
Για το μυθιστόρημα του Αντρές Μοντέρο (Andres Montero) «Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Διόπτρα).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Στον Αντρές Μοντέρο αρέσουν οι ιστορίες. Προφανώς, ως συγγραφέας δεν θα γινόταν να αφίσταται από ήρωες, πλοκές, ανατροπές και διηγήσεις. Ο Χιλιανός, όμως, έχει και ένα προσόν παραπάνω: βγάζει το ψωμί του λέγοντας ιστορίες σε ανθρώπους. Αν θυμηθείτε τη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στην Book Press, πέρυσι το καλοκαίρι που μας είχε επισκεφθεί στην Αθήνα, κι αν επίσης θυμηθείτε τη συλλογή διηγημάτων του Ο άνθρωπος έρχεται στάζοντας βροχή (εκδ. Διόπτρα), θα σχηματίσετε το προφίλ ενός γραφιά που θεωρεί την αφήγηση ζωτικό στοιχείο του ανθρώπου και της κοινότητας.
Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, στο μυθιστόρημα που μας παρέδωσε τώρα, Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα, να υπάρχει κάτι διαφορετικό ως ύφος, στάση και πρόθεση. Το υγρό στοιχείο, με τον συμβολισμό του, υπάρχει κι εδώ, οι πολλαπλές ιστορίες επίσης, ο μαγικός ρεαλισμός αντάμα με έναν έντεχνο ανιμισμό, ενώ οι νεκροί και οι ζωντανοί συνυπάρχουν, όπως και οι άνθρωποι με τον διάβολο, το θεϊκό στοιχείο και ένα βουνό που στέκει αγέρωχο πάνω σε ένα νησί που δεν υπάρχει στον χάρτη και είναι αποκομμένο από τον έξω κόσμο.
Όλα συναιρούνται με έναν τρόπο που υπαγορεύεται από τον ρυθμό των λέξεων, που σε υποβάλλουν να φανταστείς πως όλες οι ιστορίες λέγονται από πολλά στόματα, που το καθένα συνεχίζει το νήμα της αφήγησης που άφησε το προηγούμενο, σε έναν κύκλο ατόμων που έχουν μαζευτεί μια νύχτα σε ένα καφενείο και παρέα με κρασί και αναμνήσεις (πραγματικές ή πεποιημένες), διηγούνται για να μην ξεχαστούν όσα πέρασαν. Κάπως έτσι παρελθόν και παρόν γίνονται ένα· μια χρονική διάχυση που μοιάζει με νερό που τρέχει.
Οι δίδυμοι
Τυπικά, η κεντρική ιστορία του μυθιστορήματος είναι η συνάντηση, έπειτα από πολλές δεκαετίες, δύο δίδυμων αδελφών, του Χερόνιμο και του Χουλιάν. Ο πρώτος αποφάσισε να φύγει σαν κλέφτης από το νησί του με σκοπό να ζήσει στον μεγάλο κόσμο, να περιπλανηθεί, να γίνει δημοσιογράφος και συγγραφέας και μέσω της εγκυρότητάς που του έδιναν οι λέξεις, να διηγηθεί τις ιστορίες του. Ο άλλος δεν έφυγε ποτέ από το νησί. Έμεινε δεμένος με τον τόπο, τις αναμνήσεις και τη μοναξιά του. Αν και θα μπορούσε να ζει στο αρχοντικό της οικογένειας, προτιμάει να απομονώνεται στο «καταφύγιο» που έφτιαξε με τα χέρια του, μια προχειροκατασκευασμένη μονιά, στην κορυφή του βουνού.
Υπήρχε και ένας τρίτος αδελφός, ο τρίδυμος Χουάν Ντε Διός, που όμως πέθανε πολύ μικρός. Τα αδέλφιά του δεν τον γνώρισαν ποτέ και ακόμη και τώρα δεν ξέρουν αν όντως πέθανε αυτός ή κάποιος από αυτούς... Άλλωστε, ποτέ κανένας δεν μπορούσε να τους ξεχωρίσει. Γιατί, λοιπόν, να μην έγινε κάποιο λάθος και ο πεθαμένος να ζει, ενώ κάποιος από τους ζωντανούς να έχει πεθάνει προ πολλού;
Η φαουστική συμφωνία
Παράξενο; Μα δεν είναι το μόνο σε τούτο το βιβλίο, που μοιάζει με πολλαπλό κάτοπτρο ιστοριών που η μια εισχωρεί στην άλλη. Η οικογένεια των αδερφών έγινε μεγάλη και τρανή όταν ο παππούς τους έκανε φαουστική συμφωνία με τον διάβολο. Έκτοτε, όλοι ανέμεναν κάποια στιγμή ο εωσφόρος να ζητήσει τα... λύτρα της συμφωνίας. Μήπως, όμως, κι αυτή είναι μια ιστορία που πλάστηκε από τους ανθρώπους για να έχουν κάτι να λένε τις ήσυχες νύχτες του νησιού τους; Έτσι κι αλλιώς, είναι μακριά από τον έξω κόσμο που παλεύει με το «ζούδι» (ευθεία παραπομπή στην πρόσφατη πανδημία), ενώ κανένας χάρτης δεν μπορεί να πληροφορήσει για την ύπαρξη του νησιού, το οποίο λογικά πρέπει να ανήκει στη Χιλή, αλλά μπορεί και όχι.
Οι νησιώτες, τώρα που έχουν ξεμπλέξει από τους τουρίστες που τους λησμόνησαν, μαζεύονται σε ένα καφενείο που είναι ένα ξεβρασμένο καράβι που γέρνει (!) και λένε ιστορίες. Υπάρχει ένα «εμείς» παράλληλα με το «εγώ» των δύο αδελφών. Αυτό το «εμείς» παραπέμπει στην έννοια της κοινότητας που μαζεύεται, γίνεται ένα σώμα και μια ψυχή μέσω των αφηγήσεων που τις αναπλάθουν όλοι, μηδενός εξαιρουμένου. Ανάμεσα στα δύο αδέλφια στέκει η παρουσία, και τώρα απουσία, μιας γυναίκας. Της Αργεντινής Μιλένα, η οποία θα μαγέψει και τους δύο (με διαφορετικό τρόπο), θα έρθει στο νησί και στη συνέχεια θα πεθάνει. Πώς; Τυπικά πνίγηκε, αλλά στη συνέχεια μαθαίνουμε κάτι άλλο: το μεγάλο μυστικό που κουβαλάει ο Χουλιάν.
Η καμπάνα δεν βρέθηκε ποτέ, αν και το προσπάθησαν τα δύο αδέλφια. Μόνο καμιά φορά, ανάλογα με τη φορά του ανέμου, χτυπάει και προειδοποιεί τους κατοίκους.
Είναι ο ίδιος που έχει προτείνει δίπλα στο αρχοντικό του να φτιαχτεί ένα νεκροταφείο που δεν θα θάβονται τα σώματα των νεκρών, αλλά οι ψυχές τους για να μην ξεχαστούν από τους συγχωριανούς τους. Εκεί θα «τοποθετούνται» οι άνθρωποι που τους πήρε η θάλασσα ή πέθαναν μακριά από το νησί και δεν κατάφεραν να επιστρέψουν ποτέ. Τα δύο αδέλφια τα δένει το κοινό αίμα, η απόσταση που τώρα έγινε δύσκολη εγγύτητα και μια χρυσή καμπάνα που βρίσκεται στον πάτο της θάλασσας, παλαιό ενθύμιο που άφησαν οι πειρατές όταν προσπάθησαν να καταλάβουν το νησί. Πού να ήξεραν πως τα νερά του πετούν φλόγες (!) και το προστατεύουν; Η καμπάνα δεν βρέθηκε ποτέ, αν και το προσπάθησαν τα δύο αδέλφια. Μόνο καμιά φορά, ανάλογα με τη φορά του ανέμου, χτυπάει και προειδοποιεί τους κατοίκους.
Η πολιτική κατάσταση
Κάπου μακριά τους, επίσης, η πολιτική κατάσταση της Χιλής φτάνει στα αυτιά τους ως μακρινός απόηχος. Η δικτατορία του Πινοσέτ, ο Αλιέντε, αλλά και οι πρόσφατες διαδηλώσεις με αφορμή το δημοψήφισμα για το νέο Σύνταγμα της χώρας. Βέβαια, ο Μοντέρο δεν είναι πολιτικός συγγραφέας, επομένως δεν δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα σε αυτά τα γεγονότα και, ίσως, δεν θα χρειαζόταν καν να τα αναφέρει, από τη στιγμή που δεν αλλάζουν τη ζωή των νησιωτών, σε αντίθεση με τις ιστορίες που τους κάνουν να αισθάνονται σιμά ο ένας με τον άλλον. Οι ζωές τους αποκτούν υπόσταση και ουσία μόνο όταν αφηγούνται όσα συνέβησαν παλιά και όσα φαντάστηκαν ότι συνέβησαν. Σε αυτό τον «χορό» των διηγήσεων μετέχουν και τα δύο αδέλφια, με καλύτερο τον Χουλιάν, που έχει το χάρισμα του αφηγητή. Ο ξενομπάτης Χερόνιμο (αισθάνεται διαρκώς πως δεν ανήκει σε αυτή την κοινότητα) ξέρει να γράφει ιστορίες, αλλά όταν καλείται να τις πει, τραυλίζει.
Δεν χρειάζεται να σημειώσουμε, έπειτα από όλα αυτά, πως το μυθιστόρημα του Μοντέρο είναι ιστορίες μέσα σε ιστορίες μέσα σε ιστορίες. Όποια λέξη και αν σηκώσεις, από κάτω θα βρεις μια ιστορία. Άλλωστε, και η θάλασσα αυτόν τον συμβολισμό φέρει. Τα κύματα των λέξεων σκάνε στην παραλία του νησιού και αποκτούν σώμα. Επομένως, δεν γίνεται να μην αφεθείς στον ρυθμό που στήνει ο Μοντέρο, μη γνωρίζοντας τι σου επιφυλάσσει στην επόμενη σελίδα. Τα δύο βιβλία του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά μάς κάνουν να καταλάβουμε πως έχουμε να κάνουμε με έναν μανιώδη hablador, αρκεί αυτό να μην γίνει μανιέρα στα επόμενα έργα του. Η μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου είναι καθόλα άρτια και συμβατή με το κλίμα και το ύφος του Χιλιανού συγγραφέα.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αντρές Μοντέρο είναι συγγραφέας και προφορικός αφηγητής. Έχει γράψει τα βιβλία Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή, Taguada και Tony Ninguno, καθώς και εφηβικά βιβλία και το δοκίμιο Por qué contar cuentos en el siglo XXI. Το 2017 ο συγγραφέας έλαβε το βραβείο Elena Poniatowska, που απονέμεται στο καλύτερο μυθιστόρημα ισπανόφωνης λογοτεχνίας της χρονιάς (Premio Iberoamericano de Novela Elena Poniatowska) στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στην Πόλη του Μεξικού, για το έργο του Tony Ninguno.

Έχει επίσης τιμηθεί με το βραβείο Marta Brunet και το Βραβείο της Πόλης του Σαντιάγο για το εφηβικό Alguien toca la puerta. Για το Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή απέσπασε το Βραβείο της Ακαδημίας Γλώσσας της Χιλής και το Βραβείο της Πόλης του Σαντιάγο. Διευθύνει τη Σχολή Λογοτεχνίας και Προφορικής Παράδοσης Casa Contada.























