
Για τη νουβέλα του Κρίστοφερ Κινγκ (Christopher C. King) «Άμα είναι να καεί» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Κάψιμο του Ιούδα στο Τολό Αργολίδας σήμερα.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Αν το συλλογικό ασυνείδητο, αυτή η ευμετάβολη δύναμη που κείται κάτω από την επιφάνεια μιας κοινωνίας, αποφασίσει πως ένας μύθος υπάρχει, τότε αυτός αυτομάτως έχει αποκτήσει αυτομάτως βαθιές ρίζες, ανεκρίζωτες για χρόνια. Το πρώτο που έρχεται στο μυαλό αφότου διαβάσεις τη νουβέλα του -εν μέρει «δικού» μας- Κρίστοφερ Κινγκ Άμα είναι να καεί είναι η ανάλυση που κάνει ο Καρλ Γιουνγκ για την κατασκευή των μύθων.
Grosso modo, λέει πως όλοι οι άνθρωποι, σε κάθε εποχή και πολιτισμό, κατασκευάζουν μύθους χρησιμοποιώντας τα ίδια ακριβώς «καλούπια», τα οποία ονόμασε Αρχέτυπα, ενώ ως προς την λειτουργία του, ο μύθος εκφράζει μια εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να προβάλει τους φόβους και τις ελπίδες του στον εξωτερικό κόσμο.
Η κατασκευή ενός μύθου
Θα έλεγε κανείς πως η βασική ιδέα που συνέχει το βιβλίο του Κινγκ είναι αυτή η μυθολογική κατασκευή, η επίδρασή της σε μια μικρή κοινωνία και η μετατροπή ενός κοινού ανθρώπου σε φορέα μιας ανώτερης δύναμης που διαμοιράζεται στους υπόλοιπους. Όλα ξεκινούν στο επινοημένο χωριό Επιφάνεια, έξω από τα Γρεβενά, στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές του ’30. Κεντρική θέση στην πλοκή έχει η οικογένεια του Χαραλάμπη που δέχεται τα σκληρά επίχειρα της μοίρας. Ο πατριάρχης σκοτώνεται, ο μεγαλύτερος γιος, ο Αποστόλης, αποφασίζει να φύγει, και ο μικρότερος, ο Λάζαρος, μένει χωλός έπειτα από ένα σοβαρό ατύχημα κατά το κάψιμο του Ιούδα, το έθιμο της Μεγάλης Παρασκευής. Αντί, όμως, αυτή η μειονεξία να μετατρέψει τον Λάζαρο σε έναν φτωχό παρία του χωριού, με την επίρρωση του πάτερ Κωνσταντή, τον κάνει να φαίνεται ο εκλεκτός του Θεού.
Μετά το ατύχημα, αρχίζουν να συμβαίνουν ανεξήγητα περιστατικά στο χωριό. Ο πάτερ Κωνσταντής βλέπει (ή επιβάλλει στον εαυτό του να δει) πως ο Λάζαρος έχει αποκτήσει κάποιες ικανότητες που δεν προσιδιάζουν στα θνητά όντα. Πείθεται πως ο εν λόγω επικοινωνεί με τον θεό ή ότι το υπέρτατο ον στέλνει μηνύματα στους ανθρώπους με ενδιάμεσο τον Λάζαρο. Είτε έτσι είτε αλλιώς, μόλις έχει αρχίσει να κατασκευάζεται ένας εδραίος μύθος που θα συμπαρασύρει τους πρωταγωνιστές, αλλά και όλη την κοινότητα.
Τα σύμβολα
Ο Κινγκ παίζει εξαρχής με τα σύμβολα, τις έννοιες και τις ονομασίες. Το χωριό βαφτίζεται Επιφάνεια και ο Λάζαρος παραπέμπει στον βιβλικό ομώνυμό του. Η πίστη, το θαύμα, η ανάσταση και η προδοσία παραπέμπουν στα πάθη του θεανθρώπου. Είναι, όμως, ένα βιβλίο που στηρίζεται στην πεποιημένη ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν σε κάτι; Είναι ένα βιβλίο για τη θρησκεία ως κυρίαρχο συνδετικό κρίκο μεταξύ των ανθρώπων;
Όχι, εκτός και αν σκεφτούμε πως αυτή τη στρεβλή σχέση ανθρώπου και θεού την έχει αντιμετωπίσει με εξίσου ξεχωριστό τρόπο ο Κόρμακ ΜακΚάρθι και η Φλάννερι Ο’ Κόνορ. Η υπόμνηση των συγκεκριμένων δύο συγγραφέων δεν είναι τυχαία, καθώς ο Κινγκ συνομιλεί και με τους δύο στο βιβλίο του. Είναι, λοιπόν, ο Λάζαρος πράγματι φορέας ενός θαύματος ή οι άνθρωποι έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη να πιστέψουν σε ένα θαύμα ώστε δημιουργούν οι ίδιοι την πραγματικότητα που βλέπουν;
Ο Λάζαρος
Ο (κατά Κινγκ) Λάζαρος είναι έχει φθαρμένο σώμα, έχει υποστεί μια σημαντική απώλεια στη ζωή του, αλλά και μια σωματική καταστροφή. Η χωλότητά του, όμως, αυτομάτως μετατρέπεται σε ένθεο σημάδι. Σε σημείο που κι αυτός βαθμηδόν χάνει την ανθρώπινη υπόστασή του.
Τι γίνεται, όμως, όταν αυτή η δοξασία αποκτάει τέτοια δύναμη που μπορεί να δικαιολογήσει ακόμη και τις πιο επικίνδυνες ιδέες;
Ο πάτερ Κωνσταντής γίνεται η λυδία λίθος του μύθου. Δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος της θρησκείας που βλέπει ένα θαύμα. Είναι ένας άνθρωπος που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει νόημα μέσα σε όσα συμβαίνουν. Παρατηρεί. Συγκρίνει γεγονότα. Έχει εμπειρίες και «ενοράσεις». Και τελικά κατασκευάζει μέσα του μια ολόκληρη ερμηνεία που συμπαρασύρει τους πάντες. Όλο αυτό θα μπορούσε να αφορά σε μια ακόμη δοξασία από τις πολλές που υπήρξαν στην προνεωτερική ελληνική ύπαιθρο. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτή η δοξασία αποκτάει τέτοια δύναμη που μπορεί να δικαιολογήσει ακόμη και τις πιο επικίνδυνες ιδέες; Τι γίνεται αν η εξαγνιστική φωτιά κατά το κάψιμο του Ιούδα τη Μεγάλη Παρασκευή αποκτήσει άλλη ιδιότητα και κάψει (μεταφορικά και πραγματικά) δικαίους και αδίκους;
Ο μηχανισμός
Ο Κινγκ χρησιμοποιεί το έθιμο ως αφορμή και όχι ως κινούν αίτιο. Γι’ αυτό το μετατρέπει σε μηχανισμό μιας ιστορίας για την πίστη, τη βία και τη δημιουργία μύθων. Να πώς σε ένα μικρό χωριό, η αντίληψη της κοινότητας μπορεί να γίνει ισχυρότερη από την ατομική αλήθεια.
Αν το δούμε μακροσκοπικά, αυτή είναι πάνω κάτω η εξήγηση για τα ιστορικά πάθη των ανθρώπων. Κάπως έτσι δεν δημιουργούνται οι διάφοροι Χίτλερ; Φτάνει μια ομαδική παράκρουση που μετατρέπεται σε αλήθεια. Το βιβλίο δεν ενδιαφέρεται τόσο να λύσει το μυστήριο, όσο να δείξει τι κάνουν οι άνθρωποι όταν πιστέψουν ότι το μυστήριο είναι αληθινό. Και τούτο το διασώζει από το να μετατραπεί σε μια ηθογραφική μαρτυρία.
Η περίπτωση του Κινγκ
Το ενδιαφέρον είναι ότι όλα τούτα είναι γραμμένα από το χέρι ενός Αμερικανού που όμως έχει μαγευτεί από την ελληνική επαρχία. Μετά το πανέμορφο Ηπειρώτικο μοιρολόι, ο Κινγκ καταφεύγει για πρώτη φορά στην καθαρή μυθοπλασία και δικαιώνεται. Μπορεί να γράφει στα αγγλικά (εύστοχη η μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου), όμως είναι ολοφάνερο πως έχει «ποτιστεί» από την ελληνική ιδιαιτερότητα, την οποία έτσι κι αλλιώς χρησιμοποιεί ως έναυσμα για να μιλήσει για την ανθρώπινη ανάγκη να πιστέψει σε κάτι, ακόμη κι αν αυτό το κάτι είναι πασιφανές κατασκευασμένο και έωλο.
Τι γίνεται, λοιπόν, όταν ένα έργο θεϊκό αναλαμβάνει να το φέρει εις πέρας ένας άνθρωπος που μέχρι πρότινος δεν θαυμαζόταν για τις υπεράνθρωπες δυνάμεις του; Τι γίνεται όταν η μαζική αυθυποβολή τον μετατρέπει σε κάτι ξεχωριστό; Ενδέχεται να πιστεύουμε πως οι λογοκρατούμενες κοινωνίες του 21ου αιώνα έχουν αφήσει πίσω τους τέτοιου είδους κατάλοιπα, εντούτοις η σκληρή πραγματικότητα άλλα φανερώνει. Το βιβλίο του Κινγκ ανοίγει έναν διάλογο που είναι απόλυτα σημερινός και μας αφορά όλους.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Christopher C. King (1971) γεννήθηκε στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ, όπου έζησε μέχρι το 2021, όταν και μετακόμισε στην Ελλάδα. Σπούδασε φιλοσοφία στο Radford University και στο Virginia Tech. Έχει επιμεληθεί, επεξεργαστεί και εκδώσει πολλές μουσικές ανθολογίες, κατά βάση προπολεμικής μουσικής. Το 2002 βραβεύτηκε με Grammy για τη δουλειά του ως μουσικού παραγωγού, ενώ στη συνέχεια έλαβε άλλες πέντε υποψηφιότητες για το ίδιο βραβείο. Γράφει τακτικά στο Paris Review και στο Oxford American. Το 2022 του απονεμήθηκε τιμητικά η ελληνική ιθαγένεια.

Από τις εκδόσεις Δώμα κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του Ηπειρώτικο μοιρολόι: οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης (2018).
























