saint lucy

Για τη συλλογή διηγημάτων της Τζέννυ Έρπενμπεκ (Jenny Erpenbeck) «Σκύβαλα» (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδ. Καστανιώτη). Εικόνα: Η Αγία Λουκία από τον Φραντσέσκο ντελ Κόσα. 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης 

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ, με τη συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδ. Καστανιώτη), συνθέτει έναν λογοτεχνικό καμβά όπου η αφήγηση της ζωής κατορθώνει να φτάσει στο βάθος της μνήμης. Τα κείμενα της συλλογής, ενταγμένα σε ένα υφολογικό συνεχές που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ποιητική έκφραση και τον ρεαλισμό του τραύματος, αναδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας μετατρέπει το καθημερινό σε γλωσσικό και λογοτεχνικό θραύσμα, αποκαλύπτοντας το υπόγειο βάρος της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρόκειται για μια συνεχώς παλλόμενη, σχεδόν υλική μελέτη του χρόνου, του σώματος και της σχέσης ανάμεσα στο ανθρώπινο και το ασήμαντο, το φθαρτό, το «σκύβαλο» που παράγει η καθημερινότητα και η ανθρώπινη χειρονομία.

Στα διηγήματά της, η ηρωίδα παρακολουθεί τα σώματα των ανθρώπων γύρω της, και ταυτόχρονα το βλέμμα της λειτουργεί σαν εσωτερική σκάλα προς τον πυρήνα της εμπειρίας.

Η Έρπενμπεκ συνυφαίνει την παρατήρηση με μια βαθιά αίσθηση του χρόνου ως βιωματική υφή. Στα διηγήματά της, η ηρωίδα παρακολουθεί τα σώματα των ανθρώπων γύρω της, και ταυτόχρονα το βλέμμα της λειτουργεί σαν εσωτερική σκάλα προς τον πυρήνα της εμπειρίας. Οι λεπτομέρειες (π.χ. η παρατήρηση του τρόπου που το δέρμα της γιαγιάς «καταβάλλει κάθε προσπάθεια να συγκρατήσει εκείνες τις πλαδαρές αλλά γερές κολόνες») δεν είναι απλώς ρεαλιστικές καταγραφές, αλλά λειτουργούν ως μέσο εγγύτητας με το αντικείμενο της αφήγησης. Αυτό το «πολύ κοντά» είναι συγχρόνως και η σχεδόν ανυπόφορη απόσταση που ανοίγεται ανάμεσα στον άνθρωπο και το σώμα του. Βλέπουμε την ύλη, αλλά βλέπουμε και τον χρόνο να τη διαβρώνει, μια αδυσώπητη φυσικότητα που ορίζει τη ζωή.

kastaniotis erpenbeck skivala

Ρυθμός και επαναλήψεις

Η γραφή της Έρπενμπεκ λειτουργεί αποδομητικά. Αποσπασματικές εικόνες, επαναληπτικοί ρυθμοί και σκόπιμη ασυνέχεια δημιουργούν ένα τοπίο αστάθειας. Οι φωνές των ηρώων δεν συγκλίνουν αλλά παραμένουν εγκλωβισμένες σε μια διαρκή διαπραγμάτευση με το ανείπωτο. Ο αναγνώστης οδηγείται σε έναν χώρο μισοσκότεινο (όπως το «κρανίο» στο οποίο πλέουν μνήμες και θραύσματα) όπου η εμπειρία της βίας, της αδυναμίας, της γυναικείας σωματικότητας και της μνήμης ανασυντίθεται σε σχήματα ελλειπτικά. Κάθε λεπτομέρεια, πυκνή και φορτισμένη, μοιάζει να συμπυκνώνει ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία.

Το σώμα, λοιπόν, παθητικό και ταυτόχρονα ανθεκτικό, γίνεται τόπος καταγραφής του πόνου. Καμένα πέλματα, κρύα σάρκα, μπλάβο δέρμα, άσπρα πόδια – οι λεπτομερείς περιγραφές δεν αποτελούν αυτοσκοπό αλλά μετουσιώνουν τον βιολογικό φορέα σε αλληγορία ύπαρξης. Μέσα από την ανάγλυφη παρουσία του σώματος η Έρπενμπεκ εγείρει το ερώτημα της δυνατότητας της μνήμης. Τι είναι αυτό που παραμένει, τι μετασχηματίζεται σε «σκύβαλα», τι βυθίζεται και τι αναδύεται;

Τα πράγματα, τα σώματα, οι μυρωδιές και τα μικρά τελετουργικά αποκτούν βάρος φιλοσοφικό, πολιτικό, και υπαρξιακό.

Το Σκύβαλα είναι μάλλον ένα έργο που δουλεύει υπομονετικά και επίμονα στις χαραμάδες της καθημερινής ύπαρξης. Η συγγραφέας δουλεύει με την πληθωρική μικρο-πραγματικότητα (το τραπέζι, την κουζίνα, το σώμα, γερασμένο ή γυμνό, εκτίθεται μπρος στο βλέμμα της αφηγήτριας) και από εκεί στήνει τη μεγάλη της παράσταση. Την αλληλουχία χρόνων, απωλειών και μετατοπίσεων ταυτότητας. Τα πράγματα, τα σώματα, οι μυρωδιές και τα μικρά τελετουργικά αποκτούν βάρος φιλοσοφικό, πολιτικό, και υπαρξιακό.

politeia deite to vivlio 250X102

Κεντρικός άξονας: σώμα, χρόνος, μνήμη

Όπως έχει ήδη επισημανθεί, κεντρικό στον άξονα του έργου είναι το σώμα ως αρχειακό υλικό και ως τόπος διάβρωσης και μαρτυρίας. Η γιαγιά που «έχει βάλει πάνω στη μύτη της ένα κυρτό, κόκκινο πλαστικό φυλλαράκι», το δαχτυλίδι που έχει γίνει ένα με το κρέας του δακτύλου, όσα περιγράφονται είναι συγκεκριμένα, σκληρά, παραστατικά. Η Έρπενμπεκ δεν εικονογραφεί την ηλικία ή τη φθορά με στεγνό ρεαλισμό, αντιθέτως, την κάνει αισθητική κατηγορία. Η φθορά, τελικά, αποτελεί ίσως τον πιο ειλικρινή τρόπο ανάγνωσης του κόσμου.

Από το απτό (το φιλέτο, το δαχτυλίδι, το μπικίνι της γιαγιάς) στη μεταφυσική ή υπαρξιακή προέκτασή του.

Ο χρόνος στο έργο δεν ρέει γραμμικά. Αναμνήσεις, επιθυμίες, καθημερινές πράξεις και φαντασιώσεις συνυπάρχουν ως διαβαθμίσεις ενός συνεχούς. Η αφήγηση συχνά μοιάζει να «παγώνει» σε ένα αντικείμενο ή μια στιγμή και από αυτό το εστιακό σημείο να ξετυλίγει ακολουθίες αναμνήσεων ή στοχασμών. Αυτή η τεχνική δημιουργεί την εντύπωση πως η μνήμη δεν είναι ένα απόθεμα αλλά μια εργασία με αλλεπάλληλα επίπεδα πρόσβασης. Από το απτό (το φιλέτο, το δαχτυλίδι, το μπικίνι της γιαγιάς) στη μεταφυσική ή υπαρξιακή προέκτασή του.

Η επιλογή του τίτλου λειτουργεί διττά. Από τη μία, αποδίδει την ειρωνεία της ανθρώπινης παραγωγής αντικειμένων και σχέσεων που μοιάζουν ασήμαντα ή καταληκτικά. Από την άλλη, επαναπροσδιορίζει το «οικείο» ως μέτρο φαινομενικά χωρίς σημασία, το οποίο ωστόσο μέσα στην αφήγηση της Έρπενμπεκ αποκτά νόημα, βάρος και ιστορία. Το σκύβαλο δεν είναι απλώς αμελητέο, είναι απορριφθέν υπόλειμμα που ξαναζητά νόημα. Αυτό το παράδοξο, το μηδαμινό που γίνεται φορέας, είναι σύμφυτο με το πνεύμα του βιβλίου.

Η αφήγηση και η φωνή

Το ύφος της Έρπενμπεκ είναι χαρακτηριστικά πυκνό, μακροπερίοδο και τελικά μεθυστικό, χωρίς ποτέ να γίνεται φλύαρο. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί συνεχείς παραθέσεις εσωτερικών μονολόγων και λεπτομερειών που εναλλάσσονται με αντικειμενικές περιγραφές, δημιουργώντας μια αίσθηση ρευστού χρόνου, όπου το παρόν, το παρελθόν και οι πιθανότητες του μέλλοντος συγχωνεύονται. Αυτή η τεχνική επιτρέπει στην αφήγηση να «αναπνέει», να μεταμορφώνεται, και ταυτόχρονα να επιβιώνει μέσα στην αδυσώπητη λεπτομέρεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δεύτερο διήγημα, όπου η ηρωίδα αναλογίζεται τη ζωή της μέσα από το φαινομενικά απλό γεύμα με ψάρι.

Υπάρχει μια «στραβή» ανθρώπινη γωνία μέσα στο τέλειο μηχανικό πλέγμα της περιγραφής, μια μικρή ασυνέχεια που υπογραμμίζει την ανθρώπινη παρουσία μέσα στην παρατηρητική ακρίβεια.

Η γλώσσα είναι προσεκτικά απλή και καθημερινή, αλλά ταυτόχρονα υποβλητική. Οι λέξεις λειτουργούν ταυτόχρονα ως εργαλεία παρατήρησης και ως φορείς στοχασμού. Όπως παρατηρεί ο Μωρίς Μερλώ‑Ποντύ στην Πρόζα του κόσμου (εκδ. Εστία, σελίδα 76), η γλώσσα δεν περιορίζεται στο να μεταφέρει προϋπάρχον νόημα, αλλά δημιουργεί νόημα καθώς εκφράζεται. Υπάρχει μια «ζωντανή» σχέση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και στον κόσμο που το περιέχει, όπου η σιωπή και το κενό γίνονται εξίσου σημαντικά με τις λέξεις. Η ροή του λόγου, με τις εκτενείς παραγράφους και τις συνεχείς αναφορές σε απτά αντικείμενα, ενισχύει την αίσθηση της εγγύτητας αλλά και της υπαρξιακής απόστασης. Υπάρχει μια «στραβή» ανθρώπινη γωνία μέσα στο τέλειο μηχανικό πλέγμα της περιγραφής, μια μικρή ασυνέχεια που υπογραμμίζει την ανθρώπινη παρουσία μέσα στην παρατηρητική ακρίβεια.

Η εμπλοκή της ηρωίδας προκύπτει προσωπική, σχεδόν ορμητική στην εσωτερική της ένταση.

Υπάρχει επίσης μια συστηματική χρήση εναλλαγών φωνής. Στιγμές παιδικής αμεσότητας (όταν περιγράφει τις κοτσίδες ή τα παιχνίδια στον κήπο), άλλες στιγμές σκληρού, κριτικού παρατηρητή (όταν παρατηρεί το τοπίο ή την κοινωνική πρακτική), και πολύ συχνά εμφανίζεται μια φωνή ανάμεσα στον στοχαστή και στην παρατηρήτρια, που δεν είναι ούτε σίγουρα «αθώα», ούτε απόλυτα «κυνική». Η αφήγηση δεν παραμένει αδιάλειπτα ετεροδιηγητική και αποστασιοποιημένη. Η εμπλοκή της ηρωίδας προκύπτει προσωπική, σχεδόν ορμητική στην εσωτερική της ένταση. Αυτή η μεταβατική φωνή λειτουργεί ως το γλωσσικό εργαλείο της Έρπενμπεκ. Επιτρέπει την πολλαπλότητα των τόνων χωρίς να διασπά την ενότητα του κειμένου. Η γλώσσα επομένως γίνεται μέσο προσκόλλησης και αποστασιοποίησης ταυτόχρονα.

Χαρακτήρες ως τοπία και τοπία ως χαρακτήρες

Οι χαρακτήρες στο βιβλίο της Έρπενμπεκ αναδύονται ως οικεία τοπία. Κάθε πρόσωπο φέρει μέσα του γεωγραφία και μνήμη. Η φίλη που «πήρε την απόφαση να ζει πολύ μακριά» μετατρέπεται σε σύμβολο επιλογής και κινητικότητας, η γιαγιά αποτελεί ένα τοπίο φθοράς και τελετουργίας, η αφηγήτρια/πρωταγωνίστρια είναι μια ενδιάμεση γεωγραφία ανάμεσα στο σώμα και το περιβάλλον του. Η σχέση ανάμεσα στο σώμα και στα στοιχεία που παραπέμπουν στο φυσικό ή τοπιογραφικό περιβάλλον είναι αμφίδρομη. Τα σώματα ενίοτε αποκτούν ποιότητες και κινήσεις που θυμίζουν φυσικά φαινόμενα, ενώ οι λεπτομέρειες της περιγραφής τους αντανακλούν εσωτερικές ψυχοσυναισθηματικές καταστάσεις. (π.χ. «Το δικό της το στήθος το ’κρυβε κάτω από μια ρόδινη ποδιά, που το ύφασμά της γυάλιζε κι ήτανε πάντοτε ελαφρώς ηλεκτρισμένο, φτηνό ύφασμα, που ’τριζε όταν περπατούσε και πότε πότε βγάζοντας σπίθες αποφορτιζότανε»).

Ένα βλέμμα, ένα κομμάτι μήλο, το φτύσιμο του κουκουτσιού. Η δύναμη του έργου βρίσκεται σ’ αυτές τις λεπτές μετατοπίσεις που, συσσωρευόμενες, δημιουργούν το βαθύτερο συναίσθημα: απώλεια, επιθυμία, έλλειμμα, ηδονή, ντροπή, αγάπη.

Το κρίσιμο στοιχείο εδώ είναι απουσία μεγάλων, δραματικών εξάρσεων. Οι μεταβολές συντελούνται μέσα από λεπτές κινήσεις. Ένα βλέμμα, ένα κομμάτι μήλο, το φτύσιμο του κουκουτσιού. Η δύναμη του έργου βρίσκεται σ’ αυτές τις λεπτές μετατοπίσεις που, συσσωρευόμενες, δημιουργούν το βαθύτερο συναίσθημα: απώλεια, επιθυμία, έλλειμμα, ηδονή, ντροπή, αγάπη. Έτσι απομένει η αίσθηση πως η ζωή αλλάζει από λεπτομέρειες τόσο μικρές, που μοιάζουν αρχικά αδύνατον να τις διακρίνεις.

Χιούμορ, ειρωνεία και ο τόνος της ρωγμής

Η αφήγηση διαπερνάται από λεπτή ειρωνεία, μερικές φορές σκληρή, άλλες φορές τρυφερή. Η φίλη που λέει «Ε, καλά: πέτρες», μπροστά στην έκσταση της άλλης, ή το ανατριχιαστικό αλλά σχεδόν αστείο «για να μπορέσει ν’ απαλλαγεί απ’ αυτό το δαχτυλίδι θα πρέπει να κόψει το δάχτυλό της», εισάγουν στιγμές όπου το τραγικό και το κωμικό συγχωνεύονται. Η Έρπενμπεκ δεν εξωραΐζει τη φθορά, αλλά την κοιτάζει με ένα βλέμμα που γελά και πονά ταυτόχρονα.

Αυτό το «γελάει-και-πονάει» ύφος είναι που δίνει την ανθρώπινη ρωγμή. Δεν πρόκειται για ψυχρή ανάλυση, αλλά για μια κριτική που καταλαβαίνει πως το χιούμορ επιτρέπει την αλήθεια να περάσει, και η τραγικότητα χωρίς χιούμορ θα ήταν απλώς μελοδραματική.

Συμβολισμοί και μοτίβα: το φαγητό, τα μαλλιά, οι πέτρες, οι κοτρόνες

Οι εικόνες στα Σκύβαλα συσσωρεύονται σαν στρώματα (ανεμόμυλοι πάνω σε μουσαμαδένιο τραπεζομάντιλο, μαύρες κοτρόνες που «ο όγκος του φάνταζε ακόμα πιο πλαστικός» από τη χιονόπτωση) και μαζί με αυτόν τον οπτικό πλούτο έρχεται και η ηχητική ρυθμικότητα της αφήγησης: επαναλήψεις, αντιθέσεις, αντιστικτικές εικόνες. Αυτή η ρυθμική δομή δεν είναι περιττή. Είναι η ίδια η μέθοδος με την οποία το κείμενο παράγει νόημα.

Τα μαλλιά (οι κοτσίδες, η κοτσίδα που τοποθετείται σε διάφανη θήκη, το κόψιμο στο κομμωτήριο) λειτουργούν ως δείκτης ταυτότητας, θησαυρός και φόβος.

Η επανάληψη ορισμένων αντικειμένων μετατρέπει αυτά τα πράγματα σε σύμβολα. Το φαγητό (το φιλέτο, το κομμάτι χήνα, τα φραγκοστάφυλα) συνδέεται με την επιβίωση, την κοιλιακή, σχεδόν σωματική, σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους, αλλά και με την κοινωνική θέση, την επιλογή του ταξιδιού, την οικονομική ανεξαρτησία της φίλης που «πήρε την απόφαση να ζει πολύ μακριά απ’ τη ζωή της». Τα μαλλιά (οι κοτσίδες, η κοτσίδα που τοποθετείται σε διάφανη θήκη, το κόψιμο στο κομμωτήριο) λειτουργούν ως δείκτης ταυτότητας, θησαυρός και φόβος. Οι πέτρες και οι κοτρόνες στο τοπίο αποκτούν μυθολογική υπόσταση, καθιστώντας το έδαφος πάνω στο οποίο πατάει η ζωή τόπο ανάγνωσης και εμπειρίας. Αυτά τα μοτίβα δεν προσφέρονται ως σύμβολα, αλλά ανοίγουν πολυεπίπεδα πεδία ανάγνωσης.

Παράλληλα, στα αντικείμενα παραμένει μια σιωπηλή πυκνότητα. Καρέκλες, υφάσματα, δάπεδα, σημεία επαφής, λεπτομέρειες που δεν ορίζουν από ποιον κατοικήθηκαν. Η ύπαρξη αυτών των επιφανειών νομιμοποιεί την ιστορία περισσότερο από κάθε πρόσωπο. Κρατούν το βάρος όσων διαδραματίστηκαν χωρίς να το μετατρέπουν σε αφηγηματική καθαρότητα. Το βιβλίο δεν παραδίδει νόημα. Παραδίδει βάρος.

Γλώσσα και μετάφραση: προκλήσεις και επιτυχίες

Η σύγκριση των δύο γλωσσικών εκδοχών αναδεικνύει μια μετάφραση που διαφυλάσσει την πυκνότητα και τη ρυθμική πολυπλοκότητα του πρωτοτύπου. Οι λεπτομέρειες και οι εσωτερικές ανατροφοδοτήσεις της αφηγήτριας μεταφέρονται με ευαισθησία, χωρίς να χάνονται οι ιδιαίτεροι ρυθμοί και οι εκφραστικές εναλλαγές της γερμανικής γλώσσας. Οι μακριές προτάσεις, οι παύσεις και οι επαναλήψεις παραμένουν αναλλοίωτες. Η μεταφορά γλωσσικών «σπασιμάτων», στιγμών όπου η αφήγηση διακόπτεται από εικόνες ή μικρές προτάσεις, έχει επιτευχθεί με επιτυχία, και οι μικρές εσωτερικές «εκφορτίσεις» της γερμανικής δεν χάνονται στην ελληνική.

Έτσι, η συμβολή του Κυπριώτη γίνεται όχι μόνο τεχνική αλλά και προσωπική, και το επίμετρο λειτουργεί ως μια διακριτική αλλά πολύτιμη μαρτυρία της διαδρομής του έργου μέχρι να φτάσει στο ελληνικό κοινό.

Τέλος, δεν μπορεί να παραλειφθεί ο ρόλος του μεταφραστή, του Αλέξανδρου Κυπριώτη. Δεν υπήρξε απλώς ο άνθρωπος που πρώτος πρότεινε την Έρπενμπεκ σε ελληνικό εκδοτικό πλαίσιο, και χάρη στη συμβολή του το έργο της βρήκε τελικά τον δρόμο του προς τους Έλληνες αναγνώστες. Με τη μεταφραστική του ευαισθησία, η γλώσσα της Έρπενμπεκ μεταφέρθηκε με ακρίβεια και ζωντάνια, διατηρώντας την πυκνότητα και τον ρυθμό της πρωτότυπης γραφής. Το ωραίο επίμετρο που συνοδεύει το βιβλίο καταγράφει αυτήν ακριβώς την πορεία, καθώς και την προσωπική του γνωριμία με την Έρπενμπεκ, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ζωντανή εικόνα της διαδικασίας που έφερε τη συγγραφέα στα ελληνικά γράμματα. Έτσι, η συμβολή του Κυπριώτη γίνεται όχι μόνο τεχνική αλλά και προσωπική, και το επίμετρο λειτουργεί ως μια διακριτική αλλά πολύτιμη μαρτυρία της διαδρομής του έργου μέχρι να φτάσει στο ελληνικό κοινό.

Επίλογος

Κλείνοντας τον κύκλο αυτών των παρατηρήσεων για ύφος, φωνές, σύμβολα και μετάφραση, στεκόμαστε μπροστά στο αρχειακό ίχνος που αφήνει το βιβλίο μέσα μας. Στο τέλος, μένει το σώμα και μαζί του η μνήμη, τα θραύσματα, τα «σκύβαλα» που κουβαλάμε. Αυτά που δεν επιλέξαμε, δεν αποτινάξαμε, δεν καταφέραμε να ξεχάσουμε. Μένουν τα βλέμματα που δεν είδαμε, οι μικρές πράξεις που μεταμορφώνουν το τετριμμένο σε νόημα. Η Έρπενμπεκ υπενθυμίζει πως η ζωή γράφεται στις λεπτομέρειες, στο ασήμαντο που στερεώνει το βάρος μας. Κάθε φθορά, κάθε γέλιο, κάθε πόνος μπορεί να γίνει φως μέσα στο σκοτάδι του χρόνου. Στο τελικό αποστάλαγμα δεν επιμένουν τα μεγάλα γεγονότα, αλλά οι ρωγμές, οι σιωπές και οι μικρές αναλαμπές που συγκροτούν τον χάρτη της ύπαρξης και που η γραφή της Έρπενμπεκ μετατρέπει σε υλικό μνήμης.

Έτσι, το ελάχιστο μεταμορφώνεται σε βαρυτικό κέντρο, και τα μικρά υπόλοιπα της καθημερινότητας, μετατρέπονται σε φορείς ζωής.

Αυτό λοιπόν που παραμένει είναι η αντήχηση του υπολείμματος, το ισχνό σημάδι των πραγμάτων που επιμένουν να υπάρχουν παρά την ερμηνεία μας. Τα μικρά αντικείμενα και τα μικρά συμβάντα που λειτουργούν ως σιωπηλή ακολουθία τελετουργιών. Δεν υποδηλώνουν το ασήμαντο αλλά το μοιραίο, τα σκύβαλα που απέμειναν ως κατάλοιπα του παρελθόντος, ως μοιραίες συγκεντρώσεις ύλης που βαραίνουν το παρόν. Έτσι, το ελάχιστο μεταμορφώνεται σε βαρυτικό κέντρο, και τα μικρά υπόλοιπα της καθημερινότητας, μετατρέπονται σε φορείς ζωής. Διότι το βιβλίο αυτό δεν αποτιμά ούτε ερμηνεύει, παρά ανασύρει στην επιφάνεια την αδιόρατη μετατόπιση ανάμεσα στο νόημα και το βάρος του κόσμου.

* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ είναι πεζογράφος, δραματουργός και δοκιμιογράφος. Γεννήθηκε το 1967 στο Βερολίνο της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας. Μεγάλωσε σε καλλιτεχνικό και επιστημονικό οικογενειακό περιβάλλον. Σπούδασε αρχικά Βιβλιοδεσία και στη συνέχεια Θεατρικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Humboldt και Σκηνοθεσία Μουσικού Θεάτρου στην Ανώτατη Μουσική Ακαδημία Hanns Eisler. Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού (Geschichte vom alten Kind, 1999). Ακολούθησαν τα έργα Σκύβαλα (Tand, 2001), Παιχνίδι με τις λέξεις (Wörterbuch, 2004) και Δοκιμασία (Heimsuchung, 2008).

jenny erpenbeck

Με το μυθιστόρημά της Η συντέλεια του κόσμου (Aller Tage Abend, 2012) απέσπασε τα σημαντικά Βραβεία Γιόζεφ Μπράιτμπαχ και Χανς Φάλαντα, καθώς επίσης και το Βραβείο Ξένης Λογοτεχνίας του βρετανικού Independent. Για τους Περαστικούς (Gehen, ging, gegangen, 2015) της απονεμήθηκαν, μεταξύ άλλων, το Βραβείο Τόμας Μαν και το Ευρωπαϊκό Βραβείο Strega. To 2017 έλαβε με το παράσημο του Σταυρού της Αξίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Με την αγγλική μετάφραση του πλέον πρόσφατου μυθιστορήματός της Καιρός (Kairos, 2021) κατέκτησε το Διεθνές Βραβείο Booker 2024. 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Μια ιστορία βαρελιού» του Τζόναθαν Σουίφτ (κριτική) – Σάτιρα από τον 18ο αιώνα που ακόμα κόκαλα τσακίζει

«Μια ιστορία βαρελιού» του Τζόναθαν Σουίφτ (κριτική) – Σάτιρα από τον 18ο αιώνα που ακόμα κόκαλα τσακίζει

Για το βιβλίο του Τζόναθαν Σουίφτ (Jonathan Swift) «Μια ιστορία βαρελιού» (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Loggia). Εικόνα: Τρία σχέδια από την έκδοση του 1705.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Ακόμη κι αν δεχθούμε πως η σάτιρα δε...

«Το φως της καρδιάς» της Μπάνου Μουστάκ (κριτική) – Ένα Διεθνές Βραβείο Μπούκερ κόντρα στην πατριαρχία

«Το φως της καρδιάς» της Μπάνου Μουστάκ (κριτική) – Ένα Διεθνές Βραβείο Μπούκερ κόντρα στην πατριαρχία

Για τη συλλογή διηγημάτων της Μπάνου Μουστάκ (Banu Mushtaq) «Το φως της καρδιάς» (μτφρ. Ιφιγένεια Ντούμη, εκδ. Καστανιώτη), που τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2025. Εικόνα: Από το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

...
«Esteiros: Στα λασποτόπια του Τάγου» του Σοέιρου Περέιρα Γκόμες (κριτική) – Η Πορτογαλία των ταξικών ανισοτήτων και της παιδικής εργασίας

«Esteiros: Στα λασποτόπια του Τάγου» του Σοέιρου Περέιρα Γκόμες (κριτική) – Η Πορτογαλία των ταξικών ανισοτήτων και της παιδικής εργασίας

Για το μυθιστόρημα του Σοέιρου Περέιρα Γκόμες (Soeiro Pereira Gomes) «Esteiros: Στα λασποτόπια του Τάγου» (μτφρ. Νίκος Πρατσίνης, εκδ. Μονόκλ). Κεντρική εικόνα: Ο συγγραφέας.&n...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Βίος και Πολιτεία»: Ο Στέλιος Γιαμαρέλος στο Υπόγειο

«Βίος και Πολιτεία»: Ο Στέλιος Γιαμαρέλος στο Υπόγειο

Στο 98ο επεισόδιο της σειράς «Βίος και Πολιτεία» στο Βιβλιοπωλείο της Πολιτείας με ανθρώπους από το χώρο του βιβλίου και των ιδεών, o Κώστας Κατσουλάρης συνομίλησε με τον αναπλ. καθηγητή Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής Στέλιο Γιαμαρέλο.

Επιμέλεια: Book Press ...

«Η Λέλα και η Λέλα» του Ανδρέα Στάικου – Μια παράσταση για την ανατροπή των καθημερινών συμβάσεων

«Η Λέλα και η Λέλα» του Ανδρέα Στάικου – Μια παράσταση για την ανατροπή των καθημερινών συμβάσεων

Για την παράσταση «Η Λέλα και η Λέλα» του Ανδρέα Στάικου στο Θέατρο Φούρνος.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

Ο Ανδρέας Στάικος χρησιμοποιεί το σύμβολο της μο...

«Ρεαλισμός: Αντικατοπτρισμοί του πραγματικού στη λογοτεχνία» του Τέρι Ίγκλετον (κριτική) – Εξετάζοντας το πιο ανθεκτικό λογοτεχνικό ρεύμα

«Ρεαλισμός: Αντικατοπτρισμοί του πραγματικού στη λογοτεχνία» του Τέρι Ίγκλετον (κριτική) – Εξετάζοντας το πιο ανθεκτικό λογοτεχνικό ρεύμα

Για τη μελέτη του Τέρι Ίγκλετον (Τerry Eagleton) «Ρεαλισμός: Αντικατοπτρισμοί του πραγματικού στη λογοτεχνία» (μτφρ. Γιώργος Μαραγκός, εκδ. Πεδίο). Εικόνα: «Οι σταχολογήτρες» (1857), του Jean-Francois Millet

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Απρόσωπες εξομολογήσεις» του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

«Απρόσωπες εξομολογήσεις» του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση του επίμετρου από το νέο βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Απρόσωπες εξομολογήσεις – Ένας κοινωνικός αποστάτης ως κοινωνιολόγος», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Γιατ...

«Μάλινα» της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (προδημοσίευση)

«Μάλινα» της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν [Ingeborg Bachmann] «Μάλινα» (Εισαγωγή – Μτφρ – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 22 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις πότλατς.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
«2052, Το μυθιστόρημα των τριών» των Μάνου Στεφανίδη, Γιώργου Αριστηνού & Joe (a.k.a. A.I.) (προδημοσίευση)

«2052, Το μυθιστόρημα των τριών» των Μάνου Στεφανίδη, Γιώργου Αριστηνού & Joe (a.k.a. A.I.) (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο των Μάνου Στεφανίδη, Γιώργου Αριστηνού & Joe (a.k.a. A.I.) «2052, Το μυθιστόρημα των τριών», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Όταν καν...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; 35 βιβλία λογοτεχνίας που κυκλοφόρησαν στην εκπνοή του χρόνου

Τι διαβάζουμε τώρα; 35 βιβλία λογοτεχνίας που κυκλοφόρησαν στην εκπνοή του χρόνου

Τι διαβάζουμε τώρα; Τριάντα πέντε λογοτεχνικά βιβλία που κυκλοφόρησαν στην εκπνοή του 2025 από μικρούς και μεγάλους εκδοτικούς οίκους

Επιλογή/παρουσίαση: Φανή Χατζή

Τριάντα πέντε βιβλία που κυκλοφόρησαν στην εκπνοή του 2025 από μικρούς και μεγάλου...

Λογοτεχνικές επανεκδόσεις 2025, ένας απολογισμός: Γιατί και πώς ξαναδιαβάζουμε παλιότερα βιβλία

Λογοτεχνικές επανεκδόσεις 2025, ένας απολογισμός: Γιατί και πώς ξαναδιαβάζουμε παλιότερα βιβλία

Προσεγμένες επανεκδόσεις σημαίνουν διαρκείς αναγνώσεις. Ακολουθεί ένας απολογισμός των επανεκδόσεων παλαιότερων βιβλίων που κυκλοφόρησαν το 2025. Κεντρική εικόνα: Άποψη από το Βιβλιοπωλείο Πολιτεία που στα 45 χρόνια (συμπληρώνονται το 2026) λειτουργίας του έχει φιλοξενήσει στα ράφια του τις περισσότερες από τις...

Τα καλύτερα κουίρ βιβλία του 2025: Νέες φωνές, σημαντικές επανεκδόσεις, δοκίμια, γκράφικ νόβελ, ιστορίες για νέους

Τα καλύτερα κουίρ βιβλία του 2025: Νέες φωνές, σημαντικές επανεκδόσεις, δοκίμια, γκράφικ νόβελ, ιστορίες για νέους

Τριάντα βιβλία κουίρ θεματολογίας που εκδόθηκαν το 2025 και συμβάλλουν στην ορατότητα και ακουστικότητα βιωμάτων που συστηματικά και διαχρονικά αποσιωπήθηκαν.

Γράφει η Φανή Χατζή

Καθώς είναι η τρίτη χρονιά που συγκεντρώνουμε τους καλύτερους τίτλους ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ