«Η γενικότερη αίσθησή μου είναι πως, όσο κι αν υπάρχουν κανόνες, κοινωνικές συμβάσεις και περιορισμοί, οι άνθρωποι προσπαθούν διαρκώς να τους παρακάμψουν. Ο άνθρωπος είναι απίστευτα ευρηματικό πλάσμα» μας είπε ο Νάιαλ Ουίλιαμς (Niall Williams) με αφορμή το μυθιστόρημά του «Η ώρα του βρέφους» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Δώμα).

Συνέντευξη στη Φανή Χατζή

Συναντήσαμε τον Νάιαλ Ουίλιαμς στα Χανιά, μια μέρα πριν τη συζήτησή του με τη δημοσιογράφο Κυριακή Μπεϊόγλου στο πλαίσιο του 5ου Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων. Η συνομιλία μαζί του ήταν μία ξεχωριστή εμπειρία. Ο λόγος του φέρει ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτίο, όπως αντιλήφθηκαν όσοι βρέθηκαν την επόμενη ημέρα στην αίθουσα Μίκης Θεοδωράκης και τον άκουσαν από κοντά. Πρόκειται για έναν άνθρωπο ευγενικό, γλυκό, γενναιόδωρο, που μπορεί να φτιάξει μια ιστορία από μία μόνο πρόταση. Έτσι ξεκινά τα βιβλία του, έτσι απάντησε και στις ερωτήσεις μας. Μιλήσαμε μαζί τους επί μία ολόκληρη, απολαυστική ώρα.

Οι απαντήσεις του αποτελούν από μόνες τους μικρές ιστορίες που θα εκτιμήσουν όσοι αγαπούν τη γραφή του. Η συνέντευξη με αφορμή κυρίως την Ώρα του βρέφους (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Δώμα) έγινε η αφορμή για μια μεγάλη συζήτηση που τελικά κάλυψε όλο το έργο του και, μέσα από αυτό, τη ζωή του συγγραφέα. Τα έντονα φοιτητικά χρόνια, ο έρωτας και η βαθιά αγάπη για τη γυναίκα του, Κριστίν, τα παιδιά και εγγόνια τους, η αίσθηση της κοινότητας, τα βιβλία, η ζωή στη δική τους «Φάχα».

Στο Αυτό είναι ευτυχία (μτφρ. Κίκα Κραμβουσάνου, εκδ. Δώμα) γνωρίσαμε τη Φάχα, «αυτό το μικρό χωριό στην άκρη του μεγάλου κόσμου» (σ.σ. ο τίτλος της εκδήλωσης στο ΦΒΧ), την οποία λάτρεψε το κοινό. Τι σας έκανε να επιστρέψετε σε αυτόν τον φανταστικό τόπο στην Ώρα του Βρέφους και γιατί επιλέξατε να επισκεφτείτε το ίδιο χωριό μόνο τέσσερα χρόνια αργότερα και όχι, ας πούμε, στο σήμερα;

Κάτι παράξενο και πρωτόγνωρο συνέβη όσο έγραφα το Αυτό είναι ευτυχία. Όσο ζούσα με τη φαντασία μου στη Φάχα, μαζί με αυτούς τους ανθρώπους, συνειδητοποίησα πως δεν ήθελα να τελειώσω το γράψιμο. Για την ακρίβεια, θα ήμουν πολύ χαρούμενος εάν συνέχιζα γράφω αυτό το βιβλίο για πάντα. Είχα ερωτευτεί τον τόπο και τους ανθρώπους του, την απλότητά τους, τον τρόπο ζωής τους, τη νοοτροπία τους.

Μου ήταν πολύ δύσκολο να ολοκληρώσω το μυθιστόρημα. Πριν όμως το τελειώσω, ήξερα ήδη πως δεν θα εγκατέλειπα ποτέ ξανά τη Φάχα. Είχα πάρει την απόφαση ότι, για όλη την υπόλοιπη συγγραφική μου ζωή, θα παραμείνω εκεί. Ουσιαστικά, σκοπεύω να καλύψω την περίοδο ανάμεσα στην έλευση του ηλεκτρισμού και την έλευση του διαδικτύου. Όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα σε ένα μόνο χωριό, σε μία ενορία. Έτσι θα μπορέσω να παραμείνω μαζί με αυτούς τους ανθρώπους μέσα από τη μυθοπλασία.

Χαίρομαι πολύ που το ακούω. Αυτό είναι και το όνειρο κάθε αναγνώστη όταν αγαπά ένα βιβλίο και τον κόσμο του: να μην τελειώσει ποτέ.

Αυτή η απόφαση συνδέεται, ξέρετε, με μια γενικότερη φιλοσοφία, που συνοψίζεται στη φράση «σκέψου σε μικρή κλίμακα», ειδικά όσο ο κόσμος γίνεται ολοένα και πιο μεγάλος. Ο ποιητής της ιρλανδικής επαρχίας Πάτρικ Κάβανα, που γεννήθηκε στην κομητεία Μόναχαν και έζησε τη δεκαετία του ’50, έλεγε πως «χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή για να γνωρίσεις πραγματικά ένα μόνο χωράφι». Για εμένα, αυτή η συγκεκριμένη ενορία της Φάχα και οι μικροί οικισμοί τριγύρω περιέχουν τόσο υλικό και τόσες ιστορίες που θα χρειαστώ μια ζωή για να τις αφηγηθώ.

Έτσι, λοιπόν, με κάθε νέο βιβλίο προχωρώ τέσσερα, πέντε ή και τρία χρόνια μπροστά στον χρόνο και ακολουθώ την ιδέα ότι δεν υπάρχει «ελάσσων χαρακτήρας», όπως ακριβώς δεν υπάρχει και «ελάσσων άνθρωπος». Αν ο αφηγητής στρέψει το βλέμμα του πάνω του, κάθε άνθρωπος παρέχει αρκετό υλικό για τουλάχιστον ένα βιβλίο. Γι’ αυτό και ο γιατρός, που στο Αυτό είναι ευτυχία θεωρείται ένας «δευτερεύων» χαρακτήρας, γίνεται εδώ ο κεντρικός. Στα επόμενα βιβλία θα εμφανίζεται ξανά, ίσως μόνο για λίγο, σε μικρότερους ρόλους, όμως η Ώρα του βρέφους είναι το «δικό του» βιβλίο. Έτσι λειτουργεί αυτή η ιδέα. Το νέο μυθιστόρημα που γράφω τώρα, εδώ στα Χανιά, αλλά και όπου βρίσκομαι, έχει κεντρικό ήρωα τον Τζουντ, έξι χρόνια αργότερα.

Τι ωραία. Άρα θα τον δούμε και ενήλικα;

Ναι, σε αυτό που γράφω είναι πλέον δεκαοχτώ ετών.

Στην Ώρα του βρέφους, πάντως, αν και μόλις δώδεκα ετών, ο Τζουντ έχει βιώσει ήδη την απώλεια. Σε αυτό δεν διαφέρει πολύ από τον μεγαλύτερό του δρ Τρόι, που πενθεί την αγαπημένη του. Παράλληλα, έχουμε την κόρη του, Ρόνι, που προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι ζει μια ευτυχισμένη ζωή. Όπως και στα προηγούμενα βιβλία σας, η αφήγηση εστιάζει πότε στον έναν χαρακτήρα και πότε στον άλλον. Τι εξυπηρετεί αυτή η συνεχής εναλλαγή οπτικών;

Ένα από τα πράγματα που με ενδιαφέρουν όταν γράφω για μια μικρή κοινότητα είναι η ιδέα ότι είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ μας. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είμαστε όλοι μέρος της ίδιας αλυσίδας. Ο Τζουντ, για παράδειγμα, δεν είχε καμία σύνδεση με τον γιατρό, αλλά τυχαίνει να είναι αυτός που βρίσκει το μωρό. Πέρα από εκείνη τη στιγμή που εμφανίζεται μπροστά στον γιατρό κρατώντας το, δεν υπάρχει άλλη ουσιαστική επαφή ανάμεσά τους, σχεδόν δεν ξανασυναντιούνται. Παρ' όλα αυτά, πιστεύω ότι ο Τζουντ διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στον μηχανισμό που κινεί την ιστορία. Η ιστορία έχει, κατά τη γνώμη μου, μια δυναμική, κάποιος μπορεί να τη σπρώξει προς μία κατεύθυνση και κάποιος άλλος να τη στρέψει προς μια εντελώς διαφορετική φορά.

Λέτε και μέσα στο βιβλίο ότι ο Τζουντ έβαλε το δάχτυλό του ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου του Δρ. Τρόι, επενέβη, δηλαδή, στον ρου της δικής του ιστορίας.

Ναι, ακριβώς. Οι ζωές τους αγγίζονται, σχεδόν εφάπτονται. Με τον ίδιο τρόπο, ο γιατρός παίρνει μια απόφαση που αλλάζει τόσο τη δική του ζωή όσο και της κόρης του, όταν του λέει: «Μην πεις σε κανέναν για το μωρό». Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, μέσα στο σπίτι τους, ο γιατρός, η κόρη του και το μωρό γίνονται μια εκδοχή της Αγίας Οικογένειας. Βρισκόμαστε λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, οπότε ο παραλληλισμός είναι σχεδόν αναπόφευκτος.

Εκείνο το σπίτι γίνεται ο περίκλειστος κόσμος τους, από τον οποίον αποκλείονται οι «απ' έξω», που δεν πρέπει να μάθουν τίποτα. Όταν λέω «απ' έξω» εννοώ το κράτος και την Εκκλησία. Ακριβώς αυτή η συνθήκη δημιουργεί μια κατάσταση ασφυκτική πίεσης μέσα στην ιστορία.

Μιας και αναφέρατε τη φράση «Μην το πεις σε κανέναν», να πω πως μου άρεσε πολύ μια αντίθεση στο βιβλίο σας. Ενώ οι ειδήσεις και τα νέα διαδίδονται αστραπιαία, ακόμα και για ιδιωτικές υποθέσεις, μέσα στις ίδιες τις οικογένειες, τα πιο σημαντικά πράγματα μένουν ανείπωτα.

Έτσι είναι. Νομίζω πως αυτό είναι ένα κλασικό οικογενειακό χαρακτηριστικό, τουλάχιστον στην Ιρλανδία. Τα πιο σημαντικά πράγματα δεν λέγονται ποτέ δυνατά. Κι όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν, είναι πάντοτε εκεί. Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται εν μέρει και στην ιστορία της Ιρλανδίας. Όταν μια χώρα έχει χάσει βίαια τη μητρική της γλώσσα και έχει ζήσει επί οκτώ αιώνες υπό αποικιακή κυριαρχία, μαθαίνει να σιωπά.

Όσο έγραφα την Ώρα του βρέφους, η κόρη μου έφερε στον κόσμο το πρώτο μας εγγόνι, την Έσμε. Όταν έπαιρνα στην αγκαλιά μου την Έσμε, ένιωθα την καρδιά μου να μεγαλώνει με έναν τρόπο πραγματικά απερίγραπτο. 

Υπάρχει ένα διάσημο ποίημα του νομπελίστα ποιητή Σίμους Χίνι με τίτλο «Whatever you say, say Nnothing» («Ό,τι και αν πεις, μην πεις τίποτε»). Αυτή η φράση ήταν ο κανόνας στη Βόρεια Ιρλανδία την εποχή των Ταραχών, ήταν ζωτικής σημασίας να μην προδώσεις, να μην αποκαλύψεις τίποτα. Νομίζω πως μια εκδοχή αυτής της στάσης επιβιώνει ακόμη και σήμερα στην καθημερινότητα.

Αν κάποιος διαβάσει στο οπισθόφυλλο τη βασική πλοκή του βιβλίου, θα πιστέψει ότι όλα περιστρέφονται γύρω από ένα εγκαταλελειμμένο βρέφος. Το μωρό, ωστόσο, εμφανίζεται σχεδόν στη μέση του βιβλίου και έρχεται για να δώσει νόημα στη ζωή των μοναχικών ανθρώπων που παρακολουθούμε. Θα λέγατε ότι το μωρό έχει περισσότερο έναν συμβολικό ρόλο;

Ναι, φυσικά. Ουσιαστικά, πρόκειται για την ιστορία δύο ανθρώπων, πρωτίστως του δρ Τρόι και κατ’ επέκταση της κόρης του, της Ρόνι, οι οποίοι ανακαλύπτουν ένα βαθύτερο επίπεδο ανθρωπιάς. Όταν συναντάμε τον γιατρό στην αρχή, έχει χάσει την πίστη του στους ανθρώπους. Φρόντιζε επί χρόνια τις ασθένειες και τα βάσανα των κατοίκων της ενορίας και είχε αρχίσει να βλέπει τους ανθρώπους ως ασθένειες, που χρειάζονται μια ιατρική συνταγή για να βγάλουν τη μέρα. Όταν, όμως, εμφανίζεται το μωρό και εκείνος βλέπει την επίδρασή που αυτό έχει επάνω στην κόρη του, ανακαλύπτει μια νέα διάσταση της αγάπης, που μέχρι τότε δεν είχε καν φανταστεί.

Όπως οι περισσότεροι Ιρλανδοί της γενιάς μου εκείνη την εποχή, ήθελα να φύγω από την Ιρλανδία, γιατί μου φαινόταν ζοφερή, χωρίς ιδιαίτερες προοπτικές. Πήγαμε στη Νέα Υόρκη, όπου ζήσαμε πέντε χρόνια και παντρευτήκαμε. 

Νομίζω πως αυτή η ιδέα γεννήθηκε από την προσωπική μου εμπειρία, όταν έγινα παππούς. Όσο έγραφα την Ώρα του βρέφους, η κόρη μου έφερε στον κόσμο το πρώτο μας εγγόνι, την Έσμε. Όταν έπαιρνα στην αγκαλιά μου την Έσμε, ένιωθα την καρδιά μου να μεγαλώνει με έναν τρόπο πραγματικά απερίγραπτο. Και παρόλο που γνώριζα, φυσικά, όλα τα κλισέ για τους χαζοπαππούδες και τις χαζογιαγιάδες, τα είχα ακούσει αμέτρητες φορές, συνειδητοποίησα ότι τα γνώριζα μόνο στη θεωρία. Τίποτα δεν με είχε προετοιμάσει γι' αυτή τη διεύρυνση της καρδιάς.

Αυτή είναι η μόνη λέξη που μπορώ να χρησιμοποιήσω, «διεύρυνση». Ήταν μια καινούργια μορφή αγάπης, που δεν είχε καμία σχέση με τον έρωτα, την επιθυμία ή με οτιδήποτε άλλο. Ήταν απλώς ένα δώρο που σου χαρίζεται και σε γεμίζει με τεράστια ευγνωμοσύνη, αλλά και μια βαθιά έκπληξη. Τι έκπληξη! Νομίζω λοιπόν ότι, σε σχέση με τον γιατρό, ήθελα να δείξω την πορεία της επιστροφής του προς την ανθρωπιά, χάρη σε αυτό το παιδί. Το παιδί, με την αθωότητά του, αναλαμβάνει ακριβώς αυτόν τον ρόλο. Και βέβαια, καθώς πρόκειται για μια χριστουγεννιάτικη ιστορία, αυτή είναι και η ουσία των Χριστουγέννων, το παιδί ως σύμβολο λύτρωσης.


• Διαβάστε επίσης: «Η ώρα του βρέφους» του Νάιαλ Ουίλιαμς (κριτική) – Τα θαύματα αργούν, αλλά υπάρχουν


Έτσι ακριβώς το διάβασα και με συγκινεί η περιγραφή σας. Σημαντικό στοιχείο στο σύμπαν της Φάχα είναι η «κοινότητα». Παρά την απουσία οποιασδήποτε έννοιας κοινωνικού κράτους, οι άνθρωποι φροντίζουν ο ένας τον άλλον. Πιστεύετε στη δύναμη της κοινότητας; Το τέλος του βιβλίου μαρτυρά πως πιστεύετε, θα έλεγα.  

Ναι, ναι, ασφαλώς. Νομίζω πως μία από τις εμπειρίες που διαμόρφωσαν περισσότερο τη ζωή μου ήταν το αγκάλιασμα από τα μέλη μιας κοινότητας. Θα σας πάω λίγο πίσω. Μεγάλωσα και σπούδασα στο Δουβλίνο. Στο πανεπιστήμιο, γνώρισα τη σύζυγό μου, την Κριστίν. Σπουδάζαμε και οι δύο λογοτεχνία, εγώ ήμουν ένας Ιρλανδός που σπούδαζε αμερικανική λογοτεχνία, κι εκείνη μια Αμερικανίδα, που σπούδαζε ιρλανδική λογοτεχνία. (γέλια) Όπως οι περισσότεροι Ιρλανδοί της γενιάς μου εκείνη την εποχή, ήθελα να φύγω από την Ιρλανδία, γιατί μου φαινόταν ζοφερή, χωρίς ιδιαίτερες προοπτικές. Πήγαμε στη Νέα Υόρκη, όπου ζήσαμε πέντε χρόνια και παντρευτήκαμε. Σταδιακά, αρχίσαμε να νιώθουμε ότι δεν ζούσαμε τη «δική» μας ζωή, αλλά μια ζωή που ήταν ήδη προκαθορισμένη. Παίρναμε κάθε μέρα το προαστιακό τρένο προς την πόλη και ύστερα επιστρέφαμε, ξανά και ξανά. Αν μας έπαιρνε ο ύπνος για πέντε ολόκληρα χρόνια, θα ξυπνούσαμε στο ίδιο τρένο, πηγαίνοντας στη δουλειά, χαμένοι στην ίδια ρουτίνα. Αν αφήναμε τη ζωή να περάσει έτσι, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να απαντήσουμε στο ερώτημα: «Μπορείς να γράψεις ένα μυθιστόρημα;», γιατί η απάντηση θα ήταν πάντα η ίδια: «Δεν είχα ποτέ τον χρόνο». Ίσως στα εξήντα, όταν θα βγαίναμε στη σύνταξη, θα λέγαμε: «Ίσως τώρα μπορώ να δοκιμάσω».

Γι' αυτό πήραμε την απόφαση να φύγουμε από το Μανχάταν και μετακομίσαμε στην ιρλανδική επαρχία, στο σπίτι όπου είχε γεννηθεί ο παππούς της Κριστίν. Εκείνος είχε φύγει στα δεκαοχτώ του για την Αμερική, από όπου δεν επέστρεψε ποτέ. Ίσως κι εδώ στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μετακόμισαν στην Αθήνα, αλλά εξακολουθούν να έχουν ένα παλιό πατρικό στο χωριό τους, οπότε θα καταλάβουν. Κάπως έτσι ήταν κι αυτό, ένα πέτρινο σπίτι τριακοσίων ετών, με τέσσερα δωμάτια. Εκεί μετακομίσαμε για να δούμε αν μπορούσαμε να ζήσουμε γράφοντας και ζωγραφίζοντας.

Παράλληλα, αρχίσαμε να δημιουργούμε έναν κήπο, που πλέον καλλιεργούμε εδώ και σαράντα χρόνια. Είναι πραγματικά υπέροχος, από τα πιο όμορφα μέρη του τόπου μας.

Είπα όλη αυτή την ιστορία για να δώσω μια απάντηση στο ερώτημά σας. Η αλήθεια είναι ότι δεν θα μπορούσαμε ποτέ να μείνουμε εκεί, στο μέρος δηλαδή όπου ακόμη ζούμε, αν δεν υπήρχε η κοινότητα που μας υποδέχθηκε, μας βοήθησε, μας καθοδήγησε και, τελικά, μας δίδαξε πώς να ζήσουμε σε έναν τέτοιο τόπο. Αυτό ήταν ένα πραγματικό μάθημα ζωής. Είχαμε, για παράδειγμα, τέσσερις αγελάδες. Εγώ που μεγάλωσα στην πόλη, χωρίς να έχω καν έναν σκύλο ή ένα χρυσόψαρο, βρέθηκα ξαφνικά να έχω τέσσερις αγελάδες. Απευθύνθηκα, λοιπόν, στους γείτονές μου, κι εκείνοι μου έδειξαν πώς να φροντίζω τα ζώα. Παράλληλα, αρχίσαμε να δημιουργούμε έναν κήπο, που πλέον καλλιεργούμε εδώ και σαράντα χρόνια. Είναι πραγματικά υπέροχος, από τα πιο όμορφα μέρη του τόπου μας. Περνάμε σχεδόν τη μισή μας μέρα εκεί, φροντίζοντάς τον. Η ιδέα ότι η κοινότητα και η γη σού μαθαίνει πώς να ζεις σε έναν τόπο έθεσε ένα από τα θεμέλια για τη δημιουργία της Φάχα. Το χωριό όπου κατοικώ δεν είναι ακριβώς η Φάχα, θα την τοποθετούσα δύο ενορίες πιο πέρα, αλλά έχω ζήσει αυτή την εμπειρία. 

Αντλείτε στοιχεία από τους ανθρώπους της κοινότητάς σας; Αυτοί διαβάζουν τα βιβλία σας;

Κάποιοι, ναι. Σίγουρα ξέρουν την ύπαρξή τους. Δεν θέλω να δώσω, πάντως, την εντύπωση ότι γράφω κυριολεκτικά για τους ανθρώπους με τους οποίους ζω, ούτε μου αρέσει να παίρνω ανθρώπους από τη ζωή μου και να τους μεταφέρω στα βιβλία. Όλοι οι χαρακτήρες είναι προϊόντα της φαντασίας μου, είναι όλοι επινοημένοι. Κάθε στοιχείο στο βιβλίο μου μπορεί να έχει μια πραγματική αφετηρία, αλλά τίποτα δεν μεταφέρεται αυτούσιο. Ο παππούς μου, για παράδειγμα, δεν ήταν σαν τον Γκάνγκα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος παππούς που να είναι ακριβώς όπως ο Γκάνγκα, τον έχω επινοήσει. Ωστόσο, παρατηρώ τους ανθρώπους, και έχω δανειστεί μικρά στοιχεία από τον καθένα. Για παράδειγμα, η χαρακτηριστική φράση του Γκάνγκα, «O now!», που τη χρησιμοποιεί σαν γενικό σχόλιο για τα πάντα, είναι συχνή. Ξέρω ανθρώπους στην Ιρλανδία που μιλούν ακριβώς έτσι. (σ.σ. Το βιβλίο O now! που εστιάζει στον αγαπημένο Γκάνγκα είναι το επερχόμενο βιβλίο του συγγραφέα. Θα κυκλοφορήσει στα αγγλικά τον φετινό Νοέμβριο.)

Ξέρω επίσης ότι συνυπογράφετε πολλά βιβλία με τη σύζυγό σας για την κοινή σας ζωή στην ιρλανδική επαρχία. Πώς είναι αυτή η εμπειρία της συν-συγγραφής;

Όταν μετακομίσαμε στην κομητεία Κλερ το 1985, πάθαμε ένα πολιτισμικό σοκ. Είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστεί κανείς σήμερα πόσο αγροτική ήταν τότε εκείνη η περιοχή. Οι άνθρωποι της ενορίας θυμούνταν ακόμη την ημέρα που ήρθε το ηλεκτρικό ρεύμα. Ερχόμενοι από τη Νέα Υόρκη, αυτό μας ξάφνιασε. Κάποιοι θυμούνταν ότι γύριζαν από το σχολείο και κάποιος συγγενής τούς σήκωνε ψηλά για να πατήσουν για πρώτη φορά τον διακόπτη του φωτός. Ήταν επίσης ένα μέρος στο οποίο δεν υπήρχε καφές. Οι άνθρωποι έπιναν μόνο τσάι. Αν υπήρχε καφές, προοριζόταν αποκλειστικά για τον επισκέπτη και ήταν μία κουταλιά νεσκαφέ. Θεωρούνταν πολυτέλεια. Στο παντοπωλείο του χωριού δεν πουλούσαν σχεδόν καθόλου ψωμί, γιατί όλοι έφτιαχναν το δικό τους. Το 1985 υπήρχαν ακόμη τηλέφωνα χωρίς καντράν. Αντ’ αυτού, είχαν μια μανιβέλα την οποία γύριζες για να συνδεθείς με το τηλεφωνικό κέντρο του χωριού. Σε αυτόν τον κόσμο βρεθήκαμε να ζούμε το 1985.

Το πρώτο βιβλίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αμερική και πολύ γρήγορα ανακαλύψαμε πως υπήρχαν χιλιάδες Ιρλανδοαμερικανοί που ονειρεύονταν κάποια μέρα να επιστρέψουν στην Ιρλανδία και να εγκατασταθούν στο σπίτι του παππού τους. 

Καθώς συνειδητοποιούσαμε το πολιτισμικό σοκ που βιώναμε, αγοράσαμε ένα μεγάλο ημερολόγιο για να γράφουμε τις εντυπώσεις μας. Κάθε βράδυ η Κριστίν έγραφε στη μία σελίδα κι εγώ στην απέναντι. Πολύ γρήγορα καταλάβαμε ότι περιγράφαμε διαφορετικά πράγματα για την ίδια ακριβώς ημέρα. Εκείνη είχε τη γυναικεία οπτική, εγώ μια ανδρική. Εκείνη είχε τη ματιά μιας Νεοϋορκέζας, εγώ ενός ανθρώπου από το Δουβλίνο. Ταυτόχρονα, όμως, εκείνη μεγάλωσε στην ύπαιθρο της πολιτείας της Νέας Υόρκης, ενώ εγώ σε μια μεγαλούπολη. Έτσι παρατηρούσαμε εντελώς διαφορετικά πράγματα. Εκείνη πρόσεχε τα λουλούδια, τη βλάστηση, τη φύση, ενώ εγώ εστίαζα στα συναισθήματα και την ατμόσφαιρα. Έτσι αποφασίσαμε να γράψουμε το πρώτο μας βιβλίο.

Σε εκείνο το βιβλίο (σ.σ: πρόκειται για το O come ye back to Ireland: Our first year in County Clare), ο καθένας έχει τη δική του γραμματοσειρά, υπάρχει ξεκάθαρα το κομμάτι της Κριστίν και το κομμάτι του Νάιλς. Βέβαια, φυσικά ο ένας «δούλεψε» πάνω στα κομμάτι του άλλου, όμως η βασική ιδέα ήταν να φαίνεται η διαφορά στις εντυπώσεις και τα συναισθήματα μέσα στην ίδια μέρα. Το πρώτο βιβλίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αμερική και πολύ γρήγορα ανακαλύψαμε πως υπήρχαν χιλιάδες Ιρλανδοαμερικανοί που ονειρεύονταν κάποια μέρα να επιστρέψουν στην Ιρλανδία και να εγκατασταθούν στο σπίτι του παππού τους. Γι' αυτό αισθανθήκαμε πως είχαμε την υποχρέωση να πούμε την αλήθεια για το πώς είναι πραγματικά αυτή η ζωή.

Εννοείτε να είστε ειλικρινείς και για τις δυσκολίες;

Ναι, ακριβώς. Για παράδειγμα, εκείνη τη χρονιά έβρεχε ασταμάτητα. Φυτεύαμε πατάτες και κάθονταν μέσα στη λάσπη. Την ίδια περίοδο μάθαμε ότι δεν μπορούσαμε να αποκτήσουμε δικά μας παιδιά. Ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά. Όλα αυτά υπάρχουν μέσα σε εκείνο το πρώτο βιβλίο. Η ανταπόκριση των Αμερικανών αναγνωστών ήταν τόσο έντονη, που μας ζήτησαν να γράψουμε και δεύτερο βιβλίο έναν χρόνο αργότερα. Στο μεταξύ υιοθετήσαμε την κόρη μας, την Ντίρντρε. Έτσι, γράφαμε ένα βιβλίο κάθε χρόνο. Τα βιβλία αυτά λειτουργούσαν σχεδόν σαν προσωπικές επιστολές προς τους αναγνώστες, οι οποίοι τα ένιωθαν πολύ οικεία και προσωπικά. Άρχισαν να μας στέλνουν γράμματα και δέματα. Μάλιστα, κάποιοι άρχισαν να εμφανίζονται και στο σπίτι μας. Για να καταλάβετε την ανταπόκριση, η Κριστίν είχε γράψει σε ένα βιβλίο ότι αυτό που της έλειπε περισσότερο από την Αμερική ήταν το φυστικοβούτυρο. Ε, λοιπόν, γυρίζαμε από την παραλία και βρίσκαμε βάζα με φυστικοβούτυρο έξω από την πόρτα μας. Οπότε πρέπει να προσέχεις τι γράφεις στα βιβλία σου! (γέλια)

Τελικά γράψαμε τέσσερα βιβλία, ένα ανά δύο χρόνια περίπου, μέσα σε μια οκταετία. Τα θεωρώ ένα είδος μαθητείας. Όπως κάποιος πηγαίνει δύο ή τρία χρόνια σε μια σχολή για να μάθει ένα επάγγελμα, έτσι κι εγώ εκείνα τα χρόνια μάθαινα πώς να γράφω για τη δυτική Ιρλανδία. Τα βιβλία αυτά αποτελούν μια αληθινή καταγραφή των πρώτων χρόνων της ζωής που χτίζαμε εκεί, της υιοθεσίας των παιδιών μας, του κήπου που δημιουργούσαμε και όλων όσων μαθαίναμε σιγά σιγά για αυτόν τον τόπο.

Και πώς προέκυψε το πρώτο σας μυθιστόρημα, τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα;

Μόνο αφότου ολοκλήρωσα αυτά τα βιβλία που ανέφερα, έγραψα τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα), γιατί τότε πλέον ένιωθα πως είχε έρθει η στιγμή. Τότε συνειδητοποίησα ότι είχα μετακομίσει εκεί όχι για να γράψω για την κηπουρική, τις φάρμες ή την κοινότητα, αλλά με τον σκοπό να γράψω ένα μυθιστόρημα. Πάντα αυτό ήθελα να κάνω. Το πρώτο μου διήγημα είχε δημοσιευτεί σε μια ιρλανδική εφημερίδα όταν ήμουν μόλις δεκαοχτώ ετών, πριν ακόμη πάω στο πανεπιστήμιο. Επομένως, ανέκαθεν ήθελα να γράφω μυθοπλασία. Τα άλλα βιβλία προέκυψαν, μεταξύ άλλων, και για έναν πολύ πρακτικό λόγο, δεν είχαμε χρήματα. Κάθε ένα από αυτά τα βιβλία μάς εξασφάλιζε αρκετά χρήματα ώστε να μπορέσουμε να ζήσουμε ακόμη έναν χρόνο εκεί και έτσι δεν χρειαζόταν να επιστρέψουμε στο Μανχάταν. Μετά από κάθε βιβλίο λέγαμε: «Ωραία, μπορούμε να μείνουμε, κερδίσαμε ακόμη έναν χρόνο». Διαφορετικά θα έπρεπε να γυρίσουμε πίσω και να ξαναμπούμε στο προαστιακό τρένο, να επιστρέψουμε στην παλιά μας ζωή.

Αυτή η κατάσταση, βέβαια, ασκούσε πίεση και στον γάμο μας. Η πίεση αυτή, όμως, τελικά, δημιούργησε πιο ισχυρούς δεσμούς. Είναι σαν να πιέζεις δύο κομμάτια ξύλο μεταξύ τους. Η κόλλα τα ενώνει και γίνονται ένα. Έτσι κι εμείς δεθήκαμε γύρω από την ίδια περιπέτεια, το ίδιο σπίτι, τον ίδιο κήπο, την ίδια ζωή, τα δύο παιδιά που υιοθετήσαμε. Πολύ αργότερα, στη διάρκεια της πανδημίας, τα παιδιά μας είχαν πλέον μεγαλώσει και έφυγαν. Πήγαν στην Αμερική, εκεί απ' όπου είχαμε κάποτε φύγει κι εμείς. Μείναμε μόνοι στο σπίτι και αποφασίσαμε να γράψουμε ένα πέμπτο βιβλίο για τον κήπο μας. Ο τίτλος του είναι In Kiltumper: A year in an Irish garden. Kiltumper είναι το όνομα του τόπου μας. Η Κρις εικονογράφησε το βιβλίο, φιλοτέχνησε μία εικόνα για κάθε μήνα του χρόνου. Η Κριστίν είναι ένας άνθρωπος με πολλά ταλέντα. Εγώ έχω μόνο ένα. Εκείνη είναι και ζωγράφος, είναι επίσης η καλλιτέχνιδα του κήπου μας. Εγώ είμαι αυτός που ακολουθεί από πίσω με το καρότσι, σκάβει τις λακκούβες και κάνει όλες τις βαριές δουλειές. Εκείνη όμως είναι που έχει την αίσθηση των χρωμάτων και μπορεί να οραματιστεί την εξέλιξη του κήπου.

Μιλάτε με πολλή αγάπη και γενναιοδωρία για τη σύζυγό σας. Αναρωτιέμαι αν σας έχει βοηθήσει και στη διαμόρφωση των γυναικείων χαρακτήρων σας.

Θα σας πω πώς το βλέπω εγώ. Όταν κάθεσαι να γράψεις ένα μυθιστόρημα, βρίσκεσαι σε μια πολύ ιδιωτική, προσωπική κατάσταση. Δημιουργείς τους χαρακτήρες αποκλειστικά μέσα από τη φαντασία σου. Εγώ, μάλιστα, είμαι από εκείνους τους μυθιστοριογράφους που δεν έχουν καμία πλοκή στο μυαλό τους. Δεν σχεδιάζω τίποτα. Δεν ξέρω ποτέ τι αφορά το βιβλίο, το γράφω για να το ανακαλύψω. Ουσιαστικά, γράφω το βιβλίο που θα ήθελα να διαβάσω ο ίδιος, είμαι ο πρώτος αναγνώστης του. Αν στη συνέχεια υπάρξουν και άλλοι, υπέροχα, αλλά πάνω απ' όλα πρέπει να ικανοποιεί εμένα, να το απολαμβάνω εγώ. Μόλις το τελειώσω, σταματά να με απασχολεί και δεν έχω καμία ματαιοδοξία, καμία αγωνία αν είναι καλό ή κακό. Δεν έχει σημασία. Είναι απλώς αυτό που μπόρεσε να βγει από μέσα μου τη δεδομένη στιγμή. Είναι όπως τα κύτταρα του δέρματός μας που ανανεώνονται συνεχώς. Τα περσινά κύτταρα έχουν πια χαθεί, δεν μπορείς να τα δεις, ανήκαν στον άνθρωπο που ήσουν τότε. Τώρα είσαι κάποιος άλλος. Επομένως, όσο γράφω δεν έχω επίγνωση κάποιας επιρροής.

Ο άνθρωπος είναι απίστευτα ευρηματικό πλάσμα. Ειδικά στις μικρές κοινότητες, μακριά από το κέντρο ή την πρωτεύουσα, οι άνθρωποι είναι ακόμη πιο ευρηματικοί, γιατί τους αναγκάζουν οι συνθήκες.

Ωστόσο, έπειτα από σαράντα πέντε χρόνια γάμου με την Κρις, όλα όσα είμαι εμπεριέχουν κι εκείνη. Τα πάντα. Όλες μου οι γνώσεις για τα προφανή όπως ο κήπος, το σπίτι αλλά και τόσα άλλα στοιχεία προέρχονται από εκείνη. Με επηρεάζει και στα λογοτεχνικά, μου λέει «διάβασε αυτό το βιβλίο», όπως αντίστοιχα της προτείνω και εγώ. Καθώς γράφω ένα μυθιστόρημα, δεν τη συμβουλεύομαι. Δεν μιλάμε γι' αυτό. Για την ακρίβεια, δεν μιλάω σε κανέναν, ούτε στους εκδότες μου. Για δύο περίπου χρόνια, το μόνο που λέω είναι ότι «γράφω ένα βιβλίο». Ούτε τον τίτλο αποκαλύπτω, ούτε τίποτε άλλο. Όταν το ολοκληρώνω, όμως, το δίνω στην Κρις. Είναι η πρώτη μου αναγνώστρια και η πρώτη μου επιμελήτρια. Εμπιστεύομαι τη γνώμη της περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου, είμαστε μαζί τόσα χρόνια και με γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο σε όλο τον πλανήτη. Είναι υπό μία έννοια ο καθρέφτης όπου αντικατοπτρίζονται οι ιδέες μου. Μπορεί να μη τη συμβουλεύομαι ειδικά για τους γυναικείους χαρακτήρες, αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι εκεί. Είναι πάντα εκεί.

Και μάλλον η σχέση σας είναι επίσης ο λόγος που μπορείτε να γράφετε για σχέσεις βαθιάς αγάπης και σύνδεσης.

Σίγουρα.

Εφόσον μιλάμε για τους γυναικείους χαρακτήρες, μου άρεσαν οι εύστοχες παρατηρήσεις σας για την έμφυλη ανισότητα της εποχής. Σκιαγραφείτε μια κοινότητα που μόλις έχει υποδεχθεί τον ηλεκτρισμό και την τηλεόραση, αλλά εξακολουθεί να ζει με πολύ αυστηρούς θρησκευτικούς και ηθικούς κανόνες, αναπόφευκτα σεξιστικούς. Μια έξυπνη γυναίκα μπορεί να εργαστεί μόνο ως γραμματέας, μόνο οι άντρες συζητούν για πολιτική και φυσικά μια ανύπαντρη γυναίκα δεν μπορεί να αποκτήσει παιδί μόνη της.

Επίσης, μια παντρεμένη γυναίκα δεν μπορούσε τότε να έχει θέση στο Δημόσιο, έτσι;

Μου θύμισε πολλά μέρη της Ελλάδας, τόσο στην επαρχία όσο και στις πόλεις, δυστυχώς ακόμη και σήμερα. Πιστεύετε ότι τέτοιες αντιλήψεις επιβιώνουν και στη σημερινή Ιρλανδία της υπαίθρου;

Όχι, όχι τόσο πια. Η γενικότερη αίσθησή μου είναι πως, όσο κι αν υπάρχουν κανόνες, κοινωνικές συμβάσεις και περιορισμοί, οι άνθρωποι προσπαθούν διαρκώς να τους παρακάμψουν. Ο άνθρωπος είναι απίστευτα ευρηματικό πλάσμα. Ειδικά στις μικρές κοινότητες, μακριά από το κέντρο ή την πρωτεύουσα, οι άνθρωποι είναι ακόμη πιο ευρηματικοί, γιατί τους αναγκάζουν οι συνθήκες. Πρέπει να εφευρίσκουν τρόπους να επιλύουν τα προβλήματά τους, χωρίς να το μάθει το «μεγάλο αφεντικό» (σ.σ: το Κράτος, ο Νόμος κτλ). Αυτό είναι, για μένα, ένα από τα πιο γοητευτικά στοιχεία της Φάχα, ο ευρηματικός τρόπος των ανθρώπων της να διατηρούν την ατομικότητά τους, τη μοναδικότητά τους, χωρίς να γίνονται όλοι ίδιοι ή κομφορμιστές. Παρότι υπάρχουν κανόνες που δεν μπορούν να αγνοήσουν, βρίσκουν πάντα τρόπους να τους παρακάμψουν. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει ακόμη, παρόλο που οι κανόνες σήμερα είναι λιγότερο άτεγκτοι απ' ό,τι ήταν τότε.

Έχουν, λοιπόν, συμβεί τεράστιες αλλαγές και, αν σκεφτεί κανείς την περίοδο για την οποία γράφω, η μεταμόρφωση που έχει γνωρίσει η Ιρλανδία είναι πραγματικά εντυπωσιακή. 

Είναι γεγονός ότι στην Ιρλανδία της εποχής των μυθιστορημάτων κυριαρχούσε ένα καταπιεστικό καθεστώς, ανδροκρατικό και βαθιά καθολικό. Σταδιακά όμως αυτό άρχισε να υποχωρεί όλο και περισσότερο. Η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Ιρλανδίας, η Μέρι Ρόμπινσον, υπήρξε μια πραγματικά σπουδαία προσωπικότητα και πρότυπο. Νομίζω πως όλοι στην Ιρλανδία θυμούνται τον ενθουσιασμό, εκείνη τη μεγάλη ανάσα αισιοδοξίας όταν εξελέγη, αλλά και την περηφάνια που αισθανθήκαμε γι' αυτήν αργότερα, όταν έγινε μέλος των «Elders» (σ.σ:  Οργάνωση που  ιδρύθηκε από τον Νέλσον Μαντέλα το 2007 για την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιωσιμότητα του πλανήτη). Αμέσως μετά τη Μέρι Ρόμπινσον, εκλέξαμε μια δεύτερη γυναίκα πρόεδρο, τη Μέρι Μάκαλιζ, μια ακόμη εξαιρετική ηγέτιδα. Αυτές οι γυναίκες υπήρξαν πραγματικά πηγή έμπνευσης για την Ιρλανδία.

Το ίδιο ισχύει και για άλλες μεγάλες αλλαγές, όπως η νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Η Ιρλανδία ήταν από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που το θέσπισε, κάτι που παλαιότερα θα ήταν αδιανόητο. Ή ακόμη και αλλαγές που ίσως φαίνονται μικρότερες, αλλά είχαν τη δική τους σημασία, όπως η απαγόρευση του καπνίσματος στις παμπ. Κάποτε κανείς δεν πίστευε ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί στην Ιρλανδία. Αν έμπαινες σε μια παμπ το 1960, διέσχιζες κυριολεκτικά ένα σύννεφο καπνού. Δεν υπήρχε άκαπνο τραπέζι, ενώ σήμερα δεν υπάρχει πουθενά καπνός. Έχουν, λοιπόν, συμβεί τεράστιες αλλαγές και, αν σκεφτεί κανείς την περίοδο για την οποία γράφω, η μεταμόρφωση που έχει γνωρίσει η Ιρλανδία είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Αν καταφέρω να συνεχίσω να γράφω τα μυθιστορήματα της Φάχα, οι αναγνώστες θα βλέπουν την αλλαγή να συντελείται σιγά σιγά. Θα είναι πάντα υπόκωφη, αλλά διαρκώς παρούσα.

Ίσως γι' αυτό γράφετε και εκείνη τη χαρακτηριστική φράση, ότι η ιρλανδική λέξη για τον «πρωθυπουργό» υπάρχει μόνο στο αρσενικό γένος. Είναι σαν να υπογραμμίζετε το οξύμωρο, ότι οι άνθρωποι τότε δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν την αλλαγή.

Ακριβώς. Και μόνο αν σκεφτεί κανείς ότι το 1985 υπήρχαν ακόμη αυτού του είδους τα τηλέφωνα, ενώ σήμερα ο καθένας κουβαλάει ένα τηλέφωνο στην τσέπη του, καταλαβαίνει το μέγεθος της αλλαγής. Μέσα σε σαράντα χρόνια, μιλάμε για πραγματική μεταμόρφωση. Το 1985, αν ήθελες να κάνεις ένα τηλεφώνημα, το σκεφτόσουν δύο και τρεις φορές, γιατί κόστιζε ακριβά. Και όταν τελικά μιλούσες στο τηλέφωνο, η πιο συνηθισμένη φράση ήταν: «Θα σου κοστίσει μια περιουσία, γρήγορα!». Τα σημαντικά νέα τα έστελναν με γράμμα, το τηλέφωνο ήταν για τα απολύτως απαραίτητα. Και όταν έβαζες τα κέρματα στον τηλεφωνικό θάλαμο, είχες τρία λεπτά. Αυτή ήταν η διάρκεια ενός τηλεφωνήματος. Σκεφτείτε το σήμερα. Τότε θεωρούσαν ότι τρία λεπτά ήταν υπεραρκετά για να πεις όλα όσα είχες να πεις.


• Διαβάστε επίσης: «Τέσσερα ερωτικά γράμματα» του Νάιαλ Ουίλλιαμς – Ένας κόσμος αγάπης, ομορφιάς και θαυμάτων


Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι και στα δύο βιβλία, η Φάχα εμφανίζεται ως ένας τόπος όπου «τίποτα σημαντικό δεν συμβαίνει», κι όμως, σε αυτό το μέρος φαίνεται πως «κατοικεί» ο Θεός.

Οι άνθρωποι του τόπου είναι αυτοί που λένε πως «εδώ δεν συμβαίνει ποτέ τίποτα σημαντικό». Αυτή είναι μια πολύ συνηθισμένη αντίληψη στις αγροτικές κοινωνίες. Οι άνθρωποι μαθαίνουν ότι το σημαντικό βρίσκεται εκεί όπου είναι η κυβέρνηση, στο κέντρο, στην πρωτεύουσα, δηλαδή κάπου αλλού, όχι εκεί που ζουν οι ίδιοι. Η δική τους αντίληψη για το τι είναι σημαντικό δεν συμπίπτει με τη δική μου. Εν αντιθέσει, γράφω αυτά τα μυθιστορήματα για να αναδείξω τη σημασία του τοπικού, αυτού του ενός «χωραφιού» για το οποίο μιλούσαμε προηγουμένως. Ειλικρινά, πιστεύω πως το αξιοθαύμαστο της ανθρώπινης ύπαρξης βρίσκεται σε κάθε γωνιά του κόσμου. Με έχει συγκινήσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα μυθιστορήματα της Φάχα βρήκαν αναγνώστες στη Νέα Ζηλανδία, στην Αυστραλία και σε άλλα μέρη πολύ μακριά από την Ιρλανδία, ανθρώπους που μου λένε: «Μα αυτό είναι ακριβώς σαν εδώ». Αυτό μου απέδειξε ότι οι άνθρωποι είναι πλασμένοι από το ίδιο υλικό, όπου και αν ζουν.

Τι θα λέγατε ότι είναι ένα πραγματικό θαύμα σήμερα;

Νομίζω πως τα αληθινά θαύματα είναι τα ίδια που ήταν πάντοτε. Το πρώτο από όλα είναι το γεγονός ότι υπάρχουμε, ότι ζούμε σε αυτόν τον κόσμο. Αν το σκεφτείτε, κάθε άνθρωπος που συναντάμε κουβαλάει κάτι, κάποια σωματική δυσκολία. Ο ένας ξυπνά με πονόδοντο, ο άλλος με ένα πρόβλημα υγείας, ο τρίτος με κάτι άλλο. Ο καθένας έχει να διαχειριστεί το σώμα του. Ταυτόχρονα, καθένας κουβαλά το δικό του συναισθηματικό φορτίο, ό,τι κι αν συμβαίνει εκείνη τη στιγμή στη ζωή του. Κι όμως, οι άνθρωποι συνεχίζουν να σηκώνονται το πρωί, να προχωρούν, να τρώνε, να συναντούν άλλους ανθρώπους, να συζητούν, να συνεχίζουν. Αυτή η πολυπλοκότητα, το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι από μόνο του ένα θαύμα. Και το μεγαλύτερο θαύμα ήταν πάντοτε, και θα συνεχίσει να είναι, η αγάπη.

Η αγάπη και ο θάνατος είναι οι δύο δυνάμεις που διαμορφώνουν τον άνθρωπο.

Ξέρετε, το Αυτό είναι ευτυχία φαίνεται να είναι ένα μυθιστόρημα για την έλευση του ηλεκτρισμού, όμως δεν μιλάει αποκλειστικά γι' αυτό το θέμα. Ο ηλεκτρισμός είναι απλώς ο σκελετός της ιστορίας. Αυτό που πραγματικά με ενδιαφέρει βρίσκεται σε μια φράση που λέει πολύ νωρίς ο Νόου, όταν αισθάνεται πως τα φτερά του δεν έχουν ακόμη ανοίξει, πως δεν έχει γίνει ακόμη ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος: «τι σημαίνει να γίνεται κανείς ολοκληρωμένος άνθρωπος;» Η απάντηση βρίσκεται στους δύο πόλους της ανθρώπινης ύπαρξης, στο «συν» και το «πλην» της ζωής, την αγάπη και τον θάνατο. Εκείνο το καλοκαίρι ο Νόου γνωρίζει και τα δύο. Γνωρίζει τον θάνατο, πρώτα με τον χαμό της μητέρας του και ύστερα έναν ακόμα προς το τέλος. Από την άλλη, γνωρίζει την αγάπη, μέσα από τις τρεις αδελφές ή τους παππούδες του. Η αγάπη και ο θάνατος είναι οι δύο δυνάμεις που διαμορφώνουν τον άνθρωπο.

Για μένα, λοιπόν, ο μεγαλύτερος σε ηλικία Νόου, που αφηγείται την ιστορία κοιτάζοντας πίσω, θυμάται εκείνο το καλοκαίρι ως τη στιγμή που ο ίδιος κατά κάποιο τρόπο «ηλεκτρίστηκε». Εκείνη τη στιγμή της φόρτισης που όλοι κάποτε ζήσαμε, μια περίοδο κατά την οποία όλα έμοιαζαν να πάλλονται από ενέργεια και ενθουσιασμό. Στη δική μου περίπτωση, ήταν στα δεκαοχτώ, όταν διάβαζα Ουίλιαμ Φόκνερ και Ντίλαν Τόμας και ένιωθα εκστασιασμένος από τη λογοτεχνία, ή άκουγα Μπομπ Ντίλαν και Βαν Μόρισον. Ήταν μια εκπληκτική περίοδος. Τότε, φυσικά, συνέβη και η γνωριμία μου με την Κριστίν. Αυτή η «ηλεκτρική» στιγμή κράτησε σαράντα πέντε χρόνια γάμου, και λίγα χρόνια πριν από αυτόν, πλησιάζουμε δηλαδή τα πενήντα χρόνια μαζί. Τη γνώρισα όταν ήμουν δεκαεννέα ετών και σκέφτηκα: «Θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου με αυτή τη γυναίκα». Αυτή η πρώτη σπίθα πρέπει να είναι δυνατή για να διαρκέσει μια ζωή. Υπάρχει μια φράση στα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, που ακούγεται και στην ταινία, τη λέει η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ: «Όταν ερωτεύεσαι κάποιον στην αρχή, ο έρωτας πρέπει να είναι πολύ έντονος, γιατί πρέπει να αντέξει μια ολόκληρη ζωή». Αυτές είναι, κατά κάποιον τρόπο, οι αρχές που καθοδηγούν τη ζωή μου. Και αυτό, για μένα, είναι ένα είδος θαύματος.

Ήθελα να σας ρωτήσω για την ταινία. Συμμετείχατε στη δημιουργία της; Μείνατε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα;

Αυτές είναι δύο διαφορετικές ερωτήσεις. Αν συμμετείχα; Ναι. Έγραψα το σενάριο. Βρέθηκα τέσσερις φορές στα γυρίσματα. Με συμβουλεύτηκαν, ή, καλύτερα, με ενημέρωναν για το καστ. Μπορούν να ζητήσουν τη γνώμη σου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένοι να τη σεβαστούν.

Συνολικά, χαίρομαι που τα Τέσσερα Ερωτικά Γράμματα έγιναν τελικά ταινία. Το μυθιστόρημα ήταν ήδη είκοσι επτά ετών όταν μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, και σε όλα αυτά τα χρόνια υπήρχε πάντα κάποιος που προσπαθούσε να το γυρίσει. Ακούγονταν διάφορα ονόματα, σκεφτόμουν κάθε φορά μια άλλη εκδοχή, συζητούσα με έναν νέο σκηνοθέτη. Στο μεταξύ, οι ηθοποιοί που κάποτε προορίζονταν για τους ρόλους μεγάλωναν και δεν μπορούσαν πια να τους υποδυθούν. Αν κέρδιζα από ένα δολάριο όλα αυτά τα χρόνια για κάθε άνθρωπο που μου είπε τη φράση «αυτό το βιβλίο θα το κάνω ταινία»...

Θα ήσασταν πλούσιος, ε;

Ναι (γέλια). Γι' αυτό, στο τέλος, πιστεύω πως για κάθε συγγραφέα που βλέπει ένα βιβλίο του να γίνεται ταινία, είναι σχεδόν θαύμα αν το αποτέλεσμα είναι μια καλή ταινία. Υπάρχουν αμέτρητοι τρόποι να πάει κάτι στραβά. Υπάρχουν κομμάτια της ταινίας που αγαπώ και άλλα που δεν αγαπώ τόσο. Συνολικά, όμως, είμαι πολύ χαρούμενος που τελικά γυρίστηκε.

Δυστυχώς, δεν πήρε ποτέ διανομή στους ελληνικούς κινηματογράφους. Θα μπορέσουμε να τη βρούμε;

Νομίζω θα τη βρείτε στο Amazon ή σε κάποια από αυτές τις πλατφόρμες streaming. Υπάρχουν πραγματικά όμορφες στιγμές στην ταινία. Για μένα, όμως, είναι δύσκολο να τη δω χωρίς να σκέφτομαι όλους τους συμβιβασμούς που μεσολάβησαν από το στάδιο της συγγραφής του σεναρίου μέχρι το τελικό αποτέλεσμα. Ενώ λες: «Αυτό πρέπει να γίνει αλλιώς», δεν υπάρχει χρόνος. Όταν γυρίζεις μια ταινία, έχεις έναν απολύτως συγκεκριμένο αριθμό ημερών για τα γυρίσματα. Αν κάτι πάει στραβά μία από εκείνες τις ημέρες και δεν προλάβεις να ολοκληρώσεις μια σκηνή, δεν μπορείς απλώς να πεις: «Θα επιστρέψουμε αύριο». Την επόμενη μέρα, όλη η παραγωγή βρίσκεται ήδη κάπου αλλού. Τα φορτηγά έχουν φύγει, ο φωτισμός έχει αποσυναρμολογηθεί, όλος ο εξοπλισμός έχει μεταφερθεί. Αυτό σημαίνει ότι η σκηνή χάνεται οριστικά, ακόμα κι αν έχεις αφιερώσει δύο χρόνια για να την ξαναγράψεις, να την τελειοποιείς ώστε να γίνει ακριβώς όπως την είχες φανταστεί.

Δεν θέλω να σας κουράσω άλλο. Θα ήθελα μόνο να μάθω τι διαβάζετε αυτή την περίοδο.

Μόλις τελείωσα το Ερώτημα 7 του Ρίτσαρντ Φλάναγκαν, το οποίο κέρδισε το Baillie Gifford Prize. Είναι πραγματικά εξαιρετικό. Ο Φλάναγκαν είναι ο μοναδικός συγγραφέας στον κόσμο που έχει κερδίσει το ύψιστο βρετανικό βραβείο για τη μυθοπλασία (Μπούκερ), αλλά και αντίστοιχου κύρους βραβείο για έργο μη μυθοπλασίας (Baillie Gifford). Στάθηκα μάλιστα τυχερός γιατί τον γνώρισα από κοντά. Βρεθήκαμε μαζί σε μια περιοδεία για τα βιβλία μας στην Αυστραλία και δειπνήσαμε μαζί. Ήταν μια υπέροχη, πραγματικά ξεχωριστή συνάντηση. Τώρα διαβάζω το The inheritance of loss της Κίραν Ντεσάι. Είναι ένα βιβλίο είκοσι ετών, αλλά τότε, περιέργως, μου ξέφυγε. Είναι μια θαυμάσια Ινδοαμερικανίδα συγγραφέας. Αν δεν κάνω λάθος, το βιβλίο είχε κερδίσει το Μπούκερ πριν από είκοσι χρόνια.

Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να προσθέσετε για την εμπειρία σας στην Ελλάδα;

Είναι πραγματικά μεγάλη μου τιμή που βρίσκομαι εδώ και νιώθω απίστευτα τυχερός που τα βιβλία μου εκδίδονται στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Δώμα, γιατί δημιουργούν πανέμορφα βιβλία. Κρατώντας τα στα χέρια σου, αισθάνεσαι ότι τιμούν την ίδια την ιδέα του βιβλίου, την κληρονομιά του, ολόκληρη την ιστορία του ως αντικειμένου πολιτισμού. Φροντίζουν κάθε λεπτομέρεια, με αγάπη και σεβασμό. Γι' αυτό χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι εδώ, γι’ αυτούς.

* Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Niall Williams (1958) γεννήθηκε στο Δουβλίνο, όπου και σπούδασε γαλλική, αγγλική και αμερικανική φιλολογία. Το 1980 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, απ’ όπου επέστρεψε το 1985 αποφασίζοντας να ζήσει στην ιρλανδική ύπαιθρο, στο δυτικό Κλερ.

© John Kelly

Έχει γράψει μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, σενάρια, και αυτοβιογραφικά βιβλία, μαζί με τη σύζυγό του, για τη ζωή στην εξοχή. 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Άχμαντ Αλ Καρμαλάουι: «Αυτό που σήμερα θεωρούμε παράδοση είναι ο χθεσινός νεωτερισμός»

Άχμαντ Αλ Καρμαλάουι: «Αυτό που σήμερα θεωρούμε παράδοση είναι ο χθεσινός νεωτερισμός»

«Η μουσική, πέρα από το μεγαλύτερό μου πάθος, είναι και ένα σύμβολο πνευματικότητας στο μυθιστόρημά μου, γιατί συνδέεται με τις βαθύτερες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης» είπε ο Άχμαντ Αλ Καρμαλάουι (Ahmad Al Qarmalawi) με αφορμή το μυθιστόρημά του «Καλοκαιρινές βροχές» (μτφρ. Κατερίνα Μιχαήλ, εκδ. ...

Χάρι Κούνζρου: «Η αρρενωπότητα βρίσκεται σε βαθιά κρίση εδώ και αρκετό καιρό»

Χάρι Κούνζρου: «Η αρρενωπότητα βρίσκεται σε βαθιά κρίση εδώ και αρκετό καιρό»

«Πώς θα καταπολεμήσουμε το αναδυόμενο κύμα του ακροδεξιού αυταρχισμού; Μόνο αν συνεργαστούμε, αν δημιουργήσουμε κοινότητες και σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλον» μας είπε ο Χάρι Κούνζρου (Hari Kunzru) με αφορμή το μυθιστόρημά του «Κρέας για τους λύκους» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα).

...
Κέιτι Κιταμούρα: «Είναι μια ιδιαίτερη εποχή για τους συγγραφείς: το ίδιο το υλικό της τέχνης μας, η γλώσσα, γίνεται εργαλείο στα χέρια της εξουσίας»

Κέιτι Κιταμούρα: «Είναι μια ιδιαίτερη εποχή για τους συγγραφείς: το ίδιο το υλικό της τέχνης μας, η γλώσσα, γίνεται εργαλείο στα χέρια της εξουσίας»

«Η τυχαία παράθεση λέξεων έχει καταλήξει να είναι η υπερδύναμη του Τραμπ, γιατί του δίνει τη δυνατότητα να διαψεύδει διαρκώς αυτά που λέει» μας είπε η Κέιτι Κιταμούρα στο 5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων με αφορμή το μυθιστόρημά της «Οντισιόν» (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Διόπτρα). Η συγγραφέας ήρθε στην Ελλά...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Η κατά Νόλαν «Οδύσσεια» (κριτική) – Ταξίδι ανάκτησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της πίστης σε θεούς και θνητούς

Η κατά Νόλαν «Οδύσσεια» (κριτική) – Ταξίδι ανάκτησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της πίστης σε θεούς και θνητούς

Για την ταινία «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτό το διάστημα στους κινηματογράφους. Ένα «ταξίδι όχι μόνο σωματικών και εγκεφαλικών δοκιμασιών για τον πρωταγωνιστή αλλά και ψυχολογικών, βάζοντας τον σε έναν δρόμο για να ανακτήσει την αξιοπρέπειά του και την πίστη του, τόσο στους θεούς ...

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (κριτική) – Εσωτερικές περιπλανήσεις, ανθρώπινες συναντήσεις

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (κριτική) – Εσωτερικές περιπλανήσεις, ανθρώπινες συναντήσεις

Για τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» (εκδ. Εστία). Εικόνα: Από την ταινία  «Πάτερσον» (2016) του Τζιμ Τζάρμους. 

Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου

Μια φωτιά στο Καλαμίτσι γίνεται ο κα...

Γιάννης Κυριακίδης: Το φωτογραφικό αρχείο του σπουδαίου φωτορεπόρτερ στον Δήμο Καλαμαριάς

Γιάννης Κυριακίδης: Το φωτογραφικό αρχείο του σπουδαίου φωτορεπόρτερ στον Δήμο Καλαμαριάς

Το φωτογραφικό αρχείο του Γιάννη Κυριακίδη μεταφέρθηκε στον Δήμο Καλαμαριάς με τη δέουσα φροντίδα και επιστημονική μέριμνα.

Επιμέλεια: Book Press

Ένα ακόμη καθοριστικό βήμα για την ανάδειξη ενός από τα σημα...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Είκοσι βιβλία που ξεχώρισε η ομάδα του Guardian και διαβάζονται μονορούφι: λογοτεχνία, ψυχανάλυση, επιστήμη. Εικόνα: Πίνακας του Αμερικανού ζωγράφου Ντάρεν Τόμσον.

Επιμέλεια: Book Press

Με την ικανότητα συγκέντρωσης των περ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ