρ. Είναι μια πολύ δημιουργική διαδικασία, όλοι χρειαζόμαστε τις ιστορίες, ιδικά οι ενήλικες, που έχουν ξεχάσει πόσο όμορφες είναι. Νομίζω πως οι αφηγήσεις μας μάς κάνουν αυτό που είμαστε – πριν από αυτές, ήμασταν σαν όλα τα υπόλοιπα ζώα. Όταν μπορέσαμε να μιλήσουμε για όσα δεν βρίσκονται ακριβώς μπροστά μας, γίναμε άνθρωποι.

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν μιλά για τις δύο αυτές κατηγορίες, για τους χωρικούς και τους ναυτικούς. Η φιγούρα του ναυτικού είναι όπως αυτή του Οδυσσέα, αντιπροσωπεύει τους ανθρώπους που ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο και ύστερα επιστρέφουν στην πόλη τους και περιγράφουν όσα είδαν. Ο χωρικός είναι εκείνος που λέει ιστορίες από την κοινότητα, για τους γέροντες, κρατά τη μνήμη ζωντανή. Νομίζω πως είμαι μια μίξη αυτών των δύο τύπων, ταξιδεύω πολύ και μαθαίνω ιστορίες, αλλά επίσης μιλώ σε μεγάλο βαθμό για τις ιστορίες του τόπου και της οικογένειάς μου.
Πιστεύω πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος, αν ο καθένας μας αφιέρωνε λίγο χρόνο καθημερινά για να ακούσει τις ιστορίες του πατέρα, της μητέρας, του παππού του. Η ανθρωπότητα θα κέρδιζε όσα χάνει από την τηλεόραση, από τις οθόνες.
• Διαβάστε ακόμα: «Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα» του Αντρές Μοντέρο (κριτική) – Νεκροί, ζωντανοί, σε μια θάλασσα γεμάτη ιστορίες
Στο μυθιστόρημά σας το υγρό στοιχείο φαίνεται να είναι σημαντικό. «Όταν δημιουργήθηκε ο κόσμος, άρχισε μια πάλη ανάμεσα σε δύο φίδια: το φίδι της θάλασσας και το φίδι της γης». Αυτή τη φράση βρίσκουμε στην αρχή του βιβλίου, μαζί με άλλες δύο, που μιλούν για τη «δύναμη» του νερού. Οι ιστορίες, επίσης, της κοινότητας λέγονται μέσα σε μια ταβέρνα που στην πραγματικότητα είναι ένα πλοίο. Μιλήστε μας για τη θάλασσα, το σύμβολό σας.
Είναι αλήθεια. Ίσως να με ενδιαφέρει η θάλασσα επειδή είμαι ιχθύς (γελάει).
Μπορώ να κοιτάζω τη θάλασσα για ώρες. Παρατηρώντας τη, παρατηρώ τον εαυτό μου. Είναι σαν καθρέφτης. Ιδίως ο Ειρηνικός Ωκεανός είναι μεγαλειώδης, αχανής. Η θάλασσα για εμένα είναι σαν ένας συνομιλητής, τα κύματα είναι οι απαντήσεις στα ερωτήματά μου. Φαντάστηκα, λοιπόν, μια κοινότητα που λέει τις ιστορίες της και η θάλασσα αντιδρά, τους απαντά.
![]() |
|
Από την εκδήλωση «Ρεαλισμός, μύθος και συλλογική μνήμη στο "Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα"» του Φεστιβάλ ΛΕΑ, στην οποία ο Αντρές Μοντέρο συνομίλησε με τον συγγραφέα Γιάννη Παλαβό και τον επίκουρο καθηγητή ισπανοαμερικανικής λογοτεχνίας Σπυρίδωνα Μαυρίδη |
Κάτω από τη φράση που αναφέρατε, υπάρχει ακόμα μία, από τον Χέρμαν Μέλβιλ: «Στο νερό αντικατοπτρίζεται το απατηλό φάντασμα της ζωής». Καθώς έγραφα το μυθιστόρημά μου, διάβαζα τον Μόμπι Ντικ, στον οποίο το νερό και η θάλασσα συμβολίζουν την ψυχή, το εσωτερικό του ανθρώπου. Στο παρελθόν ήθελα να γράψω μια συλλογή διηγημάτων, όπου η κάθε ιστορία θα διαδραματιζόταν σε ένα από τα νησιά της Χιλής – έξι νησιά, έξι σύντομες ιστορίες. Η επιλογή του νησιού ως τόπου για τη δράση μού αρέσει πολύ ως ιδέα, είναι ένα πολύ συγκεκριμένο, μικρό μέρος, στο οποίο βλέπεις συνεχώς τον έξω κόσμο, αλλά αδυνατείς τον φτάσεις. Η θάλασσα τροφοδοτεί τους νησιώτες με ψάρια, αλλά και με όνειρα.
Το μυθιστόρημά σας έχει μια διακριτή δομή, τέσσερα κεφάλαια, ένα για κάθε εποχή, που περιγράφουν τη χρονιά που περνάει ο δον Χερόνιμο, ο ξενιτεμένος αδερφός, στο νησί. Εργάζεστε ως προφορικός αφηγητής. Πώς επηρεάζει αυτή η ιδιότητά σας τον τρόπο που γράφετε; Μιλήστε μας για το συγγραφικό σας εργαστήρι.
Συνήθως γράφω τα βιβλία μου μέσα σε τρία χρόνια. Όλα ξεκινούν από μια ιδέα, την οποία έχω σκεφτεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσως για πέντε χρόνια. Ύστερα, ξεκινώ τα προσχέδια: τον πρώτο χρόνο απλώς αναπτύσσω την ιστορία, κρατάω σημειώσεις, βλέπω σχετικές ταινίες, διαβάζω σχετικά βιβλία, ταξιδεύω. Στο τέλος του έτους, έχω βρει ολόκληρη της ιστορία, ή ίσως το ογδόντα τοις εκατό. Τον δεύτερο χρόνο, απλώς γράφω, τελειώνω το βιβλίο, και τον τρίτο χρόνο, την ξαναγράφω, διορθώνω. Νομίζω πως ιδίως ο τρίτος χρόνος είναι πολύ σημαντικός, εκεί δημιουργείται η λογοτεχνία, διότι τους πρώτους δύο χρόνους απλώς χτίζω τον σκελετό, επικεντρώνομαι στο δράμα. Είναι σαν να φτιάχνει κανείς ένα σπίτι, πρώτα βάζεις τα θεμέλια, μετά τους τοίχους, στο τέλος το βάφεις και προσθέτεις λουλούδια.
Δεν βλέπω πλέον να γράφονται πολυσέλιδα μυθιστορήματα, με πολλούς χαρακτήρες. Βλέπω σύντομα κείμενα με όμορφη γλώσσα, ίσως ποιητική. Ίσως αυτό να θυμίζει περισσότερο τους Ασιάτες, παρά τους Δυτικούς.
Εδώ και δέκα μήνες είμαι πατέρας, οπότε προσπαθώ να γράφω τα πρωινά, στις έξι, προτού ξυπνήσει ο γιος μου, ο Γκασπάρ, και μετά, τα απογεύματα, διαβάζω όσα έγραψα το πρωί.
Είναι η τρίτη φορά που επισκέπτεστε την Ελλάδα και επίσης, η δεύτερη φορά που μιλάτε στην Book Press. Κατάγεστε από τη Χιλή, τη χώρα των μεγάλων ποιητών Πάμπλο Νερούδα και Γκαμπριέλα Μιστράλ. Αισθάνεστε συνεχιστής μιας παράδοσης; Ποια είναι η θέση της πεζογραφίας στον τόπο σας;
Δεν ξέρω αν συνεχίζω κάποια παράδοση – ελπίζω να ισχύει, καθώς στη Χιλή έχουμε πολύ σημαντικούς ποιητές. Οι πεζογράφοι μας γράφουν συχνά και ποίηση, η Μιστράλ, ο Νερούδα, ο Νικανόρ Πάρα, ο Ελικούρα Τσιχουαϊλάφ, που είναι μαπούτσε και μου αρέσει πολύ, ασκούν μεγάλη επιρροή. Ακόμα και στα βιβλία πεζογραφίας μπορεί κανείς να βρει ποιητικά στοιχεία.
![]() |
|
Ο Αντρές Μοντέρο με τον συντάκτη της Book Press Σόλωνα Παπαγεωργίου |
Τα τελευταία χρόνια, όμως, ίσως η πεζογραφία να έχει αρχίσει να γίνεται πιο σημαντική – δεν είμαι βέβαιος για αυτό. Η παράδοση εξακολουθεί να είναι σημαντική, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο οι σύγχρονοι ποιητές μας, όπως ο Τσιχουαϊλάφ ή η Ροζαμπέτι Μουνιός, είναι γνωστοί έξω από τη χώρα μας. Ίσως στον ισπανόφωνο κόσμο ή την Αργεντινή, τις γειτονικές χώρες… Αντιθέτως, συγγραφείς όπως την Ιζαμπέλ Αλιέντε, τη Νόνα Φερνάντες και τον Αλεχάντρο Σάμπρα τούς διαβάζουν σε όλο τον κόσμο.
Νομίζω πάντως πως διανύουμε μια πολύ καλή περίοδο για το βιβλίο. Τον επόμενο χρόνο, η Χιλή θα είναι η τιμώμενη χώρα στην Έκθεση της Φρανκφούρτης και η ποιότητα των εκδόσεων ανεβαίνει συνεχώς.
Εδώ και αρκετά χρόνια συγγραφείς από τη Λατινική Αμερική διασχίζουν τα σύνορα των χωρών τους και γενικώς, με την ανάπτυξη των μεταποικιακών σπουδών και άλλων τάσεων, το βλέμμα στρέφεται μακριά από τα μεγάλα κέντρα της Δύσης. Ποια είναι η θέση του Λογοτεχνικού Κανόνα σε μια τέτοια εποχή; Μήπως ξαναγράφεται από την αρχή;
Δεν ξέρω τι συμβαίνει στις άλλες χώρες, αλλά αυτή τη στιγμή στη Χιλή η επιρροή των συγγραφέων από τη Δύση είναι πολύ μικρότερη από αυτή των συγγραφέων της Ανατολής, Ασιάτες συγγραφείς, ιδίως Ιάπωνες. Οι αναγνώστες τούς προτιμούν, όπως επίσης τους Κορεάτες, τους Κινέζους. Προβλέπω πως σε λίγο καιρό, θα δούμε συγγραφείς στη Χιλή να γράφουν με τον ιαπωνικό τρόπο. Ίσως ήδη να έχει ξεκινήσει: η Μαρία Χοσέ Φεράδα, που γράφει για παιδιά και ενήλικες, είναι ειδικός στην Ιαπωνία και έχει δημοσιεύσει κάποια χαϊκού, που είναι εξαιρετικά.
Δεν βλέπω πλέον να γράφονται πολυσέλιδα μυθιστορήματα, με πολλούς χαρακτήρες. Βλέπω σύντομα κείμενα με όμορφη γλώσσα, ίσως ποιητική. Ίσως αυτό να θυμίζει περισσότερο τους Ασιάτες, παρά τους Δυτικούς. Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή και έχει ενδιαφέρον να δούμε τι θα ακολουθήσει.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αντρές Μοντέρο είναι συγγραφέας και προφορικός αφηγητής. Έχει γράψει τα βιβλία Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή, Taguada και Tony Ninguno, καθώς και εφηβικά βιβλία και το δοκίμιο Por qué contar cuentos en el siglo XXI.

Το 2017 ο συγγραφέας έλαβε το βραβείο Elena Poniatowska, που απονέμεται στο καλύτερο μυθιστόρημα ισπανόφωνης λογοτεχνίας της χρονιάς (Premio Iberoamericano de Novela Elena Poniatowska) στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στην Πόλη του Μεξικού, για το έργο του Tony Ninguno. Έχει επίσης τιμηθεί με το βραβείο Marta Brunet και το Βραβείο της Πόλης του Σαντιάγο για το εφηβικό Alguien toca la puerta.
Για το Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή απέσπασε το Βραβείο της Ακαδημίας Γλώσσας της Χιλής και το Βραβείο της Πόλης του Σαντιάγο. Διευθύνει τη Σχολή Λογοτεχνίας και Προφορικής Παράδοσης Casa Contada.

























