
Για τη συλλογή διηγημάτων της Ντάλια δε λα Σέρδα (Dahlia de la Cerda) «Αδέσποτες σκύλες» (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, εκδ. Carnivora).
Γράφει η Φανή Χατζή
Από τη στιγμή που βρέθηκε στη μακρά λίστα του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ, το βιβλίο της πρωτοεμφανιζόμενης Ντάλια δε λα Σέρδα τράβηξε την προσοχή με τον αγγλικό τίτλο του: «Reservoir bitches», ευθεία αναφορά και παράφραση της πρώτης ταινίας του Κουεντίν Ταραντίνο, «Reservoir Dogs». Οι ήρωες του Ταραντίνο είναι οκτώ επαγγελματίες κακοποιοί, μέλη μιας συμμορίας που πρόκειται να πραγματοποιήσει μια ληστεία, συγκλίνοντες όλοι στο απαράμιλλο στυλ, στα ψευδώνυμά τους (ο καθένας ένα χρώμα) και στη βία που μετέρχονται. Οι Αδέσποτες σκύλες της Ντε Λα Σέρδα, από την άλλη, είναι δεκατρείς αιμοβόρες Μεξικάνες γυναίκες, αντι-ηρωίδες όπως θα έλεγαν κάποια εγχειρίδια γραφής. Αυτό που ενώνει αυτή την ετερόκλητη ομάδα είναι η επιβεβλημένη βία μέσα στην οποία ζουν, αλλά και η αξιοποίησή της ως όπλου επιβίωσης.
Ποιες είναι οι Αδέσποτες Σκύλες;
Οι «Αδέσποτες σκύλες» είναι, μεταξύ άλλων, μια νεαρή φοιτήτρια που επιχειρεί μια κατ’ οίκον άμβλωση, μια τρανς σεξεργάτρια, μια ανήλικη μητέρα που μεγαλώνει μόνη το παιδί της, μια μαύρη Μεξικανή που μεταναστεύει από τον Νότο στον Βορρά για να εργαστεί στις φάμπρικες της Σιουδάδ Χουάρες, να γίνει δηλαδή «μακιλόκα». Κάποιες ηρωίδες έχουν ζωές αλληλένδετες με άλλες, όπως η νεαρή που καταφεύγει στις κλοπές για να συντηρήσει την οικογένειά της και οι «Εξηνταβελόνισσες της Γειτονιάς», όλες κάτοικοι μιας περιοχής που φαίνεται να έχει εγκαταλείψει ο Θεός. Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται σε τέσσερις ηρωίδες, οι ιστορίες των οποίων θα μπορούσαν να γίνουν ταινία του Ταραντίνο με τη γνωστή επεισοδιακή δομή του. Η Γιουλιάνα, μια νάρκο junior, κόρη δηλαδή πανίσχυρου ναρκέμπορα, παίρνει εκδίκηση για τη δολοφονία της κολλητής της, Ρεχίνα, που είναι κόρη πολιτικού και ονειρεύεται να γίνει διάσημη στο Instagram. Στο όνομα της Γιουλιάνα εκδικείται η σωματοφύλακάς της, Τσίνα, μια γυναίκα που ξεφορτώνεται τον κακοποιητικό της σύζυγο και γίνεται εκπαιδευμένη εκτελέστρια. Η αδερφή της νεκρής Ρεχίνα, η Κοστάνσα, έχει τα δικά της σχέδια μετά το οικογενειακό πλήγμα, να γίνει η πρώτη κυρία του Μεξικού, προσιτή στα λαϊκά στρώματα.
Οι αδέσποτες σκύλες είναι ετερογενείς. Προέρχονται από διαφορετικές τάξεις και κοινωνικές συνθήκες, όλες όμως ανεξαιρέτως υπόκεινται στους πατριαρχικούς νόμους και προσπαθούν να επιβιώσουν εντός τους, κάμπτοντας ηθικούς και νομικούς κώδικες. Οι αδέσποτες σκύλες «δεν μασάνε» ούτε τα λόγια ούτε τις πράξεις τους και καμία δεν απολογείται για τις επιλογές της. Κάθε μία δίνει τη δική της, διαφορετική μάχη με τη «σκύλα ζωή» και με κάποιο από τα πρόσωπα της έμφυλης βίας. Είτε ζουν σε ένα χρυσό κλουβί, εντός της πατρογονικής αυτοκρατορίας, είτε σε φτηνές παράγκες, η βία είναι συνώνυμο, αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους. Σκοτώνουν, κλέβουν, ψεύδονται, προσποιούνται, μεταμορφώνονται, γίνονται όργανα του εγκλήματος, αλλά επίσης χορεύουν, τραγουδούν, ερωτεύονται. Κάποιες δολοφονούνται, κάποιες εκδικούνται, όλες όμως αγωνίζονται. Συχνά βρίσκονται σε κάποια μεταιχμιακή συνθήκη στην οποία διακρίνεται η ευθραυστότητά τους, είτε ανάμεσα στην έννομη τάξη και την παρανομία, είτε στο σύνορο Μεξικό-ΗΠΑ, είτε μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ παραίτησης και αντοχής.
Κοινωνία δύο ταχυτήτων
Η δε λα Σέρδα επιλέγει μεν διαταξικά τα υποκείμενά της στη βάση του φύλου τους, αλλά δεν απαλείφει τις ακραίες ταξικές ανισότητες μεταξύ τους. Ίσως γι’ αυτό τον λόγο οι γυναίκες που εμπλέκονται με τα καρτέλ έχουν όνομα, σε αντίθεση με τις γυναίκες της βιοπάλης που παραμένουν ανώνυμες. Μέσα από τη γραφή της προκύπτουν δύο κόσμοι των άκρων, ακόμα κι αν αμφότεροι επιφυλάσσουν μεγάλο κίνδυνο για τις γυναίκες. Από τη μία, ένας κόσμος ακραίου πλούτου, απόρροιας της σιωπηρής συνεργασίας μεταξύ των ναρκέμπορων και της διεφθαρμένης πολιτικής ελίτ, και από την άλλη, ακραία φτώχεια, εξευτελιστικές συνθήκες εργασίας και ανεξέλεγκτη βία. Η δε λα Σέρδα φωτίζει τις επισφαλείς συνθήκες στις οποίες ζουν χιλιάδες κορίτσια, όπως αυτή που πηδάει στο φονικό «Τέρας», το τρένο πάνω στο οποίο πηδούν εκατομμύρια μετανάστες από όλη τη Λατινική Αμερική για να εισέλθουν στις ΗΠΑ ρισκάροντας τις ζωές τους, αυτές που μένουν μόνες σε ένα λεωφορείο που δεν πηγαίνει ποτέ στον προορισμό του, τις γυναίκες που καθίστανται ανέστιες εξαιτίας των προγραμμάτων εθνικής κατοικίας και «εξυγίανσης», αυτές που σκοτώνονται επειδή είναι διαφορετικές. Αυτές οι γυναίκες, σε αντίθεση με τα θύματα των καρτέλ που γνωρίζουν τουλάχιστον αξιοπρεπείς συνθήκες ταφής, βρίσκονται ξεσκισμένες, βιασμένες, διαμελισμένες, πεταμένες σε χαντάκια.
Αυτό το ταξικό χάσμα και η εν γένει η φτωχοποίηση των γυναικών ως γενεσιουργοί αιτίες της έμφυλης βίας στη Λατινική Αμερική έχει απασχολήσει όλες τις σύγχρονες συγγραφείς που ασχολούνται με το ζήτημα. Η Φερνάντα Μελτσόρ, ο εύκολος συνειρμός μας όταν διαβάζουμε τη δε λα Σέρδα, επειδή είναι η έτερη νέα Μεξικανή συγγραφέας που έχει βρεθεί δύο φορές υποψήφια για τον ίδιο διεθνή θεσμό και έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, στηρίζει το οικοδόμημα του βιβλίου της Πάρανταϊς (Μτφρ: Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Δώμα) σε ένα σύμβολο ταξικού χάσματος που γεννά την έμφυλη βία. Την ίδια σύνδεση βρίσκουμε και στα γραπτά άλλων γυναικών συγγραφέων από το Μεξικό, όπως η Μπρέντα Ναβάρο, η Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα και η Γκουανταλούπε Νετέλ. Ακόμα, η Ρίτα Λάουρα Σεγάτο, στο δοκίμιο για τις εκατοντάδες γυναικοκτονίες που τελέστηκαν στην παραμεθόριο περιοχή του Μεξικού, Σιουδάδ Χουάρες, όπου τοποθετείται η συγκλονιστική ιστορία «Το χαμόγελο» της δε λα Σέρδα, μιλά για «άμεση σχέση μεταξύ κεφαλαίου και θανάτου, μεταξύ της συσσώρευσης, της ανεξέλεγκτης συγκέντρωσης πλούτου και της θυσίας των γυναικών» (Η γραφή στα σώματα των δολοφονημένων γυναικών στη Σιουδάδ Χουάρες, εκδ. Πότλατς, σελ. 9).
Από το περιθώριο στη σελίδα
Γεννημένη στην επαρχία Αγουασκαλιέντες, προερχόμενη από την εργατική τάξη, η δε λα Σέρδα θέλησε να δώσει φωνή στη γυναίκα του φυλετικού και ταξικού περιθωρίου. Αν και αυτός ήταν ο διακηρυκτικός σκοπός της, απέφυγε την παγίδα να γράψει για διαφορετικές γυναίκες διαμεσολαβούσης της δικής της φωνής. Αντιθέτως, ο λόγος και η γλώσσα των ηρωίδων της είναι προφορικός, άμεσος, αυθεντικός. Όλες επιλέγουν μια απεύθυνση προς την αναγνώστρια («δικιά μου», «κολλητάρι» κ.λπ.), η οποία δημιουργεί την αίσθηση της εξομολόγησης, μιας κατάθεσης ψυχής. Στις δώδεκα ιστορίες που απαρτίζουν το καθαρό μυθοπλαστικό κομμάτι του βιβλίου, η δε λα Σέρδα μεταχειρίζεται διαφορετικά υφολογικά στοιχεία, από τον μαγικό ρεαλισμό μέχρι τον γοτθικό τρόμο, εντάσσοντας τοπικές δεισιδαιμονίες, μύθους και παραδόσεις. Χαρακτηριστικό είναι το κωμικοτραγικό ύφος που διατρέχει τις ιστορίες της.
Όμως η δε λα Σέρδα, με τα εργαλεία του παραμυθιού και της υπερβολής, συνθέτει, έστω και με αδρές γραμμές, τις ανθρώπινες ζωές που μένουν συνήθως στη σκιά της λογοτεχνίας (...)
Οι αδέσποτες «συστήνονται» κινηματογραφικά, όπως παρουσιάζει ο Ταραντίνο τους ήρωές του, με στακάτο μοντάζ, μια ακόμη συγγένεια με τον συγκεκριμένο auteur. Στη γραφή της δε λα Σέρδα αυτό μεταφράζεται σε κοφτές, γρήγορες προτάσεις, χειμαρρώδη λόγο, επιταχύνσεις. Κάποιες στιγμές νιώθουμε ότι πρόκειται για δώδεκα ηρωίδες-καρικατούρες, λογοτεχνικές μεταφορές των πραγματικών στερεοτύπων (η «μακιλόκα», η «τρανς πόρνη», η «εκτελέστρια», «η θρήσκα» κ.α.). Όμως η δε λα Σέρδα, με τα εργαλεία του παραμυθιού και της υπερβολής, συνθέτει, έστω και με αδρές γραμμές, τις ανθρώπινες ζωές που μένουν συνήθως στη σκιά της λογοτεχνίας, είτε γιατί βρίσκονται στο ένα οικονομικό άκρο μιας απρόσιτης, μυστικής και αιματοβαμμένης ελίτ είτε στο περιθώριο της ακραίας φτώχιας, αμφότερα στενά συνδεδεμένα με την εγκληματικότητα.
Το Μεξικό ως μεγάλο νεκροταφείο ροζ σταυρών
Στην δέκατη τρίτη ιστορία, τα δεδομένα αλλάζουν. Η δέκατη τρίτη αδέσποτη σκύλα δεν απευθύνεται σε εμάς, αλλά στη νεκρή κολλητή της, την οποία άφησε να φύγει μόνη της μια νύχτα που η ίδια ήθελε να συνεχίσει το πάρτι. Εκκινώντας από μια σπαρακτική ημερολογιακή καταγραφή-εξομολόγηση του πένθους της, καταλήγει τελικά να εμβαθύνει στο ζήτημα των γυναικοκτονιών στο Μεξικό. Ο θρήνος της μετατρέπεται σε εμμονή και η έρευνά της σε κατακλυσμό τίτλων, ειδήσεων, αριθμών, ένας μακάβριος κατάλογος βίας. Καθώς η απτή πραγματικότητα χιλιάδων πτωμάτων και το συλλογικό πένθος αναμειγνύεται με τον πόνο της προσωπικής απώλειας, η γραφή γίνεται πιο ρεαλιστική και το χιούμορ σχεδόν εκλείπει. Η μυθοπλασία συναντά την πραγματικότητα στο μεγάλο νεκροταφείο ροζ σταυρών που έχει καταλήξει να είναι το Μεξικό.
Οι νεκρές γυναίκες επιστρέφουν ως λύκοι και ως τέτοιοι δεν είναι θύματα ούτε θυσιάζονται ως παθητικά υποκείμενα, είναι πεσούσες σε μια μάχη αλλά και σύμβολα ενός αγώνα που δεν έχει τελειώσει.
Στο Μεξικό, μας ενημερώνει η δε λα Σέρδα, δολοφονούνται εφτά γυναίκες κάθε μέρα, μία κάθε τρεις ώρες και είκοσι πέντε λεπτά, ενώ το ποσοστό ατιμωρησίας της γυναικοκτονίας είναι 98%. Η τελευταία αφηγήτρια, που μοιάζει με ένα αυτομυθοπλαστικό προσωπείο της συγγραφέα, εξυπηρετεί υπό μία έννοια τον ρόλο της λογοτέχνιδας, η οποία, από μια θέση έντονου πόνου και οργής συνειδητοποιεί ότι σκοπός της είναι να ανατρέψει τη θυματοποίηση, να ανακτήσει την πνιγμένη λαλιά των νεκρών γυναικών και να τους δώσει ξανά πνοή. Να γίνει, δηλαδή «κοκαλομαζώχτρα». Οι νεκρές γυναίκες επιστρέφουν ως λύκοι και ως τέτοιοι δεν είναι θύματα ούτε θυσιάζονται ως παθητικά υποκείμενα, είναι πεσούσες σε μια μάχη αλλά και σύμβολα ενός αγώνα που δεν έχει τελειώσει. Έχουν καταπιεί τη βία και πλέον είναι μέρος τους.
Ένα άγριο ντεμπούτο
Αν και η δε λα Σέρδα είναι πολύ ενεργή ακτιβίστρια -έχει μάλιστα ιδρύσει τη φεμινιστική συλλογικότητα Moras help Moras-, η γραφή της δεν είναι διδακτική ή φορτική, παρά μόνο καταγγελτική. Η πολυετής εθνογραφική έρευνα και συγγραφή δεν είχε ως αποτέλεσμα ένα αποστειρωμένο πρωτόλειο, αλλά αντιθέτως ένα ντεμπούτο-όπλο κατά της έμφυλης βίας, με τραχύ σαρκασμό, αβίαστη αυθάδεια και αθυρόστομη, κοφτερή γλώσσα. Η χορωδιακή καταγγελία και η τελευταία εκκωφαντική κραυγή έχουν ως αποτέλεσμα ένα άγριο, πολυφωνικό «κατηγορώ» απέναντι σε ένα Μεξικό-«τέρας που καταβροχθίζει γυναίκες» (σελ. 161). Για ακόμα μια φορά αξίζει ειδική μνεία στη μεταφράστρια Ασπασία Καμπύλη, η οποία καταφέρνει να αποδώσει τις μυριάδες αποχρώσεις της ισπανικής γλώσσας και στο εν λόγω βιβλίο τις ιδιαίτερες γλωσσικές επιλογές της συγγραφέα, οι οποίες δίχασαν το αναγνωστικό κοινό στη χώρα της.
* Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και μεταφράστρια, απόφοιτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Αγγλικών και Αμερικανικών Σπουδών.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ντάλια δε λα Σέρδα είναι Μεξικανίδα συγγραφέας, ακτιβίστρια και podcaster, γνωστή για την ενασχόλησή της με θέματα έμφυλης βίας, ανισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης στο έργο της.

Είναι η συγγραφέας της συλλογής διηγημάτων Perras de reserva και του υβριδικού βιβλίου Desde los zulos. Ως συνιδρύτρια της φεμινιστικής συλλογικότητας Morras Help Morras, αποτελεί μια εξέχουσα και επιδραστική φωνή στη σύγχρονη λατινοαμερικανική λογοτεχνία.






















