
Για τη συλλογή νουβελών του Πατρίκ Μοντιανό (Patrick Montiano) «Η πατίνα του χρόνου» (μτφρ. Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη, εκδ. Ελληνικά γράμματα). Εικόνα: Από την ταινία «Σταθμός αποχαιρετισμού» (1962) του Κρις Μαρκέρ.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Θα μπορούσε να είναι ο υπνωτιστής του παρελθόντος. Ένας ταξιδευτής μέσα στο χρόνο που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να ολοκληρώσει το ταξίδι του, φτάνοντας στον τόπο της παιδικής του ηλικίας, αλλά προσκολλήθηκε στη μαγεία της διαδρομής -πόσο καβαφικό!- αναζητώντας ψήγματα, ενθυμήσεις, περασμένες συναντήσεις, ανθρώπους που χάθηκαν μέσα στην ομίχλη του χρόνου.
Τα βιβλία του Πατρίκ Μοντιανό (με ελάχιστες εξαιρέσεις που λειτουργούν αυτόνομα) οφείλουν να διαβαστούν ως ένα όλον. Το καθένα από αυτά περιέχει ψηφίδες σε ένα παζλ που συνθέτει ο νομπελίστας συγγραφέας όχι σαν ιερουργός, αλλά σαν ντετέκτιβ του παρελθόντος. Να γιατί στα συνήθως ολιγοσέλιδα βιβλία του συναντάμε μια μελαγχολική διάθεση και μια «νουάρ» καρδιά που πάλλεται από μυστήριο.
Όμοια στοιχεία
Πάντα υπάρχει το Παρίσι, η μνήμη, η αβεβαιότητα της ταυτότητας, η ουδέτερη καταγραφή γεγονότων, η επαναληπτικότητα σε οικεία μοτίβα (ονόματα δρόμων, προσώπων, ημερομηνίες, ξενοδοχεία κλπ) και η κυκλική αφήγηση, σαν όλα να επιστρέφουν εκεί από όπου ξεκίνησαν. Υπό αυτό το πρίσμα, η Πατίνα του χρόνου (πόσο εύγλωττος τίτλος) είναι ένας ακόμη ενδιάμεσος σταθμός σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι, στο οποίο μας προσκαλεί ο γάλλος συγγραφέας.
Το corpus του βιβλίου είναι τρεις νουβέλες που φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν ισχύει, όπως αναφέραμε προλογικά. Το κοινό τους σημείο δεν είναι τίποτα άλλο από το πώς το παρελθόν εξακολουθεί να ζει μέσα στο παρόν, δίχως να αφήνει τους «πρωταγωνιστές» του να συνεχίσουν τη ζωή τους.
Η εμμονή του Μοντιανό με την αισθητή δύναμη των περασμένων, σε αυτές τις τρεις νουβέλες καθίσταται βασικό θέμα που δεν επιδέχεται λύσης. Απλώς υπάρχει αναδιατάσσοντας και επηρεάζοντας καίρια τη ζωή των ηρώων και κυρίως του αφηγητή που είναι (σχεδόν πάντα) το alter ego του συγγραφέα.
Η ελληνική έκδοση περιλαμβάνει τις νουβέλες «Αναστολή ποινής», «Άνθη ερειπίου» και «Συφοριασμένη άνοιξη». Στην ουσία, πρόκειται για τρεις εκδοχές συντελεσμένων, πλην μηδέποτε τετελεσμένων, γεγονότων του παρελθόντος.
«Αναστολή ποινής»
Στην «Αναστολή ποινής», ο αφηγητής κάνει ανάποδα βήματα μέχρι να φτάσει στην τρυφερή παιδική ηλικία του. Μαζί με τον αδελφό του βρίσκονται υπό την περίεργη προστασία μιας ομάδας ενηλίκων, σε έναν κόσμο που το παιδί δεν καταλαβαίνει πλήρως. Κάτι που το βλέπουμε πολύ συχνά να επαναλαμβάνεται στα έργα του Μοντιανό, καθώς κάπως έτσι μεγάλωσε και ο ίδιος. Ακούει κουβέντες πίσω από μισόκλειστες πόρτες, βλέπει πρόσωπα, επισκέπτες, νυχτερινές μετακινήσεις, αλλά δεν μπορεί να συνδέσει τα κομμάτια.
Κάπου εκεί βρίσκεται και η «καρδιά» της νουβέλας: το παιδί μεγαλώνει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο από το οποίο δεν αποκομίζει κάποια εδραία πληροφορία που θα του προσφέρει μια όαση «κανονικού» βίου.
Υπό άλλες συνθήκες θα περιμέναμε, ο ενήλικας, πλέον, αφηγητής να έχει όλες τις απαντήσεις. Κι όμως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Εξακολουθεί να γνωρίζει ελάχιστα για εκείνη την περίοδο. Θυμάται σκιές προσώπων ή σπιτιών. Συλλέγει από τα βάθη της μνήμης του σπαράγματα γεγονότων. Σε τέτοιο σημείο που θα έλεγε κανείς πως οι παιδικές του μνήμες μοιάζουν με φωτογραφικό αρνητικό και όχι με μια στατική και αναλλοίωτη φωτογραφία.
Η «αναστολή» του τίτλου δεν αφορά τόσο μια ποινή (καίτοι αυτή υφίσταται), αλλά και ολόκληρη την παιδική ηλικία, σαν να έχει ανασταλεί η κανονική ροή της ζωής. Κάτι τρομερό υπάρχει στο βάθος, αλλά το παιδί συνεχίζει να παίζει, να περιφέρεται, να παρατηρεί. Κάπου εκεί βρίσκεται και η «καρδιά» της νουβέλας: το παιδί μεγαλώνει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο από το οποίο δεν αποκομίζει κάποια εδραία πληροφορία που θα του προσφέρει μια όαση «κανονικού» βίου. Φευ, και όταν θα μεγαλώσει, πάλι δεν θα γνωρίζει τα πάντα για να εκλογικεύσει το παρελθόν του.
«Άνθη ερειπίου»
Στα «Άνθη ερειπίου», η νουάρ διάθεση δίνει τον τόνο στην πλοκή. Ένα νεαρό ζευγάρι αυτοκτονεί στο Παρίσι. Μπορεί να έχουν περάσει δεκαετίες από το συμβάν, αλλά ο αφηγητής προσπαθεί να ξαναβρεί ποιοι ήταν, πού ζούσαν, ποιοι τους γνώριζαν, τι είχε συμβεί. Ως άλλος ντετέκτιβ-ερευνητής, αναζητεί διευθύνσεις, πληροφορίες, ονόματα, συσχετίζει γεγονότα και δεδομένα. Ωστόσο, όσο περισσότερο εισδύει στα ενδότερα του γεγονότος, τόσο περισσότερο αισθάνεσαι ότι η πραγματικότητα απομακρύνεται. Όσο περισσότερα στοιχεία βρίσκει, τόσο λιγότερο βέβαιος είναι για την ιστορία.
Αυτό είναι, άλλωστε, και το «κλειδί» για να διαβάσει κανείς τα βιβλία του. Πίσω από την φαινομενική απλότητα της πλοκής και την «στρωτή» αφήγηση, υπάρχουν οι καταβυθίσεις σε χρόνο και τόπο που καθιστούν τις ιστορίες του πραγματικά αινίγματα που φτιάχτηκαν από επιδέξιο χέρι.
Η πόλη που ήξερε δεν είναι πια η ίδια. Τα παλιά σπίτια έχουν γκρεμιστεί και άλλα έχουν πάρει τη θέση τους. Οι άνθρωποι που γνώριζαν έχουν πια πεθάνει παίρνοντας μαζί τους όλα τα μυστικά. Και τότε η διεύθυνση ενός παλιού σπιτιού γίνεται σχεδόν πιο σημαντική από τον ίδιο τον άνθρωπο που κάποτε έμενε εκεί. Αυτές οι μικρές πτυχές ενός «κλειστού» παρελθόντος είναι τα «άνθη» που αναζητεί ο αφηγητής, προσδίδοντας στον χρόνο και μια άκρως ποιητική χροιά.
«Συφοριασμένη άνοιξη»
Στη «Συφοριασμένη άνοιξη», μια νουβέλα άκρως κινηματογραφική, ο αφηγητής γνωρίζει έναν φωτογράφο, τον Φρανσίς Τζανσέν, και προσπαθεί να ανασυνθέσει την εικόνα του πολλά χρόνια αργότερα. Ο φωτογράφος είναι ήδη μια μορφή που διαφεύγει: ξέρουμε κάποια πράγματα γι' αυτόν, αλλά όχι αρκετά. Άλλοι άνθρωποι εμφανίζονται, τηλεφωνήματα, φωτογραφίες, διευθύνσεις, αναμνήσεις.
Ο Τζανσέν είναι η κλασική περίπτωση του μονήρη ανθρώπου που επιδιώκει να εξαφανίσει όλα τα ίχνη του. Σε σημείο πλήρους εξαφάνισης. Μοιάζει σαν να γίνεται κι αυτός ένα αρνητικό των φωτογραφιών που τραβούσε όλη του τη ζωή. Για τον αφηγητή, εντέλει, η φωτογραφία είναι ταυτόχρονα μνήμη και απώλεια. Και ο αφηγητής γίνεται κάτι σαν ντετέκτιβ χωρίς υπόθεση που μπορεί ποτέ να λύσει.
Το άλυτο παρελθόν
Αξίζει να σημειωθεί πως οι τρεις νουβέλες γράφτηκαν σε μικρή απόσταση μεταξύ τους (1988, 1991, 1993 αντίστοιχα), κάτι που δείχνει ότι υπάρχει σαφής -καίτοι υπόρρητη- συγγένεια μεταξύ τους. Αυτό που σου μένει πάντα από τα βιβλία του Μοντιανό δεν είναι, τελικά, το παρελθόν. Όσο κι αν φαίνεται αυτό να πρωταγωνιστεί, στην πραγματικότητα ο συγγραφέας πιο πολύ μιλάει για την αδυναμία του ανθρώπου να συνομιλήσει με τα περασμένα. Πολύ περισσότερο, να τα κατανοήσει εις βάθος. Στην ουσία, ως ανθρώπινα όντα δεν είμαστε «φτιαγμένοι» για να γνωρίσουμε το παρελθόν μας. Η μετάφραση της Μήνας Πατεράκη-Γαρέφη ακολουθεί το απλό -πλην «ύπουλο»- ύφος του Μοντιανό.
Αυτό είναι, άλλωστε, και το «κλειδί» για να διαβάσει κανείς τα βιβλία του. Πίσω από την φαινομενική απλότητα της πλοκής και την «στρωτή» αφήγηση, υπάρχουν οι καταβυθίσεις σε χρόνο και τόπο που καθιστούν τις ιστορίες του πραγματικά αινίγματα που φτιάχτηκαν από επιδέξιο χέρι. Τόσο επιδέξιο που δεν υπάρχει ποτέ λύση. Όσο και αν παιδευτεί κανείς να την βρει.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ζαν Πατρίκ Μοντιανό, (γεν. 1945), γνωστός ως Πατρίκ Μοντιανό, είναι Γάλλος μυθιστοριογράφος. Βραβεύθηκε το 2014 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (είναι ο δέκατος πέμπτος Γάλλος που τιμήθηκε με το ίδιο βραβείο). Αναγγέλλοντας τη βράβευσή του, η Σουηδική Ακαδημία αναφέρθηκε στην «τέχνη της μνήμης, χάρη στην οποία ο συγγραφέας ζωντάνεψε τις πιο ανεπαίσθητες ανθρώπινες ιστορίες κι έφερε στο φως τη ζωή στην Κατοχή».

Έχει τιμηθεί επίσης με το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1972, με το βραβείο Goncourt το 1976 (για το μυθιστόρημά του Οδός σκοτεινών μαγαζιών), με το βραβείο του Ιδρύματος Pierre de Monaco το 1984 και με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας Paul Morand για το σύνολο του έργου του το 2000.























