
Είναι κάθε βιβλίο περισσότερο γεγονός παρά αντικείμενο; Μπορεί ένα βιβλίο να «τελειώσει» πραγματικά, ιδίως την εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, κατά την οποία τα αποφθέγματα κυκλοφορούν αυτονομημένα και η ανάγνωση οδηγεί σε περισσότερες συζητήσεις και διαλόγους; Κάποιες σκέψεις...
Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης
Η λογοτεχνία, ως κατεξοχήν χώρος διαλόγου ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη, δεν συνιστά ποτέ μια ουδέτερη εμπειρία. Το κείμενο δεν υφίσταται σε κενό· η πρόσληψή του διαμορφώνεται από τον πολιτισμικό ορίζοντα, τις κοινωνικές δομές και τα εργαλεία ερμηνείας που διαθέτει ο αναγνώστης. Έτσι, η ανάγνωση καθίσταται πράξη κοινωνικά και ιστορικά τοποθετημένη, ενώ η ερμηνευτική διαδικασία αναδεικνύεται σε πεδίο διασταύρωσης ταυτότητας, γλώσσας και τεχνολογίας.
Ένα από τα πλέον καίρια ερωτήματα της θεωρίας της πρόσληψης αφορά το πώς οι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες «διαβάζουν» το ίδιο κείμενο με τρόπο ανόμοιο. Η λογοτεχνία δεν προσφέρει σταθερά νοήματα· αντίθετα, τα νοήματα αυτά συγκροτούνται εκ νέου σε κάθε πράξη ανάγνωσης.
Ας σκεφτούμε έναν κλασικό τίτλο, τον Μικρό Πρίγκιπα. Για το παιδί είναι ένα παραμύθι με χρώματα, αλεπούδες και πλανήτες. Για τον ενήλικα είναι ένας στοχασμός πάνω στη μοναξιά και την απώλεια. Για κάποιον που ζει μέσα σε κοινωνική αδικία, μπορεί να γίνει μια αλληγορία για την αφέλεια μπροστά στη σκληρότητα του κόσμου.
Το ίδιο βιβλίο, πολλά βιβλία. Τόσες αναγνώσεις όσες και τα βλέμματα που το ξεφυλλίζουν. Η ηλικία, το φύλο, η ταξική ή εθνοτική εμπειρία καθορίζουν τον τρόπο που συναντούμε το κείμενο. Για κάποιους, η Ιλιάδα είναι ύμνος στην ανδρεία· για άλλους, η τραγωδία ενός κόσμου που καταρρέει υπό το βάρος της βίας. Ένα διήγημα του Μπόρχες μπορεί να είναι λογοτεχνικός λαβύρινθος γεμάτος γρίφους, και ταυτόχρονα να λειτουργεί ως στοχασμός πάνω στη μοναξιά και την ανθρώπινη επιθυμία για αθανασία.
Η ταυτότητα του αναγνώστη χρωματίζει την ανάγνωση: ένα φεμινιστικό βλέμμα εντοπίζει αναπαραστάσεις της πατριαρχίας σε κλασικά έργα, ενώ μια μειονοτική κοινότητα αναγνωρίζει στο ίδιο έργο μοτίβα αποκλεισμού και περιθωριοποίησης. Δεν διαβάζουμε ποτέ μόνο το βιβλίο, διαβάζουμε και τον εαυτό μας μέσα του. Η λογοτεχνική πρόσληψη, επομένως, δεν αποτελεί απλώς ατομικό ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά συλλογικό πολιτισμικό γεγονός. Η κοινωνική θέση του αναγνώστη, οι εμπειρίες του και τα αφηγηματικά πρότυπα με τα οποία έχει γαλουχηθεί, λειτουργούν ως φακοί που μεταβάλλουν τη γωνία θέασης. Το ίδιο κείμενο δύναται να αναγνωστεί άλλοτε ως εργαλείο χειραφέτησης και άλλοτε ως όργανο επιβολής.
Ο μεταφραστής ως πρώτος αναγνώστης και δημιουργός
Η μετάφραση εισάγει μια ιδιαίτερη διάσταση στην εμπειρία της πρόσληψης, χωρίς ωστόσο να αλλοιώνει τον θεμελιώδη χαρακτήρα της σχέσης του αναγνώστη με το κείμενο. Ο συγγραφέας είναι πάντοτε ο δημιουργός του έργου, ανεξάρτητα από τη γλώσσα στην οποία γράφει. Ο μεταφραστής, ως πρώτος αναγνώστης του πρωτοτύπου, καθίσταται επίσης δημιουργός: ό,τι αντιλήφθηκε και ό,τι κατόρθωσε να αποδώσει είναι προϊόν δικής του δημιουργικής επιλογής.
Κι όμως, παρά τις διαμεσολαβήσεις, η εμπειρία της ανάγνωσης παραμένει προσωπική: ο αναγνώστης συναντά το έργο από το σημείο όπου βρίσκεται ο ίδιος, με τις δικές του εμπειρίες και διαθέσεις.
Το μεταφρασμένο κείμενο δεν αποτελεί απλή αντιγραφή, αλλά στέκει ως αυτόνομο έργο και λειτουργεί ως πρωτότυπο για τον αναγνώστη που το προσεγγίζει στη δική του γλώσσα. Η μεταφραστική διαμεσολάβηση γίνεται ακόμη πιο γόνιμη όταν το έργο περνά από γλώσσα σε γλώσσα με μεγάλες πολιτισμικές αποστάσεις. Τότε η μετάφραση δεν λειτουργεί μόνο ως γλωσσικό, αλλά και ως πολιτισμικό φίλτρο, αναδεικνύοντας νέες προοπτικές και διαφορετικές δυναμικές ανάγνωσης. Κι όμως, παρά τις διαμεσολαβήσεις, η εμπειρία της ανάγνωσης παραμένει προσωπική: ο αναγνώστης συναντά το έργο από το σημείο όπου βρίσκεται ο ίδιος, με τις δικές του εμπειρίες και διαθέσεις. Με άλλα λόγια, όταν διαβάζουμε μεταφρασμένο κείμενο, δεν «διαβάζουμε το πρωτότυπο στην ξένη γλώσσα», διαβάζουμε ένα έργο που υπάρχει ως κείμενο για εμάς, που παράγει νόημα μέσα από τη δική μας αναγνωστική πράξη.
Το βιβλίο πλέον δεν τελειώνει στο κλείσιμο της τελευταίας σελίδας. Συνεχίζεται σε blogs, σε σχόλια στο Goodreads, σε αναρτήσεις στο Instagram, σε αναπάντεχα memes.
Η είσοδος της λογοτεχνίας στη σφαίρα της ψηφιακής κουλτούρας συνιστά ίσως τη μεγαλύτερη τομή στη σύγχρονη πρόσληψη των κειμένων. Blogs, κοινωνικά δίκτυα και διαδικτυακές κοινότητες ανάγνωσης μετατρέπουν την ανάγνωση από ιδιωτική πράξη σε δημόσιο γεγονός. Η εμπειρία του βιβλίου πλέον συνομιλεί με κριτικές αναρτήσεις, διαδικτυακά σχόλια, ακόμη και με «meme» που ανακυκλώνουν κλασικά αποσπάσματα με χιουμοριστική διάθεση. Στον 21ο αιώνα, η λογοτεχνία βγήκε από τη σιωπή του προσωπικού χώρου και μπήκε στην ασταμάτητη φλυαρία του διαδικτύου. Το βιβλίο πλέον δεν τελειώνει στο κλείσιμο της τελευταίας σελίδας. Συνεχίζεται σε blogs, σε σχόλια στο Goodreads, σε αναρτήσεις στο Instagram, σε αναπάντεχα memes.
Ένα απόφθεγμα του Ντοστογιέφσκι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πολιτικό σχόλιο σε μια ανάρτηση στο Twitter, χάνοντας την αρχική του λειτουργία αλλά κερδίζοντας μια νέα επικαιρότητα· μια φράση της Βιρτζίνια Γουλφ μπορεί να γίνει λεζάντα κάτω από μια φωτογραφία θάλασσας. Η ψηφιακή διάσταση αναμορφώνει τον χρόνο ανάγνωσης: τα αποσπάσματα διακινούνται αστραπιαία, απομονώνονται από το συμφραζόμενο και αποκτούν νέα σημασία στο περιβάλλον των κοινωνικών δικτύων. Εδώ, η λογοτεχνία γίνεται ταυτόχρονα υλικό μνήμης και εργαλείο επικοινωνίας σε πραγματικό χρόνο.
Η ψηφιακή κουλτούρα, άλλωστε, μας δείχνει κάτι ουσιαστικό: η λογοτεχνία δεν είναι ποτέ κτήμα μόνο του συγγραφέα. Είναι ένα ανοιχτό πεδίο όπου οι αναγνώστες μπορούν να μπουν, να μιλήσουν, να δημιουργήσουν.
Η πολιτισμική και κοινωνική διάσταση της αναγνωστικής διαμεσολάβησης υπενθυμίζει ότι το κείμενο δεν είναι ποτέ αυτάρκες. Η ταυτότητα του αναγνώστη, η πράξη της μετάφρασης και η δυναμική της ψηφιακής κουλτούρας συνθέτουν ένα συνεχές πεδίο ανασημασιοδότησης. Η λογοτεχνία παύει, λοιπόν, να είναι στατικό μνημείο, γίνεται αέναη συνομιλία: συνομιλία ανάμεσα σε διαφορετικούς αναγνώστες, διαφορετικές γλώσσες και διαφορετικές εποχές. Η ψηφιακή κουλτούρα, άλλωστε, μας δείχνει κάτι ουσιαστικό: η λογοτεχνία δεν είναι ποτέ κτήμα μόνο του συγγραφέα. Είναι ένα ανοιχτό πεδίο όπου οι αναγνώστες μπορούν να μπουν, να μιλήσουν, να δημιουργήσουν. Και αυτό αποτελεί ίσως την πιο συμμετοχική και ανοιχτή εξέλιξη που έχει γνωρίσει η τέχνη του λόγου.
Τα βιβλία όχι ως αντικείμενα, αλλά ως γεγονότα
Τελικά, τι είναι η λογοτεχνική πρόσληψη; Είναι η απόδειξη ότι τα βιβλία δεν είναι αντικείμενα, αλλά γεγονότα. Συμβαίνουν ξανά και ξανά, κάθε φορά που κάποιος ανοίγει μια σελίδα. Και ποτέ δεν συμβαίνουν με τον ίδιο τρόπο. Η λογοτεχνία είναι διάλογος: ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη, ανάμεσα στη γλώσσα του πρωτοτύπου και στη γλώσσα της μετάφρασης, ανάμεσα στη σιωπή της ανάγνωσης και στον θόρυβο του διαδικτύου. Είναι μια συνομιλία που δεν κλείνει ποτέ, γιατί κάθε νέα εποχή, κάθε νέα κοινότητα, κάθε νέο άτομο βρίσκει σε αυτήν κάτι δικό του.
Αν η εμπλοκή του αναγνώστη διαφοροποιείται ανάλογα με την κοινωνική θέση, τότε η λογοτεχνία λειτουργεί ως καθρέφτης και ταυτόχρονα ως εργαλείο αυτογνωσίας. Αν η μετάφραση αναδομεί και ανασυνθέτει το κείμενο, τότε κάθε λογοτεχνικό έργο είναι πολλαπλό και πλουραλιστικό, ικανό να γεννήσει νέες αναγνώσεις ανάλογα με το πολιτισμικό του πλαίσιο. Και αν η ψηφιακή κουλτούρα διασπά την παραδοσιακή εμπειρία της ανάγνωσης, το κάνει μόνο για να ανοίξει τον δρόμο σε μια δημοκρατικότερη, συμμετοχικότερη και δημιουργικότερη σχέση με τη λογοτεχνία.
Η λογοτεχνία, με άλλα λόγια, είναι πάντοτε περισσότερο από το κείμενο: είναι η αέναη κίνηση των νοημάτων της μέσα στον χρόνο, τον χώρο και την κοινωνία.
Η αναγνωστική εμπειρία τελικά, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ζωντανή απόδειξη ότι η λογοτεχνία ανήκει σε όλους, όχι μόνο στον συγγραφέα της, αλλά και στους αναγνώστες που την επανανοηματοδοτούν, στους μεταφραστές που τη διαμεσολαβούν και στις κοινότητες που τη ζουν εκ νέου μέσα από τα δικά τους πολιτισμικά πρίσματα. Η λογοτεχνία, με άλλα λόγια, είναι πάντοτε περισσότερο από το κείμενο: είναι η αέναη κίνηση των νοημάτων της μέσα στον χρόνο, τον χώρο και την κοινωνία. Αν κάτι μας διδάσκει η μελέτη της πρόσληψης, είναι αυτό: ότι τα βιβλία μάς κοιτούν πίσω. Μας διαβάζουν όσο τα διαβάζουμε. Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο μυστικό τους.
*Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).
























