
Για το μυθιστόρημα «Σάτρι» (μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Gutenberg) του Κόρμακ ΜακΚάρθι. Εικόνα: Ο ΜακΚάρθι το 1973, έξι χρόνια πριν την πρώτη κυκλοφορία του «Σάτρι».
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Ένα πρωί ο πρωτόπλαστος ξύπνησε στον κήπο της Εδέμ και αφουγκράστηκε. Σιωπή. Άρχισε να περιφέρεται ολόγυρα, ανακαλύπτοντας ότι ο Πατέρας έχει εγκαταλείψει τη δημιουργία του. Παρατήρησε ότι ο κάποτε ανθισμένος κήπος άρχισε να σαπίζει και να εξαθλιώνεται χωρίς τη ζωογόνα παρουσία του Θεού. Όχι μόνο αυτό, αλλά σταδιακά ξεκίνησαν να εμφανίζονται άλλα πλάσματα σαν τον ίδιο. Οι πύλες μετά την εσπευσμένη αναχώρηση του μητραλοία Δημιουργού παρέμειναν ανοιχτές, με αποτέλεσμα να συρρέουν ομαδικά στον έρημο τόπο όντα ποταπά και λερά, κουβαλώντας μαζί τους πόνο και οργή. Κάποια βράδια, υποχρεωμένοι να συνυπάρξουν, μοιράστηκαν την ίδια φωτιά, ξεκινώντας να λένε τις ιστορίες τους – αυτό ήταν το μόνο που τους ξεχώριζε από τα άμυαλα κτήνη ολόγυρα. Ο πρωτόπλαστος, ονόματι Σάτρι, κάθισε μαζί τους, έτοιμος να διηγηθεί τη δική του.
Το έργο
Το Σάτρι του Κόρμακ ΜακΚάρθι (μεταφρασμένο για πρώτη φορά στα ελληνικά από τον έμπειρο και αξιόπιστο Γ. Κυριαζή) είναι η ιστορία ενός άντρα, του Κορνήλιου Σάτρι, που κατοικεί σε πλωτή καλύβα επί του του ποταμού Τενεσί λίγο έξω από το Νόξβιλ της πολιτείας Τενεσί. Ταυτόχρονα είναι και η ιστορία των ανθρώπων που ζουν παραποτάμια όσο και στην κακόφημη συνοικία McAnally της πόλης. Η ανθρωπογεωγραφία, όπως ευσύνοπτα λέγεται, είναι αυστηρά… μονοποικιλιακή κι ας εκτείνεται σε αριθμό συμπεριλαμβάνοντας μεγάλο δείγμα ανθρώπων. Κατά βάση είναι του ίδιου είδους, όντα προερχόμενα από το ίδιο σαθρό καλούπι, παιχνίδια χαλασμένα, τα οποία κανείς δεν κατόρθωσε να συναρμολογήσει σωστά και εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους να περιδιαβαίνουν σε ανοίκειους χώρους μέχρι να χαλάσουν και να πεταχτούν στα σκουπίδια.
Οι χαρακτήρες στο Σάτρι σκιαμαχούν ως σκιές και περιφέρονται ως ανέστια φαντάσματα εν μέσω χαλασμάτων, παρόχθιων κατασκευών, άθλιων παραπηγμάτων, όπου συναντούν τις ομοούσιες φασματικές μορφές, μέχρις ότου ο ποταμός που θα σηκωθεί θα τους παρασύρει ή η καταιγίδα θα τους πετάξει κάπου μακριά.
Εν τω μέσω κυλά ο ποταμός – σάπιος, βρόμικος, γεμάτος βουρκόψαρα μη φαγώσιμα παρά μόνο από εκείνους που παροικούν τις όχθες του. Ποτάμια πλάσματα κι άνθρωποι καταναλώνουν ο ένας τον άλλον, αφού συχνά οι πρώτοι καταλήγουν στα βάθη του – ένας ατέρμονος κύκλος, ακόμα ένας, όπου το ποτάμι που τρέφει τους παρίες τρέφεται από εκείνους, διαιωνίζοντας τη συνθήκη. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι πρόκειται περί αρμονικής συμβίωσης, εάν βεβαίως θα ήταν έτοιμος να αφήσει οριστικά και αμετάκλητα πίσω του τους κανόνες της συνήθους αστικής συμβίωσης με τους κανόνες και τις παραδοχές του. Εξίσου σημαντικό είναι να ξεχάσει μαζί με την έννοια του χώρου (ο βούρκος εντός και εκτός ποταμού ως μόνιμη παρουσία) κι εκείνη του χρόνου. Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’50 όπως μαθαίνουμε κάποια στιγμή, αλλά είναι προφανές ότι στην κόλαση δεν υπάρχει χρόνος – εφόσον υπήρχε, τότε το μαρτύριο θα είχε μια αρχή και πιθανώς κι ένα τέλος. Στο Σάτρι όμως ουδείς ασχολείται ή ενδιαφέρεται για τον χρόνο που περνά, αφού το μαρτύριο της επιβίωσης (ζωή δεν υπάρχει παρά ως μακρινή υπόσχεση για τους απέξω) ξεκινά με τη γέννηση και ολοκληρώνεται με τον θάνατο, ο οποίος βέβαια δεν έρχεται απαραίτητα στο τέλος της διαδρομής, αλλά βιώνεται τακτά στο μεσοδιάστημα της ύπαρξης. Απλά κάποια στιγμή κάποιος θα παρατηρήσει μια απουσία και θα την αναφέρει στους συνδαιτημόνες για να λάβει μια εικασία ως απάντηση, η οποία θα ξεχαστεί σύντομα.
Οι συνδαιτημόνες στο τραπέζι της αθλιότητας δεν είναι άνθρωποι όπως εμείς τους φανταζόμαστε, παρά σκιές. Όχι πως δεν έχουν υπόσταση -ο υπέροχος ΜακΚάρθι δεν σερβίρει ιδέες υπό μορφή χαρακτήρων για να καλύψει την απουσία ταλέντου, αφού η πένα του είναι πιο κοφτερή από το σπαθί και εισέρχεται με χαρακτηριστική ευκολία στην ψυχοσύνθεση όποιου από τους αντιήρωες επιθυμεί –, όμως την ίδια στιγμή οφείλουν να διαθέτουν την ελαφρότητα εκείνων που δεν έχουν γήινο βάρος, δεν είναι κολλημένοι στην αστική ζωή, η οποία περιχαρακώνεται από θεσμοθετημένα όρια και διαθέτει ιδιοκτησία. Οι χαρακτήρες στο Σάτρι σκιαμαχούν ως σκιές και περιφέρονται ως ανέστια φαντάσματα εν μέσω χαλασμάτων, παρόχθιων κατασκευών, άθλιων παραπηγμάτων, όπου συναντούν τις ομοούσιες φασματικές μορφές, μέχρις ότου ο ποταμός που θα σηκωθεί θα τους παρασύρει ή η καταιγίδα θα τους πετάξει κάπου μακριά. Οι ψυχές αυτές είναι αβαρείς, γιατί δεν αφήνουν αποτύπωμα πουθενά στο διάβα τους, δεν κατέχουν τίποτα, δεν είναι καταγεγραμμένες, δεν ζουν ανάμεσά μας, απλά υπάρχουν και ξαφνικά αποχωρούν. Στο ενδιάμεσο, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, συμβιώνουν και συνυπάρχουν με τους ομοίους τους. Αυτή την ιστορία (τους) διαβάζουμε στο βιβλίο.
Ο ΜακΚάρθι δεν ρομαντικοποιεί και δεν εξωραΐζει τους παρίες του, δεν επιζητά εξάλλου τον οίκτο του αναγνώστη, ούτε επιθυμεί να διδάξει κάτι, να κατακεραυνώσει την κοινωνική ανισότητα ή το σύστημα, κι εδώ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Αυτό το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί επιφανειακά ως κάποιου είδους κοινωνική κριτική στην αποτυχία του «Αμερικανικού Ονείρου» κι όλα αυτά τα απλοϊκά μοτίβα που αναμένει το ανώριμο κοινό από οκνηρούς κριτικούς, προκειμένου να δικαιώσει τα έτοιμα σχήματα που έχει στο κεφάλι του και να ικανοποιηθεί με τις προβλέψιμες κρίσεις του. Θεωρώ ότι θα ήταν μέγιστη αδικία απέναντι στον συγγραφέα και το βιβλίο εάν περιορίζαμε την κριτική σε αυτό το παιδαριώδες επίπεδο. Είναι εξάλλου ένας από τους βασικούς λόγους που αν κι ο χρόνος και ο χώρος είναι σαφείς, η ατμόσφαιρα, η δομή, το εύρος και η ανάπτυξη των χαρακτήρων παραμένουν άχρονα και ου-τοπικά. Ο αναγνώστης βεβαίως έχει όλη την ελευθερία να γειώσει το βιβλίο στο προκάτ σχήμα, αλλά ο συγγραφέας για άλλο τόπο έχει ανοίξει τα πανιά του.
Τι ακριβώς επιζητά; Καταρχάς, οφείλω να κάνω έναν διαχωρισμό μεταξύ των σκιών που κατακλύζουν τον κάτω κόσμο και του Οδυσσέα Σάτρι που ταυτόχρονα τους επισκέπτεται αλλά βρίσκεται κι αυτός θαμμένος εκεί. Είναι σημαντική αυτή η διάκριση για τον εξής λόγο: εφόσον όλοι οι ήρωες ομού με τον πρωταγωνιστή περιφέρονταν ως φαντάσματα, το έργο θα έχανε το βάρος και θα ίπτατο στον χώρο του συμβολικού/ φανταστικού. Είναι ο βαρυτικός όγκος του Σάτρι, του Οδυσσέα που ήρθε από τον πάνω κόσμο (μορφωμένος, από αστικό περιβάλλον) μετοικώντας οριστικά στους κύκλους της κόλασης. Με σημαντική διαφορά, ότι οι άλλες ψυχές δεν είναι εκείνες ηρώων αλλά κατεστραμμένων θνητών, ενώ βεβαίως δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής στην προτέρα κατάσταση πραγμάτων – άπαξ και εισήλθε στην κόλαση, αφήνει και την ελπίδα οριστικά πίσω του. Όμως για να επανέλθω, ο Σάτρι προσδίδει το απαραίτητο μυθιστορηματικό βάρος στο έργο. Είναι η δική του οπτική που παρακολουθούμε, οι δικές του εξωτερικές και εσωτερικές συγκρούσεις που προσδίδουν βάθος και ουσία σε έναν κόσμο που δεν αλλάζει, που παραμένει όπως ο βούρκος στάσιμος. Η λέξη κλειδί είναι το «στάσιμος» στο μακροσκελές κείμενο, αφού όλα παραμένουν αναλλοίωτα κι επομένως επαναλαμβανόμενα, ακόμα κι όταν δείχνουν να οδηγούνται σε σύγκρουση και σε οριακές εξάρσεις αχαλίνωτης βίας. Την ίδια εκείνη στιγμή της κορύφωσης ακολουθεί η στασιμότητα κι όλα επανέρχονται στην αρχή του κύκλου που είναι και τέλος.
Ο μόνος που διαρρηγνύει τον ατέρμονο κύκλο της επανάληψης είναι ο Σάτρι – αν όχι με τις πράξεις του που ακολουθούν εκείνες των άλλων, ακόμα κι όταν δείχνει διάθεση φυγής (επιστρέφει πάντα πίσω), αλλά με τις σκέψεις του. Και ο Οδυσσέας του Ομήρου (στον «Επιβάτη» ήταν ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες) δίνει τη θέση του στον Άμλετ και τον Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ. Όταν γύρω του τα στοιχεία της φύσης λυσσομανούν, ο άντρας στέκει ορθός και ταυτόχρονα τσακισμένος, ένας προδομένος αποστάτης της ανθρώπινης μοίρας και παρακαλεί τη φύση (ο Θεός σιωπά σε όλη τη διάρκεια, δεν εισακούει τις επικλήσεις) να του χαρίσει επιτέλους το πολυπόθητο coup de grâce καίγοντας το θνητό σαρκίο και απελευθερώνοντας την ψυχή. Προφανώς δεν θα εισακουστεί ούτε η δική του προσευχή, όπως κανενός άλλου – κολλημένοι στο limbo αναμένουν μια τελεσίδικη απόφαση που δεν θα απαγγελθεί ποτέ, αφού κανείς δεν βρίσκεται στην έδρα, ενώ οι καταδικασμένοι έχουν πλημμυρίσει την αίθουσα και τα θεωρεία.
Ο Θεός απουσιάζει και τα τυφλά, χωλά πλάσματά του περιφέρονται εξαθλιωμένα στην έρημη γη περιμένοντας να επιστρέψουν στον βούρκο από όπου ξεπήδησαν, ποιος ξέρει για ποιον σαδιστικό σκοπό.
Ο Σάτρι παραμένει, εντούτοις, το νευραλγικό κέντρο του βιβλίου, ο μαγνητικός πόλος γύρω από τον οποίο συγκλίνουν και αποκλίνουν οι υπόλοιποι χαρακτήρες. Η παρουσία του φωτίζει τους χώρους και τους ανθρώπους, προσδίδοντάς τους το απαιτούμενο μυθιστορηματικό υπόβαθρο ώστε να αποκτήσουν τρεις διαστάσεις, αντί να παραμείνουν χάρτινες φιγούρες που απλά ανταποκρίνονται στην παρουσία του Σάτρι, επιστρέφοντας στη συνέχεια στη νάρκη του αναπληρωματικού. Ο νεαρός λοξός Τζιν Χάρογκεϊτ προσκολλάται στον Σάτρι, αφού είναι ο μόνος ο οποίος τον φροντίζει, συχνά διακινδυνεύοντας την ασφάλειά του. Η ψυχική ασθένεια θα τον οδηγήσει σε κωμικοτραγικές απόπειρες όπως το σκάψιμο ενός τούνελ κάτω από την πόλη, προκειμένου να διαρρήξει τις τράπεζες, το οποίο θα έχει βέβαια θλιβερά αποτελέσματα για τον ίδιο ή ακόμα την απελπισμένη προσπάθεια να κλέψει τα κέρματα από τα τηλέφωνα της περιοχής που θα καταλήξουν στον εγκλεισμό του στη φυλακή. Εάν ο Σάτρι είναι το βάρος, ο Χάρογκεϊτ είναι η ελαφρότητα κι ο αντίποδας, ο Φάλσταφ (ο αναρχικός βιταλιστής, αρνητής των πάντων) του Άμλετ, η υπενθύμιση στον αναγνώστη ότι και η κόλαση έχει τον γελωτοποιό της - ας μην αντιλαμβάνεται ο ίδιος ότι επιτελεί τον ρόλο αυτόν.
Ο Σάτρι αποδεικνύεται φιλέταιρος, σταθερός και συντροφικός, ακόμα και εις βάρος της δικής του ηρεμίας και ασφάλειας, κι ας φαντάζει ο μόνος νουνεχής εν μέσω ανεπίγνωστων και αυτοκαταστροφικών ανθρώπων. Την ίδια στιγμή όμως που στέκει ήρεμος απέναντι στη λαίλαπα των δαιμονισμένων, προσφέροντας στήριξη και συμβουλές, αίφνης ο αυτοκαταστροφικός του χαρακτήρας, η κρυφή πληγή ανοίγει και το πύον ξεχύνεται άτακτα. Ο Σάτρι μεθά, μπλέκει σε καυγάδες, έκνομος εν μέσω παράνομων, προτιμά πάντα να στηρίξει εκείνους που βρίσκονται εκτός των τειχών, αναλαμβάνοντας το ρίσκο και πληρώνοντας το τίμημα. Η κυκλικότητα των κρίσεων τον βρίσκει κάθε φορά νηφάλιο να επιχειρεί να ξαναστήσει τη θλιβερή καθημερινότητα στον ποταμίσιο βούρκο, μέχρι να κληθεί ξανά να παίξει τον ρόλο του στην παράσταση των κολασμένων. Το παρελθόν του είναι νεφελώδες και σκοτεινό, ενώ η παρουσία κάποιων συγγενικών προσώπων και της δικής του οικογένειας από την οποία παραιτήθηκε, δεν προσφέρουν την παραμικρή παρηγοριά, παρά μόνο πρόσθετο πόνο ματαιότητας και απώλειας. Ο ΜακΚάρθι εμμένει στην περιγραφή της ατέρμονης κυριαρχίας του παρόντος, προφυλάσσοντας το κέντρο κι απομακρύνοντας την περιφέρεια, η οποία μπορεί μόνο να εκτρέψει τον αναγνώστη από το βασικό αφήγημα – ουδεμία σημασία έχει πώς φτάσαμε ως εδώ, αφού στην περίπτωση που εισήλθαμε κάποτε, υπάρχει πάντα η ελπίδα να εξέλθουμε.
Οι γυναίκες που θα τον προσεγγίσουν (η νεαρή κόρη ενός αλιέα οστράκων και μια πόρνη με διαταραγμένο ψυχισμό) είναι πλάσματα του κάτω κόσμου, οπότε η επαφή μαζί τους αναπόφευκτα θα έχει τραγική κατάληξη – όπως όλα στον κόσμο των σκιών που μοιράζονται οι καταραμένοι με τις φρούδες ελπίδες ευτυχίας. Ο έρωτας δεν δύναται να ανθήσει στην κοπριά όπου φύονται αποκλειστικά τα παράσιτα, προτού ποδοπατηθούν κι εκείνα βάναυσα. Ο έρωτας, αυτή η αποκαλυπτική και εσωτερική εμπειρία που αναμορφώνει τον άνθρωπο, δεν μπορεί να έχει νόημα σε έναν κόσμο από τον οποίο απουσιάζει οποιαδήποτε ελπίδα, εφόσον οι μετέχοντες παραμένουν απλά απόμακρες σκιές και η εγγύτητα είναι αποκλειστικά εκείνη του συμφέροντος ή της ανάγκης. Ο Σάτρι, εντούτοις, προσπαθεί συνεχώς να μην αποκοπεί από την ανθρωπινότητά του, κι ας ματαιπονεί, ας αποτυγχάνει κάθε φορά.
![]() |
|
Το ανάπτυγμα του εξωφύλλου της πρώτης έκδοσης του «Σάτρι» που κυκλοφόρησε το 1979 με φωτογραφία του συγγραφέα στο οπισθόφυλλο. |
Κάποιες από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές του βιβλίου προέρχονται από τη συναναστροφή του Σάτρι με τους γείτονες και συνοδοιπόρους του. Πολλά τα παραδείγματα, αλλά θα σταθώ σε κάποια ελάχιστα κι ενδεικτικά, όπως τον διάλογο με τον ρακοσυλλέκτη, όπου ο Σάτρι ρωτάει τον γέροντα αν πιστεύει στον Θεό και τι θα τον ρωτήσει όταν πεθάνει, για να λάβει την απάντηση: «Και τότε θα τον ρωτήσω. Γιατί με έριξες εδώ κάτω σ’ αυτόν το βούρκο, τέλος πάντων; Αφού δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα». Την ίδια στιγμή ο αναγνώστης κατανοεί το προφανές: ο γέρος ρακοσυλλέκτης μετατρέπεται σε πανανθρώπινο σύμβολο. Κανείς μας δεν ζήτησε να βρεθεί «σ’ αυτόν τον βούρκο» κι ελάχιστοι θα μπορούσαν να υπερηφανευθούν εν πάση ειλικρίνεια ότι «τα έβγαλαν πέρα». Όταν κάποιο καιρό μετά επισκέπτεται τον ρακοσυλλέκτη στην καλύβα του, βρίσκοντάς τον νεκρό, η αντίδραση του Σάτρι δεν είναι η αναμενόμενη – θα τον θρηνήσει καθυβρίζοντάς τον, περιφρονώντας τον, όπως αξίζει σε έναν κολασμένο, όπως θα άξιζε και στον ίδιο, με λόγια που όμως λαμβάνουν μεγαλειωδώς τραγικές διαστάσεις, υπενθυμίζοντάς μας αυτό που τελικά είμαστε, όχι εκείνο που φανταζόμαστε: «Δεν έχεις δικαίωμα να είσαι τόσο άθλιος…» για να καταλήξει στο μηδενιστικό «Δεν υπάρχει κανείς να ρωτήσει, έτσι δεν είναι; Δεν υπάρχει…». Ο Θεός απουσιάζει και τα τυφλά, χωλά πλάσματά του περιφέρονται εξαθλιωμένα στην έρημη γη περιμένοντας να επιστρέψουν στον βούρκο από όπου ξεπήδησαν, ποιος ξέρει για ποιον σαδιστικό σκοπό.
Ο Σάτρι θα επιχειρήσει μία μοναδική φορά να αποσυρθεί από τον παραποτάμιο κόσμο κι εκείνον της εξαθλιωμένης γειτονιάς που κατοικούν οι παράνομοι. Θα αναζητήσει τη γαλήνη στα βουνά και την άγρια φύση, μακριά από τον «πολιτισμό». Πρόκειται για μυστικιστική εμπειρία που θα τον φέρει αντιμέτωπο με την εξάντληση και τον θάνατο, μια προσπάθεια εσωτερικής αφύπνισης και κάθαρσης, από την οποία όμως δεν θα μπορέσει να βγει νικητής, αφού θα υποχρεωθεί να επιστρέψει εκ νέου από εκεί που ξεκίνησε. Σε μια ύστατη στιγμή αυτογνωσίας που όμως θα μετατραπεί σε ομολογία ήττας θα ουρλιάξει στο χάος της καταιγίδας: «Ἂν ὑπάρχει νοῦς πίσω ἀπ᾿ τὰ στοιχεῖα αὐτῆς τῆς γῆς. Κάνε κάρβουνο τοῦτα τὰ κόκαλα. Ἂν μπορεῖς, ἂν μπορεῖς. Ἕνα καψαλισμένο κουρέλι στὴ βροχή». Ο αναγνώστης θα σκεφτεί αμέσως τον Βασιλιά Ληρ και την καταιγίδα που μαίνεται εντός του, την προδοσία και την απομόνωση. Ο βιβλικός ήρωας του ΜακΚάρθι όμως θα προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα και θα ζητήσει από το κενό (προκαλώντας τον Θεό να εμφανιστεί, κάτι που δεν θα γίνει ποτέ) την αυτοκαταστροφή του, αφού για εκείνον δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική επιστροφή στην ανθρώπινη οικογένεια.
Ο Σάτρι οδεύοντας προς το τέλος, θα συνεχίσει να περιφέρεται, συναναστρεφόμενος τους περιοίκους όσο αυτοί εισέρχονται και εξέρχονται από τη σκηνή, μέχρις ότου θα ασθενήσει κι ο ίδιος βαριά. Θα μεταφερθεί ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο, σε κατάσταση παραληρήματος, έρμαιο φαντασιώσεων, με τα όνειρα να εναλλάσσονται με εφιάλτες. Μαθαίνουμε ότι ο πρωταγωνιστής θα επιβιώσει, επιστρέφοντας στην καλύβα του, αλλά αποφασισμένος να αφήσει πίσω του το Νόξβιλ δια παντός. Θα αποχαιρετήσει έναν από τους συνοδοιπόρους και θα πάρει τον δρόμο. Στην επόμενη σκηνή θα εμφανιστεί ένα ασθενοφόρο που θα σταματήσει έξω από την καλύβα του, για να μεταφέρει ένα πτώμα σε σήψη. Οι τρεις νεαροί μαύροι που παρατηρούν θα μας πληροφορήσουν ότι «Ο Σάτρι δεν έχει πεθάνει». Οι τελευταίες παράγραφοι αποτελούν τον επίλογο. Ο Σάτρι με τη βαλίτσα στην άκρη του δρόμου, μέσα στην κάψα, περιμένει να τον παραλάβουν. Ένα στοργικό χέρι θα του προσφέρει δροσερό νερό, κι αυτή θα είναι η ύστατη πράξη καλοσύνης από συνάνθρωπο, αφού βλέπει ήδη τον εαυτό του «μέσα σε πηγάδια καυτού κοβαλτίου». Σε λίγο θα σταματήσει μπροστά του ένα αυτοκίνητο, χωρίς να το έχει ζητήσει ο ίδιος. Ο οδηγός θα πει απλά «Πάμε» και ο Σάτρι θα μπει μέσα, «σαν έτοιμος από καιρό», για τον τελευταίο προορισμό «πολύ μακριά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση, μακριά πολύ κι’ από τους μαύρους κολασμένους». Η προειδοποίηση του ΜακΚάρθι θα ηχήσει σαν καμπάνα στην ακροτελεύτια φράση, συμβολική αναφορά στα άγρια σκυλιά του «Κυνηγού» που καραδοκούν στο δάσος δίπλα στην εξαθλιωμένη πόλη: «Κοίτα να τους ξεφύγεις». Εκείνος δεν μπόρεσε.
Το ύφος
Διαφορετικό και ταυτόχρονα αναγνωρίσιμο σε σχέση με τα υπόλοιπα έργα του, το «Σάτρι» στέκει αυτόνομα, επαναφέροντας όπως κάθε βιβλίο του συγγραφέα την αναγνωστική απόλαυση της σκοτεινής πλευράς. Ο ανέλπιδος κόσμος του ΜακΚάρθι πατάει γερά στις λογοτεχνικές παραδόσεις, χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για υφολογικές καινοτομίες – ο ρεαλισμός στην αφήγηση και τους διαλόγους παραμένει το βασικό δομικό υλικό, το οποίο κατά καιρούς διασπάται από μοντερνιστικές πινελιές στη λυρική απεικόνιση της κακόβουλης, ας πούμε, φύσης ως μετείκασμα της εσωτερικής κόλασης. Ο πλούτος των εκφραστικών μέσων, ο ποιητικός οίστρος που καθηλώνει με την απεριόριστη φαντασία του και την πολύμορφη ποικιλία του τον έκθαμβο αναγνώστη, δηλώνουν ξεκάθαρα ότι ο Μαέστρος μεγαλουργεί κατά βούληση.
Η γλώσσα θαρρείς πως τεντώνεται, ξετυλίγεται και εμπλουτίζεται για να χωρέσει στο κάδρο της όλα εκείνα που οφείλουν να αναμοχλευτούν. Η αρχέγονη φρίκη της ύπαρξης μπορεί να αποδοθεί πολλαπλά. Εάν ένας Κόνραντ την τοποθέτησε συμβολικά εκτός «πολιτισμού», στη ζούγκλα που καταλήγουν οι παραπόταμοι, κινούμενοι πάντα προς τα μέσα αντίθετα προς το ρεύμα, ο ΜακΚάρθι δεν έχει ανάγκη κανέναν συμβολισμό.
Η μεγάλη έκταση του βιβλίου -εάν θα ήθελα να εντοπίσω κάποιο μειονέκτημα- η οποία έχει ως αποτέλεσμα -ιδίως προς το μέσο- την επαναληπτικότητα κυρίως στα διαλογικά μέρη όπου ο Σάτρι συναγελάζεται με το πλήθος των κολασμένων, εν τέλει δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα, ιδωμένη συνολικά με την ολοκλήρωση. Ο βασικός λόγος είναι ότι διαθέτει, παραδόξως για τα δεδομένα του συγγραφέα, χιούμορ, αφού οι μετέχοντες δεν θα μπορούσαν εξ ορισμού να πάρουν σοβαρά τον εαυτό τους και ο ικανός συγγραφέας αδιαφορεί παντελώς όπως είπαμε για διδακτισμό ή ωραιοποίηση των ανθρώπων και των καταστάσεων. Το κωμικοτραγικό της ανθρώπινης συνθήκης δεν εκπίπτει ποτέ στην παρωδία, αλλά πολύ απλά παρατίθεται και κατατίθεται ως αντίδοτο στην ευκολία της ωραιοποίησης – τίποτα καλαίσθητο δεν περιγράφεται στο έργο αυτό, παρεκτός της φωνής του συγγραφέα, ο οποίος παραμένει εξ αποστάσεως παντογνώστης, ο ίδιος Θεός εν απουσία του Δημιουργού.
Κι αν από ένα σημείο και μετά η επανάληψη των μοτίβων πιθανώς να καταστεί κουραστική, έρχονται τα κύματα της μακαρθικής βιρτουοζιτέ, τα φοκνερικής (ο Δάσκαλος όλων) έμπνευσης λεκτικά σχήματα, οι παρομοιώσεις, η αδιατάρακτη εναλλαγή δευτερευουσών προτάσεων σε παράταξη, εκτεινόμενες σε μέγεθος παραγράφου. Η γλώσσα θαρρείς πως τεντώνεται, ξετυλίγεται και εμπλουτίζεται για να χωρέσει στο κάδρο της όλα εκείνα που οφείλουν να αναμοχλευτούν. Η αρχέγονη φρίκη της ύπαρξης μπορεί να αποδοθεί πολλαπλά. Εάν ένας Κόνραντ την τοποθέτησε συμβολικά εκτός «πολιτισμού», στη ζούγκλα που καταλήγουν οι παραπόταμοι, κινούμενοι πάντα προς τα μέσα αντίθετα προς το ρεύμα, ο ΜακΚάρθι δεν έχει ανάγκη κανέναν συμβολισμό. Η αγωνία έχει πλέον εγκατασταθεί για τα καλά στις παρυφές της πόλης, διαβρώνοντας με την ισχύ της τον αστικό ιστό, μολύνοντας τα ύδατα και τους περιοίκους. Η αλληλουχία των εικόνων, εκλεπτυσμένης γραφής για να περιγράψει πλέρια το μιαρό, αποτελεί τη συγγραφική αιχμή του συγγραφέα. Ποιος εξάλλου θα τολμούσε να ισχυριστεί ότι η ποίηση υπάρχει μόνο για να υμνεί το κάλλος, όλα όσα φωτίζει ο ήλιος της δημιουργίας; Στις σκιές κρύβεται η θαλπωρή, η προσδοκία της λύτρωσης για εκείνους που γεύτηκαν τον απαγορευμένο καρπό της ζωής και στη συνέχεια εκδιώχθηκαν για πάντα από τον Παράδεισο.
Για εκείνους έγραφε ο ΜακΚάρθι, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της άνυδρης δημιουργικά εποχής μας, κι ας μην τιμήθηκε με το Νόμπελ των μετρίων και των περιστασιακών επικαιρογράφων. Απευθείας απόγονος γιγάντων (Όμηρος, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Μέλβιλ, Φόκνερ) τόλμησε να συνεχίσει στα βήματά τους, αδιαφορώντας για τα «σύγχρονα θέματα», τις οπτικές και τα ενδιαφέροντα των υπόλοιπων που αναζητούν σκοπό στην επικαιρότητα. Παρέμεινε ρετρό, αναχρονιστικός (μέχρι πρόσφατα οι περισσότεροι νόμιζαν ότι είναι ένας Αμερικανός συγγραφέας που έγραφε γουέστερν) μιας και τελικά είναι ελάχιστα τα θέματα για τα οποία αξίζει να γράψει κάποιος, βαδίζοντας στον μοναχικό δρόμο πέρα από τον Αιματοβαμμένο Μεσημβρινό.
Υ.Γ.
Στο βουνό που έχει καταφύγει μαίνεται η καταιγίδα, ολόγυρα πέφτουν οι αστραπές. Έχοντας πρώτα ζητήσει ανέλπιδα από τον απόντα Δημιουργό να καταστρέψει το άθλιο δημιούργημά του, τον ίδιο, ο αποσυνάγωγος Βασιλιάς Σάτρι αναρωτιέται: «Είμαι τέρας; Έχω μέσα μου τέρατα;». Εφόσον δεν δύναται να επιστρέψει στο μηδέν από το οποίο προήλθε, ο άντρας εκλιπαρεί για μία διαβεβαίωση: ας μην είναι τουλάχιστον τέρας, ας μην είναι το κακό, ας μην έχει μέσα του το κακό. Απάντηση δεν θα λάβει ποτέ και από κανέναν. Θα πρέπει να πορευτεί μισερός, ανάξιος, ελλιπής κι ενοχικός ως το τέρμα της διαδρομής, ελπίζοντας ότι τα τέρατα θα παραμείνουν αλυσοδεμένα στα υπόγεια. Και εάν εσύ αναγνώστη προσεγγίσεις την ιστορία αυτή αφ’ υψηλού, με αίσθημα ηθικής ανωτερότητας, χωρίς να έχεις έστω κάποια στιγμή στη ζωή σου αναρωτηθεί («Είμαι τέρας; Έχω μέσα μου τέρατα;»), να ξέρεις ότι αυτό το βιβλίο δεν προορίζεται για εσένα.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Μπορεῖ νὰ σ᾽ ἀκούσει, εἶπε ὁ Σάτρι.
Μακάρι, εἶπε ὁ ρακοσυλλέκτης. Αγριοκοίταξε στὴν ἄλλη μεριὰ τοῦ ποταμοῦ μὲ τὰ κοκκινισμένα μάτια του τὴν πόλη, ὅπου ἔπεφτε τὸ σούρουπο. Λὲς κι ὁ θάνατος μπορεῖ νὰ κρυβόταν σ᾽ ἐκεῖνα τὰ μέρη.
Κανεὶς δὲ θέλει νὰ πεθάνει.
Σκατά, εἶπε ὁ ρακοσυλλέκτης. Ἐγὼ πάντως τὴν ἔχω σιχαθεῖ τὴ ζωή.
Καὶ θὰ δώσεις ὅ,τι ἔχεις;
Ὁ ρακοσυλλέκτης τὸν κοίταξε καχύποπτα, ἀλλὰ δὲν χαμογέλασε. Δὲ θ᾽ ἀργήσει νά 'ρθει. Οἱ μέρες ἑνὸς γέρου εἶναι σὰν ὧρες.
Καὶ τί γίνεται μετά;
Πότε;
Ἀφοῦ πεθάνεις.
Τίποτε δὲ γίνεται. Ἔχεις πεθάνει.
Κάποτε μοῦ 'πες ὅτι πιστεύεις στὸ Θεό.
Ὁ γέρος κούνησε τὸ χέρι του. Μπορεῖ, εἶπε. Δὲν ἔχω λόγο νὰ πιστεύω ὅτι αὐτὸς πιστεύει σὲ μένα. Ἄ, ἂν μποροῦσα, θά 'θελα νὰ τὸν δῶ μιὰ στιγμή.
Τι θὰ τοῦ ᾿λεγες;
Νομίζω θὰ τοῦ ᾿λεγα: Μισό λεπτό. Στάσου μισό λεπτό πρὶν ἀρχίσεις νὰ μὲ κρίνεις. Προτοῦ πεῖς ὁτιδήποτε, εἶναι κάτι ποὺ θά 'θελα νὰ μάθω. Κι αὐτὸς θὰ μοῦ πεῖ: Τί: Καὶ τότε θὰ τὸν ρωτήσω: Γιατί μ᾿ ἔριξες ἐδῶ κάτω σ᾿ αὐτὸ τὸ βοῦρκο, τέλος πάντων; Ἀφοῦ δὲν μποροῦσα νὰ τὰ βγάλω πέρα.
Ὁ Σάτρι χαμογέλασε. Καὶ τί πιστεύεις ὅτι θὰ σοῦ πεῖ;
Ὁ ρακοσυλλέκτης ἔφτυσε καὶ σκούπισε τὸ στόμα του. Δὲν πιστεύω ὅτι θὰ μπορέσει ν᾿ ἀπαντήσει, εἶπε. Δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ἀπάντηση.

























