«Η τάξη και η φυλή διαμορφώνουν το βλέμμα. Προσπαθώ να μιλώ για το περιθώριο με σεβασμό, γιατί σχετίζεται με την καθημερινότητά μου, την οικογένειά μου, την κοινότητά μου». Η Ντάλια δε λα Σέρδα (Dahlia de la Cerda), με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων της «Αδέσποτες σκύλες» (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, εκδ. Carnivora).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Οι ιστορίες της Ντάλια δε λα Σέρδα διαδραματίζονται στο Μεξικό, φωτίζοντας συχνά τις πιο σκοτεινές πλευρές του: οι ηρωίδες της κινούνται σε ένα περιβάλλον βίας, πίσω από την οποία κρύβονται συχνά μισογυνικά κίνητρα.
Η συλλογή διηγημάτων της Αδέσποτες σκύλες (διαβάστε εδώ κριτική της Φανής Χατζή) έφτασε ως τη μακρά λίστα του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ και πολύ σύντομα κυκλοφόρησε στα ελληνικά, σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη, από τις εκδόσεις Carnivora. Στο βιβλίο βρίσκουμε μικρές ιστορίες που συνδέονται μεταξύ τους ενώ μπορεί να διαβαστεί κι ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα, όπως μας αποκάλυψε μεταξύ άλλων η συγγραφέας, για έναν κόσμο «όπου κανείς δεν είναι εντελώς αθώος».
Διάφορες ηρωίδες εμφανίζονται στη συλλογή διηγημάτων σας – γυναίκες με διαφορετικό ταξικό υπόβαθρο, που προσπαθούν να επιβιώσουν στις βίαιες συνθήκες του Μεξικού. Οι Αδέσποτες σκύλες ξεκινούν με μια ιστορία για μια φοιτήτρια που κάνει έκτρωση χρησιμοποιώντας μισοπροστόλη, και στη συνέχεια συναντάμε μια πληρωμένη δολοφόνο, την κόρη ενός εμπόρου ναρκωτικών, μια τρανς σεξεργάτρια που δολοφονείται, κι όμως συνεχίζει να μας μιλά, μεταξύ άλλων. Ναρκωτικά, δολοφονίες και φυσικά, η «σιωπηλή» βία του συστήματος, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των μίντια, του πολιτισμού μας... Σε ποιο βαθμό οι ιστορίες σας βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα; Πόση μυθοπλασία και πόση πραγματικότητα θα βρούμε σε αυτές;
Έγραψα τις Αδέσποτες σκύλες σε τρία διαφορετικά στάδια της ζωής μου, που καθένα σημαδεύτηκε από μια ξεχωριστή εμμονή. Η πρώτη μου εμμονή ήταν οι βίαιοι θάνατοι των γυναικών στο Μεξικό. Σε αντίθεση με τον πόλεμο και τις άλλες ανθρώπινες καταστροφές, που έχουν εμπνεύσει μεγάλα λογοτεχνικά έργα, οι δολοφονίες των γυναικών σπανίως εμπνέουν το είδος της λογοτεχνίας που κοιτά πρωτίστως το θύμα ή που αναγνωρίζει τον μισογυνισμό που συνδέεται με το έγκλημα. Ένιωσα την ανάγκη να γράψω από αυτή την οπτική. Στο Μεξικό κάθε μέρα σκοτώνονται από εφτά ως έντεκα γυναίκες και οι περισσότερες, το ογδόντα με ενενήντα τοις εκατό, δολοφονούνται από άντρες που κάποτε τους είχαν πει «σ' αγαπώ».
Η δεύτερη εμμονή μου είχε να κάνει με τη σύγκρουση με τον νόμο: με τις γυναίκες που διαπράττουν εγκλήματα, που κάνουν κακό σε άλλους, που είναι σύνθετες ηθικά, που αδιαφορούν για τις επιταγές περί καλοσύνης και θηλυκότητας. Έχω συναντήσει γυναίκες που εμπλέκονται στο οργανωμένο έγκλημα, που έχουν διαπράξει κλοπές, απαγωγές. Ανέκαθεν ζούσα σε ένα σύνθετο περιβάλλον, με υψηλή εγκληματικότητα, και έχω δουλέψει με κρατούμενες. Ήθελα να γράψω για την πραγματικότητα χωρίς να επικρίνω.
Η τρίτη εμμονή μου έχει να κάνει με το πώς οι γυναίκες επιβιώνουν καθημερινά στο Μεξικό των αντιφάσεων. Μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες στη Λατινική Αμερική, που όμως χαρακτηρίζεται από έντονη βία και ανισότητες. Ήθελα να γράψω για τις γυναίκες που κάνουν τα πάντα για να επιβιώσουν: που υποβάλλονται σε παράνομες αμβλώσεις -όταν έγραφα το συγκεκριμένο διήγημα, οι αμβλώσεις ήταν παράνομες στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας-, που βασίζονται στο χιούμορ, στη μουσική, στο φαγητό, στον χορό και στις μικρές χαρές της ζωής για να μην καταρρεύσουν.
Οι ιστορίες είναι μυθοπλαστικές, αλλά καλλιεργήθηκαν μέσα στην πραγματικότητα του Μεξικού.
Οι ιστορίες σας επικοινωνούν μεταξύ τους, καθώς ορισμένοι χαρακτήρες εμφανίζονται σε περισσότερες από μία αφηγήσεις, άλλοτε παίζοντας μικρότερο και άλλοτε μεγαλύτερο ρόλο. Πώς εξηγείτε αυτή την επιλογή; Πού οδηγεί;
Έχω εμμονή με τη δομή. Με ενοχλεί όταν μια συλλογή διηγημάτων μοιάζει να περικλείει τυχαίες ιστορίες: μια ιστορία τρόμου, μετά μια αγάπης και στο τέλος μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας. Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο με συνοχή, ώστε η εμπειρία της ανάγνωσης να είναι συνεκτική. Η αλληλεπίδραση των χαρακτήρων είναι τόσο μια λογοτεχνική στρατηγική, όσο και μια στρατηγική του μάρκετινγκ. Τα βιβλία με διηγήματα συχνά θεωρούνται «κατώτερα» κι είναι δύσκολο να πουληθούν. Ήθελα το βιβλίο μου να «λειτουργεί» ως συλλογή διηγημάτων, αλλά κι ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα, ώστε οι αναγνώστες που δεν εμπιστεύονται τα διηγήματα να το προσεγγίσουν ευκολότερα.
Δεν αυτοσχεδίασα. Χρειάστηκε οργάνωση, πολλή σκέψη, ύφανση, καθώς φανταζόμουν πώς η κάθε ιστορία θα συνομιλεί με τις υπόλοιπες.
Μια ημέρα, καθώς έψαχνα για τίτλο, έδειξαν το «Reservoir Dogs». Μεταξύ σοβαρού και αστείου, είπα: «Τι λες για το Perras de Reserva;» Ο σύζυγός μου το λάτρεψε. Έτσι προέκυψε ο τίτλος.
Ο τίτλος της συλλογής στη μεξικάνικη έκδοση είναι Perras de reserva και στην αγγλική έκδοση είναι Reservoir bitches, κάνοντας μια αναφορά στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο, «Reservoir Dogs». Με ποιους τρόπους η συλλογή διηγημάτων σας συνομιλεί με την ταινία του Ταραντίνο; Ποιες είναι οι υπόλοιπες επιρροές σας;
Η εξήγηση για τον τίτλο δεν είναι μεγαλειώδης: είναι πολύ απλή. Για πολλά χρόνια έγραφα χωρίς να έχω το δικό μου δωμάτιο. Δεν είχα κάποιο μεγάλο γραφείο, μόνο μια μικρή βάση για το λάπτοπ που χρησιμοποιούσα ενώ καθόμουν στο κρεβάτι δίπλα στον σύζυγό μου. Τις Κυριακές, μετά τη δουλειά στο tianguis -μια υπαίθρια αγορά όπου πουλούσαμε μεταχειρισμένα ρούχα και παπούτσια-, γυρνούσαμε σπίτι κι εγώ έγραφα, ενώ το κανάλι TNT έπαιζε μαραθώνιους με τις ταινίες του Ταραντίνο.
Μια ημέρα, καθώς έψαχνα για τίτλο, έδειξαν το «Reservoir Dogs». Μεταξύ σοβαρού και αστείου, είπα: «Τι λες για το Perras de Reserva;» Ο σύζυγός μου το λάτρεψε. Έτσι προέκυψε ο τίτλος.
Οι επιρροές μου προέρχονται περισσότερο από την προφορική παράδοση του Μεξικού, από τον τρόμο, από τον μαγικό ρεαλισμό και από τις λαϊκές παραδόσεις, παρά από τον Ταραντίνο. Αλλά η αναφορά λειτουργεί, επειδή και οι χαρακτήρες μου επιβιώνουν σε έναν βίαιο κόσμο όπου κανείς δεν είναι εντελώς αθώος.

Σύντομες, αιχμηρές προτάσεις, προφορικότητα και χρήση βωμολοχιών, μια ανάμειξη των ειδών – ορισμένες ιστορίες είναι ρεαλιστικές, άλλες έχουν στοιχεία μαγικού ρεαλισμού κ.λπ. Πολλά έχουν ειπωθεί για την ύπαρξη μιας αυθεντικής «γυναικείας γραφής», μιας écriture féminine, όπως το έθεσε η Ελέν Σιξού. Πιστεύετε σε μια τέτοια γλώσσα -διεκδικητική και ανατρεπτική-, με ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία μοιράζονται συγκεκριμένοι συγγραφείς;
Για εμένα, η αναδημιουργία της προφορικότητας και η ανάμειξη των ειδών έχει να κάνει τόσο με μια λογοτεχνική όσο και με μια πολιτική στρατηγική. Η λατινοαμερικανική λογοτεχνία ανέκαθεν αξιοποιούσε την προφορικότητα: ο Ρούλφο, ο José Agustín και, πιο πρόσφατα, συγγραφείς όπως η Dolores Reyes. Το Μεξικό είναι ταξικό γλωσσικά. Αν πεις «aiga» αντί για «haya», σε διορθώνουν. Η καθημερινή ομιλία στιγματίζεται. Θέλω να υμνώ την ομορφιά της λαϊκής γλώσσας, τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ανακαλύπτουν εκ νέου τις λέξεις, τον τρόπο με τον οποίο το γκέτο οικειοποιείται την ισπανική γλώσσα και δημιουργεί νέες έννοιες. Είναι υπέροχη αυτή η γλωσσική δημιουργικότητα.
Όταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου δεν αναζητούσε απαντήσεις για τη νευροϊνωμάτωση που είχα από την ιατρική, αλλά από τους βοτανοθεραπευτές και τις μάγισσες.
Επίσης, γράφω για τα παραφυσικά στοιχεία, επειδή έτσι είναι η πραγματικότητα στο Μεξικό. Η λαϊκή κουλτούρα είναι μέρος της καθημερινής ζωής. Έχουμε τη Santa Muerte, τον Charro Negro, την Planchada, μέντιουμ, μάγισσες, τελετές... Όταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου δεν αναζητούσε απαντήσεις για τη νευροϊνωμάτωση που είχα από την ιατρική, αλλά από τους βοτανοθεραπευτές και τις μάγισσες. Η πνευματικότητα και το υπερφυσικό αποτελούν μέρος του κόσμου μας. Προσπαθώ να το τιμήσω αυτό.
Όσον αφορά την écriture féminine, απορρίπτω κάθε ουσιοκρατία. Δεν υπάρχει ένα και μόνο «γυναικείο βλέμμα». Μια λευκή γυναίκα της ανώτερης τάξης δεν βλέπει το γκέτο με τον ίδιο τρόπο που το βλέπω εγώ. Η τάξη και η φυλή διαμορφώνουν το βλέμμα. Προσπαθώ να μιλώ για το περιθώριο με σεβασμό, γιατί σχετίζεται με την καθημερινότητά μου, την οικογένειά μου, την κοινότητά μου. Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι υπάρχουν ορισμένες θεματικές ή ευαισθησίες κοινές ανάμεσα σε πολλές γυναίκες. Για παράδειγμα, είμαι πεπεισμένη ότι το Φρανκενστάιν δεν θα μπορούσε να έχει γραφτεί από άνδρα.
Με την ανάδειξη των μεταποικιακών σπουδών και άλλων συναφών ρευμάτων κριτικής, το Latin American Boom κ.λπ., πολλοί στρέφουν το βλέμμα τους μακριά από τις ΗΠΑ και τις ισχυρές χώρες της Ευρώπης. Ποια είναι η θέση της δυτικής λογοτεχνίας και του λεγόμενου «Κανόνα» σήμερα;
Οι μεταποικιακές σπουδές συνέβαλαν στη μετατόπιση της προσοχής προς τον Παγκόσμιο Νότο, αλλά η Λατινική Αμερική ανέκαθεν παρήγαγε λογοτεχνία υψηλής ποιότητας. Αν διαγράφαμε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό και αμερικανικό κανόνα και διατηρούσαμε μόνο τη λογοτεχνία του Παγκόσμιου Νότου, δεν θα χάναμε τίποτα αναντικατάστατο. Έχουμε ήδη αρκετή πολυπλοκότητα και σπουδαιότητα.
Στο Μεξικό, το μυθιστόρημα Ο λαβύρινθος της μοναξιάς του Οκτάβιο Πας θεωρείται μνημειώδες, αλλά για εμένα είναι ένα μέτριο, ελαφρώς ρατσιστικό βιβλίο. Οι άνθρωποι το δικαιολογούν λέγοντας πως «έτσι ήταν τότε η εποχή», αλλά την ίδια ακριβώς ιστορική στιγμή, ο Φραντς Φανόν δημιουργούσε πολύ πιο σύνθετες σκέψεις. Η διαφορά έγκειται στη φυλή και στην πολιτισμική κληρονομιά. Ο Πας ήταν λευκός και βαθιά επηρεασμένος από τις ευρωπαϊκές παραδόσεις.
Αυτό μου θύμισε πως μερικές φορές μάς καταναλώνουν όχι από γνήσιο ενδιαφέρον, αλλά από την επιθυμία τους να εξωτικοποιήσουν τους περιθωριοποιημένους.
Ως μέρος ενός νέου Latin American Boom, που εκπροσωπείται κυρίως από γυναίκες, έχω ωφεληθεί πολύ. Μου άνοιξε πόρτες. Αλλά με έκανε επίσης να σκεφτώ πολύ για την «εξωτικοποίηση». Έχω πάει σε φεστιβάλ όπου το ενενήντα τοις εκατό του κοινού ήταν λευκοί, ενώ οι άνθρωποι που σερβίριζαν φαγητό ή άνοιγαν τις πόρτες ήταν μαύροι από την ίδια περιοχή, άνθρωποι που μοιάζουν με τους χαρακτήρες για τους οποίους γράφω. Αυτό μου θύμισε πως μερικές φορές μάς καταναλώνουν όχι από γνήσιο ενδιαφέρον, αλλά από την επιθυμία τους να εξωτικοποιήσουν τους περιθωριοποιημένους.
Είστε συγγραφέας και επίσης ακτιβίστρια, έχοντας ιδρύσει τη φεμινιστική κολεκτίβα Moras help Moras. Πώς (θα έπρεπε να) σχετίζονται μεταξύ τους αυτές οι δύο ταυτότητες;
Προσπαθώ να διαχωρίζω το λογοτεχνικό μου έργο από τον ακτιβισμό, αλλά πάντα καταλήγουν να αλληλεπικαλύπτονται, επειδή γράφω με μια σαφή πολιτική θέση.
Στο Morras help Morras βοηθάμε στις αμβλώσεις. Διαχειρίζομαι μια γραμμή βοήθειας στο WhatsApp, όπου 24 ώρες το 24ωρο απαντώ σε ερωτήσεις από γυναίκες και έγκυες που θέλουν να κάνουν έκτρωση. Στέλνουμε μισοπροστόλη έναντι ενός συμβολικού ποσού και προσφέρουμε δωρεάν συναισθηματική υποστήριξη και καθοδήγηση. Πολλές από τις γυναίκες δεν γνωρίζουν ότι μιλάνε με μια συγγραφέα. Άλλες το ξέρουν και λένε: «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάποιος που ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Μπούκερ βοηθάει εμένα, ένα κορίτσι από την Ιζταπαλάπα, να κάνω έκτρωση».
Πάντα τους λέω: «Αυτή τη στιγμή δεν είμαι η συγγραφέας. Αυτή τη στιγμή είμαι η φίλη σας, που σας βοηθάει να το ξεπεράσετε». Τόσο ο ακτιβισμός μου όσο και η συγγραφή μου έχουν το ίδιο σημείο εκκίνησης: την επιθυμία μου να ζουν, να αποφασίζουν αυτόνομα και να επιβιώνουν οι γυναίκες.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ντάλια δε λα Σέρδα είναι Μεξικανή συγγραφέας, ακτιβίστρια και podcaster, γνωστή για την ενασχόλησή της με θέματα έμφυλης βίας, ανισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης στο έργο της.

Είναι η συγγραφέας της συλλογής διηγημάτων Αδέσποτες σκύλες και του υβριδικού βιβλίου Desde los zulos. Ως συνιδρύτρια της φεμινιστικής συλλογικότητας Morras help Morras, αποτελεί μια εξέχουσα και επιδραστική φωνή στη σύγχρονη λατινοαμερικανική λογοτεχνία.
























