
«Η πολιτική στην Ελλάδα είναι συνυφασμένη με την Ιστορία και ο συγγραφέας της Μεταπολίτευσης, όπως ανέκαθεν έκανε η λογοτεχνία μας, σκέφτεται συχνά, συχνότατα, το πολιτικό μέσα στο ιστορικό».
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Έδειξα στο πρώτο μέρος της μελέτης μου ότι η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, κυρίως από το 1989 έως σήμερα, είναι ένας χώρος όπου η πολιτική δεν παρουσιάζεται πλέον ως σταθερό ιδεολογικό σύστημα, αλλά ως ρευστή, αντιφατική και συχνά διαβρωμένη πραγματικότητα: από την κριτική της μεταπολιτευτικής ταυτότητας και του λαϊκισμού (όπως στο Εις τον πάτο της εικόνας της Μάρως Δούκα και το Χρονικό του Δαρείου του Γιώργη Γιατρομανωλάκη) έως την ανάδειξη της διαπλοκής εξουσίας, μέσων μαζικής ενημέρωσης και οικονομίας στο έργο του Πέτρου Μάρκαρη, και από τη διερεύνηση της τρομοκρατίας και της αναρχίας ως κοινωνικών και υπαρξιακών φαινομένων μέχρι τις δυστοπικές απεικονίσεις μιας ντετερμινιστικής πολιτικής χωρίς ελεύθερη βούληση (όπως στην Άγρια Ακρόπολη του Νίκου Μάντη). Σε πολλά έργα της εποχής, η λογοτεχνία καταγράφει τη σταδιακή αποδόμηση των δημοκρατικών θεσμών, την ηθική φθορά της εξουσίας και τη σύγκλιση των ιδεολογιών. Κορύφωση αυτής της προβληματικής αποτελεί η περίοδος της οικονομικής κρίσης, όπου η κοινωνική βία, η απογοήτευση και η άνοδος της Ακροδεξιάς αποκαλύπτουν όχι μια παρέκκλιση αλλά τη βαθύτερη αλήθεια του πολιτικού συστήματος.
Ωστόσο, η πεζογραφία δεν καταπιάνεται μόνο με το σήμερα και δεν δοκιμάζει τις αντοχές της πολιτικής στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα. Η πολιτική στην Ελλάδα είναι συνυφασμένη με την Ιστορία και ο συγγραφέας της Μεταπολίτευσης, όπως ανέκαθεν έκανε η λογοτεχνία μας, σκέφτεται συχνά, συχνότατα, το πολιτικό μέσα στο ιστορικό. Ανατρέχει δηλαδή στο παρελθόν, για να βρει αίτια, να διακρίνει καταστάσεις, να εξετάσει τις ιδεολογίες μέσα στον δοκιμασμένο χρόνο και με την απόσταση που τον χωρίζει από αυτές, αλλά ενίοτε –με βιώματα ή μεταμνήμες– με την ίδια ζέση, σαν αυτές οι εποχές να αφορούν κρίσιμα και ζωτικά το παρόν.
Ήδη από το Κιβώτιο (1975) του Άρη Αλεξάνδρου, που κορυφώνει μία τάση αμφισβήτησης της κεντρικής κατεύθυνσης που έδωσαν στον Αριστερό χώρο οι επικεφαλής του, η Αριστερά και οι αγώνες της στη μεταπολεμική κυρίως εποχή είναι πρόσφορο έδαφος για μια ιδεολογική και εθνική αυτογνωσία. Από αυτό το μυθιστόρημα ξεπήδησαν δύο γραμμές πολιτικής σκέψης: η μία αφορά την ένδοθεν ανάλυση και αυτοκριτική της Αριστεράς από τους ίδιους τους κομμουνιστές συγγραφείς, κι η άλλη το ευρύτερο θέμα του Εμφυλίου, ο οποίος μπορεί να τελείωσε επίσημα το 1949, αλλά εξακολουθεί έως και σήμερα να προκαλεί πολέμους ιδεών.
Αριστερές συλλήψεις και προοπτικές
Ως προς την πρώτη γραμμή, πηγαίνω πιο πίσω και θυμίζω τις Ακυβέρνητες πολιτείες (1961-1965) του Στρατή Τσίρκα, όπου, ενώ ο συγγραφέας παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο την αντίσταση στη Μέση Ανατολή κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναδεικνύει ταυτόχρονα τα διλήμματα και την εσωτερική πάλη του αριστερού αγωνιστή, του οποίου η συνείδηση συγκρούεται με την κομματική πειθαρχία. Στο ίδιο μήκος κύματος αρκετά χρόνια μετά το Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς (1985) και το Χαμογέλα, ρε... Tι σου ζητάνε; (1988) του Χρόνη Μίσσιου. Ο συγγραφέας, με λαϊκό χειμαρρώδη λόγο, δεν στρέφεται μόνο κατά των βασανιστών του αλλά και κατά του κομματικού δογματισμού, προβάλλοντας τη διάψευση που νιώθει εξαιτίας των άγονων αγώνων, λόγω της κρατικής τρομοκρατίας αλλά και εξαιτίας της κομμουνιστικής αρτηριοσκλήρωσης.
Όσον αφορά τα τελευταία χρόνια ξεχωρίζω δύο βιβλία-απομνημονεύματα της Αγγέλας Καστρινάκη, το Και βέβαια αλλάζει! (2014) και το ...Κάτι ν' αλλάξει! Μα πώς; (2019). Τα δύο βιβλία εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ρεύμα κειμένων που κινούνται ανάμεσα στη μαρτυρία, τη μυθοπλασία και την Ιστορία, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση του «αφηγήματος» της Αριστεράς στην Ελλάδα. Μέσα από το alter ego της Ειρήνης, αποδίδεται η εμπειρία της νεότητας στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, με τον ενθουσιασμό, την ιδεολογική πίστη και τη συμμετοχή στο φοιτητικό και μαθητικό κίνημα. Παράλληλα, η ώριμη αφηγήτρια επανεξετάζει το παρελθόν με κριτική και συχνά συγκαταβατική διάθεση. Τα έργα οργανώνονται πολυφωνικά και αναδεικνύουν τη σύνδεση ατομικής και συλλογικής ιστορίας και, μολονότι εμπεριέχουν «παραμορφώσεις» μνήμης και μυθοπλασίας, συγκροτούν μια ουσιαστική αλήθεια για την εποχή και τις προσδοκίες της.
![]() |
![]() |
Εμφυλιακές και μετεμφυλιακές αφηγήσεις
Περνώ τώρα στο πέλαγος του Εμφυλίου πολέμου. Ενώ ιστορικά το άνυσμά του φτάνει το πολύ μέχρι το 1974 (ο περίφημος κατά τον Αλέξανδρο Κοτζιά «τριακονταετής πόλεμος»), ο διχασμός, οι συμβολισμοί και οι επικαιροποιήσεις του εκτείνονται μέχρι σήμερα, στη συχνά οξεία αντιπαράθεση Δεξιάς και (Κεντρο)αριστεράς. Έτσι, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, οι λογοτέχνες επιστρέφουν στις εμφυλιακές και μετεμφυλιακές συγκρούσεις, για να ξαναδούν το παρελθόν και να φωτίσουν δι’ αυτού το παρόν· έτσι, επιχειρούν να καταγγείλουν και να αναστοχαστούν, να αναζητήσουν τα αίτια της σημερινής πολιτικής πόλωσης, να αποτιμήσουν τη μεταπολιτευτική πραγματικότητα και να (ανα)θεωρήσουν το κομματικό τους στίγμα. Κυρίως, οι Αριστεροί, που νικήθηκαν στο πεδίο της μάχης αλλά κέρδισαν στο πεδίο της τέχνης, είτε κουβαλούν τα απωθημένα του ηττημένου, είτε χρησιμοποιούν την Ιστορία για να επαναφέρουν μνήμες και να χτίσουν το αφήγημά τους, προσαρμοσμένο στη ματιά του σήμερα, μετά το 1974 και την αποκατάσταση του ΚΚΕ, μετά το 1989 και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, μετά το 2015 και την πρώτη Αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα.
Τα ίδια τα εμφυλιακά γεγονότα και η μοίρα των Κομμουνιστών αγωνιστών έτυχαν άμεσης πραγμάτευσης: στο αριστερό στρατόπεδο ξεχωρίζουν η Φωτιά (1946) του Δημήτρη Χατζή, οι Αδερφοφάδες (1955) του Νίκου Καζαντζάκη, Η κάθοδος των εννιά (1958) και τα Τρία ελληνικά μονόπρακτα (1978) του Θανάση Βαλτινού, ενώ στο δεξιό ο Ρένος Αποστολίδης με την Πυραμίδα 67 (1949), ο Αλέξανδρος Κοτζιάς με την Πολιορκία (1953) και ο Νίκος Κάσδαγλης με Τα δόντια της μυλόπετρας (1955).
Η μεγάλη τομή στη μακρά πορεία της πολιτικής πεζογραφίας για τον Εμφύλιο χαράζεται το 1994 με την Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού. Εκεί, η ιστορία βιώνεται από κάτω, ως προσωπική κακοδαιμονία, και μόνο στη συνάθροιση όλων των λόγων μπορεί κανείς να δει το ευρύτερο διυποκειμενικό πλαίσιο της εποχής, στην περιοχή της Αρκαδίας και συνεκδοχικά σε όλη την Ελλάδα. Κι αυτό το πλέγμα, σε μεγάλο βαθμό, εκφράζει την άλλη σκοπιά, τη Δεξιά, που αναιρεί το άμωμον της Αριστεράς και δείχνει ότι κι αυτή είχε διαπράξει απάνθρωπες πράξεις και στυγερά εγκλήματα. Είτε μιλάνε ταγματασφαλίτες που προσπαθούν να εξηγήσουν πώς ενεπλάκησαν οι ίδιοι, είτε απλοί χωρικοί που δεν έχουν ιδεολογική συνείδηση, ο αναγνώστης αντικρύζει πλευρές και στάσεις ζωής, που συνάπτονται με τοπικές μικρο-ιστορίες.
Ακολούθησαν έντονες αντιπαραθέσεις ως προς το αν δικαιούται η λογοτεχνία να μιλά εκ μέρους των δωσίλογων, αν ο Θ. Βαλτινός έκανε στροφή από τις αριστερές του καταβολές σε δεξιές αντιλήψεις, αν η λογοτεχνία παίρνει μέρος και πώς στις ιστορικές έριδες. Έτσι, εκτός από πολυάριθμα άρθρα και κριτικές για το θέμα, προέκυψαν πολλά λογοτεχνικά έργα που αναμόχλευσαν τις εμφυλιακές συζητήσεις. Ο Κώστας Βούλγαρης επιχείρησε να απαντήσει με το Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο (2001).
Ο Εμφύλιος ανασκαλεύεται από τη σκοπιά των Ελλήνων του 21ου αιώνα, είτε επειδή αυτοί αναζητούν εκεί τα αίτια των τωρινών πολιτικών συγκρούσεων, είτε επειδή πιστεύουν ότι το παρελθόν πρέπει να θεωρείται και να αναθεωρείται μέσω της σύγχρονης ματιάς. Ο Νίκος Δαββέτας στη Λευκή πετσέτα στο ρινγκ (2006) εξιχνιάζει μια πολιτική δολοφονία του 1944 από τη σκοπιά του 1999, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι συχνά η αποκάλυψη της αλήθειας δεν είναι επιθυμητή. Το ίδιο μυστικό μέσα στα χρόνια του Εμφυλίου που εντέλει έρχεται στο φως χρόνια μετά διερευνά ο Ηλίας Μαγκλίνης στο Είμαι όσα έχω ξεχάσει (2019), όπου ο αφηγητής επιχειρεί να εξετάσει τα αίτια του θανάτου του παππού του, Νίκου Μαγκλίνη, το 1944, ανασύροντας τα δεξιά κατηγορώ απέναντι στους Αριστερούς.
![]() |
![]() |
Ένα άλλο μοτίβο είναι η ανασκηνοθέτηση του Εμφυλίου μέσω του μοτίβου της πορείας, μιας πορείας Αριστερών ανταρτών οι οποίοι δεινοπαθούν στα βουνά και εντέλει δεν καταφέρνουν ως επί το πλείστον να επιβιώσουν, δείγμα και της ματαίωσης της όλης προσπάθειας. Με αφετηρία την Κάθοδο των εννιά του Θ. Βαλτινού και το Κιβώτιο του Ά. Αλεξάνδρου, σύγχρονοι πεζογράφοι, όπως ο Γιώργος Λίλλης στα Ίχνη στο χιόνι (2012), ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης στο Χιόνι των Αγράφων (2021) και ο Μάκης Καραγιάννης στη Σκόνη του κόσμου όταν γκρεμίζεται (2023), αναδεικνύουν τη δυσκολία του αγώνα, το δίκαιο μιας αγνής ιδεολογίας, την απανθρωπιά των εχθρών, αλλά και τις αντιθέσεις μεταξύ της αφ’ υψηλού ηγεσίας και της βάσης, τη διάψευση των προσδοκιών και την κριτική και αυτοκριτική της ιδεολογίας αλλά κυρίως της πολιτικής πράξης.
Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα μέχρι τη Δικτατορία, εστιάζουν μια σειρά από κείμενα, που αναδεικνύουν το κλίμα της πόλωσης, τις εξορίες των Αριστερών, το παρακράτος, την κρατική τρομοκρατία, την πολιτική σήψη, τη ζωή όσων εξορίστηκαν στο Παραπέτασμα κ.ά.
Από το Ζ (1966) του Βασίλη Βασιλικού, που προέβη στην καταγγελία του δεξιού παρακράτους στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ως το Λάθος (1963) του Αντώνη Σαμαράκη, που πραγματεύεται τη σχέση του κράτους με τον πολίτη σε μια ολοκληρωτική λογική, κι από τον Λοιμό (1972) του Αντρέα Φραγκιά, το οποίο αποτελεί μια πολυδιάστατη αλληγορία της εξορίας, μέχρι τη Χαμένη άνοιξη (1976) του Στρατή Τσίρκα, που σκηνοθετεί την Αθήνα της δεκαετίας του ’60, και ειδικότερα τις εκλογές του 1961, με σχολιασμό των καταπιεστικών δομών της εξουσίας. Έργα όπως αυτά, αλλά και πολλά άλλα, αισθητοποιούν τις δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο πόλεμο, όπου ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» έθετε σε κίνηση τους μηχανισμούς του κράτους, την αστυνομία και το παρακράτος, τις δομές των ξερονησιών και της «αναμόρφωσης» των κομμουνιστών.
Ο Νίκος Δαββέτας μετά το Θήραμα (2004) ασχολείται με τις πολιτικές παθογένειες της μετεμφυλιακής εποχής με άξονα τη μορφή του Νίκου Μπελογιάννη – Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη (2012). Ανάλογα αστυνομικό κλίμα διαπλάθει και η Μαρλένα Πολιτοπούλου που στη Μνήμη της πολαρόιντ (2009) απλώνει τον διαβήτη της από το 1976, όταν συμβαίνει μια δολοφονία στο Πήλιο, μέχρι το 2006, όταν η υπόθεση αναψηλαφείται, και πίσω στα χρόνια του Εμφυλίου, όπου κρύβονται τα αίτια του φόνου. Ένα αντίστοιχο μυστικό διατρέχει τη νουβέλα Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους (2024) του Γιάννη Δενδρινού ο οποίος επαναφέρει μέσω ενός μυστηρίου τις πληγές του Εμφυλίου, χαραγμένες πάνω στο δέρμα των συμμετεχόντων, καθώς ένα δεκάχρονο κορίτσι εμφανίζεται ξαφνικά στο νησί το 1949, εμφάνιση που αποτελεί την κορυφή ενός εμφυλιακού παγόβουνου.
Ο Εμφύλιος δεσπόζει είτε στα προεόρτια της δεκαετίας του ’30, είτε στα γεγονότα των μετεμφυλιακών δεκαετιών μέχρι τη Δικτατορία των συνταγματαρχών, στο βιβλίο του Λευτέρη Μαυρόπουλου Το άλλο μισό μου πορτοκάλι (2007), που διαδραματίζεται σε μεγάλο βαθμό στα χωριά της Μακεδονίας.
Η Βασιλική Ηλιοπούλου στο Σμιθ (2009) εστιάζει στο 1956 και στην ομαλή μεταπολεμική περίοδο, η οποία όμως δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από το εμφύλιο άγος. Ο πρωταγωνιστής του Κίτρινου στρατιώτη (2012) του Ανδρέα Μήτσου στα μάτια της κοινωνίας αξίζει τον θαυμασμό και την τιμή της, επειδή πολέμησε και θυσίασε την ακεραιότητά του για την πατρίδα στον πόλεμο εναντίον των Γερμανών, αλλά καταδικάζεται ως αρνητικός ήρωας, όταν η ίδια κοινωνία θεωρεί χειρότερη τη φιλοκομμουνιστική του στάση. Η Μαριλένα Παπαϊωάννου στο Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους (2016) συνδέει τα βασανιστήρια σε μια φυλακή πολιτικών κρατούμενων με την ελπίδα μέσω της τέχνης.
Η εξιστόρηση στιγμιοτύπων από τη ζωή ενός ανιόντος συγγενή που δεινοπάθησε μέσα ή μετά τον Εμφύλιο συναντάται σε πολλά σύγχρονα έργα. Στη Νίκη (2014) του Χρήστου Χωμενίδη διαβάζουμε για τον αυτοεγκλεισμό μιας οικογένειας Αριστερών στο σπίτι τους, ώστε να αποφύγουν τις διώξεις. Το ευρύτερο σόι εκφράζει τη διχοστασία του Εμφυλίου, καθώς άλλα μέλη του είναι κομμουνιστές και αντιστασιακοί και άλλα συνεργάτες του κατακτητή και ιδιοτελείς καιροσκόποι. Στο Σαν σκυλί (2014) ο Φίλιππος Δρακονταειδής αναφέρεται στη δολοφονία του πατέρα τού αφηγητή το 1944, στις εμφυλιοπολεμικές διαμάχες λίγο πριν από τον Εμφύλιο, μια δολοφονία που στοιχειώνει το κείμενο και δίνει το έναυσμα για τις ψυχολογικές συνέπειες που καταγράφονται εν είδει αλληγορίας. Ο Κώστας Καβανόζης στο μυθιστόρημά του Τυχερό (2017) συνδυάζει την ιστορία του χωριού Τυχερό» Έβρου και του θείου του, Βαγγέλη Βολοβότση, στελέχους της Αριστεράς και αγωνιστή της, με το πρώτο αεροπορικό δυστύχημα της Ολυμπιακής Αεροπορίας το 1959, για να αναδείξει τη μετεμφυλιακή Ελλάδα με όλες τις στρεβλώσεις της.
Δυο τριλογίες αγγίζουν άμεσα ή έμμεσα τον Εμφύλιο. Μετά το «Αθώοι και φταίχτες» η Μάρω Δούκα στο Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ (2010) και στο Έλα να πούμε ψέματα (2014) αναμοχλεύει –με εμμονή στα ιστορικά δεδομένα– τον σύντομο Εμφύλιο στα Χανιά, αλλά και τις υπαρκτές διαμάχες μεταξύ των δύο ιδεολογικών στρατοπέδων. Αντίστοιχα, η Σοφία Νικολαΐδου στις ιστοριογραφικές της μεταμυθοπλασίες (Απόψε δεν έχουμε φίλους, 2010, Χορεύουν οι ελέφαντες, 2012 και Στο τέλος νικάω εγώ, 2017) ξεδιπλώνει με βάση το παρόν τις πρώτες δεκαετίες μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Σε αυτήν της την προσπάθεια συνδέει το ιστορικό με το πανεπιστημιακό μυθιστόρημα και τη σημερινή ματιά με την αναθεωρητική λογική.
Κριτική και αυτοκριτική στην Αριστερά επιχειρεί ο Δημήτρης Φύσσας στην Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος (2005),όπου στο πρότυπο της εναλλακτικής ιστορίας σκηνοθετεί το σενάριο να είχαν νικήσει οι Αριστεροί στον Εμφύλιο και φαντάζεται μυθοπλαστικά πώς θα ήταν η Ελλάδα μετά από αυτό.Παράλληλα, ο Μάνος Ελευθερίου στη Γυναίκα που πέθανε δύο φορές (2006) παρουσιάζει τη δίκη της Ελένης Παπαδάκη και την εκτέλεσή της από τους κομμουνιστές, οι οποίοι το 1945 την έκριναν ένοχη για δωσιλογισμό.
Προέκταση του Εμφυλίου είναι το θέμα των πολιτικών προσφύγων το οποίο έχει απασχολήσει πολύ τη λογοτεχνία και τη φιλολογία. Μετά την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (1987) της Άλκης Ζέη, ο Χρήστος Χαρτοματσίδης εκδίδει στα 2001 τις Περιπέτειες του Μπρέγκα, όπου το ειρωνικό υπόβαθρο ναρκοθετεί τη σοσιαλιστική ευτυχία στη Βουλγαρία του Ανατολικού Μπλοκ. Στο Φώτο-veritas (2003) ο ίδιος συγγραφέας συνθέτει εννέα –αλληλοσυνδεόμενα εν μέρει– διηγήματα, στα οποία παλιννοστούντες (πολιτικοί) πρόσφυγες και άλλοι ξένοι βρίσκονται στην πολλά υποσχόμενη Ελλάδα, όπου τελικά αντιμετωπίζουν την εχθρότητα των ντόπιων. Το Κίτρινο ρώσικο κερί (2001) του Κώστα Ακρίβου είναι ένα επιστολικό μυθιστόρημα, με πολλά ντοκουμέντα μεταξύ των οποίων κυριαρχούν τα γράμματα που απευθύνονται σε έναν πολιτικό πρόσφυγα στην Τασκένδη. Η Έλενα Χουζούρη στην Πατρίδα από βαμβάκι (2009) αφηγείται την ιστορία του γιατρού Στέργιου Χ., ο οποίος μετά το πέρας του Εμφυλίου αναγκάζεται να φύγει από την «πατρίδα από πέτρα» και να καταφύγει στην Τασκένδη της τότε Ε.Σ.Σ.Δ., στη νέα «πατρίδα από βαμβάκι». Ανάλογα, στο Δυο φορές αθώα (2013) η συγγραφέας αναφέρεται στη Βερόνικα Κ., παιδί Ελλήνων (αυτο)εξορισμένων στην Τασκένδη, που το 1989 αποφασίζει να γυρίσει την πατρίδα των γονιών της, την οποία θεωρούσε κι η ίδια δική της πατρίδα. Ο Γιάννης Καρκανέβατος στο μυθιστόρημά του Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά (2022) παρακολουθεί τις περιπέτειες του θείου του στο Παραπέτασμα, για να αποκαλύψει στο τέλος ότι ο ανιών συγγενής του δεν επέλεξε το Αριστερό στρατόπεδο αλλά τον ανάγκασαν να προσχωρήσει σε αυτό. Τέλος, η Μάιρα Παπαθανασοπούλου στα Παιδιά της μεγάλης σιωπής (2022) εστιάζει στην Ανατολική Γερμανία, με κεντρικό πρόσωπο τον Σταύρο, ο οποίος, ανάπηρος από το ένα χέρι, στέλνεται από τη μάνα του στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας, για να γλιτώσει από την ελλαδική μιζέρια.
Αριστερά, Κομμουνισμός, Ψυχρός πόλεμος
Αν διευρύνουμε το κάδρο και δούμε τον Ψυχρό πόλεμο έξω από τον ελλαδικό χώρο, τότε θα ανοίξουμε τον κύκλο και θα συμπεριλάβουμε έργα που συσχετίζουν τον κομμουνισμό με την Ευρώπη και την Ε.Σ.Σ.Δ. Καταρχάς, στον 19ο αιώνα βλέπουμε τα προμηνύματα. Λ.χ. Η πάλη με τον άγγελο (2020) του Σταμάτη Πολενάκη αναφέρεται στη Ρωσία –και γενικότερα στην Ευρώπη του 19ου αιώνα– που λειτουργεί ως μήτρα θεωριών, ιδεολογιών, επαναστατικών απόψεων και κοινωνικών ζυμώσεων. Ο συγγραφέας αναρωτιέται πόσο αναπόφευκτη είναι η Ιστορία και πόσο αναπόδραστο είναι το Κακό μέσα σ’ αυτήν.
Παράλληλα, η Ζέφη Κόλλια στο μυθιστόρημα Λώρα, η τελευταία των Μαρξ (2013) χρησιμοποιεί τη Λώρα Μαρξ, αλλά και τον πατέρα της Καρλ και τον σύζυγό της Πωλ Λαφάργκ, για να αναδείξει τη γιγάντωση ενός σοσιαλιστικού / κομμουνιστικού κινήματος, που οραματιζόταν τη «δικτατορία του προλεταριάτου», να φωτίσειγειτνιάσεις μεταξύ της αριστερής διανόησης και της αναρχικής κοσμοθεωρίας και να σκηνοθετήσει το πολύχρωμο μωσαϊκό της πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής του 19ου αιώνα. Το 2016 το θέμα της Λώρας επανέρχεται στο μυθιστόρημα Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού του Άρη Μαραγκόπουλου, ο οποίος παρακολουθεί το ζεύγος από το 1868, όταν παντρεύονται, μέχρι το 1911, και μαζί την Ευρώπη που τραντάζεται από μυριάδες μικρές και μεγάλες εκρήξεις, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές.
Ο ίδιος συγγραφέας είχε εκδώσει λίγο νωρίτερα Το χαστουκόδεντρο (2012), όπου εστιάζει στη σύζυγο Μπέτι Μπάρτλετ του Αντώνη Αμπατιέλου, αριστερού συνδικαλιστή, ο οποίος συνελήφθη και παρέμεινε ως πολιτικός κρατούμενος στις φυλακές μέχρι το 1964. Αυτή, αναλαμβάνει σθεναρά έναν αγώνα για την απελευθέρωσή του και στο πλαίσιο αυτής της κινητοποίησης δραστηριοποιείται στη γενέτειρά της Βρετανία, και μάλιστα το 1963 ζητά να δει τη βασίλισσα Φρειδερίκη. Με μονταζιακές τεχνικές ο λογοτέχνης ανοίγει τον φακό του σε μια πανοραμική απόδοση του διεθνούς σκηνικού στο πλαίσιο τού Ψυχρού πολέμου που μαινόταν παγκοσμίως.
Στην Ε.Σ.Σ.Δ. επικεντρώνει το ενδιαφέρον της η Σώτη Τριανταφύλλου σε πολλά έργα της, όπου είτε παρακολουθεί τους εσωτερικούς κραδασμούς στη χώρα είτε την εξετάζει στο κλίμα του Ψυχρού πολέμου. Στις Σπάνιες γαίες (2013), οι πολιτισμικές συνθήκες αφορούν τη Σοβιετική Ένωση επί της παντοκρατορίας του Στάλιν και λίγο αργότερα, με τον πρωταγωνιστή να ντύνεται κλόουν, σε ένα είδος παλιάτσικης ανατροπής της ορθοφροσύνης και της πολιτικής ορθότητας. Το λούνα παρκ στο ιερό βουνό (2019) ακολουθεί τα βήματα της μετασοβιετικής λογοτεχνίας, που εξετάζει το πριν και το μετά της αχανούς αυτοκρατορίας, όταν τέσσερις νέοι της Γεωργίας επιχειρούν τη δεκαετία του ’80 να αποδράσουν από το ολοκληρωτικό καθεστώς. Τέλος, η συγγραφέας συνδέει την Ε.Σ.Σ.Δ. με τις Η.Π.Α. στο Τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη Οδό (2025), όπου ένας Έλληνας μετανάστης στην Αμερική γίνεται κομμουνιστής και επισκέπτεται τη χώρα του Στάλιν. Το συμπέρασμα είναι ότι η παγκοσμιοποίηση του Ψυχρού πολέμου ήταν κουτσή, οι δύο κορυφαίες υπερδυνάμεις αλλήθωρες και τα πολλά καλά δείγματα του πολιτισμού τους δεν μπορούν να κρύψουν τις μελανές σελίδες τους.
Τέλος, σε μια μορφή εναλλακτικής ιστορίας ο Δημήτρης Μπελαντής στο μυθιστόρημά του Ο Στάλιν στην Κολιμά (2017) φαντάζεται τι θα συνέβαινε αν, αντί να επικρατήσει ο Στάλιν, ανέβαινε στην εξουσία ο Τρότσκι, ο οποίος θα εφάρμοζε μια ανάλογη πολιτική πυγμής, αστυνομοκρατίας κι εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων, με αποτέλεσμα να εξορίσει τον Στάλιν στη Σιβηρία.
Πολιτική στη διεθνή σκακιέρα
Σε μεγάλο βαθμό η σχέση πολιτικής, ιστορίας και διεθνούς σκηνής, όπως είδαμε ακριβώς πιο πάνω, απασχόλησε τους Έλληνες πεζογράφους που εστίασαν στον Ψυχρό πόλεμο και στους κραδασμούς που προκάλεσε τόσο στην παγκόσμια ιστορία όσο και στις παρενέργειές του στα καθ’ ημάς.
Αν θελήσουμε να διευρύνουμε το πεδίο μας, να δούμε δηλαδή πού αλλού επικεντρώθηκε η σύνδεση της πολιτικής σε οικουμενικό επίπεδο, θα μπορούσαμε να σταθούμε στην καταδίκη της αποικιοκρατίας, η οποία όχι μόνο κατέστρεψε ολόκληρους λαούς αλλά και στιγμάτισε το φυσικό περιβάλλον. Αυτός είναι ο πυρήνας της σκέψης του Μιχάλη Μοδινού σε πολλά του μυθιστορήματα, όπου η αναζήτηση ουτοπικών κόσμων συμπίπτει (εν μέρει) με την πολιτική διάσταση της αποικιοκρατίας. Στον Μεγάλο Αμπάι (2007) αντιπαρατίθεται ο ορθολογισμός της Δύσης και ο ευρωκεντρικός ιμπεριαλισμός με την αφρικανική πολυφωνία κι ελευθερία, ενώ στη Σχεδία (2011) αναδεικνύεται το τραγικό κόστος των αποικιοκρατικών σχεδίων, που θυσιάζουν τον άνθρωπο σε οικονομικά συμφέροντα. Στην Εκουατόρια (2016) και την Παραγουάη (2020) προβάλλονται ουτοπικά πολιτικά μορφώματα: κοινότητες όπου συνυπάρχουν λαοί, θρησκείες και πολιτισμοί, έξω από το δουλεμπορικό και εκμεταλλευτικό σύστημα της Δύσης. Ωστόσο, αυτές οι ουτοπίες καταρρέουν υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, που επιβεβαιώνει τη βία της αποικιοκρατικής επέκτασης.
![]() |
![]() |
Επομένως, η φυγή των πρωταγωνιστών δεν αποτελεί μόνο ατομική λύση, αλλά και πολιτική χειρονομία, μια προσπάθεια δηλαδή υπέρβασης της Δυτικής υπεροψίας μέσω της αναγνώρισης της πολιτισμικής ισότητας. Τα έργα του Μ. Μοδινού προτείνουν μια μετα-αποικιακή ουτοπία, βασισμένη στην οικολογία, την αποανάπτυξη και την πολυπολιτισμικότητα. Το ίδιο αποτέλεσμα επιδιώκει και η Σώτη Τριανταφύλλου στο Λίγο από το αίμα σου (2008), που διαδραματίζεται στην Κένυα των ετών 1930 – 1966, για να δείξει την πολιτική της Αγγλίας στις αποικίες της, και ο Βασίλης Δρόλιας στο μυθιστόρημά του Nyos – Η τελετή της αθωότητας» (2016), ο οποίος –εκτός των άλλων– στοχάζεται πολιτικά πάνω στην έννοια της παγκοσμιοποίησης.
Επιπροσθέτως, άλλοι συγγραφείς αναζητούν την πολιτική εκτός Ελλάδος, αναζητώντας τα κατάλληλα πολιτισμικά περιβάλλοντα, για να δείξουν τις παρενέργειες του ολοκληρωτισμού και τις στρεβλώσεις της εξουσίας. Ενδεικτικά, ο Θάνατος στο Βαλπαραΐζο (2013) του Μένη Κουμανταρέα αφορά τη φυγή των Ναζί στη Λατινική Αμερική, ενώ η νουβέλα Καρυότυπος (2014) του Άκη Παπαντώνη εξετάζει τις συνέπειες της πολιτικής του Ρουμάνου δικτάτορα Τσαουσέσκου στον ψυχισμό των ανθρώπων.
Προδικτατορικές, δικτατορικές και μεταδικτατορικές παθογένειες
Ξαναγυρίζω στην Ελλάδα και στο μεγάλο κάδρο της Ιστορίας το οποίο καλύπτει τα χρόνια της Δικτατορίας, τα γεγονότα που οδήγησαν σ’ αυτή, τις διώξεις εκ μέρους του καθεστώτος, το Πολυτεχνείο αλλά και το πέρασμα στη Μεταπολίτευση. Σε άρθρο μου στην Bookpress (14.11.2023) με τίτλο «“Υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί” – Το Πολυτεχνείο και η χούντα στη λογοτεχνία των τελευταίων 50 χρόνων», προσπάθησα να διερευνήσω έργα και τάσεις που σχετίζονται με το πώς φτάσαμε στην 21η Απριλίου 1967, πώς κινήθηκε η χώρα μέσα στη χούντα, σε πλαίσια αντίστασης και οργής, και πώς περάσαμε στη Μεταπολίτευση. Η Δικτατορία, ως το τέλος της προηγούμενης περιόδου, ως η μετάβαση σε μια άλλη «χώρα», ως η αναστολή της δημοκρατικής Ελλάδας, ως το προγονόπληκτο ανάχωμα στην τρομερή δεκαετία του ’60, αλλά και ως η λογική απόρροια της ταραγμένης πολιτικής ζωής της ίδιας δεκαετίας, περνά, άλλοτε πιο σθεναρά κι άλλοτε πιο ράθυμα, μέσα στις σελίδες πολλών βιβλίων, που γράφτηκαν ακριβώς για να αναδείξουν την εποχή.
Τα Δεκαοχτώ κείμενα αποτέλεσαν το 1970 την πρώτη συλλογική αντίσταση εκ μέρους των διανοούμενων της εποχής. Ακολουθούν πολλά όπως η Αντιποίησις αρχής του Αλέξανδρου Κοτζιά και η Αρχαία σκουριά της Μάρως Δούκα (και τα δύο του 1979), ο Ερασιτέχνης επαναστάτης (2018) του Απόστολου Δοξιάδη, τα Διηγήματα της δοκιμασίας (1978) του Χριστόφορου Μηλιώνη και το Επάγγελμα πόρνη (1978) της Λιλής Ζωγράφου, το Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος (2005) του Δημήτρη Φύσσα, η Ανάκριση (2008) του Ηλία Μαγκλίνη, οι Βασανιστές (2009) του Θοδωρή Ραχιώτη, Οι τυφλοί (2017) του Νίκου Μάντη και η Κλίμακα Μπόγκαρτ (2022) της Μαρίας Φακίνου κ.λπ., που αναδεικνύουν τον ρόλο της Δικτατορίας και του Πολυτεχνείου στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, εντάσσοντάς τα στο ευρύτερο ιστορικό κάδρο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η επταετία προσεγγίζεται όχι μόνο ως μια σκοτεινή παρένθεση, αλλά και ως η λογική απόρροια της ταραγμένης δεκαετίας του ’60, καθώς και ως μεταβατική φάση προς τη Μεταπολίτευση. Τέλος, πλήθος έργων, από τον Θανάση Βαλτινό έως τον Γιάννη Κιουρτσάκη, ανιχνεύουν τα αίτια, τα γεγονότα και τις συνέπειές της.
![]() |
![]() |
Στη Μεταπολίτευση, η λογοτεχνία επιστρέφει επίμονα στο τραύμα, άλλοτε με άμεση αναφορά στο Πολυτεχνείο και άλλοτε με έμμεσες ή αλληγορικές αναπαραστάσεις. Από τη σατιρική διάθεση έως τον στοχασμό κι από την αντιηρωική αφήγηση έως την τραγελαφική απεικόνιση, οι συγγραφείς επιχειρούν να κατανοήσουν τόσο τη γενιά εκείνης της εποχής όσο και τη μετέπειτα πορεία της. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σύγχρονα μυθιστορήματα που εστιάζουν άλλοτε στη σκοπιά του θύματος κι άλλοτε του θύτη, φωτίζοντας τον ψυχισμό και των δύο, καθώς και έργα που αναδεικνύουν την αμηχανία ή τον αφελή ατομικισμό των νέων της εποχής.
Κεντρικό ερώτημα αποτελεί το κατά πόσο το Πολυτεχνείο συνιστά «πρακτικό παρελθόν», δηλαδή ένα παρελθόν ενεργό που επηρεάζει το παρόν. Υποστηρίζω ότι η εξέγερση του 1973 εξακολουθεί να λειτουργεί ως τέτοιο κατώφλι: αφενός συνδέεται με την εμφυλιακή διαπάλη κι αφετέρου εγκαινιάζει τη Μεταπολίτευση, με όλες τις αντιφάσεις και τις παθογένειές της.
Τέλος, αναδεικνύεται ότι η εν λόγω λογοτεχνία λειτουργεί ως πεδίο όπου το ατομικό συναντά το συλλογικό, η μνήμη διασταυρώνεται με την Ιστορία και η σιωπή αποκτά σημασία ισότιμη με τον λόγο. Είτε μέσω της αποθέωσης είτε μέσω της απομυθοποίησης, το Πολυτεχνείο παραμένει ένα ζωντανό και διαρκώς επαναδιαπραγματευόμενο σημείο της νεοελληνικής ταυτότητας.
Τελικά συμπεράσματα
Περιδιαβαίνοντας κείμενα και τάσεις, που συνδέονται με την εποχή κατά την οποία γράφονται, επιχείρησα καταρχάς να χαρτογραφήσω το πολύ πλούσιο πολιτικό οικοσύστημα, με έργα και θεματικές. Κι έπειτα να δω αδρομερώς πώς η λογοτεχνία αποτυπώνει και αποδομεί τη σύγχρονη πολιτική (1ο μέρος) και πώς το ιστορικό συμπλέκεται με το πολιτικό (2ο μέρος). Έτσι, η επικαιρότητα που ζουν οι συγγραφείς γεννά κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς, οι οποίοι περνάνε μυθοπλαστικά μέσα στα έργα τους, για να νοηματοδοτήσουν ποικίλες στάσεις του Νεοέλληνα απέναντι στην εξουσία, την ιδεολογία και την κοινωνική πραγματικότητα.
Ευτυχώς, η σύγχρονη πεζογραφία –πλην «κακών» περιπτώσεων προπαγανδιστικής γραφής– αναδεικνύει την πολυφωνία της και εκτείνεται σε μια διαλλακτική πραγμάτευση θεμάτων τα οποία στον Τύπο λ.χ. ή στα κοινωνικά δίκτυα οδηγούνται σε κορώνες και ακραίους διαξιφισμούς. Η λογοτεχνία γίνεται όργανο πολιτικής σκέψης, λειτουργεί ως αφυπνιστικός μηχανισμός, συνδέει το αισθητικό με το πολιτικό, όχι για να εξυμνήσει ηγέτες και κόμματα αλλά για να προβληματίσει για τη δημοκρατία και τη μεταδημοκρατία, τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό, τις ποικίλες όψεις της πολιτικής σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα κοινωνικά προβλήματα, το περιβάλλον, τους μετανάστες, τις γυναίκες, τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα κ.λπ.
Μετά το 1989 η πολιτική και οι ιδεολογικές συγκρούσεις αποκτούν πολιτισμικά χαρακτηριστικά, η Αριστερά αποδεσμεύεται από το σοβιετικό όραμα και στρέφεται στον υπαρξιακό της αναστοχασμό, η παγκοσμιοποίηση τροφοδοτεί εκ νέου την πεζογραφία, ο εθνικισμός, η θέση μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ιδεολογίες και η σαθρότητα της υπερβολής τους, η ταυτότητα ως νέο πεδίο αντιπαράθεσης, φυσικά ο πόλεμος και η βία, ειδικά η τρομοκρατία ως πολιτικός μοχλός πίεσης, ο ολοκληρωτισμός στις φανερές και κρυφές του εκφάνσεις, η βιοπολιτική, η ψηφιακή δημοκρατία, η οικονομική κρίση και η πολιτική της επιβίωσης, η ιστορική μνήμη και η μετα-ιστορική συνείδηση…
Η κατάρρευση των ιδεολογιών φανερώνει και την κόπωση του πολίτη απέναντι στην άδεια δημοκρατία, που ξεφεύγει από τα χέρια του, περνά στους τεχνοκράτες, αιωρείται σε υπερεθνικές αποφάσεις, συνθλίβεται από τα μίντια ή τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Πολλοί χαρακτήρες μέσα στα βιβλία αντιλαμβάνονται την αδυναμία τους να είναι με γόνιμο τρόπο πολιτικά ενεργοί, οι εκλογές και οι πολιτικές διεργασίες φαντάζουν χωρίς περιεχόμενο, η μιντιακή μεταλήθεια μοιάζει να εξουσιάζει, χωρίς δυνατότητα αντίδρασης. Έτσι, η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα, ο πολίτης δεν συμμετέχει πια, αλλά παρακολουθεί, η απολίτικη συμπεριφορά «επιβάλλεται» από το καταναλωτικό μοντέλο, ενώ η εξουσία όχι μόνο μέσω των νόμων αλλά και μέσα από τις βιοπολιτικές της επιλογές και τον έλεγχο των εξουσιών προσπαθεί να ρυθμίσει τη ζωή του απλού ανθρώπου. Από την άλλη, τα κόμματα, όχι μόνο ως πραγματώσεις της εκάστοτε ιδεολογίας αλλά ως μηχανισμοί ανόδου, ευνοούν ή οδηγούν στη διαφθορά, στον κοινωνικό αρριβισμό, στη λαϊκίστικη προσέγγιση του πολίτη, στην εν γένει ιδιοτελή εκμετάλλευση των θεσμών για προσωπικά οφέλη.
Ας μην παραλείψουμε τις αισιόδοξες νότες, όπου η σήψη αποκαλύπτεται, η πολιτική πράξη παίρνει νέες αποτελεσματικές μορφές, όπως είναι η αύξηση των μαζικών κινημάτων, η ανάδυση νέων πολιτικών κοινοτήτων, η νεανική ορμή, η ευθύνη ως προσωπική αναζήτηση κ.λπ.
Στόχος δεν είναι η απλή αναπαράσταση, αλλά ηεκ νέου νοηματοδότηση της συλλογικής μνήμης, η ερμηνεία και το ξαναγράψιμο της Ιστορίας, με πολλές επιφυλάξεις για το ποιος αφηγείται την Ιστορία και από ποια θέση, ποια αθέατα σημεία χρήζουν νέας προσπέλασης, πόσο η αλήθεια και η πραγματικότητα ταυτίζονται...
Όταν η λογοτεχνία επιστρέφει στο παρελθόν, όπου η πολιτική και όχι η στρατιωτική ιστορία πρωταγωνιστεί, τότε είτε αναζητούνται πτυχές και αίτια της σημερινής κακοδαιμονίας είτε προδιαγράφονται σε ένα άλλο χρονικό ορίζοντα οι σύγχρονες συγκρούσεις και ιδεολογικές αντιπαλότητες. Στόχος δεν είναι η απλή αναπαράσταση, αλλά ηεκ νέου νοηματοδότηση της συλλογικής μνήμης, η ερμηνεία και το ξαναγράψιμο της Ιστορίας, με πολλές επιφυλάξεις για το ποιος αφηγείται την Ιστορία και από ποια θέση, ποια αθέατα σημεία χρήζουν νέας προσπέλασης, πόσο η αλήθεια και η πραγματικότητα ταυτίζονται κ.λπ. Από την άλλη, η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία ενίοτε ξεφεύγει από το εθνικό τραύμα και απλώνεται στην παγκόσμια πολιτική κονίστρα, όπου η αποικιοκρατία, η παγκοσμιοποίηση και ο ολοκληρωτισμός λειτουργούν ως διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας καταπιεστικής δομής εξουσίας.
Θα μπορούσα να συνεχίσω ες αεί, ξέροντας ότι δεν θα εξαντλούσα ποτέ το θέμα. Ούτε έτσι όμως θα μπορούσα να καταθέσω και να ερμηνεύσω πλήρως την πολιτική πεζογραφία μας: π.χ. πόσο η δημοκρατία και η πολιτική πράξη αφορούν την υψηλή διακυβέρνηση αλλά και πόσο «κατεβαίνουν» στην καθημερινότητα και στη συνείδηση των πολιτικοποιημένων και των απολίτικων Νεοελλήνων; Παράπλευρες πτυχές της πολιτικής, όπως ο πόλεμος, οι βυζαντινισμοί, οι μιντιακές παρεμβάσεις, η απολίτικη συμπεριφορά, τα δικαίωματα των μειονοτήτων, οι κοινωνικές ανισότητες κ.ά. κερδίζουν την προσοχή της πεζογραφίας και πώς ανάλογα η ποίηση συλλαμβάνει την πραγματικότητα με πιο ακαριαίο τρόπο; Πόσο η λογοτεχνία παράγει πολιτική; Πόσο η μυθοπλασία μπορεί να συλλάβει και να επαναθέσει καίρια ερωτήματα της εποχής μας; Ακόμα και με αυτούς τους τελευταίους προβληματισμούς, θα έχανα πολλές εκφάνσεις της πολυπλόκαμης σχέσης της λογοτεχνίας με το πολιτικό, που δεν παύουν –ακόμα και στις φάσεις ύφεσης– να απλώνονται προς διάφορες, καινούργιες κάθε φορά, κατευθύνσεις. Εντέλει, η λογοτεχνία πραγματεύεται την πολιτική –όπως και το πολιτικό–, αλλά ταυτόχρονα την αποδομεί και παράγει νέα είδη πολιτικής σκέψης.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).






































