
Για το μυθιστόρημα της Οτέσα Μόσφεγκ (Ottessa Moshfegh) «Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ψυχογιός). Εικόνα, από το εξώφυλλο ξένης έκδοσης.
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Πόσοι από εμάς άραγε δεν θα νιώθαμε ευδαιμονία αν είχαμε της δυνατότητα να απέχουμε από οποιαδήποτε υποχρέωση για έναν ολόκληρο χρόνο; Αναμφίβολα, όμως, το συναίσθημα που θα ακολουθούσε αυτή τη σκέψη και θα έσβηνε το χαμόγελο από το πρόσωπό μας, θα ήταν η απογοήτευση, καθώς γνωρίζουμε πόσο ουτοπική φαντάζει αυτή η πιθανότητα. Η πρωταγωνίστρια στο μυθιστόρημα Η χρονιά της χαλάρωσης και της ξεκούρασης της Οτέσα Μόσφεγκ, όμως, κάνει το πρακτικά ανεφάρμοστο εφικτό και μας διηγείται όλες τις λεπτομέρειες.
Ποια είναι η αφηγήτριά μας και πώς κατάφερε το -για πολλούς- αδιανόητο; Είναι μόλις είκοσι έξι ετών, ζει μόνη της σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στο Άπερ Ιστ Σάιντ του Μανχάταν, εργάζεται σε μια γκαλερί «υψηλής τέχνης» απλώς για να γεμίζει το χρόνο της, και μέσα από έναν «φυσιολογικό» τρόπο ζωής επιδιώκει να μετριάσει την απέχθεια που νιώθει για τα πάντα γύρω της. Στο πανεπιστήμιο γνώρισε τη Ρίβα, τη μέχρι σήμερα κολλητή της, η οποία πάντα ήθελε να της μοιάσει. Η Ρίβα είναι η γυναίκα-θύμα του lifestyle, της αυτοπραγμάτωσης μέσω του καταναλωτισμού, της αγοράς επώνυμων προϊόντων και της κατάκτησης κοινωνικού status. Διαβάζει Cosmopolitan και βιβλία αυτοβελτίωσης, παρακολουθεί το Sex and the city, επιβάλλει στον εαυτό της δίαιτες για να αποκτήσει την επιβεβλημένη εμφάνιση μοντέλου, πορεύεται με τα πρότυπα που το marketing προωθεί και επιτάσσει, επιθυμεί όλα όσα η αφηγήτρια και φίλη της διαθέτει εκ φύσεως με αποτέλεσμα να απογοητεύεται και να καταφεύγει στο αλκοόλ. Οι δύο αυτές γυναίκες παρουσιάζονται ως μέρη ενός αντιθετικού σχήματος, ώστε να επισημανθεί όχι μόνο το μεταξύ τους χάσμα μα και οι διαφορετικές επιλογές που ακολουθούν, όπως και οι μηχανισμοί λήψης αποφάσεων που τις καθορίζουν.
Στη ζωή της αφηγήτριάς μας, από τα φοιτητικά της χρόνια, υπάρχει και ο Τρέβορ. Τον γνώρισε στα δεκαοκτώ της, ενώ αυτός ήταν τριάντα τριών, εργαζόμενος σε τράπεζα στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Την εμμονή μαζί του είχε πυροδοτήσει ο χειριστικός χαρακτήρας του και η τακτική του gaslighting, που βρήκαν γόνιμο έδαφος στο ανασφαλές ψυχικό της υπόβαθρο.
Απόφοιτη του διακεκριμένου Κολούμπια, έχοντας εξασφαλίσει μια άνετη διαβίωση από την κληρονομιά των γονιών της, με εξωτερική εμφάνιση που «ανοίγει» πόρτες, η ηρωίδα έχει όλα τα προσόντα και τα εχέγγυα για μια επιτυχή πορεία, προσωπική και επαγγελματική. Κι εδώ αναρωτιέται ο αναγνώστης τι μπορεί να ωθήσει αυτό το πολλά υποσχόμενο νέο κορίτσι στην απόφαση να αποσυρθεί. Η απάντηση βρίσκεται σε όλα τα επίθετα που χρησιμοποιήθηκαν για να την περιγράψουν.
Ένα διάλειμμα από τη ζωή
Στη δουλειά της συναναστρέφεται με καλλιτέχνες της αντικουλτούρας, των ρευμάτων αντίδρασης, αποδόμησης και πρόκλησης, που θεωρεί άνευ ουσίας, εντελώς επιφανειακά, με ακραίες πρακτικές τις οποίες κατατάσσει στην υποκουλτούρα της επιτήδευσης, του διθενισμού και του φθηνού εντυπωσιασμού. Αντιπροσωπευτικό δείγμα της WASP (White Anglo-Saxon Protestant) κοινωνικής θέσης της, η ηρωίδα αναγνωρίζει τα προνόμιά της. Απηυδισμένη όμως από την έλλειψη νοήματος σε κάθε πτυχή της ζωής της, καταφεύγει στην «εθελουσία έξοδο» από την καθημερινότητα μέσω της κατανάλωσης ψυχοτρόπων φαρμάκων. Επιλέγει τυχαία μια αμφιβόλου επιστημονικής επάρκειας ψυχίατρο από τον τηλεφωνικό κατάλογο και καταφέρνει να εξασφαλίσει συνταγογράφηση χαπιών που τη βυθίζουν σε έναν διαρκή ύπνο. Έχει αποφασίσει για έναν ολόκληρο χρόνο να πέσει σε «χειμερία νάρκη» κάνοντας διάλειμμα από τη ζωή.
Τον Ιανουάριο του 2000, η αφηγήτρια αποφασίζει να κάνει διάλειμμα από όσα έως τότε συνέθεταν την καθημερινότητά της και το ταξίδι της αυτό ολοκληρώνεται με την πτώση των Δίδυμων Πύργων στις 11 Σεπτεμβρίου 2001.
Στόχος της, μια πλασματική επιστροφή στη μήτρα, ώστε να ξαναγεννηθεί μεταμορφωμένη μετά από ένα χρόνο παραμονής σε αδράνεια. Αυτή την παύση κάθε δραστηριότητας θα διαδεχθεί η απέκδυση όλων όσων κάνουν τη ζωή περίπλοκη. Μια επιστροφή σε μια κατάσταση λιτότητας, όπου κράτα μόνο τα απολύτως απαραίτητα, χαρίζοντας κάθε τι περιττό. Η πεποίθησή της πως υπήρξε δέσμια όχι μόνο της ομορφιάς της, μα και του υλικού αποθέματος που θεωρείται αναγκαίο και συνυφασμένο με την καθημερινότητα και το κοινωνικό στάτους, την οδηγεί στην απομάκρυνσή της από όσα είχε σωρεύσει.
Το μυθιστόρημα ξεκινά στην αρχή της νέας χιλιετίας. Τον Ιανουάριο του 2000, η αφηγήτρια αποφασίζει να κάνει διάλειμμα από όσα έως τότε συνέθεταν την καθημερινότητά της και το ταξίδι της αυτό ολοκληρώνεται με την πτώση των Δίδυμων Πύργων στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Η απεμπλοκή της από κάθε μορφή κοινωνικών επιταγών και η απελευθέρωσή της από τις πολιτικοοικονομικές κατασκευές συμπίπτει με την κατάρρευση του συμβόλου του καπιταλισμού μετά το τρομοκρατικό χτύπημα που συντάραξε τον κόσμο.
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής παρουσιάζεται ως επινόηση του καπιταλιστικού συστήματος που συνεχώς δημιουργεί και συντηρεί την ακόρεστη επιθυμία απόκτησης αγαθών. Οι κοινωνικές τάξεις, όπως εμφανίζονται μέσα από την αντίθεση μεταξύ των καταβολών της αφηγήτριας είτε με τη Ρίβα είτε με τους Αιγύπτιους στο μίνι μάρκετ της γειτονιάς της, είναι επίσης μια κατασκευή. Όπως, επίσης, «κατασκευές» είναι η τέχνη και ο χρόνος, εφόσον διαμορφώνονται από το πολιτικοοικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου εκκολάπτονται.
Κοινωνικές παθογένειες
Καίριο σημείο του μυθιστορήματος είναι το ζήτημα του καταμερισμού του χρόνου, ο προβληματισμός που αφορά τη δυνατότητα ο σύγχρονος άνθρωπος να έχει την ελευθερία επιλογής της κατανομής του χρόνου του. Το μυθιστόρημα της Μόσφεγκ κάνει μια πολιτική δήλωση που καταδεικνύει τον καπιταλισμό και τον νεοφιλελευθερισμό, με τα εκπορευόμενα εξ αυτών εδραιωμένα στερεότυπα, ως κυρίαρχα συστήματα σφετερισμού τόσο του εργάσιμου όσο και του ελεύθερου χρόνου από το κεφάλαιο.
Η αφηγήτρια καταναλώνει υπερβολικές ποσότητες χαπιών επιζητώντας να εξαφανιστεί από τη ζωή και να αποδράσει σε έναν μη-χώρο, να βρεθεί σε μια λανθάνουσα κατάσταση συνεχούς νάρκης. Η συγγραφέας δημιουργεί έναν καθόλα αντιπαθητικό χαρακτήρα. Μια νέα, όμορφη, υγιή, μορφωμένη γυναίκα, που ενώ έχει την οικονομική δυνατότητα να απολαμβάνει μια ζωή αμέριμνη, νιώθει δυσφορία και ψυχική κούραση. Κι όμως, η συγγραφέας καταφέρνει να κερδίσει την κατανόησή μας για την ηρωίδα της, καθώς μέσα από την υπερβολή ενός ακραίου μοντέλου ζωής, τη σάτιρα και τον αυτοσαρκασμό, αναδεικνύει κοινωνικές παθογένειες. Ο αναγνώστης συμμερίζεται το αίσθημα ματαιότητας που καταλαμβάνει την πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος κυρίως επειδή στέκεται απέναντί του με ειλικρίνεια. Απογυμνώνεται μπροστά του ψυχικά, δίχως να λέει ψέματα ούτε στον εαυτό της ούτε στον αναγνώστη.
Η αναζήτηση της ευδαιμονίας, η επιδίωξη απαλλαγής από τη ματαιοδοξία, οδηγούν αυτή τη νεαρή γυναίκα στην παραδοχή ότι η ομορφιά στην τέχνη ή στη φύση δεν συνδέεται πάντα με κάποιο νόημα.
Δεν παραλείπει με τον κυνικό και σκωπτικό ύφος της να καταγγείλει την υπέρμετρη συνταγογράφηση και τα κενά στο σύστημα υγείας που πολλοί επιτήδειοι ή επικινδύνως ανεπαρκείς γιατροί εκμεταλλεύονται. Καταδεικνύει επίσης τη συνεχώς αυξανόμενη χρήση ψυχοτρόπων φαρμάκων και την ευκολία με την οποία συνταγογραφούνται. Καταθέτει προβληματισμούς για τις ανθρώπινες σχέσεις – γονεϊκές, φιλικές, ερωτικές, επαγγελματικές. Μέσα από την επιλογή της απομόνωσης από τον κοινωνικό περίγυρο εμμέσως υπογραμμίζει τη μοναξιά που διέπει τον σημερινό άνθρωπο. Η αναζήτηση της ευδαιμονίας, η επιδίωξη απαλλαγής από τη ματαιοδοξία, οδηγούν αυτή τη νεαρή γυναίκα στην παραδοχή ότι η ομορφιά στην τέχνη ή στη φύση δεν συνδέεται πάντα με κάποιο νόημα.
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Ύπνος, ξύπνος, όλα γίνονταν ένα σε μια γκρίζα, μονότονη πτήση ανάμεσα στα σύννεφα. Δεν συνομιλούσα πια με τον εαυτό μου στο κεφάλι μου. Δεν είχα και πολλά να πω. Έτσι καταλάβαινα ότι ο ύπνος είχε αρχίσει να λειτουργεί: απομακρύνουν όλο και περισσότερο από τη ζωή. Αν συνέχιζα, σκεφτόμουν, θα εξαφανίζουν τελείως, κι ύστερα θα εμφανιζόμουν ξανά σε νέα μορφή. Αυτή ήταν η ελπίδα μου. Αυτό ήταν το όνειρο. (σελ. 93)
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Οτέσα Μόσφεγκ είναι συγγραφέας από τη Νέα Αγγλία. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Paris Review, New Yorker και Granta και έχουν τιμηθεί με τα βραβεία Pushcart, O. Henry και Plimpton Discovery.
![]() |
|
Πηγή: Encyclopaedia Britannica |
Από τις εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορεί και το πρώτο της μυθιστόρημα, Αϊλίν, το οποίο προτάθηκε για το βραβείο National Book Critics Circle, κέρδισε το βραβείο PEN/Hemingway για πρωτοεμφανιζόμενο μυθιστόρημα και συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Μπούκερ 2016.

























