
Για τη δίγλωσση ανθολογία ισπανόφωνης ποίησης «Επινοώντας γέφυρες» (εκδ. Άνω τελεία, σε συνεργασία με το Φεστιβάλ ΛΕΑ). Εικόνα: Ο επιμελητής της έκδοσης, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.
Γράφει η Μαρία Αθανασιάδου
Επινοώντας γέφυρες/Inventando puentes, είναι ο τίτλος της δίγλωσσης ανθολογίας ισπανόγραφης ποίησης που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Άνω τελεία (σε συνεργασία με το Φεστιβάλ ΛΕΑ), σε επιμέλεια του καθηγητή Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας του ΑΠΘ και καταξιωμένου μεταφραστή Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
Ο τίτλος υπαινίσσεται πολύ περισσότερα από όσα αποκαλύπτει το εικαστικό του εξωφύλλου, όπου απεικονίζονται συμβολικά οι γέφυρες που συνδέουν την Ελλάδα με την Ισπανία και τις χώρες της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής. Στην πραγματικότητα, ο μικρός αυτός τόμος οικοδομεί γέφυρες ανάμεσα στην ελληνική και την ισπανική γλώσσα, ανάμεσα στον ελληνικό και τον ισπανόφωνο πολιτισμό, ανάμεσα στους μεταφραστές/μεταφράστριες και τους δημιουργούς, αλλά και ανάμεσα στους ποιητές/ποιήτριες και το αναγνωστικό κοινό. Αποτελεί, έτσι, έναν τόπο συνάντησης και δημιουργικού διαλόγου, όπου η ποίηση υπερβαίνει τα γλωσσικά και γεωγραφικά σύνορα, φέρνοντας κοντά διαφορετικές παραδόσεις, ευαισθησίες και τρόπους θέασης του κόσμου.
Το να «επινοεί» κανείς γέφυρες ανάμεσα σε γλώσσες και ποιητικές παραδόσεις δεν σημαίνει απλώς να δημιουργεί διαύλους επικοινωνίας μεταξύ διαφορετικών πολιτισμικών χώρων. Σημαίνει να ανακαλύπτει νέους τρόπους συνάντησης του οικείου με το ξένο, του τοπικού με το οικουμενικό. Η ποίηση, ως κατεξοχήν γλωσσική τέχνη, είναι βαθιά ριζωμένη στις ιδιαιτερότητες κάθε γλώσσας και πολιτισμού. Η μετάφραση καλείται, επομένως, να υπερβεί τη στενή μεταφορά νοημάτων και να λειτουργήσει ως πράξη πολιτισμικής διαμεσολάβησης, μεταφέροντας αισθητικές αξίες, ιστορικές μνήμες, τρόπους σκέψης και μορφές ευαισθησίας από το ένα γλωσσικό σύμπαν στο άλλο. Υπό αυτή την έννοια, η μετάφραση δεν είναι απλώς τεχνική διαδικασία, αλλά δημιουργική και βαθιά πολιτισμική πράξη: επινοεί γέφυρες εκεί όπου δεν υπήρχαν, καθιστώντας δυνατή τη συνάντηση διαφορετικών ποιητικών παραδόσεων και διευρύνοντας τον ορίζοντα τόσο της λογοτεχνίας όσο και των αναγνωστών της.
Στη συλλογή αυτή ανθολογούνται ποιήτριες και ποιητές από την Ισπανία, την Κολομβία, το Μεξικό και τη Νικαράγουα. Στις σελίδες της συναντώνται και συνδιαλέγονται οι ποιητικές φωνές των Gioconda Belli, Mercedes Cebrián, Andrea Cote, Elsa Cross, José Daniel Espejo, William González, Aurora Luque, Ana Merino, Luis García Montero, William Ospina, J. M. Prieto Roldán και Manuel Vilas.
Η ανά χείρας ανθολογία προσφέρει έτσι στον Έλληνα αναγνώστη μια αντιπροσωπευτική εικόνα της ζωντάνιας, της πολυφωνίας και των αναζητήσεων που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη ποιητική παραγωγή του ισπανόφωνου κόσμου.
Μολονότι σχετικά ή τελείως άγνωστοι, οι περισσότεροι, στο ευρύ ελληνικό αναγνωστικό κοινό, όλες και όλοι αποτελούν εξέχουσες μορφές της σύγχρονης ισπανόφωνης ποίησης, είναι δημιουργοί με ισχυρό και διακριτό ποιητικό στίγμα, οι οποίοι έχουν τιμηθεί με σημαντικές εθνικές και διεθνείς διακρίσεις και έχουν ήδη καταθέσει ένα αξιόλογο και ευρέως αναγνωρισμένο έργο. Η ανά χείρας ανθολογία προσφέρει έτσι στον Έλληνα αναγνώστη μια αντιπροσωπευτική εικόνα της ζωντάνιας, της πολυφωνίας και των αναζητήσεων που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη ποιητική παραγωγή του ισπανόφωνου κόσμου. Άλλωστε, αυτό είναι και το κρυφό νόημα μιας ανθολογίας: να ανακαλύπτει και να προτείνει έναν κοινό τόπο, εκεί όπου εκ πρώτης όψεως υπάρχουν μόνο διαφορές. Να καθιστά ορατές τις αόρατες συνομιλίες ανάμεσα σε ποιητές, γλώσσες και παραδόσεις, αποδεικνύοντας ότι η λογοτεχνία δεν γνωρίζει σύνορα, αλλά μόνο διαρκείς μεταβάσεις και συναντήσεις.
Ερωτικά ποιήματα, κοινωνικοί προβληματισμοί
Η θεματολογία της ανθολογίας είναι πολυδιάστατη και πολυπρισματική, ταυτόχρονα διαχρονική και εντυπωσιακά επίκαιρη. Κυρίαρχη θέση κατέχουν τα ερωτικά ποιήματα, τα οποία προσεγγίζουν τον έρωτα άλλοτε με λυρισμό και τρυφερότητα και άλλοτε με χιούμορ, ειρωνεία και ανατρεπτική διάθεση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ποίημα «Τη νύχτα, η σύζυγος ξεκαθαρίζει» της νικαραγουανής Gioconda Belli. Μέσα από την αντιπαραβολή με τα θέλγητρα της Σίντυ Κρόφορντ, η ποιητική φωνή αποδομεί, στίχο προς στίχο, τον εξιδανικευμένο και κατασκευασμένο ερωτισμό που προβάλλει η βιομηχανία της μόδας, αποκαλύπτοντας την πλαστότητα της εικόνας που λάμπει κάτω από τα τεχνητά φώτα των φωτογραφικών φακών.
Στον αντίποδα, ο Ισπανός Luis García Montero προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια ήρεμη κατάδυση στον εσωτερικό κόσμο της εμπειρίας («Μυστική Μαθητεία») ή τον παρασύρει σε μια τρυφερή και συνάμα παθιασμένη ονειροφαντασία («Ποια είσαι εσύ;»).
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό τοπίο, ο χρόνος χάνει την ανθρώπινη διάστασή του και η ύπαρξη συνθλίβεται από τους ρυθμούς μιας αδιάκοπης παραγωγικότητας: «Δεν έχω χρόνο εδώ / ούτε πεθαμένη να ’μαι…»
Ιδιαίτερα έντονη είναι και η παρουσία των κοινωνικών προβληματισμών. Στις «Γυναίκες», ο επίσης Ισπανός Manuel Vilas καταθέτει ένα συγκλονιστικό ποιητικό κείμενο που αγγίζει με αφοπλιστική ευθύτητα και βαθιά ευαισθησία τη σκληρή πραγματικότητα της γυναικείας εμπειρίας στις σύγχρονες κοινωνίες. Οι λιτές αλλά διαπεραστικές εικόνες του κορυφώνονται σε στίχους/φράσεις που συγκλονίζουν στην απλότητά τους: «Δουλεύουν παντού. Νοικοκυρές κλεισμένες σε κουζίνες που βλέπουν ακάλυπτους. Χαμογελούν οι γυναίκες, λες και η ζωή είναι ωραία. (…) Δεν ξέρουμε τι σκέφτονται όταν πεθαίνουν στα χέρια των ανδρών.»
Από την πλευρά της, η Mercedes Cebrián μοιάζει να συνομιλεί ποιητικά με τον συμπατριώτη της Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και την οραματική του καταγγελία της αμερικανικής μητρόπολης. Στους στίχους της αποτυπώνεται η βαθιά αίσθηση αποξένωσης που γεννά μια κοινωνία απρόσωπη και απάνθρωπη, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις υποκαθίστανται από συμβάσεις και προσωπεία. Το χαμόγελο μετατρέπεται σε μηχανικό κοινωνικό εξάρτημα, στερημένο από κάθε αυθεντική επικοινωνιακή λειτουργία: «Ορίστε το χαμόγελο που δεν οδηγεί πουθενά. Δεν απευθύνεται σε κανέναν αλλά το φοράς για ώρα ανάγκης». Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό τοπίο, ο χρόνος χάνει την ανθρώπινη διάστασή του και η ύπαρξη συνθλίβεται από τους ρυθμούς μιας αδιάκοπης παραγωγικότητας: «Δεν έχω χρόνο εδώ / ούτε πεθαμένη να ’μαι…» («Αγγλική Αμερική»).
Πολιτική διαμαρτυρία
Όταν σε μια ανθολογία συναντώνται ποιητές της Λατινικής Αμερικής, δημιουργοί που κουβαλούν στη συλλογική και προσωπική τους μνήμη τις πληγές της καταπίεσης, της λογοκρισίας και της πολιτικής βίας, η πολιτική διαμαρτυρία δεν θα μπορούσε να απουσιάζει. Η ποίηση μετατρέπεται τότε σε πράξη αντίστασης, σε κραυγή πόνου αλλά και σε διεκδίκηση ελευθερίας.
Μια τέτοια φωνή είναι εκείνη του νεαρότατου William González, μόλις είκοσι έξι ετών, η οποία αναδύεται μέσα από τη σιωπή που επιβάλλει η καταστολή και αποκτά τη δύναμη συλλογικής μαρτυρίας. Μέσα σε τρεις μόνο στίχους συμπυκνώνεται η τραγική συνθήκη μιας κοινωνίας όπου η ελευθερία του λόγου διώκεται και η ίδια η ποιητική έκφραση μετατρέπεται σε πράξη κινδύνου: «Νικαράγουα, χώρα / όπου κάθε μέρα πεθαίνουν στίχοι / στο στόμα εκείνων που τους απαγγέλλουν» («Απρίλης, 2018»).
Μια συλλογική μετάφραση
Το κοινό νήμα που διατρέχει τα ποιήματα της ανθολογίας, και που συνδέει τις τόσο διαφορετικές φωνές των ποιητών και ποιητριών της, είναι η συλλογική μετάφρασή τους. Όλα τα κείμενα που συνθέτουν αυτόν τον τόμο, γεννήθηκαν μέσα από δίωρα μεταφραστικά εργαστήρια, πάντα με τη φυσική παρουσία του μεταφραζόμενου ποιητή. Εργαστήρια, που πραγματοποιήθηκαν υπό την αιγίδα του Φεστιβάλ ΛΕΑ, ενός θεσμού που, όπως επισημαίνει με εμφανή συγκίνηση και δικαιολογημένη υπερηφάνεια η εμπνεύστρια και ακούραστη διευθύντριά του, Αντριάνα Μαρτίνες, γιόρτασε φέτος την ενηλικίωσή του. Συμπληρώνοντας δεκαοκτώ χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στην ελληνική πολιτιστική και λογοτεχνική σκηνή, το Φεστιβάλ ΛΕΑ συνεχίζει να διευρύνει τους ορίζοντές του, να ανανεώνεται και να εμπλουτίζει δημιουργικά τον διάλογο ανάμεσα στις λογοτεχνίες της Ιβηρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ελλάδας.
Η ενεργός παρουσία των δημιουργών, οι οποίοι μοιράζονταν πρόθυμα εμπειρίες, αναμνήσεις και σκέψεις γύρω από το έργο τους, ενώ παράλληλα απαντούσαν με γενναιοδωρία σε ερωτήματα και προβληματισμούς, μετέτρεπε τη μεταφραστική διαδικασία σε μια σπάνια πράξη ουσιαστικής συνδημιουργίας.
Πρόκειται για ένα εγχείρημα πρωτότυπο και καινοτόμο, όπως αναφέρει ο επιμελητής και πνευματικός εμπνευστής του, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο οποίος συνέλαβε την ιδέα μαζί με τον φίλο και επί σειρά ετών συνοδοιπόρο του Νίκο Πρατσίνη. Την πρωτοτυπία και τη γόνιμη δυναμική αυτού του εγχειρήματος μπορεί να επιβεβαιώσει και η υποφαινόμενη, η οποία είχε την τύχη να συμμετάσχει σε αρκετά από τα εργαστήρια αυτά. Η εμπειρία της δημιουργικής και διαλογικής συνάντησης υπήρξε ανεκτίμητη: όχι μόνο με τον εκάστοτε δημιουργό, αλλά και με μια ομάδα ευρηματικών και αφοσιωμένων συνμεταφραστών.
Μέσα από τη ζωντανή ανταλλαγή ιδεών, τις συζητήσεις γύρω από τις μεταφραστικές επιλογές και την άμεση συμμετοχή του ίδιου του ποιητή ή της ποιήτριας, προέκυψαν μεταφράσεις που δικαιούνται να διεκδικούν ιδιαίτερη εγγύτητα προς το πνεύμα και τις προθέσεις του πρωτοτύπου. Η ενεργός παρουσία των δημιουργών, οι οποίοι μοιράζονταν πρόθυμα εμπειρίες, αναμνήσεις και σκέψεις γύρω από το έργο τους, ενώ παράλληλα απαντούσαν με γενναιοδωρία σε ερωτήματα και προβληματισμούς, μετέτρεπε τη μεταφραστική διαδικασία σε μια σπάνια πράξη ουσιαστικής συνδημιουργίας. Με τον τρόπο αυτό, τα εργαστήρια εξελίχθηκαν σε προνομιακούς χώρους πνευματικής ανταλλαγής και λογοτεχνικού διαλόγου, όπου η μετάφραση έπαυε να αποτελεί απλώς μια διαδικασία γλωσσικής μεταφοράς και μεταμορφωνόταν σε πράξη βαθιάς επικοινωνίας, και πολιτισμικής συνάντησης.
Ένα συνεκτικό σύνολο
Ιδού, λοιπόν, οι γέφυρες που ευαγγελίζεται ο τίτλος της ανθολογίας. Διατρέχοντας τις σελίδες αυτού του τόμου και εμβαθύνοντας στα κείμενα, στις μεταξύ τους συνομιλίες, στις διακειμενικές τους συνδέσεις και στη διαχρονική τους εμβέλεια, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η επιλογή τους κάθε άλλο παρά τυχαία υπήρξε. Τα ποιήματα που συνυπάρχουν εδώ συγκροτούν ένα συνεκτικό σύνολο. Διατηρούν τη δική τους αυτονομία, αλλά ταυτόχρονα επικοινωνούν μεταξύ τους, φωτίζοντας το ένα το άλλο μέσα από αθέατες διαδρομές θεμάτων, εικόνων και ιδεών. Η ανθολογία αυτή δεν προτείνει απλώς μια σειρά μεταφραστικών εκδοχών. Προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο συνάντησης των λογοτεχνιών, έναν χώρο όπου γλώσσες, πολιτισμοί, δημιουργοί και αναγνώστες συναντώνται επί ίσοις όροις και συνδιαμορφώνουν ένα κοινό πεδίο εμπειρίας. Και επιβεβαιώνει αυτό που επισήμανε κάποτε ο μέγας Χούλιο Κορτάσαρ, πως «ποτέ μια γέφυρα δεν στηρίζεται στην μια μόνο πλευρά».
Για όσους από εμάς είχαμε την τύχη να συμμετάσχουμε σε αυτή τη βιωματική διαδικασία, η εμπειρία υπήρξε κάτι περισσότερο από μια άσκηση μετάφρασης. Υπήρξε μια μαθητεία στην ακρόαση, στον διάλογο και στη συνδημιουργία. Γι’ αυτό και μπορούμε να πούμε με ικανοποίηση πως δεν διστάσαμε να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τις βεβαιότητές μας, ώστε να ακούσουμε βαθύτερα τη φωνή του άλλου. Ή, απλά, παραφράζοντας τον Daniel Espejo, πως είμαστε αυτοί οι τύποι που ξεχνάνε τις ιδέες τους για ένα ποίημα…
*Η ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ είναι δικηγόρος και μεταφράστρια.
Απόσπασμα από το βιβλίο (από τη συλλογή Σκύλος φάντασμα του Χοσέ Ντανιέλ Εσπέχο)
























