
«Πρέπει να ακούμε τις γυναίκες και τα κουίρ άτομα. Ειδάλλως, ο κόσμος απλώς θα πάψει να υπάρχει» λέει η Ίντα Τερέν (Ida Therén), με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματός της «Η Τζουν και εγώ» (μτφρ. Γιώτα Ποταμιανού, εκδ. Βακχικόν).
Συνέντευξη στη Μαριάννα Μερκούρη
Στο μυθιστόρημά της Η Τζουν και εγώ η Σουηδή συγγραφέας Ίντα Τερέν τοποθετεί στο επίκεντρο δύο γυναίκες: μία που ζει στο σήμερα, νεαρή, που ψάχνει να βρει τα βήματά της, και μία που έζησε στο παρελθόν, και πιο συγκεκριμένα, την Τζουν Μάνσφιλντ Μίλερ, τη δεύτερη σύζυγο του Χένρι Μίλερ, που εμφανίζεται σε πολλά από τα έργα του.
Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά (μτφρ. Γιώτα Ποταμιανού, εκδ. Βακχικόν), η συγγραφέας μάς μίλησε για τις ηρωίδες της, την έρευνα που χρειάστηκε να κάνει για να γράψει, το ποίημα ενός ξεχασμένου ποιητή από το οποίο εμπνεύστηκε κ.ά.
Η Ίντα Τερέν θα επισκεφτεί την Αθήνα για να συμμετάσχει σε δύο εκδηλώσεις. Στις 15 Σεπτεμβρίου θα παρουσιάσει το μυθιστόρημά της στην εκδήλωση «Τα οφέλη του προγράμματος Creative Europe στην εκδοτική βιομηχανία» που διοργανώνουν οι εκδόσεις Βακχικόν και ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.) στο πλαίσιο του 54ου Φεστιβάλ Βιβλίου. Την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026, στις 19:00, στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών (Μητσαίων 9, Αθήνα), θα διαβάσει αποσπάσματα στα σουηδικά και θα συνομιλήσει με το κοινό σε μια παρουσίαση-ανάγνωση του μυθιστορήματός της.
Μία από τις δύο αφηγήτριες του μυθιστορήματός σας είναι η Τζουν Μάνσφιλντ, η δεύτερη σύζυγος του συγγραφέα Χένρι Μίλερ και μούσα σε πολλά από τα έργα του. Τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε, ώστε να την κάνετε μία από τις κεντρικές φωνές του μυθιστορήματος;
Γοητεύτηκα από εκείνη στις αρχές της δεκαετίας των είκοσί μου, όταν -όπως συνέβη σε πολλές νέες γυναίκες- με είχε συνεπάρει η δημιουργική «έκρηξη» των μοντερνιστών συγγραφέων και ζωγράφων του Παρισιού τη δεκαετία του 1920. Διάβαζα την Αναΐς Νιν, συγκεκριμένα το Henry and June, το απόσπασμα από τα ημερολόγιά της, το οποίο αναφερόταν στο ερωτικό τρίγωνο με τον συγγραφέα Χένρι Μίλερ και τη γυναίκα του. Ήταν εύκολο να ανακαλύψω περισσότερα για τον Χένρι – αλλά η Τζουν παρέμενε μυστήριο, ένα που αποφάσισα να λύσω. Και αυτή η διαδικασία, της αναζήτησης, της έρευνας και του «σκαψίματος» σε αρχεία και βιβλία, πήρε πολλά χρόνια.
Ποια ήταν η διαδικασία της έρευνας, πριν και κατά τη διάρκεια της συγγραφής;
Πέρασα πολύ καιρό στη Νέα Υόρκη, ειδικά στη μεγάλη, δημόσια βιβλιοθήκη της. Εκεί μπορούσα να έχω πρόσβαση σε βιβλία για την εποχή που η Τζουν ενηλικιώθηκε, ως μια νεαρή εβραία μετανάστρια – αλλά επίσης και για την περίοδο των κοριτσιών dancehall, ουσιαστικά των νεαρών γυναικών που χόρευαν με άντρες για χρήματα. Είχα επίσης τη δυνατότητα να διαβάσω έγγραφα με τα ονόματα όσων είχαν έρθει και φύγει από την Αμερική, επομένως μπόρεσα να ιχνηλατήσω τα ταξίδια της στην Ευρώπη, στην αρχή της ζωής της αλλά και μετέπειτα.
Πολλές πληροφορίες ήταν αδύνατον να βρεθούν, αλλά μπορούσα να φανταστώ τις καταστάσεις, χρησιμοποιώντας την ενσυναίσθηση και τις δεξιότητες που έχει κανείς ως συγγραφέας, για να συμπληρώσω τα κενά.
Χρειάστηκε πολύ σκάψιμο. Αλλά πραγματικά το αγαπώ αυτό, τη συγκίνηση όταν βρίσκεις επιτέλους τις πληροφορίες που ψάχνεις. Πήγα, ακόμη, να επισκεφτώ τον τάφο της στην Αριζόνα και το μέρος που θεωρείται ότι ήταν το τελευταίο της σπίτι – όπως επίσης και το γηροκομείο που πέρασε τα τελευταία της χρόνια. Βρήκα ακόμη και πληροφορίες για τον θάνατό της μέσω κάποιων τηλεφωνικών επικοινωνιών εκεί, τις οποίες δεν νομίζω πως κανένας είχε καταφέρει να βρει. Οπότε θα έλεγα ότι δεν είμαι ειδική στην Τζουν Μάνσφιλντ (γέλια). Με κάλεσαν ακόμη να συμμετάσχω σε μια ακαδημαϊκή ανθολογία για την Αναΐς Νιν, στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ αυτό το φθινόπωρο, όπου έγραψα ένα κεφάλαιο για την Τζουν. Δεν είμαι ακαδημαϊκός, οπότε αυτό είχε ενδιαφέρον.
Όταν γράφετε για ένα άτομο που έζησε στο παρελθόν, νιώθετε ότι η ευθύνη για την ιστορική αλήθεια ή η συναισθηματική αλήθεια της ιστορίας έχει μεγαλύτερη βαρύτητα;
Νομίζω και τα δύο – γι’ αυτό θεωρώ πως η λογοτεχνία είναι ένας τόσο καλός τρόπος να το επιχειρήσει κανείς αυτό, αντί μιας «αληθινής» βιογραφίας. Πολλές πληροφορίες ήταν αδύνατον να βρεθούν, αλλά μπορούσα να φανταστώ τις καταστάσεις, χρησιμοποιώντας την ενσυναίσθηση και τις δεξιότητες που έχει κανείς ως συγγραφέας, για να συμπληρώσω τα κενά. Για κάποια γεγονότα χρησιμοποίησα καλλιτεχνική αδεία, αλλά είμαι αρκετά βέβαιη ότι πολλά από όσα έγραψα προσεγγίζουν όσο περισσότερο γίνεται την εικόνα της αλήθειας. Ακολούθησα παρόμοια μέθοδο και για το καινούργιο μου βιβλίο, Det osynliga templet - en vision om Hilma af Klint, ένα λογοτεχνικό μυθιστόρημα για τη ζωή της σουηδέζας ζωγράφου Χίλμα αφ Κλιντ, που κυκλοφόρησε πέρσι στη Σουηδία.
Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η σύγχρονη αφηγήτρια ορισμένες φορές εμπλέκεται σε καταστάσεις που ακολουθούν παράλληλη πορεία με αυτές που βιώνει η Τζουν. Πώς εμπλουτίζει η παρουσία της δεύτερης αφηγήτριας, που ζει σε μία διαφορετική χρονική στιγμή, την ιστορία και τις θεματικές της;
Η ιστορία είναι αρκετά κοντά στα γεγονότα που συνέβησαν, καθώς ξεκινούσα να γράφω το βιβλίο. Τι μπορώ να πω — ήμουν μικρή κι ανόητη! Ευελπιστώ ότι τα περισσότερα που έκανα και είπα μπορούν να συγχωρεθούν ή, τουλάχιστον, να ιδωθούν μέσα από μία εκ των υστέρων συγχωρητική σκοπιά. Είμαι πλέον δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη και μπορώ να κοιτάξω τον νεότερό μου εαυτό με αγάπη, αλλά και ενσυναίσθηση. Και, ίσως, να τον συγχωρέσω. Πολλοί αναγνώστες έχουν επισημάνει ότι οι δυσκολίες παραμένουν ίδιες, σε πολλά σημεία, για τις γυναίκες οι οποίες θέλουν μια διαφορετική ζωή από αυτή που τους επιφυλάσσει η παραδοσιακή κοινωνία – παρότι σχεδόν ακριβώς 100 χρόνια έχουν περάσει από τα κύρια γεγονότα της ιστορίας μέχρι σήμερα.
Και πιστεύω πως το βιβλίο είναι ακριβώς αυτό. Ένας κάπως ποιητικός αναστοχασμός της ιστορίας, της νεότητας, του να θες κάτι παραπάνω από αυτό που προσφέρεται σε εσένα ή απαιτείται από εσένα.
Μιλήστε μας λίγο για το ποίημα που ενέπνευσε τον πρωτότυπο τίτλο του βιβλίου και πώς αυτό συνδέεται με την ιστορία.
Είναι μερικοί στίχοι γραμμένοι από έναν σουηδό ποιητή, τον Paul Andersson, έναν κουίρ ποιητή που είχε μία ταραχώδη ζωή στην Ευρώπη και στο Παρίσι. Έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα, αλλά διάβασα τους στίχους του και από τότε έμειναν μέσα μου. Για μένα, συμβολίζουν όμορφα την προσπάθεια τού να αδράξεις κάτι που δεν ξέρεις ακριβώς τι είναι ή αν υπάρχει καν. Να θέλεις κάτι διαφορετικό στη ζωή από αυτό που αναμένεται και από τις επιλογές που παρουσιάζει ο κόσμος ως εναλλακτικές. Και πιστεύω πως το βιβλίο είναι ακριβώς αυτό. Ένας κάπως ποιητικός αναστοχασμός της ιστορίας, της νεότητας, του να θες κάτι παραπάνω από αυτό που προσφέρεται σε εσένα ή απαιτείται από εσένα. Και να προσπαθείς να το βρεις αυτό, πολλές φορές μέσα από δοκιμές και λάθη.
Εάν η Τζουν Μίλερ (Τζουλιέτ Σμερντ) μπορούσε να διαβάσει το βιβλίο σας, τι συζήτηση φαντάζεστε ότι θα είχατε;
Νομίζω, ή τουλάχιστον ελπίζω, ότι θα ήταν χαρούμενη με το «πορτρέτο» μου, το οποίο έφτιαξα με αρκετή στοργή. Νομίζω πως πιθανόν να με ρωτούσε εάν τα πράγματα γίνονται καλύτερα στο μέλλον. Και θα έλεγα, ναι. Γιατί, όσο και αν μας φαίνεται ότι ζούμε σε περίεργους, δύσκολους σε πολλούς τομείς, πολιτικούς καιρούς, με πολλές προκλήσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το περιβάλλον μας, εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι φωνές των γυναικών ακούγονται περισσότερο πια. Πρέπει να ακούμε τις γυναίκες και τα κουίρ άτομα. Ειδάλλως, ο κόσμος απλώς θα πάψει να υπάρχει. Αυτό πιστεύω. Αυτός ο αγώνας για εξουσία που εξακολουθεί να υπάρχει, όπου η δύναμη και το χρήμα είναι τα μόνα πράγματα στο μυαλό των ανθρώπων, δεν θα μας βγάλει πουθενά, προφανώς. Υπάρχουν περισσότερα στη ζωή. Η ανθρωπιά και η αγάπη.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ίντα Τερέν (Ida Therén) είναι Σουηδή συγγραφέας και κριτικός πολιτισμού. Για περισσότερα από δέκα χρόνια εργάστηκε στον χώρο της πολιτιστικής βιομηχανίας σε Ευρώπη και ΗΠΑ, ενώ έχει συνεργαστεί με σημαντικά σκανδιναβικά μέσα.
Το 2025 το μυθιστόρημά της για τη ζωή της Χίλμα αφ Κλιντ βραβεύτηκε ως Μυθιστόρημα της Χρονιάς στα Prisma Nordic Literary Awards. Το μυθιστόρημα Η Τζουν και εγώ έχει μεταφραστεί στα τσέχικα και είναι το πρώτο βιβλίο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά.
























