
Για το μυθιστόρημα του Αντρέι Μπίτοφ (Andrei Bitov) «Οίκος Πούσκιν» (μτφρ. Βιργινία Γαλανοπούλου, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σοβιετική ταινία «The theme» (1979).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα με… ατίθαση πλοκή, που προσφέρει διαφορετικές αναγνώσεις, όχι ανάλογα με τον άνθρωπο που το διαβάζει, αλλά εξαιτίας των διαθέσεων του συγγραφέα. Ένα βιβλίο που δεν ενδιαφέρεται να πείσει κανέναν, αλλά να περιπαίξει, να θαυμαστεί για την πολυπλοκότητά του, την ευφυΐα του, αλλά και την αυτοανατρεπτική ελευθεριότητά του.
Ο Αντρέι Μπίτοφ ανήκει σε εκείνη την ξεχωριστή ομάδα Ρώσων συγγραφέων που ασπάστηκαν τον μεταμοντερνισμό και του έδωσαν να καταλάβει. Το κακό είναι ότι τα έργα του δεν βρήκαν ευήκοα ώτα και ευάρεστα μάτια στην πρώην Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να τα κυκλοφορήσει στο εξωτερικό. Μάλιστα, στη χώρα του τα έργα του καταδικάστηκαν με την κατηγορία της υπερβολικής υποκειμενικότητας και την έλλειψη ηθικού σκοπού.
Τι είναι αυτός ο Οίκος;
Κι όμως, εξαρχής δεν γίνεται να τοποθετήσουμε τον Μπίτοφ στην κατηγορία των ακραιφνώς πολιτικών συγγραφέων, αν και στην ουσία τους τα μυθιστορήματά του, όπως ο Οίκος Πούσκιν, ρίχνουν κάμποσα βέλη για τη ζωή στη Ρωσία.
Τι είναι, λοιπόν, ο Οίκος Πούσκιν; Ένας ύμνος στον ίδιο τον Πούσκιν, όπως δηλοί ο τίτλος; Θα πρέπει να ερμηνεύσουμε τον τίτλο με διττό τρόπο: κατά κυριολεξία είναι το Ινστιτούτο Πούσκιν, κοινώς το σεπτό πνευματικό ίδρυμα μέσα στο οποίο κινείται ο πρωταγωνιστής, και μεταφορικά, ολόκληρη η ρωσική λογοτεχνία όπως παραδόθηκε στους Ρώσους και σε όλους μας. Δεν είναι τυχαίο ότι από το βιβλίο παρελαύνει η αύρα του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκι, του Τουργκένιεφ, του Τσερνισέφσκι, του Τολστόι και του Λέρμοντοφ. Σαν να λέμε: το βαρύ «πυροβολικό» της ρωσικής λογοτεχνίας από τον 19ο αιώνα έως τις μέρες μας.
Εξαρχής συναντάμε τον φιλόλογο Λιόβα Οντόγιεφτσεφ, που κείται νεκρός έχοντας σιμά του τα δύο παλιά όπλα του Πούσκιν. Τι παράξενο: κι αυτός, όπως και ο Πούσκιν, από μονομαχία έχασε τη ζωή του. Βέβαια, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, ο μέγας Ρώσος ποιητής δεν επέστρεψε ποτέ εκ νεκρών. Τέτοιου είδους ταξίδια είναι ανεπίστροφα (sic). Σε αντίθεση με τον Λιόβα, που περπάτησε ξανά σαν να μην πέθανε ποτέ, αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε στη συνέχεια.
Αφού εξαρχής μαθαίνουμε το κορυφαίο γεγονός του μυθιστορήματος, ποια η χρεία των υπολοίπων; Μέγιστη θα σημειώσουμε, καθώς θα αποδειχθεί πως σε καμία περίπτωση ο… προσωρινός θάνατος του Λιόβα δεν είναι η κορωνίδα της πλοκής.
Η πορεία του ήρωα
Σαν να μην έχει συμβεί «τίποτα», ο Μπίτοφ αρχίζει να μας αναλύει λεπτομερώς την πορεία της ζωής του ήρωά του από τα παιδικά κιόλας χρόνια του. Σε αυτό το σημείο εισδύει στο μυθιστόρημα η πρώτη «αυθαιρεσία» του Μπίτοφ, καθώς επιτρέπει στον εαυτό του να γίνει μέρος της πλοκής. Κάπως έτσι, η ζωή του γραφιά κι αυτή του Λιόβα μοιάζουν αρκετά. Αμφότεροι γεννήθηκαν το 1937, κατά τη διάρκεια των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Διάβαζαν με ζήλο τον Πούσκιν το 1949, μια εποχή ανανεωμένου τρόμου. Τελείωσαν το λύκειο το 1953, τη χρονιά του θανάτου του Στάλιν. Και οι δύο πέρασαν τον χρόνο τους κυρίως στο Λένινγκραντ, μια πόλη που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο.
Ρίχνει πυρά στη μεταεπαναστατική εποχή όπου κανένας δεν ενδιαφέρεται για κανέναν και ακόμη και οι διαδηλωτές ελάχιστη αξία έχουν.
Η παιδική ηλικία του Λιόβα είναι ταυτισμένη με την πολεμική σχέση που έχει με τον πατέρα του (ουσιαστικά τον έχει αποδομήσει πλήρως), τον αλκοολικό θείο του, Ντίκενς (λόγω της αγάπης που έχει για τον Άγγλο συγγραφέα) και τον επιστήμονα παππού του, που μόλις έχει επιστρέψει από την εξορία και δεν διστάζει να καταφέρεται εναντίον της ανίας που κυριαρχεί στη σοβιετική καθημερινότητα. Ρίχνει πυρά στη μεταεπαναστατική εποχή όπου κανένας δεν ενδιαφέρεται για κανέναν και ακόμη και οι διαδηλωτές ελάχιστη αξία έχουν. Ο Λιόβα, πάλι, είναι ένας άνθρωπος που μοιάζει να μην έχει να ακουμπήσει κάπου την ύπαρξή του. Λες και είναι ολότελα περιττός. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες είναι στην πραγματικότητα μια σειρά από αυταπάτες.
Η μονομαχία
Τελικά, ο μόνος με τον οποίο συνευρίσκεται και έχει αποκτήσει έναν κάποιο φιλικό δεσμό είναι ο δαιμονικός, αντισημίτης προλετάριος Μιτισάτιεφ. Μια σχέση, όμως, ετεροβαρής, καθώς ο Μιτισάτιεφ έχει την ικανότητα να του δημιουργεί ενοχές και να τον φέρνει στα όριά του. Τελικά, με αυτόν θα μονομαχήσει ένα βράδυ που είναι και οι δύο μεθυσμένοι και κλεισμένοι στον οίκο Πούσκιν. Η σκηνή της μονομαχίας είναι αντάξια των κλασικών Ρώσων συγγραφέων. Λες και έχει βγει από βιβλίο του Ντοστογιέφσκι όπου αναμετρώνται δύο διαφορετικοί κόσμοι. Ο προλεταριακός του Μιρισάτιεφ, με την ανώτερη κοινωνική καταγωγή του Λιόβα.
Ποιος καθάρισε το Ινστιτούτο και διόρθωσε τις βλάβες; Ο συγγραφέας! Ε, κάτι πρέπει να κάνει κι αυτός εκτός από το να γράφει το βιβλίο.
Το καίριο πλήγμα το δέχεται ο Λιόβα, που πέφτει νεκρός. Μόνο που ο Μπίτοφ επιλέγει να μας προβάλλει μια άλλη παραλλαγή της ιστορίας του. Σαν να λέμε: ο Λιόβα ξυπνάει με τον κεφάλι του να είναι βαρύ από το ποτό και διαπιστώνει πως το ίδρυμα είναι άνω κάτω από τις ζημιές που προκάλεσαν με τον φίλο του. Τα παράθυρα είναι σπασμένα και η νεκρική μάσκα του Πούσκιν είναι θρυμματισμένη (η αιτία για τη μονομαχία των δύο ανδρών). Ο Λιόβα ψάχνει εργάτες να διορθώσουν τα πράγματα, αλλά η 9η Νοεμβρίου είναι μέρα αργίας (είναι η ημέρα της επετείου της Επανάστασης). Ποιος καθάρισε το Ινστιτούτο και διόρθωσε τις βλάβες; Ο συγγραφέας! Ε, κάτι πρέπει να κάνει κι αυτός εκτός από το να γράφει το βιβλίο.
Ο Μπίτοφ φαίνεται να ακολουθεί και τους δύο δρόμους, δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα που δεν έχει κανέναν συγκεκριμένο σκοπό, αλλά πολλούς ταυτόχρονα.
Να μια ακόμη «ελευθερία» που παίρνει ο Μπίτοφ. Μια από τις πολλές, σε ένα βιβλίο που ξεφεύγει από το προφανές της πλοκής και ουσιαστικά γίνεται ένα βιβλίο για την ίδια τη γραφή. Σε αυτή την πραγματεία για τη μυθοπλασία, ο Μπίτοφ ενσωματώνει αρκετές θεωρητικές εικασίες, ενώ φαίνεται να έχει εμμονή με την ιδέα ότι οι μυθιστοριογράφοι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Για παράδειγμα, μπορούν να αφηγηθούν μια σειρά γεγονότων και στη συνέχεια, αν το επιθυμούν, να επισημάνουν ότι το θέμα θα μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αυτές οι «παραλλαγές» δε, μπορούν κάλλιστα να αντικρούουν ή να διαψεύδουν την αρχική εκδοχή.
Μεταμοντερνισμός; Πειραματισμοί που τους είδαμε και στο Νέο Μυθιστόρημα στη Γαλλία; Ο Μπίτοφ φαίνεται να ακολουθεί και τους δύο δρόμους, δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα που δεν έχει κανέναν συγκεκριμένο σκοπό, αλλά πολλούς ταυτόχρονα. Μοιάζει με αναγνωστική ανηφόρα, αλλά αν διαβείς όλο το δρόμο, στο τέλος δεν γίνεται να μην θαυμάσεις τον πρωτότυπο τρόπο με τον οποίο σε καθοδήγησε.
Ο παιγνιώδης Μπίτοφ
Ο Μπίτοφ είναι ένας παιγνιώδης συγγραφέας, αλλά αυτά που κάνει δεν τα περιπαίζει. Όταν γράφει μια σκηνή αντιπαράθεσης ανάμεσα στον ίδιο και τον ήρωά του ή όταν ρίχνει έναν ποταμό λέξεων για να σχηματίσει θεωρητικές παραγράφους που εγκιβωτίζονται μέσα στην πλοκή, δείχνει να γνωρίζει γιατί το κάνει. Η συνθετότητα του εγχειρήματος δεν πρέπει να μας τρομάζει. Υπάρχουν κάμποσες σελίδες που περιέχουν ατόφιο χιούμορ και ευτράπελα, ενώ οι λάτρεις των βιβλίων που δεν ακολουθούν μια γραμμική πορεία ή δεν είναι φτιαγμένα με… παραδοσιακά υλικά, θα λατρέψουν τον Μπίτοφ. Η άριστη μετάφραση ανήκει στην Βιργινία Γαλανοπούλου.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αντρέι Μπίτοφ (1937–2018) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Ρώσους μυθιστοριογράφους του 20ού αιώνα και πρωτεργάτης του ρωσικού μεταμοντερνισμού.

Έγινε διεθνώς γνωστός με το μυθιστόρημα Οίκος Πούσκιν, που μιλά για τη μνήμη, τη ρωσική ταυτότητα και τα ηθικά διλήμματα που αντιμετώπιζε η σοβιετική διανόηση. Ήταν υπέρμαχος της καλλιτεχνικής ελευθερίας κατά τη σοβιετική και τη μετασοβιετική περίοδο.
























