erbenbeck hoffman

Πώς κρίνεται η μεταφραστική ποιότητα; Είναι προτιμότερη μια μετάφραση που επιλέγει να διασώσει την «ξενότητα» του πρωτοτύπου ή μια εξομαλυντική προσέγγιση με στόχο ένα κείμενο που «ρέει»; Κάποιες σκέψεις, με αφορμή τη σύγκριση της μετάφρασης του Μάικλ Χόφμαν και του Αλέξανδρου Κυπριώτη, στα αγγλικά και στα ελληνικά αντίστοιχα, του μυθιστορήματος της Τζέννυ Έρπενμπεκ «Καιρός».

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης

Η αξιολόγηση της μεταφραστικής ποιότητας αποτελεί κεντρικό ζήτημα τόσο στη θεωρητική μεταφρασεολογία όσο και στην επαγγελματική πρακτική. Επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων, εκδοτικοί οίκοι, ακαδημαϊκοί θεσμοί καλούνται να κρίνουν μεταφράσεις χωρίς πάντοτε να διαθέτουν ρητά κριτήρια ή θεωρητική συνέπεια. Η απουσία διαφανούς μεθοδολογίας οδηγεί συχνά σε αξιολογήσεις που αναπαράγουν αθεώρητες νόρμες της αγοράς ή εθνοκεντρικές προσδοκίες, χωρίς να υποβάλλονται σε κριτική εξέταση.

Η διχοτομία foreignization (ξενοποίηση) /domestication (οικειοποίηση) έχει ήδη αμφισβητηθεί στη βιβλιογραφία ως απλουστευτική. Ωστόσο, αυτό που παραμένει αδιερεύνητο είναι πώς αλλάζει το πολιτικό νόημα κάθε στρατηγικής ανάλογα με τη θέση της γλώσσας-δέκτη στην ιεραρχία των γλωσσών, και ειδικά στην περίπτωση περιφερειακών γλωσσών όπως η ελληνική. Το ερώτημα αυτό διερευνάται εδώ υπό το πρίσμα συγκεκριμένων μεταφραστικών λύσεων, οδηγώντας σε μια ευρύτερη πρόταση για την ανάγκη ρητού θεωρητικού πλαισίου κατά την άσκηση της μεταφραστικής κριτικής. Χωρίς διευκρίνιση του τι συνιστά «ποιότητα» (πιστότητα στο γράμμα; στο πνεύμα; στην αισθητική λειτουργία; στην πολιτισμική διαφορά;), η κρίση ασκείται χωρίς κριτήρια και αναπαράγει την ηγεμονία του οικείου έναντι του ξένου.

Ιστορικό πλαίσιο και γεωπολιτική

Η αντιπαράθεση foreignization-domestication, έτσι όπως έχει εγκατασταθεί στη σύγχρονη μεταφρασεολογία, μοιάζει πλέον άρρηκτα συνδεδεμένη με τα ονόματα του Lawrence Venuti και του Antoine Berman. Ωστόσο, η τάση να παρουσιάζονται οι θέσεις τους ως δύο αντίπαλα στρατόπεδα -η «ξενότητα» απέναντι στην «ομαλότητα»- καταλήγει να είναι μια βολική αλλά παραπλανητική απλούστευση. Μια τέτοια ανάγνωση αποσιωπά ότι οι θεωρίες αυτές δεν ξεπήδησαν από το πουθενά, αλλά αποτελούν συνειδητές αποκρίσεις σε πολύ συγκεκριμένα ιστορικά και γεωπολιτικά περιβάλλοντα.

Η σύνδεση ανάμεσα στη μετάφραση και τη δομή του διεθνούς λογοτεχνικού χώρου έχει αναλυθεί ήδη από τη θεωρία των πολυσυστημάτων του Itamar Even-Zohar. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι λογοτεχνίες δεν λειτουργούν ως απομονωμένες οντότητες αλλά ως δυναμικά συστήματα που οργανώνονται γύρω από σχέσεις κέντρου και περιφέρειας. Η θέση μιας γλώσσας ή μιας λογοτεχνικής παράδοσης μέσα σε αυτή την ιεραρχία επηρεάζει καθοριστικά τον ρόλο της μετάφρασης και τις μορφές που αυτή λαμβάνει. Οι μεταφραστικές στρατηγικές, επομένως, δεν μπορούν να κατανοηθούν ανεξάρτητα από τις ασυμμετρίες ισχύος που διαμορφώνουν το παγκόσμιο λογοτεχνικό πεδίο.

lawrence venuti 2

Ο Lawrence Venuti

Αξίζει να διευκρινιστεί ότι η εν λόγω αντιπαράθεση δεν ανήκει πρωτογενώς στους ίδιους τους θεωρητικούς. Στη βιβλιογραφία, ο Venuti και ο Berman αντιμετωπίζονται συχνότερα ως συγγενείς ή παράλληλες παραδόσεις σκέψης γύρω από την ετερότητα της μετάφρασης. Η εικόνα δύο αντίπαλων στρατοπέδων αποτελεί κυρίως προϊόν μεταγενέστερης πρόσληψης και σχηματοποίησης της θεωρίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η μετάφραση οφείλει να είναι «διαφανής», ο μεταφραστής οδηγείται στον αφανισμό και το ξένο κείμενο υποτάσσεται βίαια στις αισθητικές νόρμες του δέκτη.

Ο Venuti γράφει το The translator's invisibility εκκινώντας από τη θέση του μεταφραστή εντός της αγγλοαμερικανικής αγοράς, η οποία, ως φορέας μιας ηγεμονικής γλώσσας, τείνει να αφομοιώνει τα ξένα κείμενα προκειμένου να διασφαλίσει τη δική της αισθητική και γλωσσική κανονικότητα. Η κριτική του στην «αορατότητα» (invisibility) του μεταφραστή φέρει αντι-ηγεμονικό πρόσημο, καθώς καταγγέλλει την αγγλοαμερικανική παράδοση της domestication ως εργαλείο επιβολής. Σε αυτό το πλαίσιο, η μετάφραση οφείλει να είναι «διαφανής», ο μεταφραστής οδηγείται στον αφανισμό και το ξένο κείμενο υποτάσσεται βίαια στις αισθητικές νόρμες του δέκτη. Αυτή η «εθνοκεντρική βία» (ethnocentric violence) της κυρίαρχης κουλτούρας υπερβαίνει το επίπεδο μιας τεχνικής επιλογής και συνιστά μια καθαρά πολιτική πράξη. Έτσι, το ξένο μετατρέπεται σε αναλώσιμο προϊόν, που σε καμία περίπτωση δεν κλονίζει την πολιτισμική αυτάρκεια του αγγλόφωνου κοινού.

Antoine Berman

Ο Antoine Berman

Ο Venuti προτείνει τη foreignization ως μια στρατηγική αντίστασης. Μέσω της διατήρησης στοιχείων της γλωσσικής και πολιτισμικής ετερότητας του πρωτοτύπου, η μετάφραση υπενθυμίζει διαρκώς στον αναγνώστη ότι έρχεται σε επαφή με κάτι που δεν γράφτηκε στη γλώσσα του. Αυτή η επιλογή τον αναγκάζει να αντιμετωπίσει την ετερότητα κατά μέτωπο, αντί να την εξομοιώσει σε κάτι οικείο. Μια foreignizing μετάφραση αρνείται να διευκολύνει τον αναγνώστη· αντίθετα, τον προκαλεί να επανεξετάσει τις γλωσσικές και πολιτισμικές του βεβαιότητες.

Η «κακή» μετάφραση ορίζεται ως εκείνη που υποκύπτει στις «παραμορφωτικές τάσεις» (tendances déformantes).

Ο Berman, από την άλλη πλευρά, εκπροσωπεί τη γαλλική παράδοση, μια κουλτούρα με μακρά ιστορία στις «όμορφες άπιστες» (belles infidèles), όπου η καλαισθησία της γαλλικής πρόζας παραδοσιακά υπερτερούσε της πιστότητας στο πρωτότυπο. Στο έργο του «Η δοκιμασία του ξένου» (L'épreuve de l'étranger, 1984), η μετάφραση παύει να είναι μια στενά τεχνική διαδικασία και αναδεικνύεται σε οντολογική και ηθική πράξη. Για τον Berman, το ξένο δεν συνιστά ένα πρόβλημα προς επίλυση μέσω της εξάλειψής του, αλλά μια εμπειρία που οφείλει να διατηρηθεί και να μεταδοθεί αυτούσια. Η «κακή» μετάφραση ορίζεται ως εκείνη που υποκύπτει στις «παραμορφωτικές τάσεις» (tendances déformantes). Σε αυτές περιλαμβάνονται ο εξορθολογισμός, η εκκαθάριση, η επιμήκυνση και η εξευγένιση του κειμένου, η ποιοτική και ποσοτική του φτώχευση, καθώς και η καταστροφή των ρυθμών, των σημασιολογικών δικτύων, των ιδιωματισμών και των γλωσσικών υπερεπικαλύψεων.

metaixmio berman i metafrasi kai to gramma

Η έννοια «auberge du lointain», που θα μπορούσε να αποδοθεί ως το «πανδοχείο του μακρινού», χρησιμοποιείται από τον Berman για να περιγράψει μια δεκτική γλώσσα που αρνείται να «καταπιεί» το ξένο. Αντιθέτως, επιλέγει να το φιλοξενήσει ως ισότιμο συνομιλητή, μετατρέποντας τη μετάφραση από πράξη κατάκτησης σε ηθική πράξη υποδοχής. Ωστόσο, αυτή η ηθική διάσταση δεν οδηγεί ούτε τον Berman ούτε τον Venuti σε μια τυφλή εφαρμογή της foreignization. Ο ίδιος ο Venuti αναγνωρίζει πως η τελική επιλογή συναρτάται με παράγοντες όπως το κειμενικό είδος, το πολιτικό πλαίσιο και ο επιδιωκόμενος ρόλος της μετάφρασης στον πολιτισμικό διάλογο. Η foreignization, επομένως, δεν συνιστά αυτοσκοπό, αλλά μια στρατηγική που νοηματοδοτείται μόνο εντός ενός συγκεκριμένου πολιτικού και πολιτισμικού πλαισίου, γεγονός που μας οδηγεί στην ανάγκη εξέτασης των ασύμμετρων σχέσεων ισχύος μεταξύ των γλωσσών

Η ασυμμετρία ισχύος

Η foreignization στερείται ενιαίου πολιτικού νοήματος. Η αξία της μεταβάλλεται άρρηκτα ανάλογα με την κατεύθυνση της μετάφρασης και τις σχέσεις ισχύος που διέπουν τις εμπλεκόμενες γλώσσες.

Στην περίπτωση που η αγγλική λειτουργεί ως γλώσσα-στόχος για κείμενα περιφερειακών γλωσσών, η στρατηγική της οικειοποίησης μετατρέπεται σε απροκάλυπτη πράξη ισχύος. Το κείμενο αφομοιώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην διαταράσσεται η κυρίαρχη κουλτούρα. Η αγγλόφωνη αγορά, από τη θέση του ηγεμόνα, επιλέγει να «καταναλώσει» το ξένο απογυμνωμένο από την πολιτισμική του ιδιαιτερότητα. Αυτή η αφομοίωση υπερβαίνει τα όρια μιας ουδέτερης τεχνικής επιλογής, καθώς αναπαράγει τη γεωπολιτική κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας. Το ξένο υποχρεούται να συμμορφωθεί με τις νόρμες του «κέντρου» προκειμένου να κερδίσει την ορατότητά του. Σε αυτό το πλαίσιο, η foreignization λειτουργεί ως πράξη αντίστασης, αρνούμενη να υποτάξει το ξένο κείμενο στις προσδοκίες και την άνεση του κυρίαρχου αναγνωστικού κοινού.

Η foreignization στα χέρια μιας υποτελούς κουλτούρας κινδυνεύει να αναπαράγει τον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό αντί να του εναντιωθεί.

Αντίθετα, όταν μια περιφερειακή γλώσσα -όπως τα ελληνικά, τα πολωνικά ή τα κορεατικά- μεταφράζει από τα αγγλικά, η foreignization ενδέχεται να μετατραπεί σε πράξη υποταγής στο γόητρο της πηγής. Σε αυτή την περίπτωση, η διατήρηση των αγγλικών συντακτικών δομών ή των λεξικών ιδιωτισμών δεν λειτουργεί αντιστασιακά, αλλά μιμητικά, επικυρώνοντας μια προϋπάρχουσα πολιτισμική υπεροχή. Η γλώσσα-δέκτης αποδέχεται σιωπηλά την ανωτερότητα του πρωτοτύπου, επιτρέποντας μια γλωσσική δυσμορφία που αντανακλά την υποτέλειά της. Η μεταποικιοκρατική κριτική της μετάφρασης έχει επισημάνει ότι το μοντέλο του Venuti δεν μπορεί να υιοθετηθεί μηχανιστικά, ακριβώς επειδή τείνει να παραβλέπει αυτές τις ασύμμετρες σχέσεις ισχύος. Η foreignization στα χέρια μιας υποτελούς κουλτούρας κινδυνεύει να αναπαράγει τον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό αντί να του εναντιωθεί.

Επιπλέον, η domestication σε μια μικρή γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη πολιτισμικής αυτοάμυνας. Η διατήρηση των ιδιωματικών δομών και του ρυθμού της ελληνικής απέναντι στην αγγλική σύνταξη δεν αποτελεί «προδοσία» του πρωτοτύπου, αλλά άρνηση υποταγής. Αντί να εξυπηρετεί την εθνοκεντρική βία, η ομαλοποίηση λειτουργεί εδώ ως ανάχωμα στη γλωσσική αποικιοποίηση.

Αυτή η ασυμμετρία δείχνει ότι η μεταφραστική στρατηγική δεν μπορεί να αξιολογηθεί αφηρημένα, χωρίς αναφορά στις σχέσεις ισχύος μεταξύ των γλωσσών. Η ίδια τεχνική (foreignization ή domestication) αποκτά διαφορετικό πολιτικό νόημα ανάλογα με το ποια γλώσσα μεταφράζει ποια, και σε ποιο ιστορικό πλαίσιο.

Η συνάρτηση Skopos και κειμενικής λειτουργίας

Η Skopos-Theorie, όπως διατυπώθηκε από τους Vermeer, Reiss και Nord, αναπτύσσει πολύ πιο σύνθετη σχέση με την πιστότητα και το πρωτότυπο από όσο μπορεί να αναλυθεί εδώ εκτενώς. Για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης, αξιοποιείται η βασική της αρχή: ότι η μετάφραση δεν αξιολογείται ως προς μια εγγενή αλήθεια ή ορθότητα, αλλά ως προς την επιτέλεση της λειτουργίας της στο νέο πολιτισμικό πλαίσιο. Μια λογοτεχνική μετάφραση που στοχεύει στη διατήρηση της ποιητικής ξενότητας του Paul Celan δεν κρίνεται με τα ίδια κριτήρια με τη μετάφραση ενός εγχειριδίου χρήσης ή ενός νομικού κειμένου.

Η Reiss εισάγει την κειμενική τυπολογία που διακρίνει πληροφοριακά κείμενα (informative), εκφραστικά κείμενα (expressive), και οπερατικά κείμενα (operative). Τα λογοτεχνικά κείμενα ανήκουν στην εκφραστική κατηγορία, όπου η αισθητική λειτουργία του γλωσσικού υλικού είναι πρωταρχική. Η μετάφραση ενός τέτοιου κειμένου δεν μπορεί να περιοριστεί στη μεταφορά του «περιεχομένου», διότι η μορφή είναι συστατικό στοιχείο του νοήματος.

Ωστόσο, η λειτουργική προσέγγιση παραμένει χρήσιμη ως υπενθύμιση ότι η μετάφραση είναι πράξη που λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένο πλαίσιο, για συγκεκριμένο κοινό, με συγκεκριμένη λειτουργία. Η αξιολόγηση δεν μπορεί να αγνοεί αυτές τις παραμέτρους.

Επομένως, η λειτουργικότητα του πρωτοτύπου έχει καθοριστική σημασία. Αν ένα κείμενο παίζει συνειδητά με τη γλώσσα του (James Joyce, Samuel Beckett, Thomas Bernhard), η «ομαλοποίησή» του στη μετάφραση ισοδυναμεί με προδοσία της λογοτεχνικής του λειτουργίας. Το γλωσσικό πείραμα είναι το κείμενο και η αφαίρεσή του καταστρέφει το έργο. Αντίθετα, η μετάφραση ενός ρεαλιστικού μυθιστορήματος με «ομαλή» πρόζα μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή, αρκεί να μην καταστρέφει πολιτισμικούς δείκτες ή χαρακτηριστικές ιδιοσυγκρασίες των χαρακτήρων.

Η Skopos-Theorie έχει δεχθεί σημαντική κριτική, ιδίως από τον Anthony Pym, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο σχετικισμός της (κάθε μετάφραση είναι «καλή» αν εκπληρώνει τον σκοπό της) οδηγεί σε υποτίμηση του πρωτοτύπου και σε άρνηση ευθύνης του μεταφραστή. Η απόλυτη εξάρτηση από τον σκοπό μπορεί να δικαιολογήσει οποιαδήποτε παρέμβαση, ακόμη και αυτές που αλλοιώνουν το κείμενο πέρα από κάθε αναγνώριση.

Ωστόσο, η λειτουργική προσέγγιση παραμένει χρήσιμη ως υπενθύμιση ότι η μετάφραση είναι πράξη που λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένο πλαίσιο, για συγκεκριμένο κοινό, με συγκεκριμένη λειτουργία. Η αξιολόγηση δεν μπορεί να αγνοεί αυτές τις παραμέτρους.

Η ιδεολογική διάσταση της «διαφάνειας»

Η «αόρατη μετάφραση» (invisible translation) είναι ιδεολογικά φορτισμένη. Όταν το μεταφρασμένο κείμενο διαβάζεται «σαν να γράφτηκε στη γλώσσα-δέκτη», αποκρύπτεται η διαδικασία της πολιτισμικής διαμεσολάβησης και η εργασία του μεταφραστή. Πίσω από τη βιτρίνα μιας δήθεν ουδέτερης αισθητικής επιλογής, η διαφάνεια κρύβει μια ιδεολογική κατασκευή προσαρμοσμένη σε συγκεκριμένα συμφέροντα.

Πρώτον, υπηρετεί την αγορά. Ο εκδοτικός οίκος επιθυμεί «εύκολο» κείμενο που θα διαβαστεί γρήγορα και θα πουληθεί καλά. Η ευχέρεια ανάγνωσης (το λεγόμενο fluency) αποτελεί εμπορική αξία. Όπως επισημαίνει ο Venuti, οι εκδότες αναζητούν μεταφράσεις που «ρέουν», που δεν «σκοντάφτουν», που δεν υπενθυμίζουν στον αναγνώστη τη μεταφραστική διαμεσολάβηση. Αυτή η προσδοκία αποκλείει μεταφράσεις που διατηρούν τη γλωσσική αντίσταση του πρωτοτύπου.

Η ετερότητα αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί, όχι ως εμπειρία που πρέπει να διατηρηθεί.

Δεύτερον, υπηρετεί μια εθνοκεντρική αντίληψη περί λογοτεχνίας: το ξένο πρέπει να «ενσωματωθεί» για να γίνει καταναλώσιμο. Η ετερότητα αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί, όχι ως εμπειρία που πρέπει να διατηρηθεί. Η κυρίαρχη κουλτούρα δεν επιθυμεί να αμφισβητηθεί, επιθυμεί να επιβεβαιωθεί. Το ξένο γίνεται αποδεκτό μόνο όταν μοιάζει με το οικείο.

Τρίτον, η επιδίωξη της διαφάνειας συσκοτίζει τον μόχθο του μεταφραστή, καθιστώντας τον ουσιαστικά ανύπαρκτο μέσα στο κείμενο. Αυτή η ιδεολογία της αορατότητας (invisibility) συνδέεται άρρηκτα με την υποτίμηση της μεταφραστικής πράξης, η οποία υποβιβάζεται σε μια «δευτερογενή» ή παρασιτική δραστηριότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο μεταφραστής δεν λογίζεται ως δημιουργός, αλλά ως ένας απλός «μεταφορέας», του οποίου η παρέμβαση οφείλει να παραμένει απαρατήρητη. Μια τέτοια θεώρηση, ωστόσο, παραγνωρίζει το γεγονός ότι η μετάφραση συνιστά μια βαθιά ερμηνευτική και, εν τέλει, πρωτογενή δημιουργική πράξη.

Όταν μια επιτροπή κρίνει μια μετάφραση ως «δυσανάγνωστη», τίθεται το ερώτημα: για ποιον αναγνώστη; Ο μέσος αναγνώστης που αναζητά «ομαλή» εμπειρία ανάγνωσης, ή ο αναγνώστης που επιθυμεί να αντιμετωπίσει την ετερότητα του πρωτοτύπου;

Ωστόσο, η ακραία εφαρμογή της foreignization ενέχει τους δικούς της κινδύνους, καθώς μπορεί να διολισθήσει σε έναν ιδιότυπο εξωτισμό (fetishization of otherness). Σε αυτή την περίπτωση, το ξένο παρουσιάζεται ως κάτι ριζικά ανοίκειο και ακατανόητο, ένα εξωτικό έκθεμα που αδυνατεί να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τον αποδέκτη του. Η ετερότητα μετατρέπεται έτσι σε θέαμα αντί για αφορμή διαλόγου. Επιπλέον, η άκριτη διατήρηση ξένων δομών κινδυνεύει να παράγει κείμενα δυσανάγνωστα, τα οποία τελικά αποτυγχάνουν στον βασικό τους προορισμό: την επικοινωνία με τον κοινό-στόχο. Η ισορροπία, επομένως, παραμένει εξαιρετικά λεπτή.

Κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο η «αναγνωσιμότητα» (readability) παραμένει μια αθώα αισθητική επιλογή και όχι ένα εργαλείο ιδεολογικού προσδιορισμού; Όταν μια επιτροπή κρίνει μια μετάφραση ως «δυσανάγνωστη», τίθεται το ερώτημα: για ποιον αναγνώστη; Ο μέσος αναγνώστης που αναζητά «ομαλή» εμπειρία ανάγνωσης, ή ο αναγνώστης που επιθυμεί να αντιμετωπίσει την ετερότητα του πρωτοτύπου; Η fluency ως αξία εξυπηρετεί την αγορά, αλλά ταυτόχρονα εξαλείφει την αισθητική αντίσταση που μπορεί να είναι το στοίχημα του λογοτεχνικού κειμένου. Η επιλογή δεν είναι τεχνική, αλλά πολιτική.

Η «αναγνωσιμότητα» είναι επίσης πολιτισμικά προσδιορισμένη. Αυτό που θεωρείται «δύσκολο» σε μια κουλτούρα μπορεί να είναι αποδεκτό σε άλλη. Η αποδοχή του πειραματικού λόγου, της παρατακτικής σύνταξης, της σιωπής ή του αποσπασματικού ύφους διαφέρει ανάλογα με τη λογοτεχνική παράδοση. Η επιβολή των νορμών μιας κουλτούρας ως καθολικών αποτελεί ιδεολογική πράξη.

Hofmann ή Κυπριώτης; Η πολιτική της μετάφρασης στο μυθιστόρημα Καιρός της Τζέννυ Έρπενμπεκ

Η θεωρητική συζήτηση αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο όταν εξεταστεί σε πραγματικές μεταφραστικές επιλογές. Το μυθιστόρημα Καιρός (Penguin Verlag 2021) της Τζέννυ Έρπενμπεκ, βραβευμένο με το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2024, προσφέρει κατάλληλο υλικό για την ανάλυση του διλήμματος foreignization-domestication. Η σύγκριση της αγγλικής μετάφρασης του Michael Hofmann (New Directions 2023) με την ελληνική του Αλέξανδρου Κυπριώτη (Καστανιώτης, 2024) αποκαλύπτει διαφορετικές στρατηγικές αντιμετώπισης του ίδιου κειμένου.

kastaniotis erpenbeck kairos

Η πρόζα της Erpenbeck χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα γνωρίσματα: παρατακτική σύνταξη με επαναλαμβανόμενες δομές, λεκτική πύκνωση, ελλειπτικές προτάσεις, και συνειδητή χρήση του ρυθμού ως σημασιολογικού στοιχείου. Η γλώσσα δεν είναι διαφανές μέσο μεταφοράς περιεχομένου, αλλά συστατικό στοιχείο της αφηγηματικής εμπειρίας. Η μετάφραση καλείται να επιλέξει: διατήρηση των γερμανικών δομών με κίνδυνο της δυσκολίας, ή προσαρμογή στις νόρμες της δεκτικής γλώσσας με κίνδυνο της απώλειας της ρυθμικής και συντακτικής ιδιαιτερότητας.

hoffman international booker

Η Έρπενμπεκ με τον Άγγλο μεταφραστή της Μάικλ Χόφμαν, στην απονομή του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ. 

Ανάλυση συγκεκριμένου αποσπάσματος

Εξετάζουμε την εναρκτήρια παράγραφο του μυθιστορήματος:

Πρωτότυπο: «Kairos, der Gott des glücklichen Augenblicks, habe, so heißt es, vorn über der Stirn eine Locke, einzig an der kann man ihn halten. Ist aber der Gott erst einmal auf seinen geflügelten Füßen vorübergeglitten, präsentiert er einem die kahle Hinterseite des Schädels, blank ist die und nichts daran ist mit Händen zu greifen.»

Hofmann: «Kairos, the god of fortunate moments, is supposed to have a lock of hair on his forehead, which is the only way of grasping hold of him. Because once the god has slipped past on his winged feet, the back of his head is sleek and hairless, nowhere to grab hold of.»

Κυπριώτης: «Ο Καιρός, ο Θεός της Ευτυχούς Στιγμής, έχει, έτσι λέγεται, μπροστά στο μέτωπό του έναν βόστρυχο, μόνο από κει μπορείς να τον κρατήσεις. Μόλις όμως περάσει ο Θεός με τα φτερωτά πόδια του από μπροστά σου, σου δείχνει τη φαλακρή πίσω πλευρά του κρανίου του, γυαλιστερή είναι κείνη και τίποτα πάνω της δεν πιάνεται με χέρια.»

bookpress deite to big 300 new

Ο Hofmann κινείται προς domestication: Η παρεμβολή «so heißt es» (έτσι λέγεται) εξαλείφεται και αντικαθίσταται με το λειτουργικό «is supposed to». Η παρατακτική δομή «einzig an der kann man ihn halten» (μόνο από αυτήν μπορεί κανείς να τον κρατήσει) μετατρέπεται σε υποτακτική σχετική πρόταση: «which is the only way of grasping hold of him». Η επαναληπτική δομή «blank ist die und nichts daran ist mit Händen zu greifen» συμπτύσσεται σε «sleek and hairless, nowhere to grab hold of». Η διπλή πρόταση γίνεται μία, η επανάληψη εξαφανίζεται. Το αποτέλεσμα είναι ομαλό, ευανάγνωστο, «φυσικό» στα αγγλικά.

Ο Κυπριώτης επιλέγει foreignization: Διατηρεί την παρεμβολή «έτσι λέγεται» στην ίδια θέση. Διατηρεί την παρατακτική δομή «μόνο από κει μπορείς να τον κρατήσεις». H σύνταξη παραμένει ελλειπτική και άμεση. Διατηρεί την επανάληψη «γυαλιστερή είναι κείνη και τίποτα πάνω της δεν πιάνεται με χέρια». Δύο προτάσεις, όπως στο γερμανικό, με τον ίδιο ρυθμό. Το αποτέλεσμα είναι ρυθμικά και συντακτικά πιο κοντά στο πρωτότυπο, αλλά λιγότερο «ομαλό» για τα ελληνικά.

Ο Κυπριώτης προτεραιοποιεί την αισθητική εμπειρία του γερμανικού. Ο αναγνώστης αντιμετωπίζει ένα κείμενο που «ακούγεται» διαφορετικά, που δεν συμμορφώνεται πλήρως με τις ελληνικές προσδοκίες.

Η διαφορά δεν είναι ζήτημα σωστού ή λάθους, αλλά ιδεολογικής επιλογής. Ο Hofmann προτεραιοποιεί την αγγλική ευχέρεια ανάγνωσης: το κείμενο «ρέει», δεν εμποδίζει τον αναγνώστη. Ο Κυπριώτης προτεραιοποιεί την αισθητική εμπειρία του γερμανικού. Ο αναγνώστης αντιμετωπίζει ένα κείμενο που «ακούγεται» διαφορετικά, που δεν συμμορφώνεται πλήρως με τις ελληνικές προσδοκίες. Αυτή η διαφοροποίηση υπογραμμίζει την ασυμμετρία των μεταφραστικών πλαισίων. Ενώ ο Hofmann εργάζεται υπό την ασφυκτική πίεση μιας παγκόσμιας αγγλόφωνης αγοράς που απαιτεί την αορατότητά του, ο Κυπριώτης, εντός της ελληνικής λογοτεχνικής περιφέρειας, διαθέτει ενδεχομένως μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας να αναδείξει την ξενότητα του πρωτοτύπου χωρίς να κινδυνεύσει με εμπορικό αποκλεισμό.»

Ο ρυθμός ως σημασιολογικό στοιχείο

Το ζήτημα δεν είναι μόνο αισθητικό. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, η Erpenbeck περιγράφει τα περιεχόμενα των κουτιών με τα γράμματα. Η παρατακτική σύνταξη δεν είναι τυχαία, καθώς αναπαράγει την εμπειρία της συσσώρευσης, της χαοτικής συνύπαρξης παρελθόντος και παρόντος:

Πρωτότυπο: «In so einem Koffer, in so einem Karton, liegen Ende, Anfang und Mitte gleichgültig miteinander im Staub der Jahrzehnte, liegt das, was zum Täuschen geschrieben wurde, und das, was als Wahrheit gedacht war, das Verschwiegene und das Beschriebene, liegt all das, ob es will oder nicht, eng ineinandergefaltet, liegt das sich Widersprechende, liegen der stummgewordene Zorn ebenso wie die stummgewordene Liebe miteinander in einem Umschlag, in ein und derselben Mappe.»

Η επανάληψη του ρήματος «liegen» (βρίσκονται) δημιουργεί ρυθμό που μιμείται την εμπειρία της ανακάλυψης: κάθε νέα πρόταση προσθέτει ένα επίπεδο, ένα στρώμα χρόνου και μνήμης. Η σύνταξη παραμένει παρατακτική, υπηρετώντας μια συγκεκριμένη πρόθεση και όχι κάποια υποτιθέμενη αδεξιότητα. Η λίστα χωρίς ιεράρχηση αντανακλά τη χαοτική συνύπαρξη στο αρχείο.

Ο Hofmann αντικαθιστά τις παρατακτικές προτάσεις με ονοματικές φράσεις διαχωρισμένες με άνω τελείες. Η δομή γίνεται πιο «τακτοποιημένη», πιο ελεγχόμενη.

Hofmann: «A suitcase like that, cardboard boxes like that, full of middles and endings and beginnings, buried under decades' worth of dust; pages that were written to deceive alongside other pages that were striving for truth; things itemized, other things passed over, all lying together higgledy-piggledy; the contradictions and the denials, silent fury and mute adoration together in one envelope, in one folder.»

Ο Hofmann αντικαθιστά τις παρατακτικές προτάσεις με ονοματικές φράσεις διαχωρισμένες με άνω τελείες. Η δομή γίνεται πιο «τακτοποιημένη», πιο ελεγχόμενη. Η επανάληψη του «liegen» εξαλείφεται. Προσθέτει το «higgledy-piggledy» (ανακατεμένα), μια λέξη που δεν υπάρχει στο γερμανικό, αλλά «εξηγεί» στον αναγνώστη την αταξία. Το αποτέλεσμα είναι πιο ευανάγνωστο, αλλά χάνεται η ρυθμική συσσώρευση που είναι το νόημα του αποσπάσματος.

Ο αναγνώστης βιώνει την ίδια συσσώρευση, την ίδια αίσθηση του χρόνου που συμπτύσσεται και συνυπάρχει. Η επιλογή δεν είναι τεχνική, είναι ερμηνευτική.

Κυπριώτης: «Μέσα σε μια τέτοια βαλίτσα, μέσα σε μια τέτοια κούτα, τέλος, αρχή και μέση, βρίσκονται αδιάφορα το ένα για το άλλο μες στη σκόνη των δεκαετιών, βρίσκονται εκείνα που γράφτηκαν για να εξαπατήσουν και εκείνα που θεωρούνταν αλήθεια, εκείνα που αποσιωπήθηκαν κι εκείνα που περιγράφτηκαν, όλα εκείνα βρίσκονται, είτε το θέλουν είτε όχι, διπλωμένα καλά το ένα μέσα στ' άλλο, βρίσκονται εκείνα που αντιφάσκουν με τον εαυτό τους, ο θυμός που βουβάθηκε όπως και η αγάπη που βουβάθηκε βρίσκονται μαζί μέσα σ' έναν φάκελο, μέσα στο ίδιο και το αυτό ντοσιέ.»

Ο Κυπριώτης διατηρεί την επανάληψη του «βρίσκονται» σε κάθε πρόταση. Διατηρεί την παρατακτική δομή. Το αποτέλεσμα είναι λιγότερο «ομαλό», αλλά πιστό στη ρυθμική λογική του πρωτοτύπου. Ο αναγνώστης βιώνει την ίδια συσσώρευση, την ίδια αίσθηση του χρόνου που συμπτύσσεται και συνυπάρχει. Η επιλογή δεν είναι τεχνική, είναι ερμηνευτική. Ο Κυπριώτης κρίνει ότι ο ρυθμός είναι συστατικό στοιχείο του νοήματος και πρέπει να διατηρηθεί.

Λεκτική πύκνωση και σύνθετες λέξεις

Ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό της γερμανικής είναι η δυνατότητα δημιουργίας σύνθετων ουσιαστικών που συμπυκνώνουν πολλαπλά επίπεδα σημασίας σε μία λέξη. Η Erpenbeck χρησιμοποιεί συστηματικά αυτή την ιδιότητα της γλώσσας για να φορτίσει το κείμενο με πολυσημία. Η μετάφραση αντιμετωπίζει το δίλημμα: διατήρηση της πυκνότητας με κίνδυνο της ασάφειας, ή ανάλυση σε περιφραστική δομή με κίνδυνο της απώλειας της σημασιολογικής πυκνότητας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λέξη «Trümmerfeld» στην πρώτη παράγραφο. Πρωτότυπο: «Im Grunde genommen ist es ein Trümmerfeld.»

Η σύνθετη λέξη αποτελείται από: Trümmer (συντρίμμια, ερείπια) + Feld (πεδίο, έκταση). Η λέξη φέρει διπλή σημασία: κυριολεκτικά περιγράφει το χάος των χαρτιών στα κουτιά, αλλά ταυτόχρονα παραπέμπει στα ερείπια του μεταπολεμικού Βερολίνου, ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος. Το «Trümmerfeld» είναι φορτισμένος όρος στη γερμανική μεταπολεμική λογοτεχνία. Αναφέρεται στα φυσικά ερείπια της πόλης, αλλά και στην ψυχική καταστροφή του πολέμου.

Hofmann: «It's so much detritus.»

Ο Hofmann επιλέγει το «detritus» γενικός όρος για υπολείμματα, απορρίμματα. Η επιλογή είναι ομαλή και ευανάγνωστη, αλλά χάνεται η διπλή αναφορά. Τόσο η εικόνα του «πεδίου» (χωρική έκταση) όσο και ο συνειρμός με τα πολεμικά ερείπια εξαφανίζονται. Το «detritus» είναι ουδέτερο, δεν φέρει το ιστορικό βάρος της γερμανικής λέξης. Η μετάφραση γίνεται πιο προσιτή, αλλά λιγότερο πολυσήμαντη.

Κυπριώτης: «Κατά βάθος είναι ένα πεδίο με συντρίμμια.»

Ο Κυπριώτης διατηρεί τη διπλή δομή: «πεδίο» + «συντρίμμια». Η περιφραστική απόδοση αναπαράγει τη σύνθεση του γερμανικού όρου και διατηρεί την εικόνα του χώρου γεμάτου ερείπια. Η λέξη «συντρίμμια» στα ελληνικά φέρει επίσης πολεμικό συνειρμό (συντρίμμια κτιρίων, καταστροφή), έστω και λιγότερο άμεσα από το γερμανικό «Trümmer». Η μετάφραση είναι λιγότερο συμπαγής από το πρωτότυπο, αλλά διατηρεί την πολυσημία.

aleksandros kipriotis

Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης

Η διαφορά δεν είναι απλώς στυλιστική. Το «Trümmerfeld» λειτουργεί ως σημασιολογικός πυρήνας που συνδέει το προσωπικό αρχείο της Katharina με το συλλογικό τραύμα της γερμανικής ιστορίας. Η απόδοση του Hofmann αποσυνδέει αυτή τη σχέση, έτσι το κείμενο γίνεται πιο ιδιωτικό, λιγότερο ιστορικό. Η απόδοση του Κυπριώτη διατηρεί το άνοιγμα προς την ιστορική διάσταση, έστω και με περισσότερες λέξεις.

Αν η ποιότητα ορίζεται ως ευχέρεια ανάγνωσης και συμμόρφωση με τις νόρμες της δεκτικής γλώσσας, ο Hofmann υπερέχει. Αν η ποιότητα ορίζεται ως διατήρηση της αισθητικής ιδιαιτερότητας και της ρυθμικής λειτουργίας του πρωτοτύπου, ο Κυπριώτης υπερέχει.

Η επιλογή αποκαλύπτει θεμελιώδες ζήτημα: όταν μια γλώσσα (η γερμανική) μπορεί να συμπυκνώσει σε μία λέξη αυτό που άλλες γλώσσες χρειάζονται φράση για να εκφράσουν, η μετάφραση αναγκάζεται να επιλέξει μεταξύ συμπαγούς αλλά σημασιολογικά φτωχότερου όρου (detritus) και αναλυτικότερης αλλά πληρέστερης απόδοσης (πεδίο με συντρίμμια). Δεν υπάρχει «σωστή» λύση, υπάρχουν διαφορετικές προτεραιότητες.

Συμπέρασμα της εμπειρικής ανάλυσης

Η σύγκριση Hofmann-Κυπριώτη αποδεικνύει ότι το δίλημμα ανάμεσα στη foreignization και τη domestication εκδηλώνεται έμπρακτα σε κάθε πρόταση, σε κάθε λέξη και σε κάθε ρυθμική απόφαση. Ο Hofmann παράγει μια αόρατη μετάφραση που διαβάζεται «φυσικά», εξυπηρετεί την αγορά, αλλά απογυμνώνει την πρόζα της Erpenbeck από τον εγγενή ρυθμό και την παρατακτική συσσώρευση που την καθιστούν μοναδική. Ο Κυπριώτης παράγει μετάφραση ορατή, που διατηρεί τη ρυθμική λογική του πρωτοτύπου και απαιτεί από τον αναγνώστη να προσαρμοστεί. Το κείμενο δεν είναι «δυσανάγνωστο», αλλά ούτε και «διαφανές».

Το ζήτημα δεν είναι τεχνικό, είναι ιδεολογικό. Χωρίς ρητή τοποθέτηση ως προς το τι αξίζει να διατηρηθεί, η αξιολόγηση παραμένει αδιαφανής και αναπαράγει αθεώρητες προκαταλήψεις.

Η αξιολόγηση των δύο μεταφράσεων εξαρτάται από το τι θεωρούμε «ποιότητα». Αν η ποιότητα ορίζεται ως ευχέρεια ανάγνωσης και συμμόρφωση με τις νόρμες της δεκτικής γλώσσας, ο Hofmann υπερέχει. Αν η ποιότητα ορίζεται ως διατήρηση της αισθητικής ιδιαιτερότητας και της ρυθμικής λειτουργίας του πρωτοτύπου, ο Κυπριώτης υπερέχει. Το ζήτημα δεν είναι τεχνικό, είναι ιδεολογικό. Χωρίς ρητή τοποθέτηση ως προς το τι αξίζει να διατηρηθεί, η αξιολόγηση παραμένει αδιαφανής και αναπαράγει αθεώρητες προκαταλήψεις.

Η θεωρητική συζήτηση για την ηθική διαφάνεια και τη συνειδητή επιλογή στρατηγικής αντιμετωπίζει σημαντικούς πραγματικούς περιορισμούς. Η μεταφραστική πρακτική δεν λαμβάνει χώρα σε ουδέτερο χώρο, αλλά εντός συγκεκριμένων θεσμικών και οικονομικών πλαισίων που επιβάλλουν τις δικές τους νόρμες.

Εκδοτικές επιταγές και η αόρατη νόρμα

Οι εκδοτικοί οίκοι, ιδίως στις κυρίαρχες αγορές (αγγλική, γαλλική), επιβάλλουν συχνά την αόρατη μετάφραση ως προϋπόθεση αποδοχής του κειμένου. Οι συμβάσεις μεταφραστών σπάνια περιλαμβάνουν ρήτρες που προστατεύουν το δικαίωμα του μεταφραστή να διατηρήσει ορισμένες γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Η επιμέλεια κειμένου (copyediting) εφαρμόζεται συχνά χωρίς διαβούλευση με τον μεταφραστή, εξαλείφοντας επιλογές που αποκλίνουν από την προσδοκώμενη ομαλότητα.

Ένα σημαντικό πρόβλημα είναι η απουσία χώρου για τη δικαιολόγηση των μεταφραστικών επιλογών. Πολλές εκδόσεις δεν περιλαμβάνουν μεταφραστικό σημείωμα (translator's note), στερώντας από τον μεταφραστή τη δυνατότητα να εξηγήσει τη στρατηγική του.

Όπως επισημαίνει ο Venuti, η αγορά απαιτεί μεταφράσεις που «ρέουν γρήγορα», που δεν καθυστερούν τον αναγνώστη. Αυτή η απαίτηση δεν είναι ουδέτερη, είναι ιδεολογική επιλογή που προτεραιοποιεί την εμπορική αξία έναντι της αισθητικής πειστικότητας. Ο μεταφραστής που επιθυμεί να διατηρήσει την αντίσταση του πρωτοτύπου συχνά αντιμετωπίζει πιέσεις να «διορθώσει» το κείμενο, να το κάνει «πιο ευανάγνωστο».

Η απουσία του μεταφραστικού σημειώματος

Ένα σημαντικό πρόβλημα είναι η απουσία χώρου για τη δικαιολόγηση των μεταφραστικών επιλογών. Πολλές εκδόσεις δεν περιλαμβάνουν μεταφραστικό σημείωμα (translator's note), στερώντας από τον μεταφραστή τη δυνατότητα να εξηγήσει τη στρατηγική του. Ακόμη και όταν υπάρχει σημείωμα, ο χώρος είναι συνήθως περιορισμένος σε λίγες σειρές που δεν επαρκούν για ουσιαστική θεωρητική τοποθέτηση.

Στην πράξη, μια μετάφραση που επιλέγει να διασώσει την «ξενότητα» του πρωτοτύπου κινδυνεύει συχνά να απορριφθεί ως «δύσκολη» ή «αδέξια», δίχως να εξετάζεται αν αυτή η τραχύτητα αποτελεί δομικό στοιχείο του ίδιου του έργου.

Αυτή η απουσία καθιστά τον μεταφραστή «αόρατο» όχι μόνο στο κείμενο, αλλά και ως φορέα ερμηνευτικής εξουσίας. Ο αναγνώστης δεν γνωρίζει αν η «ομαλότητα» ή η «ξενότητα» που αντιλαμβάνεται είναι συνειδητή επιλογή ή αποτέλεσμα εκδοτικής επιβολής. Η διαφάνεια που προτείνεται ως ηθική αρχή δεν έχει υλικούς μηχανισμούς εφαρμογής.

Επιτροπές βραβείων και αθεώρητα κριτήρια

Οι επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων αξιολογούν μεταφράσεις συχνά χωρίς ρητή θεωρητική τοποθέτηση. Τα κριτήρια παραμένουν σιωπηρά. Μια μετάφραση κρίνεται ως «καλή» ή «κακή» χωρίς να διευκρινίζεται αν η ποιότητα αφορά την ομαλότητα, την πιστότητα στη δομή, τη διατήρηση της αισθητικής λειτουργίας, ή κάποιο άλλο κριτήριο.

Αυτή η έλλειψη διαφάνειας αναπαράγει την ηγεμονία της fluency ως μιας δήθεν αυτονόητης αξίας. Στην πράξη, μια μετάφραση που επιλέγει να διασώσει την «ξενότητα» του πρωτοτύπου κινδυνεύει συχνά να απορριφθεί ως «δύσκολη» ή «αδέξια», δίχως να εξετάζεται αν αυτή η τραχύτητα αποτελεί δομικό στοιχείο του ίδιου του έργου. Στον αντίποδα, μια υπερβολικά εξομαλυντική προσέγγιση συχνά επαινείται για την «κομψότητά» της· ωστόσο, σπάνια τίθεται το ερώτημα αν η εν λόγω κομψότητα συνιστά, στην πραγματικότητα, μια αισθητική προδοσία του αρχικού κειμένου.

Προτάσεις για την υλοποίηση της ηθικής διαφάνειας

Η ηθική της διαφάνειας που προτείνεται δεν μπορεί να παραμείνει στο επίπεδο της αρχής. Απαιτεί συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές:

Α. Υποχρεωτικό μεταφραστικό σημείωμα

Κάθε έκδοση μετάφρασης θα πρέπει να περιλαμβάνει σημείωμα του μεταφραστή όπου αιτιολογείται η επιλεγμένη στρατηγική. Το σημείωμα δεν χρειάζεται να είναι εκτεταμένο, αλλά πρέπει να διευκρινίζει: Ποια στοιχεία του πρωτοτύπου θεωρήθηκαν κεντρικά και διατηρήθηκαν; Ποια προσαρμόστηκαν και γιατί; Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίστηκαν;

Οι μεταφραστές πρέπει να αναγνωρίζονται ως συν-δημιουργοί, όχι ως διαφανή μέσα μεταφοράς.

Β. Ρητή κριτηριολογία σε επιτροπές βραβείων

Οι επιτροπές αξιολόγησης θα πρέπει να δημοσιεύουν τα κριτήριά τους πριν από την αξιολόγηση. Τι σημαίνει «καλή μετάφραση» για τη συγκεκριμένη επιτροπή; Αξιολογείται η ομαλότητα; Η πιστότητα στη δομή; Η δημιουργική επαναδημιουργία; Η διαφάνεια των κριτηρίων είναι προϋπόθεση δίκαιης κρίσης.

Γ. Διαφοροποίηση κριτηρίων ανά κειμενικό είδος
Ένα έργο υψηλών υφολογικών απαιτήσεων όπως το Kairos δεν μπορεί να κριθεί με τα ίδια κριτήρια που επιστρατεύουμε για ένα συμβατικό, γραμμικό μυθιστόρημα. Η λογοτεχνία που αναμετράται με τα όρια της γλώσσας απαιτεί μια μετάφραση που θα διαφυλάξει αυτό ακριβώς το στοιχείο· η εξομάλυνσή του στον βωμό της αναγνωσιμότητας δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αστοχία, αλλά μια ουσιαστική προδοσία του έργου.

Δ. Αναγνώριση της μεταφραστικής εργασίας

Οι μεταφραστές πρέπει να αναγνωρίζονται ως συν-δημιουργοί, όχι ως διαφανή μέσα μεταφοράς. Αυτό σημαίνει εμφανή ονοματεπώνυμα στα εξώφυλλα, δικαίωμα συμμετοχής στην προώθηση του βιβλίου, δικαίωμα veto σε αλλαγές που αλλοιώνουν τη στρατηγική τους. Η ορατότητα του μεταφραστή είναι πολιτική πράξη.

Προς μια ηθική της διαφάνειας

Η μετάφραση δεν είναι μια δυαδική επιλογή μεταξύ foreignization και domestication, αλλά μια διαρκής, επώδυνη διαπραγμάτευση. Όπως δείχνει η αντιπαραβολή των Hofmann και Κυπριώτη, κάθε ρυθμική απόφαση ή συντακτική επιλογή κρύβει πίσω της μια ερμηνευτική και, τελικά, πολιτική θέση.

Το δίλημμα δεν είναι αφηρημένο. Όταν η αγγλική γλώσσα ομαλοποιεί την πρόζα της Erpenbeck, ασκεί μια μορφή αφομοιωτικής εξουσίας. Αντίθετα, όταν η ελληνική μετάφραση επιλέγει την αντίσταση του ρυθμού, διεκδικεί τον χώρο της ετερότητας μέσα σε ένα περιβάλλον γλωσσικής ασυμμετρίας. Η ίδια στρατηγική αποκτά αντίθετο πολιτικό νόημα ανάλογα με το αν η γλώσσα-δέκτης βρίσκεται στο κέντρο ή στην περιφέρεια των σχέσεων ισχύος.

Τελικά, ο τρόπος που μεταφράζουμε είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη διαφορά του άλλου. Η επιλογή μεταξύ foreignization και domestication δεν είναι ζήτημα τεχνικής, αλλά ηθικής και πολιτικής: Πώς αντιμετωπίζουμε το ξένο;

Η πραγματολογική διάσταση υπενθυμίζει ότι οι μεταφραστές δεν εργάζονται σε ουδέτερο χώρο. Αντιμετωπίζουν εκδοτικές επιταγές, απουσία χώρου για δικαιολόγηση, αθεώρητα κριτήρια από επιτροπές. Η «ηθική της διαφάνειας» απαιτεί δομικές αλλαγές. Μεταφραστικά σημειώματα, ρητή κριτηριολογία, διαφοροποίηση ανά είδος, αναγνώριση της μεταφραστικής εργασίας.

Τελικά, ο τρόπος που μεταφράζουμε είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη διαφορά του άλλου. Η επιλογή μεταξύ foreignization και domestication δεν είναι ζήτημα τεχνικής, αλλά ηθικής και πολιτικής: Πώς αντιμετωπίζουμε το ξένο; Το εξομοιώνουμε για να το κάνουμε οικείο, ή το διατηρούμε για να μας προκαλέσει να ξεπεράσουμε την εθνοκεντρική μας αυτάρκεια; Η ελάχιστη ηθική απαίτηση είναι η επιλογή μας να είναι συνειδητή και διαφανής. Χωρίς αυτή τη διαφάνεια, η αξιολόγηση καταλήγει να αναπαράγει την ηγεμονία του οικείου και η μετάφραση παραμένει εργαλείο πολιτισμικής αφομοίωσης αντί για μια ουσιαστική συνάντηση με την ετερότητα.

* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).

Βιβλιογραφία αναφοράς

Berman, A. (1984/1999). L'épreuve de l'étranger: Culture et traduction dans l'Allemagne romantique. Paris: Gallimard.
Even-Zohar, I. (1990). «Polysystem Studies». Poetics Today, 11(1).
Pym, A. (2010). Exploring Translation Theories. London: Routledge.
Reiss, K. & Vermeer, H. J. (1984). Grundlegung einer allgemeinen Translationstheorie. Tübingen: Niemeyer.
Venuti, L. (1995). The Translator's Invisibility: A History of Translation. London: Routledge.
Venuti, L. (1998). The Scandals of Translation: Towards an Ethics of Difference. London: Routledge.

Πηγές

Erpenbeck, J. (2021). Kairos. München: Penguin Verlag, σελ. 8-9.
Erpenbeck, J. (2023). Kairos. Μετάφραση: Michael Hofmann. New York: New Directions. (Αποσπάσματα από την ψηφιακή έκδοση των International Booker Prizes).
Erpenbeck, J. (2024). Καιρός. Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης. Αθήνα: Καστανιώτης, σελ. 8-9.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Πανελλήνιον»: Ντοκιμαντέρ των Σπύρου Μαντζαβίνου και Κώστα Αντάραχα – Λησμονημένοι δημογέροντες και ιδεοληπτικοί νεαροί στο ίδιο καφενείο

«Πανελλήνιον»: Ντοκιμαντέρ των Σπύρου Μαντζαβίνου και Κώστα Αντάραχα – Λησμονημένοι δημογέροντες και ιδεοληπτικοί νεαροί στο ίδιο καφενείο

Για το ντοκιμαντέρ των Σπύρου Μαντζαβίνου και Κώστα Αντάραχα «Πανελλήνιον».

Γράφει ο Ανδρέας Κωσταγεώργος

Εν όψει της επανακυκλοφορήσεως της αριστουργηματικής ταινίας «Πανελλήνιον» στο Διαδίκτυο, ...

Η δαρβινική Θεωρία της Εξέλιξης σήμερα: Πώς προσλαμβάνεται, πώς διαστρεβλώνεται, πώς εμπλουτίζεται από τις σύγχρονες εξελίξεις στην επιστήμη

Η δαρβινική Θεωρία της Εξέλιξης σήμερα: Πώς προσλαμβάνεται, πώς διαστρεβλώνεται, πώς εμπλουτίζεται από τις σύγχρονες εξελίξεις στην επιστήμη

Τι δείχνει πραγματικά η Θεωρία της Εξέλιξης του Καρόλου Δαρβίνου; Γιατί μέχρι σήμερα αμφισβητείται από διάφορες ομάδες; Ποια είναι η σύγχρονη εκδοχή της και πώς η διαδικασία επηρεάζεται από το αστικό περιβάλλον; Κάποιες σκέψεις. Εικόνα: Wikipedia. 

Γράφει ο Αντώνης Γ...

«Σεφέρης και Καμύ» του Γιάννη Κιουρτσάκη – Αναζητώντας τη μυστική πηγή φωτός που επιμένει να αναβλύζει

«Σεφέρης και Καμύ» του Γιάννη Κιουρτσάκη – Αναζητώντας τη μυστική πηγή φωτός που επιμένει να αναβλύζει

Κάποιες σκέψεις για τη μελέτη «Σεφέρης και Καμύ: Ζήτημα φωτός» (εκδ. Πατάκη) του Γιάννη Κιουρτσάκη, αλλά και για το σύνολο του έργου του. 

Γράφει ο Νίκος Αλιάγας

Κάποιοι συγγραφείς περνούν μια ολόκληρη ζ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Ο Γιώργης Χαριτάτος μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική του συλλογή «Πρώτη ύλη» (εκδ. Βακχικόν).

Επιμέλεια: Book Press

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν; Ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;

...
«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Ζησιμόπουλου «Καύση τελεία και παύλα» (εκδ. Νίκας). Εικόνα: Ο πίνακας του Χάινριχ Φούγκερ «Ο Προμηθέας φέρνει την φωτιά στην ανθρωπότητα».

Γράφει ο Γιώργος Βέης

«Ποια χέρια σφίγγουν το τιμόνι;/ Δεν είναι τ...

«Η αφήγηση της φιλοσοφίας» των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Θεοδωρακέα – Χαρτογραφώντας την περιπέτεια των ιδεών και των εννοιών

«Η αφήγηση της φιλοσοφίας» των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Θεοδωρακέα – Χαρτογραφώντας την περιπέτεια των ιδεών και των εννοιών

Για το βιβλίο ιστορίας της φιλοσοφίας των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Ι. Θεοδωρακέα «Η αφήγηση της φιλοσοφίας. Μια κοινωνική ιστορία τής δυτικής σκέψης – τόμος Α΄:  Αρχαία φιλοσοφία» (εκδ. Αλεξάνδρεια). Εικόνα: Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης στον πίνακα του Ραφαήλ «Η σχολή των Αθηνών».

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη. ...

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. 66+1 ποιήματα εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, ανθολογούνται και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Εδώ, το β' μέρος με 33 ποιήματα. 

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας

...
Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Λίγα λόγια για τον Τόμας Μαν (1875-1955) και τις νέες εκδόσεις των έργων του με αφορμή την «απελευθέρωση» των συγγραφικών του δικαιωμάτων, μετά τη συμπλήρωση 70 ετών από τον θάνατό του, το 1955. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ