
Η ομιλία του Ομότιμου καθηγητή ΕΚΠΑ Θεόδωρου Φορτσάκη στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου του πρώην υπουργού Οικονομίας και βουλευτή Χανίων Νίκου Χριστοδουλάκη «Δεν είν' εύκολες οι θύρες – Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.
Γράφει ο Θεόδωρος Φορτσάκης
Το παρακάτω κείμενο αποδίδει την ομιλία του Θεόδωρου Φορτσάκη στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Χριστοδουλάκη Δεν είν’ εύκολες οι θύρες… – Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (Εκδόσεις Κριτική), στο Κήπος Café, Δημοτικός Κήπος Χανίων, 18 Ιουνίου 2026. Η παρουσίαση έγινε σε συνδιοργάνωση της Περιφερειακής Ενότητας Χανίων, του Δήμου Χανίων και των εκδόσεων Κριτική.
Κυρίες και Κύριοι καλησπέρα σας,
Επιτρέψτε μου να αναφερθώ στις προσφωνήσεις που έγιναν και να μην τις επαναλάβω για να μην σας κουράζω.
Ξεκινώ λέγοντας ότι είναι μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή να παρουσιάσω το βιβλίο ενός εκλεκτού φίλου, του καθηγητή Νίκου Χριστοδουλάκη, τον οποίον και ιδιαίτερα ευχαριστώ για την πρόσκλησή του. Αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι νοιώθω και ιδιαίτερη συγκίνηση που βρίσκομαι εδώ, σε αυτό το τόσο οικείο σε εμένα μέρος, αφού μεγάλωσα στο σπίτι που βρίσκεται μόλις λίγα μέτρα πίσω μας, στη γωνία Τζανακάκη, που είναι η σημερινή Τράπεζα Πειραιώς, το πατρικό μου σπίτι. Ο κήπος αυτός ήταν το βασίλειό μου, που αλώνιζα πάνω-κάτω με το ποδήλατό μου. Μόνο που τότε, σε αυτό το ωραίο παραδοσιακό καφενείο που μας φιλοξενεί σήμερα, δεν προσφέρονταν τα σημερινά πολυτελή ποτά και εδέσματα, αλλά απολαμβάναμε, μαζί με τη συντροφιά μας, το μοναδικό «υποβρύχιο»!
Το βιβλίο που επιγράφεται «Δεν είναι εύκολες οι θύρες…» κλείνει το μάτι στη συνέχεια του στίχου του εθνικού ποιητή μας «… εάν η χρεία τες κουρταλεί», υπονοώντας έτσι πόσο δύσκολες καταστάσεις διαμορφώθηκαν για τη Χώρα μας στις δημοσιονομικές κρίσεις που γνώρισε. Μικρό μεν βιβλίο, μόλις 200 σελίδες, αλλά πρωτότυπο και μεστό. Αποδεικνύει ότι η ποιότητα ενός βιβλίου δεν μετριέται με τον όγκο του, αλλά με την πρωτοτυπία και τη συμβολή του στην έρευνα. Πρόκειται για ένα άρτιο επιστημονικό έργο, όπου ο συγγραφέας επιτυγχάνει με συντομία, με σαφήνεια, αλλά και με χάρισμα και απλότητα, να εκθέσει τα αποτελέσματα της έρευνάς του υπερβαίνοντας την απλή δημοσιονομική και οικονομική προσέγγιση και τοποθετώντας το όλο ζήτημα στο πλαίσιο της ιστορίας και της πολιτικής. Μπορεί το βιβλίο να διαβαστεί όχι μόνο από έναν ειδικό, αλλά και από κάθε ενδιαφερόμενο σκεπτόμενο πολίτη.
Στα τριάντα λεπτά της ομιλίας μου θα προσπαθήσω να εκθέσω πολύ περιληπτικά το ουσιαστικό περιεχόμενο του βιβλίου, αλλά και να αναδείξω την επιστημονική συμβολή του σχολιάζοντας ορισμένα σημεία του. Ειδικότερα, θα αναφερθώ αρχικά στο περιεχόμενο του βιβλίου και στις μεθοδολογικές επιλογές του συγγραφέα (Α). Στον λίγο χρόνο που διαθέτω δεν είναι φυσικά δυνατόν ούτε σκόπιμο να επιχειρήσω αναλυτική παρουσίαση όλων των ζητημάτων που εξετάζει το βιβλίο, αλλά θα σταθώ σε τρία μόνο από αυτά. Πρώτα, στην ανάλυση του γενικότερου πλαισίου μέσα στο οποίο επιχειρείται η εκτίμηση των κρίσεων (Β). Έπειτα, στο ζήτημα της διαχρονικής φορολογικής στρέβλωσης, που τόσο σωστά επισημαίνει ο συγγραφέας (Γ). Και, τρίτον, στον μύθο της «ένδοξης χρεοκοπίας» (Δ). Παρότι η έρευνα περιορίζεται στον 19ο αιώνα, δεν θα αποφύγω την ανάδειξη ορισμένων σημείων που, προφανώς, τη συνδέουν με το σήμερα. Και θα κλείσω με μια αναφορά σε ένα σημερινό ζήτημα, που όμως εγγράφεται στην ευρύτερη προβληματική του βιβλίου, εκείνο του συνταγματικού περιορισμού του δημόσιου δανεισμού (Ε).
Α. Αρχίζω με τη γενική παρουσίαση του βιβλίου και των μεθοδολογικών επιλογών της έρευνας. Δημοσιονομικές κρίσεις, παύσεις πληρωμών και χρεοκοπίες η Ελλάδα γνώρισε πολλές. Υπενθυμίζω τις τέσσερις χρεοκοπίες, του 1827, του 1843, του 1893 και του 1932. Είναι όλες διεξοδικά μελετημένες από ιστορική άποψη. Ο συγγραφέας αναφέρεται στα κυριότερα σχετικά αναλυτικά έργα που έλαβε υπόψη, του Γιώργου Δερτιλή, του Κώστα Κωστή, των Καλαφάτη και Πρόντζα, στα πιο εξειδικευμένα του Σακελαρόπουλου, του Ψαλιδόπουλου, καθώς και στις μελέτες της Σοφίας Λαζαρέτου, που προλόγισε το βιβλίο που παρουσιάζουμε, και ακόμη στο έργο του Χέρινγκ, που μελέτησε τις συμπεριφορές των πολιτικών κομμάτων από το 1821 ως το 1936 και την επιρροή τους στην οικονομική πολιτική, όπως και σε διάφορες μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος. Πού έγκειται, λοιπόν, η πρωτοτυπία της σύντομης μελέτης του Νίκου Χριστοδουλάκη; Έγκειται στο ότι, για πρώτη φορά, επιχειρείται η οριζόντια συνεξέταση όλων των ελληνικών κρίσεων του 19ου αιώνα, με σκοπό να εντοπιστούν, αν υπάρχουν, κοινά διαχρονικά χαρακτηριστικά, είτε αυτά πηγάζουν από παράγοντες εξωτερικούς, δηλαδή από διεθνείς διαταραχές, είτε από παράγοντες εσωτερικούς, δηλαδή από εσωτερικές ανισορροπίες και δυσλειτουργίες. Η μελέτη αποσκοπεί ακόμη στο να αναδείξει τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας τα οποία την εξέθεσαν σε διαταραχές και που εξαιτίας τους αυτή έμεινε ουσιαστικά στάσιμη κατά τον 19ο αιώνα, αλλά και για μεγάλο χρονικό διάστημα του 20ού αιώνα. Επίσης, η μελέτη αποσκοπεί στο να καταγράψει τα συμπεράσματα για τους διαχρονικούς μηχανισμούς πρόκλησης και μετάδοσης κρίσεων, μερικοί από τους οποίους, σημειώνει ο συγγραφέας, ενδέχεται να παραμένουν ενεργοί έως και σήμερα. Τέλος, η έρευνα αποσκοπεί στην καταγραφή ορισμένων δεικτών που ενδεχομένως προαγγέλλουν επερχόμενη κρίση. Οι δείκτες αυτοί, αν δεν αγνοηθούν, όπως στο παρελθόν, αλλά ληφθούν υπόψη για έγκαιρη λήψη διορθωτικών μέτρων, μπορεί να οδηγήσουν σε επιτυχέστερη πρόληψη.
Η έρευνα, όπως το είπα, περιορίζεται στον 19ο αιώνα και ειδικότερα στην περίοδο από το 1833, οπότε είχε πλέον αναγνωριστεί διεθνώς η ίδρυση του Ελληνικού Βασιλείου, μέχρι την πτώχευση του 1898. Δεν εξετάζεται δηλαδή η πτώχευση του 1827, που ήταν η πρώτη πτώχευση του Ελληνικού Κράτους. Διότι, το Ελληνικό Κράτος, αντίθετα από ό,τι συχνά αναφέρεται, ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1822, ημέρα από την οποία τέθηκε αναδρομικά σε εφαρμογή το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα, το γνωστό ως Σύνταγμα της Τροιζήνας. Από τότε, λοιπόν, υπάρχει το Ελληνικό Κράτος, γιατί από τότε πληρούνται οι τρεις σωρευτικές συνθήκες ύπαρξης κράτους, από τότε υπάρχουν συνενωμένα τα τρία αναγκαία συστατικά στοιχεία του κράτους, ο λαός, η επικράτεια και η πολιτική οργάνωση. Η εξωτερική αναγνώριση δεν αποτελεί συνθήκη της ύπαρξης κράτους.
Ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι για να προχωρήσει η έρευνά του έπρεπε προηγουμένως να επιλύσει ορισμένα μεθοδολογικά ζητήματα.
Το βιβλίο χωρίζεται σε 15 μικρά, αλλά πυκνά, κεφάλαια. Καθένα πραγματεύεται μια συγκεκριμένη πτυχή της έρευνας.
Έτσι αντιμετώπισε, πρώτον, το ζήτημα της επιλογής των στατιστικών στοιχείων που είναι απαραίτητα για μια ενιαία διαχρονική ανάλυση των κρίσεων. Αυτά τα ανεύρε πλέον στις μακροοικονομικές σειρές από τη βάση SEEMHN (2014) της Τράπεζας της Ελλάδος.
Δεύτερον, αντιμετώπισε το ζήτημα της καταλληλόλητας του ΑΕΠ ως μέτρου για την παρακολούθηση της συνολικής δραστηριότητας και τον βαθμό αξιοποίησης των παραγωγικών συντελεστών, ώστε τα μεγέθη αυτά να είναι συγκρίσιμα με τις κρίσεις άλλων εποχών και άλλων χωρών.
Τρίτον, ο συγγραφέας ορθά επισημαίνει ότι προϋπόθεση του εντοπισμού της επίπτωσης των κρίσεων στο βιοτικό επίπεδο είναι να μην υπάρχει, κατά τη χρονική διάρκεια της έρευνας, σημαντική μεταβολή στην έκταση και στον πληθυσμό της μελετώμενης χώρας. Όμως η διαρκής προσάρτηση νέων εδαφών και οι συνακόλουθες αυξήσεις του πληθυσμού της Ελλάδας κατά τον 19ο αιώνα δυσκολεύει σημαντικά την έρευνα. Για τον λόγο αυτό ο συγγραφέας επιλέγει να λάβει υπόψη την πορεία του κατά κεφαλή ακαθάριστου εισοδήματος (ΚΚΑΕΠ), εκφρασμένου σε όρους σταθερής αγοραστικής δύναμης. Έτσι μόνο μπορεί να επιτύχει σύγκριση σε διάφορες περιόδους ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες. Για τον προσδιορισμό αυτόν επιλέγει να λάβει υπόψη τον δείκτη που έχει κατασκευαστεί από την ομάδα Κωστελένος (2007) για την Ελλάδα και τη βάση δεδομένων Μάντισον (2018) για πολλές χώρες του κόσμου, έτσι όπως ο δείκτης αυτός εκφράζεται σε σταθερά δολάρια ΗΠΑ του 2011, ώστε να είναι διαχρονικά συγκρίσιμος.
Και, τέταρτον, ο συγγραφέας αντιμετώπισε το ζήτημα του διαχωρισμού της υπό μελέτη περιόδου, από το 1833 ως το 1898, σε πολλές υποπεριόδους, το ζήτημα της λεγόμενης περιοδολόγησης. Ο διαχωρισμός σε πολλές υποπεριόδους επιτρέπει μεν να αναδεικνύονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της καθεμίας (όπως γίνεται στις διάφορες διεξοδικές ιστορικές μελέτες που ανέφερα), αλλά δεν διευκολύνει τη διαχρονική συγκρισιμότητα των κρίσεων. Πάντως, ενιαία ανάλυση δεν μπορεί να επιτευχθεί, αν κατά τη μελετώμενη περίοδο έχουν μεσολαβήσει βαθιές αλλαγές που επανακαθορίζουν ριζικά τους συντελεστές παραγωγής, τους θεσμούς και τους μηχανισμούς ένταξης στο διεθνές σύστημα. Ο συγγραφέας επισημαίνει, ωστόσο, ότι τέτοιο διάστημα δομικής τομής (structural break) δεν ανιχνεύεται κατά τη διάρκεια της περιόδου που μελετά και, κατά συνέπεια, όλο αυτό το διάστημα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια ενιαία περίοδος.
Λίγα λόγια τώρα για τη διάρθρωση του βιβλίου, για να δώσω μια συνολική εποπτική εικόνα. Το βιβλίο χωρίζεται σε 15 μικρά, αλλά πυκνά, κεφάλαια. Καθένα πραγματεύεται μια συγκεκριμένη πτυχή της έρευνας. Μετά από μια γενική εισαγωγή, κατά σειρά: εξετάζονται τα βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας· προσδιορίζονται οι βασικές κρίσεις· περιγράφονται τα διάφορα επεισόδια χρεοκοπίας και ο αντίκτυπός τους στην αντιμετώπιση της Χώρας από το διεθνές σύστημα· εξετάζονται οι βασικές παράμετροι που καθορίζουν την αξιοπιστία μιας χώρας· ορίζεται ένας δείκτης πίεσης ρευστότητας που προκαλείται από τις στρατιωτικές δαπάνες και τους τόκους δανείων σε συνάρτηση με τα κρατικά έσοδα· εξετάζονται οι στρεβλώσεις που προκαλεί η επιλογή των έμμεσων φόρων για την αύξηση των κρατικών εσόδων· περιγράφονται τα αίτια για τη δημοσιονομική υστέρηση· ανακεφαλαιώνονται τα βασικά διλήμματα πολιτικής· περιγράφονται τα χρονικά ορόσημα που στοιχειοθετούν την επιχειρούμενη ανάλυση· μελετάται η κατανομή των πόρων στο πλαίσιο ενός μακροοικονομικού υποδείγματος ροών αποθεμάτων· περιγράφεται ο ισολογισμός του τραπεζικού συστήματος· αναφέρεται ο σχηματισμός συναλλαγματικών διαθεσίμων με βάση κάποιους στόχους· περιγράφεται το τριπλό πρόβλημα κατάρρευσης που αντιμετώπισε η ελληνική οικονομία στο τέλος του 19ου αιώνα με τις λεόντειες συμφωνίες με τις οποίες παραδόθηκε στους πιστωτές, στην Τουρκία και στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, και, τέλος, καταγράφονται συμπεράσματα και αντλούνται ορισμένα διδάγματα. Και υπογραμμίζεται πως με την έλευση του 20ού αιώνα και την άνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία η Χώρα αλλάζει ριζικά και πραγματώνει πολλά από τα αρχικά της οράματα και επιδιώξεις.
Ακολουθούν τέσσερα μικρά, πρωτότυπα, παραρτήματα, όπου καταγράφονται οι σχετικοί μαθηματικοί τύποι, με αντικείμενο, κατά σειρά, την αιτιότητα φόρων και δαπανών, τις νομισματικές σχέσεις, το εθνικολογιστικό πλαίσιο σώρευσης και το οικονομετρικό υπόδειγμα συσσώρευσης διαθεσίμων. Τέλος, παρατίθεται πίνακας βιβλιογραφίας στα ελληνικά και στα αγγλικά.
Όπως το ανακοίνωσα εξαρχής, θα ασχοληθώ τώρα με τρία ειδικότερα ζητήματα, το γενικό πλαίσιο της έρευνας, τη στρέβλωση της φορολογίας και την «ένδοξη χρεοκοπία».
![]() |
|
Στιγμιότυπο από την παρουσίαση του βιβλίου στα Χανιά. ©Flashnews.gr |
Β. Έρχομαι λοιπόν στο γενικότερο πλαίσιο. Ο συγγραφέας παρατηρεί ότι, κατά μια ιδιαίτερα δημοφιλή στην εσωτερική κοινή γνώμη ανάλυση των ελληνικών κρίσεων, τις κρίσεις τις παράγει και τις διαιωνίζει ο τρόπος συγκρότησης του νεότερου ελληνικού κράτους, με την εξάρτησή του από τις δυτικές δυνάμεις. Είναι γνωστός ο ρόλος των δυτικών δυνάμεων στη σύναψη των δανείων της Επανάστασης του 1821, όπως και οι επεμβάσεις τους στην εσωτερική πολιτική ζωή της Χώρας. Η ανάλυση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα πρέπει να αποτινάξει την ένταξή της στο ευρωπαϊκό σύστημα ξεκινώντας με αποκήρυξη των δανειακών υποχρεώσεών της και αναζητώντας έναν άλλο προσανατολισμό στη διεθνή σκηνή.
Πολύ ορθά, κατά τον συγγραφέα, η πιο σημαντική παραπλάνηση στην οποία οδηγούν οι θεωρίες αυτές είναι ότι, δήθεν, όσο υπήρχε δραχμή, η νομισματική πολιτική της Χώρας καθοριζόταν αυτόνομα και απαρέγκλιτα υπέρ του εθνικού νομίσματος, ενώ η ένταξη τον 19ο αιώνα σε διεθνείς νομισματικές ενώσεις ή η υιοθέτηση του ευρώ σήμερα εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα. Και υπογραμμίζει ότι, στην πραγματικότητα, πολλές φορές στην ιστορία της Ελλάδας η δραχμή ήταν προσδεμένη στο διεθνές νομισματικό σύστημα.
Μια άλλη ανάγνωση, δημοφιλής σε ορισμένους κύκλους στο εξωτερικό, είναι η «θεωρία πεπρωμένου». Δηλαδή ότι η Ελλάδα είναι καταδικασμένη να επαναλαμβάνει τις αποτυχίες του παρελθόντος, επειδή ποτέ δεν ταυτίστηκε οριστικά με το δυτικό πρότυπο. Αυτή ήταν και η προσέγγιση, πρόσφατα, εκείνων που επιθυμούσαν να αποχωρήσει η Ελλάδα από το ευρώ και που αναζητούσαν ιστορικά προηγούμενα για να το υποστηρίξουν. Αυτές οι «θεωρίες πεπρωμένου», όπως το παρατηρεί ο συγγραφέας, υιοθετούν λίγο-πολύ τη διάσημη ταξινόμηση του Χάντιγκτον για τη σύγκρουση των πολιτισμών. Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα ακολουθεί μια δική της ιστορική διαδρομή και ότι διαθέτει μια δική της, ιδιαίτερη, θρησκευτική ταυτότητα, που την τοποθετούν πλησιέστερα στις σλαβικές χώρες και στη Ρωσία παρά στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες.
Οι υποστηρικτές αυτών των «θεωριών πεπρωμένου» επικαλούνται ως ιστορική απόδειξη της ορθότητά τους την αποχώρηση της Ελλάδας από τη Λατινική Νομισματική Ένωση. Η Ένωση αυτή, το θυμίζω, ήταν μια σημαντική διεθνής, ευρωπαϊκή, συμφωνία του 19ου αιώνα, που αποσκοπούσε στην ενοποίηση των ευρωπαϊκών νομισμάτων. Λειτούργησε ως πρόγονος του σύγχρονου ευρώ, γιατί είχε προβλέψει να χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη διαφορετικά μεν εθνικά νομίσματα σε πολύτιμο μέταλλο, αλλά με ίδιο βάρος, μέγεθος και αξία. Το σύστημα είχε βασιστεί στον διμεταλλισμό, δηλαδή τα χρήματα υποστηρίζονταν ταυτόχρονα από χρυσό και ασήμι σε σταθερή αναλογία. Ιδρυτικά μέλη της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης, το 1865, ήταν η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Ελβετία. Η Ελλάδα προσχώρησε σε αυτή την ισχυρή διεθνή Ένωση πολύ γρήγορα, ήδη από τον Απρίλιο 1867, δηλαδή δύο μόνο χρόνια από τη δημιουργία της, και εξέδωσε δικό της σκληρό νόμισμα το 1868. Υποχρεώθηκε όμως να την εγκαταλείψει το 1908, εξαιτίας της συσσώρευσης μεγάλων χρεών, από την ήττα του 1897, που την είχαν οδηγήσει σε υπερβολική έκδοση χαρτονομισμάτων. Ωστόσο, δύο μόλις χρόνια αργότερα, το 1910, η Ελλάδα κατάφερε να επανέλθει στη Λατινική Ένωση διαψεύδοντας έτσι το δήθεν «πεπρωμένο» της. Τελικά, η Λατινική Ένωση διαλύθηκε επίσημα το 1927, δεδομένου ότι είχε πλέον χάσει τον σκοπό της, αφού οι χώρες, για να καλύψουν τα έξοδά τους, λόγω των συνεπειών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στις οικονομίες τους, άρχισαν να κόβουν λιγότερα πολύτιμα μέταλλα στα νομίσματά τους και εξέδιδαν χαρτονομίσματα.
Στο ίδιο μοτίβο επικαλέστηκαν ορισμένοι και την έξοδο της Ελλάδας το 1932 από τον Κανόνα Χρυσού, το νομισματικό σύστημα που επικρατούσε στον μεσοπόλεμο. Και πάλι ορθά υπογραμμίζει ο συγγραφέας ότι και εδώ δεν πρέπει να λησμονούμε ότι για την Ελλάδα ήταν άθλος που είχε καταφέρει να ενταχθεί στο σύστημα το 1928, παρά τα προβλήματα από τη Μικρασιατική Καταστροφή και ότι, πάντως, σχεδόν όλες οι ανεπτυγμένες χώρες εγκατέλειψαν τον Κανόνα Χρυσού την εποχή εκείνη και μάλιστα πολλές πριν από την Ελλάδα.
Παραδόξως, συνεχίζει ο συγγραφέας, οι εγχώριοι θιασώτες της ρήξης με το δυτικό σύστημα και την ευρωπαϊκή εξάρτηση καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα με τους διεθνείς παράγοντες που θεωρούν την Ελλάδα ανάξια να συμμετέχει στα ευρωπαϊκά συστήματα και επιδιώκουν την αποβολή της από αυτά. Ας θυμηθούμε και τη συζήτηση για έξοδο από το ευρώ που πυροδότησε το 2015 η τότε κυβέρνηση.
Πολύ ορθά, κατά τον συγγραφέα, η πιο σημαντική παραπλάνηση στην οποία οδηγούν οι θεωρίες αυτές είναι ότι, δήθεν, όσο υπήρχε δραχμή, η νομισματική πολιτική της Χώρας καθοριζόταν αυτόνομα και απαρέγκλιτα υπέρ του εθνικού νομίσματος, ενώ η ένταξη τον 19ο αιώνα σε διεθνείς νομισματικές ενώσεις ή η υιοθέτηση του ευρώ σήμερα εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα. Και υπογραμμίζει ότι, στην πραγματικότητα, πολλές φορές στην ιστορία της Ελλάδας η δραχμή ήταν προσδεμένη στο διεθνές νομισματικό σύστημα. Μάλιστα, σε όλες τις περιόδους ακμής και ανάπτυξης του 20ού αιώνα, όπως για παράδειγμα το 1910, το 1912, το 1930 και την κατά την περίοδο από το 1953 μέχρι το 1966, η δραχμή ήταν ενταγμένη στον Κανόνα Χρυσού (1910, 1912) ή στο Σύστημα Ανταλλαγής Χρυσού (1930) ή στο Σύστημα Μπρέτον Γουντς του δολαρίου με μακροχρόνιες σταθερές ισορροπίες και χωρίς μάλιστα καμία απολύτως δυνατότητα να επηρεαστεί η ισοτιμία με βάση κριτήρια εσωτερικά.
Πολύ εύστοχα ο συγγραφέας παρατηρεί ότι, όταν η δραχμή ήταν θεωρητικά ελεύθερη και ασύνδετη με το διεθνές νομισματικό σύστημα, πελαγοδρομούσε στον υψηλό πληθωρισμό, την ύφεση και την αδυναμία πρόσβασης στις διεθνείς αγορές, με αποτέλεσμα η κατάσταση αυτή να επιδράσει δυσμενώς όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και στα εθνικά θέματά μας. Φέρει, για παράδειγμα, την ταπείνωση του αποκλεισμού του Πειραιά το 1850, με την περίφημη υπόθεση Πατσίφικο, αλλά και λίγο αργότερα, με τον Κριμαϊκό Πόλεμο, με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, με την Καταστροφή του 1922, με τη μετακατοχική κατάρρευση του 1945 και με τον εμφύλιο που ακολούθησε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις.
Γ. Θέλω τώρα να σχολιάσω το ζήτημα της διαχρονικής φορολογικής στρέβλωσης που αναδεικνύει ο συγγραφέας. Η στρέβλωση αυτή έγκειται στη διαρκή αύξηση των έμμεσων φόρων έναντι των άμεσων. Υπενθυμίζω ότι οι έμμεσοι φόροι βαρύνουν την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών, ενώ οι άμεσοι το εισόδημα και την περιουσία. Δηλαδή, οι έμμεσοι βαρύνουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Το ζήτημα αυτό παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο. Ο συγγραφέας δίνει μια συνοπτική, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, εικόνα της γένεσης και εξέλιξης του φαινομένου της στρέβλωσης αυτής από την έλευση του Καποδίστρια μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα.
Έτσι, ο συγγραφέας περιγράφει πως τον Γενάρη του 1828 ο Καποδίστριας φτάνει σε μια χώρα χωρίς οργανωμένο κράτος, χωρίς κρατικά έσοδα, χωρίς καμιά οργανική διασύνδεση με το διεθνές σύστημα. Η αρχική επιδίωξή του να αντλήσει εγχώρια κεφάλαια με την έκδοση δύο ομολογιακών δανείων από τη νεοσύστατη Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα αποτυγχάνει και έτσι προσπαθεί να καθιερώσει ένα πιο σύγχρονο φορολογικό σύστημα. Μέχρι τότε οι φόροι στην αγροτική παραγωγή υπολογίζονται με τη δεκάτη και συλλέγονται σε είδος από τους «φορατζήδες». Οι «φορατζήδες» συχνά μετατρέπονται σε διώκτες των παραγωγών. Ο Καποδίστριας απαγορεύει την υπενοικίαση των φόρων για να περιορίσει τους μεσάζοντες και προβλέπει την καταβολή της δεκάτης όχι πια σε είδος, αλλά εγχρήματη, για να περιορίσει την αυθαιρεσία της εκτίμησης και τη συνακόλουθη λεηλασία της σοδειάς. Με νέους φόρους επιχειρεί να ενισχύσει τη φορολογική ισονομία χωρίς προνόμια και εξαιρέσεις. Θέτει όμως έτσι σε κίνηση μια διαδικασία φορολογικής έχθρας προς το κράτος από πολλές ετερόκλητες ομάδες, όπως οι έμποροι, που δεν θέλουν δασμούς, και οι προύχοντες, που επιμένουν στην απαλλαγή τους. Ακόμα και τα νησιά διεκδικούν τα προνόμια που είχαν αποσπάσει τον προηγούμενο αιώνα από την Υψηλή Πύλη. Επισημαίνω και στο σημείο αυτό τον επίκαιρο χαρακτήρα όλων αυτών των αντιδράσεων, ακόμη και των νησιών, που και σήμερα ακόμη επιμένουν σε ειδική φορολογική μεταχείριση!
Ο συγγραφέας εύστοχα μνημονεύει στη συνέχεια ορισμένα γεγονότα που εξέθρεψαν ένα αντιφορολογικό κίνημα, που εμποτίζει τη δημόσια σφαίρα ακόμα και σήμερα. Το 1830 οι έμποροι της Σύρου εξεγείρονται κατά της επιβολής φορολογίας στο εξωτερικό εμπόριο. Στη νότια Πελοπόννησο οι προύχοντες οργανώνουν επιδρομές και αρπάζουν από τις αποθήκες τα σιτηρά που αντιπροσωπεύουν τους φόρους. Η φορολογική αντίσταση συνεχίζεται τον επόμενο χρόνο με την ανταρσία στον Πόρο, με επικεφαλής τον ναύαρχο Μιαούλη, Διοικητή του Στόλου. Και όμως αυτός ο Διοικητής, που τον είχε διορίσει ο ίδιος ο Καποδίστριας, έδωσε εντολή και κάηκαν τέσσερα πολεμικά πλοία, μεταξύ τους δε και τα αγορασμένα με δάνεια το 1825. Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο Μιαούλης παρέμεινε ατιμώρητος και ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε. Η φορολογική μεταρρύθμιση καταρρέει, όπως βεβαίως και τα έσοδα του νεοσύστατου κράτους, όπου επικρατεί χάος.
Και ο συγγραφέας συνεχίζει με την άφιξη των Βαυαρών το 1833, οπότε οι άμεσοι φόροι εξακολουθούν να συλλέγονται μέσω της δεκάτης. Κυμαίνονται γύρω στο 10% του ΑΕΠ, ενώ η έμμεση φορολογία βρίσκεται στο ήμισυ. Από την πρώτη χρονιά ξεσπά νέο κύμα φορολογικών εξεγέρσεων σε πολλές περιοχές της Χώρας, αλλά αυτή τη φορά διαρκεί πολύ, ως το 1840, και συχνά λαμβάνει ένοπλη μορφή. Η θέσπιση μιας σειράς νέων φόρων, όπως του έγγειου, της επικαρπίας και των οικοδομών, εντείνει την αντίσταση των υποχρέων και τα κρατικά έσοδα καταρρέουν ξανά. Από την άλλη, η στρατιά των Βαυαρών και η πολυτέλεια της Αυλής διογκώνουν υπέρμετρα τις δαπάνες. Το δάνειο-προίκα του 1833 για την ίδρυση του Κράτους δεν μπορεί πια να εξυπηρετηθεί και, τελικά, στις αρχές του 1843, η Χώρα καταφεύγει σε επίσημη στάση πληρωμών.
Οι εγγυήτριες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, αντιδρούν και πιέζουν για αύξηση εσόδων, αλλά οι άμεσοι φόροι συνεχίζουν να μειώνονται. Το 1843 καταγράφει τις χαμηλότερες εισπράξεις από καταβολής κράτους και οι Βαυαροί επινοούν απίστευτες διατάξεις για την αύξησή τους. Έτσι επιβάλλουν τη δεκάτη σε μέλισσες, στα λεμόνια Τροιζήνας, στα ξερά σύκα και λοιπά! Όμως, το 1847, τα άμεσα έσοδα πέφτουν ακόμα πιο χαμηλά, στο 5,1% του ΑΕΠ.
Οι περικοπές μισθών που συζητούνται εξοργίζουν τους στρατιωτικούς. Τελικά, εκδηλώνεται το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 με αίτημα τη χορήγηση Συντάγματος. Με αυτό το δικαίωμα ψήφου αποδεσμεύεται από τις απαιτήσεις ιδιοκτησίας και διεξάγονται οι πρώτες εκλογές για ανάδειξη της Βουλής. Η προσπάθεια προσεταιρισμού ψήφων θέτει σε κίνηση έναν μηχανισμό φορολογικής εύνοιας που προσπαθεί να αποφύγει την άμεση επιβάρυνση των κατά τεκμήριο εχόντων. Δεν μπορώ να μην επισημάνω πόσο επίκαιροι παρέμειναν μέχρι σήμερα τέτοιοι μηχανισμοί!
Με αφορμή την κυριότητα δύο μικρών νησίδων, η Αγγλία απειλεί αποκλεισμό των ελληνικών λιμανιών και τελικά το κάνει το 1850 απαιτώντας την αποζημίωση ενός υπηκόου της, του Πατσίφικο, που ήδη τον ανέφερα. Ακολουθεί, κατά την περίοδο 1854-1857, νέος αποκλεισμός με πρωτοβουλία της Γαλλίας, τώρα για να κρατηθεί η Ελλάδα εκτός Κριμαϊκού Πολέμου. Και ναι μεν οι συγκρούσεις παύουν το 1857, αλλά οι κανονιοφόροι παραμένουν και η πολιορκία λύνεται μόνον όταν η Ελλάδα αποδέχεται μια Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου.
Λίγο αργότερα, το 1864, ψηφίζεται νέο, πιο φιλελεύθερο Σύνταγμα, και η ψήφος γίνεται καθολική, αλλά μόνο για τους άντρες, και εισάγεται η τεχνολογία ψήφισης με τα σφαιρίδια που μειώνει τις πιθανότητες νοθείας και εξαγοράς. Όμως η Χώρα δεν αξιοποιεί το ευρύτερα ευνοϊκό για μια δικαιότερη οργάνωση της κοινωνίας διεθνές και εγχώριο περιβάλλον για να θεμελιώσει ένα αποτελεσματικότερο και δικαιότερο φορολογικό σύστημα με βάση την ανάληψη των βαρών κατ’ αναλογία των δυνατοτήτων του καθενός. Έτσι οι άμεσοι φόροι κατρακυλούν διαρκώς και ούτε οι αραιές και άτολμες παρεμβάσεις για ανόρθωσή τους ούτε, ειδικότερα, η επιβολή φορολογίας κερδών το 1877 επιφέρουν ουσιαστική βελτίωσή τους. Έτσι, έμμεσοι φόροι, που αυξάνονται συνεχώς και ακόμα περισσότερο λόγω του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου από το 1898 και μετά, επιβαρύνουν δυσανάλογα τους φτωχότερους.
Ο συγγραφέας παρατηρεί ότι θα μπορούσε να είχαν διασφαλιστεί ορισμένα κρατικά έσοδα από την είσπραξη του λεγόμενου «εκδοτικού οφέλους», δηλαδή του οφέλους που προκύπτει από τη διακράτηση χρήματος κατά τη έκδοσή του και που συνιστά μια μορφή αφανούς έμμεσης φορολογίας. Όμως, για το μεγαλύτερο διάστημα του 19ου αιώνα, το εκδοτικό όφελος ήταν λίαν αμελητέο, αφενός μεν διότι ο εγχρηματισμός της αρχαϊκής ακόμη οικονομίας, και κατ’ επέκταση η ζήτηση του χρήματος, ήταν περιορισμένη, αφετέρου δε διότι το όποιο εκδοτικό όφελος είχε εκχωρηθεί στις εκδοτικές τράπεζες που απέδιδαν στο Κράτος μικρό μόνο μέρος. Αλλ’ επίσης, και σημαντικότερο, λόγω του διμεταλλικού νομισματικού καθεστώτος επικρατούσε χαμηλός πληθωρισμός και σταθερές ισοτιμίες και έτσι από το 1852 ως το 1898, δηλαδή για μισό αιώνα, ο μέσος πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν μόλις 2,8% ετησίως. Γι’ αυτό, άλλωστε, μέχρι τότε δεν εκδηλώθηκαν ονομαστικές κρίσεις.
Μοναδική λύση για τη διασφάλιση των κρατικών εσόδων και την πληρωμή των τόκων των δανείων θα ήταν η θέσπιση ενός αξιόπιστου φορολογικού πλαισίου, όπως ορθά υποστηρίζει ο συγγραφέας. Όμως, όπως είδαμε, αυτό απέτυχε και έτσι παρέμεινε διαθέσιμη μία μόνο δυνατότητα, η επιβολή της φορολογίας της κατανάλωσης. Η επιλογή αυτή όμως συνεχίζει και σήμερα ακόμη να προκαλεί διαχρονικά περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει.
Από το 1864 και μετά οι έμμεσοι φόροι κατανάλωσης αυξάνονται συνεχώς και σε μια δεκαετία ξεπερνούν τους άμεσους φόρους εισοδήματος. Η κατάσταση εκτροχιάζεται όταν ο Χαρίλαος Τρικούπης δρομολογεί, μετά το 1882, ευρύ πρόγραμμα συγκοινωνιακών υποδομών και στρατιωτικών εξοπλισμών επιλέγοντας για τη χρηματοδότησή του την επιβολή σωρείας έμμεσων φόρων και σε πολύ μικρότερο βαθμό την αύξηση ορισμένων άμεσων. Νέο κύμα επιβαρύνσεων, μετά τις εκλογές του 1887, εκτινάσσει την έμμεση φορολογία στο 10% του ΑΕΠ έναντι 4% της άμεσης. Η υπερφορολόγηση οδηγεί σε πανωλεθρία του Τρικούπη στις εκλογές του 1890. Πολλοί φόροι καταργούνται από τη νέα κυβέρνηση, όμως τα έσοδα δεν αναπληρώνονται και η εξυπηρέτηση των δανείων καθυστερεί και τελικά, το 1893, η Χώρα κηρύσσει και πάλι στάση πληρωμών. Οι διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές χρονοτριβούν, η θέση της Ελλάδας επιδεινώνεται περαιτέρω από την ήττα του 1897 και τις αποζημιώσεις προς την Τουρκία. Για να βρει δάνεια η κυβέρνηση αποδέχεται, τελικά, το 1898 την κατά προτεραιότητα δέσμευση των εσόδων για τις πληρωμές τόκων και τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Η ύφεση συμπιέζει τους άμεσους φόρους και έτσι πάλι επιλέγεται η αύξηση της έμμεσης φορολογίας. Διαμορφώνεται έκτοτε μια πρακτική που εφαρμόζεται ανελλιπώς σε όσες κρίσεις τελειώνουν με χρεοκοπία και ανάγκη ταχείας δημοσιονομικής ανάταξης.
Ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι στις περισσότερες κρίσεις του 19ου αιώνα δεν υπήρξε μεγάλη άνοδος του πληθωρισμού, αφού τα τότε διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν άνοδο των τιμών (με την επιφύλαξη πάντως ότι μεγάλο μέρος των ανταλλαγών ήταν εμπράγματο), ούτε υπήρξε μεγάλη υποτίμηση του νομίσματος, αφού οι συναλλαγές με ξένα νομίσματα ήταν σχεδόν ανύπαρκτες και δεν λειτουργούσε καμία αγορά συναλλάγματος. Όμως μια οικονομική κρίση στη Χώρα μας, πέρα από τον πληθωρισμό και την υποτίμηση, προκαλεί ευρύτερη ύφεση της οικονομίας η οποία, στις περισσότερες περιπτώσεις, σαρώνει και τα νομισματικά μεγέθη σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από ό,τι αλλού. Διότι οι εθνικοί μηχανισμοί αντίδρασης είναι ελλιπείς, όπως αυτό καθίσταται ιδιαίτερα αισθητό από την αδυναμία συγκρότησης μηχανισμών περιορισμού των απωλειών εισοδήματος που προκαλούν οι κρίσεις στους φτωχότερους. Και πάλι δεν μπορώ παρά να υπογραμμίσω πόσο αυτή η αδυναμία είναι αισθητή και σήμερα ακόμη!
Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας, και πάλι ιδιαίτερα επιτυχώς, παρατηρεί ότι η εσωτερική ανικανότητα διαχείρισης οικονομικών κρίσεων εκδηλώνεται ταυτόχρονα με μια εντυπωσιακή πολιτική αστάθεια που ξεσπά κάθε φορά. Αποκορύφωμα κατά τον 19ο αιώνα, που μελετά, ήταν η «βουβή κρίση» της περιόδου 1863-1877, οπότε άλλαξαν 33 κυβερνήσεις, δηλαδή καθεμιά κράτησε κατά μέσο όρο λιγότερο από ένα εξάμηνο. Συνδέονται πράγματι η πολιτική αστάθεια και ο βαθμός διαχειριστικής ανικανότητας με το είδος και την ένταση της κάθε οικονομικής κρίσης; Πέφτουν οι κυβερνήσεις επειδή η οικονομία βρίσκεται σε κρίση ή μήπως η κρίση επιδεινώνεται επειδή αλλάζουν συχνά οι κυβερνήσεις για λόγους που όμως δεν σχετίζονται άμεσα με την οικονομία; Ίσως το ένα, ίσως το άλλο, ίσως και τα δύο μαζί. Οι παράγοντες που καθορίζουν μια κρίση ή αλλαγή κυβέρνησης είναι διαφορετικοί σε κάθε εποχή. Πάντως, πάντα, η κακή πορεία της οικονομίας οδηγεί αργά ή γρήγορα σε αλλαγή κυβέρνησης. Όταν η κρίση διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να υπάρχουν αλλαγές κυβερνήσεων, χωρίς όμως αναγκαστικά αυτό να οφείλεται στην αδυναμία αντιμετώπισης της οικονομίας, αλλά σε άλλους λόγους ή και σε άλλους λόγους που συγκυριακά εκδηλώνονται κατά την ίδια περίοδο.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι, πάντως, δεν υπάρχει «ένδοξη χρεοκοπία», δηλαδή όταν μια χώρα είναι υπερχρεωμένη δεν έχει «ηρωικές» επιλογές εξόδου. Μιλήσαμε για τη συνακόλουθη ύφεση και παύση πληρωμών, αλλά το χειρότερο και το πιο απειλητικό είναι το κοινωνικό ρήγμα που εκδηλώνεται σε όλες σχεδόν τις κρίσεις χρέους.
Δ. Και φθάνω στο τρίτο και τελευταίο σημείο του βιβλίου που επιθυμώ να σχολιάσω. Η μελέτη του Νίκου Χριστοδουλάκη καταρρίπτει τον μύθο της «ένδοξης» χρεοκοπίας. Δεν υπάρχει σύγχρονο κράτος αποξενωμένο από τις διεθνείς αγορές ούτε υπήρξε ποτέ στο παρελθόν, γι’ αυτό, μόλις τα έθνη κέρδιζαν την ανεξαρτησία τους, έσπευδαν να αναζητήσουν την αναγνώριση, την έγκριση και τα κεφάλαια των διεθνών αγορών. Η ικανότητα παρουσίας και δανεισμού σε διεθνείς αγορές ήταν και είναι καθοριστικό στοιχείο της αποδοχής ενός κράτους από τα άλλα. Αυτή η ικανότητα δανεισμού αποτελεί τη βάση της οικονομικής πιστοποίησης κάθε χώρας πάνω στην οποία αναπτύσσονται οι διμερείς και πολυμερείς οικονομικές σχέσεις, το εμπόριο, οι επενδύσεις και η συνεργασία. Ο συγγραφέας δίνει το παράδειγμα της έγκρισης των δανείων του Αγώνα, πριν ακόμα αναγνωριστεί επίσημα το Ελληνικό Κράτος, η οποία έγκριση θεωρήθηκε ουσιαστική αναγνώριση και μήνυμα υποστήριξης των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στην υπόθεση της Ανεξαρτησίας. Το στρατιωτικό αντίστοιχο μήνυμα ήρθε αργότερα στο Ναυαρίνο και ακολούθησε το επίσημο διπλωματικό.
Η παρατήρηση του συγγραφέα για τη σημασία της ικανότητας δανεισμού ενός κράτους είναι πολύ σημαντική. Σημαίνει, γενικεύοντας, αλλά πολύ επιγραφικά, ότι ο δημόσιος δανεισμός και, συνακόλουθα η χρεοκοπία που αυτός συνεπάγεται σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν αποτελεί ένα συγκυριακό παροδικό, ατυχές, φαινόμενο, αλλά ένα σταθερό χαρακτηριστικό των δυτικών κρατών. Οι εργασίες του David Graeber (Debt, the first 5000 years, Melville House, London 2015 (και στα ελληνικά: Χρέος, τα πρώτα 5000 χρόνια, εκδ. ΣΤΑΣΕΙ, Πολιτεία) και του Jacques Attali (Tous ruinés en dix ans? Dette publique: la dernière chance, Fayard, 2010) φωτίζουν ιδιαίτερα αυτή τη διαπίστωση.
Ο δημόσιος δανεισμός μπορεί να συνδράμει στην ανάπτυξη της οικονομίας, εφόσον όμως πληρούνται ορισμένες όμως ειδικές προϋποθέσεις, και, ιδίως, πρώτον, ότι τα δάνεια δεν μετατρέπονται σε μηχανισμό πληρωμής προς τις διάφορες φατρίες που τα αποθησαυρίζουν ιδιωτικά ή τα χρησιμοποιούν για να εξοντώσουν τους εσωτερικούς αντιπάλους τους και, δεύτερον, ότι το κράτος δανείζεται περιορισμένα και μάλιστα στο δικό του νόμισμα. Κανένα από τα δύο αυτά κριτήρια δεν διασφαλίστηκε στην Ελλάδα του 19ου αιώνα που μελετά ο συγγραφέας, αλλά δεν μπορώ και να μην επισημάνω ότι ούτε και μέχρι σήμερα διασφαλίστηκε, και έτσι, διαχρονικά, οδηγούμαστε μετά από κάθε κρίση σε ένα μοιραίο δίπτυχο. Από τη μια μεριά έχουμε βαθιά ύφεση, ως αποτέλεσμα εφαρμογής εξοντωτικής φορολογίας για την αποπληρωμή νέων δανείων και από την άλλη μεριά έρχεται ο εθνικός διχασμός, γιατί οι φτωχοί χάνουν ακόμα και τα πιο βασικά. Ο συγγραφέας παρατηρεί ότι οι κυβερνήσεις τροφοδοτούν συχνά αυτό το απειλητικό δίπτυχο, γιατί, από τον φόβο ότι η πολιτική επιβίωσή τους καθορίζεται αποκλειστικά από τις ευμενείς εκθέσεις των δανειστών, δεν αναζητούν πιο αποτελεσματικές πρακτικές και μεταρρυθμίσεις για την πρόοδο της Χώρας, αλλά σπεύδουν να εφαρμόσουν τυφλά ό,τι τους προτείνεται, για να μη θεωρηθεί ότι αμφισβητούν την αυθεντία τους. Οι δανειστές, με τη σειρά τους, διαβλέπουν ότι η κυβέρνηση δεν έχει δική της στρατηγική. Έτσι επιλέγουν την πιο άμεση εισπρακτική πολιτική άσχετα από τις καταστροφικές συνέπειες που έχει αυτό για τη Χώρα.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι, πάντως, δεν υπάρχει «ένδοξη χρεοκοπία», δηλαδή όταν μια χώρα είναι υπερχρεωμένη δεν έχει «ηρωικές» επιλογές εξόδου. Μιλήσαμε για τη συνακόλουθη ύφεση και παύση πληρωμών, αλλά το χειρότερο και το πιο απειλητικό είναι το κοινωνικό ρήγμα που εκδηλώνεται σε όλες σχεδόν τις κρίσεις χρέους. Το ρήγμα αυτό προκαλεί επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών και με τη σειρά του οδηγεί σε μεγαλύτερη αδιαλλαξία των δανειστών. Ο συγγραφέας φέρει ως παράδειγμα για τη διαπίστωση αυτή το δάνειο του 1824, οπότε είχε ήδη ξεκινήσει εμφύλιος πόλεμος και οι πιστωτές αποφάσισαν να μην το στείλουν στην κυβέρνηση, αλλά να το τοποθετήσουν σε λογαριασμό του εξωτερικού, τον οποίο διαχειρίζονταν τραπεζικοί και Έλληνες της διασποράς. Αυτοί, από τον φόβο ότι ο εμφύλιος θα οδηγούσε σε κατάρρευση της Επανάστασης, βιάστηκαν να πωλήσουν τα ομόλογα σε άλλους επενδυτές για να εισπράξουν γρήγορα κέρδη. Οι νέοι αγοραστές άρχισαν με τη σειρά τους να πιέζουν την Ελλάδα για την αποπληρωμή τους. Μικρό μόνο μέρος των δανείων χρησιμοποιήθηκε τελικά για τις ανάγκες του Αγώνα. Δημιουργήθηκε όμως ένας δίαυλος πιέσεων και εκβιασμών που κράτησε σχεδόν όλο τον 19ο αιώνα.
Ο συγγραφέας διερωτάται αν μπορούμε να αντλήσουμε ένα δίδαγμα της ιστορίας μέχρι σήμερα. Και επισημαίνει ότι τα πράγματα θα είχαν ασφαλώς λάβει καλύτερη τροπή αν, την κρίσιμη ώρα των διαπραγματεύσεων, υπήρχε μια κοινή στάση απέναντι στους ξένους δανειστές, αν δεν είχε ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος του 1823-1825, αν δεν είχε εκδηλωθεί η ανελέητη εσωτερική διαμάχη του 1890. Η Ελλάδα, ενωμένη, θα αντιμετώπιζε ισχυρότερη τα προβλήματά της, πιο αποτελεσματικά, και μάλιστα ίσως, αν από τότε είχε καλλιεργηθεί η επιδίωξη συναίνεσης, θα είχε η συναίνεση αυτή σήμερα ενσταλαχθεί στο εθνικό μας DNA ως αυτονόητη εθνική στρατηγική.
Ε. Και κλείνω με μια αναφορά σε ένα σημερινό ζήτημα, που, όπως το είπα εξαρχής, συνδέεται με τον ευρύτερο προβληματισμό που θέτει το βιβλίο του Νίκου Χριστοδουλάκη. Αφορά το ζήτημα της ενδεχόμενης συνταγματικής θέσπισης μέγιστου ποσοστιαίου περιορισμού επί του ΑΕΠ για τον κρατικό δανεισμό. Το ζήτημα αυτό θέτει μία από τις πρόσφατες κυβερνητικές προτάσεις αναθεώρησης, αυτή του άρθρου 79 του Συντάγματος. Η πρόταση αυτή περιέχει δύο σκέλη.
Το πρώτο σκέλος προβλέπει ότι: «Ο προϋπολογισμός οφείλει να διασφαλίζει τη δημοσιονομική ισορροπία μεταξύ εσόδων και εξόδων και τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία». Η πρόταση αυτή για τη δημοσιονομική ισορροπία και βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία, με γενικόλογη και παντελώς αόριστη διατύπωση, είναι κατ’ ουσία κενή περιεχομένου, αφού απλώς καταγράφει το αυτονόητο, χωρίς να παράγει καμία απολύτως δέσμευση και χωρίς να απειλεί οποιαδήποτε κύρωση ή συνέπεια σε περίπτωση παραβίασής της και χωρίς ούτε καν να θεσπίζει κάποιο σχετικό διαπιστωτικό μηχανισμό. Νόημα θα είχε μια τέτοια διάταξη, μόνο αν συνοδευόταν από την καθιέρωση ενός αποτελεσματικού κυρωτικού μηχανισμού που θα διασφάλιζε την παραγωγή συγκεκριμένων έννομων συνεπειών σε περίπτωση παραβίασης των επιταγών της.
Το δεύτερο σκέλος προβλέπει την υποχρέωση «κατάθεση(ς) και δημοσιότητα(ς) ετήσιου απολογισμού εκ μέρους φορέων που χρηματοδοτούνται, άμεσα ή έμμεσα, από τον κρατικό προϋπολογισμό». Είναι προφανές ότι η θεσμοθέτηση υποχρέωσης να κατατίθεται και να δημοσιεύεται ετήσιος απολογισμός από τους φορείς που χρηματοδοτούνται, άμεσα ή έμμεσα, από τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν χρειάζεται να είναι συνταγματικής περιωπής, αρκεί να προβλέπεται νομοθετικά. Το Σύνταγμα εμπόδισε ή εμποδίζει άραγε τον νομοθέτη να το κάνει; Ή χρειάζεται ολόκληρη συνταγματική αναθεώρηση για να «ξυπνήσει» απλώς ο νομοθέτης; Φυσικά τα ερωτήματα αυτά είναι απλώς ρητορικά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιουλίου 2026 του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), το 2025 το δημόσιο χρέος ανήλθε σε 406,1 δισ. ευρώ (από 403,8 το 2024), ενώ το Χρέος της Γενικής Κυβέρνησης στα 362,9 δισ. (από 364,9 το 2024). Δηλαδή, παρότι σε ποσοστό του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 146% (σταδιακά, από το 209% που ήταν το 2020, με τάση περαιτέρω αποκλιμάκωσης), σε απόλυτο αριθμό παραμένει εξαιρετικά υψηλό υπερβαίνοντας κάθε προηγούμενο. Ας αναλογισθούμε ότι μπήκαμε στα μνημόνια το 2012 με δημόσιο χρέος περίπου 306 δισ., που αντιστοιχούσε τότε σε κάτι περισσότερο από το 156% του ΑΕΠ. Απαιτείται επομένως μια ουσιαστική συζήτηση -και συνταγματική χρήσιμη και επίκαιρη όσο ποτέ. Εκπλήσσει και φοβίζει η επικοινωνιακή ελαφρότητα με την οποία συνεχίζεται να αντιμετωπίζονται τόσο καίρια θεσμικά και πολιτικά δημοσιονομικά ζητήματα ακόμη και σήμερα, μετά από όσα έχει υποστεί η Χώρα, ιδίως από την τελευταία δημοσιονομική κρίση του 2010 και την ουσιαστική παύση πληρωμών του 2012, στην οποία αυτή μας είχε οδηγήσει.
Σας ζητώ συγνώμη αν μακρηγόρησα, τα ζητήματα που πραγματεύεται το βιβλίο του Νίκου Χριστοδουλάκη είναι συναρπαστικά και παρασύρουν σε μεγάλη συζήτηση. Είναι, το τόνισα πολλές φορές, και εξαιρετικά επίκαιρα. Διερωτάται όποιος το διαβάζει αν τα συμπεράσματα της έρευνας αφορούν μόνο τον 19ο αιώνα ή και τον 20ό και τον 21ο. Σας παροτρύνω όλους να το διαβάσετε, είναι ευχάριστο και προσφέρει ουσιαστική γνώση για τα θέματά του.
Σας ευχαριστώ που με υπομείνατε.
*Ο Θεόδωρος Π. Φορτσάκης είναι Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών, πρ. Πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, Αντεπιστέλλον Μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας (Institut de France). Έχει διατελέσει δύο φορές Βουλευτής Επικρατείας.
























