
Για την αυτοβιογραφική τριλογία του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ (Isaac Bashevis Singer) «Έρωτας και εξορία» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από το εξώφυλλο αγγλικής έκδοσης του «A day of pleasure» του Σίνγκερ.
Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός
Δεν γνωρίζω άλλο συγγραφέα τόσο σπαρακτικά διαιρεμένο μεταξύ ενός διαρκούς διαλόγου με τον Θεό από τη μια μεριά και απεγνωσμένης αναζήτησης της αλήθειας του έρωτα από την άλλη. Γεννημένος στην Πολωνία το 1903, ο νομπελίστας (το 1976) Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ εγκατέλειψε από νωρίς, όπως και ο μεγαλύτερος αδελφός του Γεοσούα, τη ραβινική παράδοση της οικογένειάς του για να αφιερωθεί στη συγγραφή, παράλληλα δε σε αλληλοεπικαλυπτόμενες, μπερδεμένες και ψυχοβγαλτικές ερωτικές περιπέτειες. Αυτή την συνθήκη -τους «τρόπους», σύμφωνα με την ορολογία του Σπινόζα- περιγράφει στην εθιστική αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε, όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή του εδώ, σε τρεις διακριτούς τόμους μεταξύ 1976 και 1981 και που κυκλοφόρησε στα καθ’ ημάς σε αξιόπιστη μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Ο ίδιος έχει, όπως ομολογεί, συνειδητά παραποιήσει κάποια στοιχεία (πέραν των αναπόφευκτων μνημονικών ανακατασκευών) προκειμένου να μη θίξει πρόσωπα, θηλυκού κυρίως γένους, και πράγματα.
Το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου είναι το δεύτερο, όπου, σε αντίθεση με το μάλλον βαρετό πρώτο μέρος της παιδικής ηλικίας, ο Σίνγκερ, στα είκοσί του πλέον χρόνια, προσπαθεί στο τέλος του Μεγάλου Πολέμου να εγκατασταθεί στη Βαρσοβία, έχοντας εγκαταλείψει διαδοχικά το στετλ όπου ο πατέρας του ήταν ραβίνος και μια μικρή πόλη όπου βιοποριζόταν διδάσκοντας εβραϊκά. Μολονότι είναι καλός γνώστης της Τορά, του Ταλμούδ, της Καμπάλα και της λοιπής πνευματικής παράδοσης της εβραϊκής διασποράς, το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι να γίνει συγγραφέας. Στο σακίδιό του, άλλωστε, εκτός από κάνα δυο βιβλία του Καντ και του Σπινόζα, το μόνο που κουβαλάει είναι μια μικρή συλλογή γραπτών του στα γίντις.
Η πολιτική κατάσταση στην πόλη είναι περίεργη, καθώς η Πολωνία έχει μόλις κατακτήσει την ανεξαρτησία της μετά από μακρά ρωσική κατοχή, ενώ την έχουν αγγίξει στα σοβαρά ο μετεπαναστατικός Εμφύλιος μεταξύ Μπολσεβίκων και Λευκών και η επέκταση των κομμουνιστικών-λενινιστικών ιδεών προς δυσμάς. Ειδικά δε η εβραϊκή παροικία -μια πόλη μέσα στην πόλη- είναι έντονα επηρεασμένη από τις κομμουνιστικές ιδέες και επίσης έντονα σπαρασσόμενη από διαμάχες μεταξύ θρησκευομένων εβραίων, σταλινικών, τροτσκιστών και άλλων ιδεολογικών παραφυάδων. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, φανατικές νεαρές εβραίες επαναστάτριες αποδεικνύονται δυνάμει διαθέσιμες ερωμένες για τον νεαρό Ισαάκ.
Φιλοσοφικοί προβληματισμοί
Αλλά δεν είναι οι μόνες. Η Βαρσοβία ζει την μεταπολεμική μπελ επόκ της και ο κόσμος προσπαθεί να αδράξει ό,τι μπορεί από τη ζωή. Ο συγγραφέας μας περιφέρεται μισοάστεγος και συχνά νηστικός στην πρωτεύουσα της Πολωνίας, ενώ τα αιώνια ερωτήματα για την ανθρώπινη ύπαρξη και κυρίως τη μοχθηρία του άδικου θεού της Παλαιάς Διαθήκης τριβελίζουν το μυαλό του. Ποια είναι τα όρια της γνώσης; Γιατί είναι άδικος και άσπλαχνος ο Θεός; Τι αποδεικνύει η επιστήμη και πού σηκώνει τα χέρια ψηλά; Ποια τα όριά της; Και η φιλοσοφία, τι διάολο χρειάζεται αφού δεν απαντάει σε κανένα πραγματικό ερώτημα; Κάπως κουραστικά, οι εσωτερικοί διάλογοι επαναλαμβάνονται με πολύ υψηλή, σχεδόν εξοντωτική, συχνότητα, αναμοχλεύοντας ενδεχομένως και τα αντίστοιχα ερωτήματα του αναγνώστη. Σε κάποιο σημείο λ.χ. ο νεαρός τότε Σίνγκερ σατιρίζει τα στρυφνά σχόλια του Βίττγκενσταϊν και των επιγόνων του, που προσπαθούσαν να πείσουν ότι το μόνο που λείπει για την κατανόηση του κόσμου είναι η πλήρης διασαφήνιση των λέξεων – πως έτσι και φτιάξουμε ένα λεξικό με ορισμούς κρυστάλλινης καθαρότητας, αμέσως τα πάντα θα εξηγηθούν, ακόμη και η οδύνη όσων έχουν ιστορικά μαρτυρήσει, ανθρώπων και άλλων πλασμάτων.
Ο Σίνγκερ αφηγείται πάντως την ιστορία του νεαρού εαυτού του τηρώντας ψύχραιμες αποστάσεις, αλλά και διατηρώντας υψηλές θερμοκρασίες, καταιγιστική δράση εντός της καθημερινότητας
Κάποιοι από τους γνωστούς και οικείους του Σίνγκερ -Εβραίοι πάντα- έχουν ήδη καταφύγει στη μεγάλη σοβιετική πατρίδα του σοσιαλισμού, κάποιοι άλλοι ακολουθούν αποκλίνοντες βίους ή διώκονται από τις αρχές, ενώ ο Χίτλερ αναρριχάται στην εξουσία και ο μεγάλος αδελφός θα εμφανισθεί κάποια στιγμή για να τον περιμαζέψει και να τον συστήσει στην Εβραϊκή Λέσχη Συγγραφέων. Ο Σίνγκερ θα περάσει τον πρώτο του χειμώνα στην πόλη σε ένα σκοτεινό, παγωμένο δωμάτιο χωρίς παράθυρα, θα βιοπορισθεί όπως όπως παραδίδοντας μαθήματα εβραϊκών, θα παρακολουθήσει εκ του συστάδην νευρώσεις, μεγαλεία και μετασχηματισμούς στους ανθρώπους που τον περιμαζεύουν, θα έρθει κοντά ψυχικά και σωματικά με γυναίκες, θα δημοσιεύσει σε ένα από τα περιοδικά της εποχής την πρώτη του μελέτη, και όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα σταθερής αυτοαμφισβήτησης, χαμένων ερώτων, οικογενειακών συγκρούσεων, ειρωνικών αναστροφών, αμφιβολιών και διχαλωτών μονοπατιών όπου ο προσανατολισμός κάθε άλλο παρά εύκολος είναι.
Πορτραίτο του συγγραφέα σε νεαρή ηλικία
Γεωγραφικός τόπος όλων των συμβαινόντων σε αυτό το δεύτερο μέρος είναι, όπως είπαμε, η Βαρσοβία και κάποια θέρετρα στην περιφέρειά της – ειδικότερα δε το εκτεταμένο εβραϊκό γκέτο της, όπου επρόκειτο δυο δεκαετίες αργότερα να συμβούν όσα η ύστερη ιστορία μάς έχει διδάξει. Ο Ισαάκ περιγράφει με μεγάλη καθαρότητα πώς εύλογα νιώθει ανίκανος να επιλέξει μεταξύ γυναικών, ζώντας σε μια τριπολική, ενίοτε τετραπολική ερωτική διάσπαση. Η ίδια ακριβώς ερωτική κατάσταση θα υλοποιείτο αργότερα σε Νεοϋορκέζικο περιβάλλον, στο απολαυστικό μυθιστόρημά του Εχθροί – Μια ερωτική ιστορία (μτφρ. Βασίλης Αμανατίδης, εκδ. Καστανιώτη), το οποίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο (με τις Αντζέλικα Χιούστον, Λένα Όλιν κ.ά.) Απομακρυνόμενος από τις θρησκευτικές παραδόσεις της φυλής, φορτώνει συγγραφικές μπαταρίες μέσω των κινημάτων που διαμόρφωσαν τον σύγχρονο εβραϊκό κόσμο και το κράτος του Ισραήλ: ιστορική συγκυρία που έχει ονομασθεί από ορισμένους μελετητές Εβραϊκός Διαφωτισμός.
Ο Σίνγκερ αφηγείται πάντως την ιστορία του νεαρού εαυτού του τηρώντας ψύχραιμες αποστάσεις, αλλά και διατηρώντας υψηλές θερμοκρασίες, καταιγιστική δράση εντός της καθημερινότητας των ηρώων, ζωντανούς μακροσκελείς μονολόγους στα όρια της υστερίας -ειδικά από την σκοπιά των γυναικών-, ένα είδος δημιουργικής χάβρας, μικροαπατεωνιών, ζέοντος εβραϊκού εθνικισμού και αλληλοεξυπηρετήσεων πέραν της νομιμότητας.
Επιπλέον -και αυτό αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον υπό το φως του μετέπειτα μετασχηματισμού του Ισραήλ σε αδυσώπητη πολεμική μηχανή-, ασκεί κατεδαφιστική κριτική στα συμφραζόμενα μέσω των οποίων δομήθηκαν οι εβραϊκές κοινότητες
Στο τρίτο μέρος, ο Σίνγκερ, μετά τα τριάντα του χρόνια, μέσα από ένα γραφειοκρατικό κόλαφο, ακολουθεί τον ήδη συγγραφέα και οικογενειάρχη μεγαλύτερο αδελφό του στη Νέα Υόρκη. Βιοπορίζεται μέσα στις επόμενες δεκαετίες στην αγκαλιά της εκεί ευρείας κοινότητας ομοεθνών -συνήθως ζάπλουτων- εποίκων, γράφοντας εμμονικά στα γίντις. Η πνευματικά και οικονομικά ευημερούσα αυτή ομάδα θα τον υποστηρίξει στη θεματική του που συνιστά μια τοιχογραφία της παλιάς πατρίδας, μια ελεγεία της διασποράς και μια ολοένα βαθύτερη εντρύφηση στην παράδοση, την πάλη με το θείο, τη διαλεκτική της ενσωμάτωσης σε ξένες κουλτούρες, αλλά και την απορία για την επιβίωση του εβραϊσμού επί δύο χιλιάδες χρόνια. Εξοπλισμένος με βαθιά μόρφωση, σταδιακά ο Σίνγκερ θα ενσωματώσει σε συλλογές διηγημάτων και σε μυθιστορήματα όπως το Εχθροί, μια ερωτική ιστορία, το Σώσα (μτφρ. Μιχάλης Πάγκαλος, εκδ. Κίχλη) και το Σκιές στον ποταμό Χάντσον (μτφρ. Σάρα Μπενβενίστε, εκδ. Καστανιώτη) στοιχεία από την εξαμερικανισμένη και εκκοσμικευμένη πλέον ζωή των επήλυδων, με μια ματιά ειρωνική, υπονομευτική, και ωστόσο ευαίσθητη.
Εν κατακλείδι, έχουμε μπροστά μας εν είδει αυτοβιογραφίας ένα από τα καλύτερα δείγματα γραφής του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, όπου αγωνίζεται να αποκολληθεί από τις δεσμεύσεις της κεντροευρωπαϊκής «γίντις» παράδοσης, με τους μύθους, τον θρησκευτικό μαζοχισμό, τον πνευματισμό και τις δεισιδαιμονίες της. Ο νομπελίστας συγγραφέας είναι εδώ -και όχι μόνο εδώ- ιδιαίτερα επικριτικός ως προς την έννοια του θείου και απολύτως έλλογος, αλλά τον παρακολουθούμε υπομονετικά να αυτοβασανίζεται σε ακραίο βαθμό, όπως γράφει και ο ίδιος.
Ενώ αφηγείται με απλότητα και κάπως παλιομοδίτικα, η ζωντάνια της προβληματικής του παράγει σπίθες. Επιπλέον -και αυτό αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον υπό το φως του μετέπειτα μετασχηματισμού του Ισραήλ σε αδυσώπητη πολεμική μηχανή-, ασκεί κατεδαφιστική κριτική στα συμφραζόμενα μέσω των οποίων δομήθηκαν οι εβραϊκές κοινότητες, αλλά και στον φανατικό οπορτουνισμό των ομοεθνών του. Συχνά πάντως γίνεται τρόπον τινά «αστός», γοητεύοντας τον αναγνώστη με τις περιγραφές της καθημερινότητας. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει την ικανότητά του να παράγει έναν διακριτικό τύπο χιούμορ, με τους ήρωές του αναποφάσιστους, έρμαια των περιστάσεων, και με το σύμπαν ολόκληρο να συνωμοτεί εναντίον τους. Σχολιάζει δε, εξίσου με την θρησκειολαγνεία και την προσκόλληση στην παράδοση, την ιδεολογία της αύξουσας υλικής ευμάρειας και τις διαψεύσεις της επιστήμης.
Κάτι ακόμη: το κλείσιμο του βιβλίου αιωρείται αμήχανο. Μοιάζει σαν ο Σίνγκερ να έγραψε την τελευταία αράδα με αίσθημα κατεπείγοντος. Ή σαν να μην την έγραψε καν.
* Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Τελευταίο του βιβλίο είναι η συλλογή διηγημάτων «Η υπόθεση της Ερυθράς Βασίλισσας» (εκδ. Καστανιώτη).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ (1903[;]–1991) γεννήθηκε στην Πολωνία, σε οικογένεια ραβίνων. Στράφηκε από νωρίς στη λογοτεχνία, γράφοντας στα γίντις, τη γλώσσα των Ασκεναζί Εβραίων. Το 1935 μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου συνέχισε να γράφει στα γίντις, έπειτα από μια μακρά περίοδο εσωτερικής κρίσης και απόσυρσης από τη λογοτεχνία. Από τη δεκαετία του ’50 τα έργα του άρχισαν να μεταφράζονται στα αγγλικά. Το 1970 και το 1974 κέρδισε το αμερικανικό National Book Award, και το 1978 το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, διαποτισμένα πάντα με μια ατμόσφαιρα υπερφυσικού, απαθανατίζουν τον χαμένο κόσμο των εβραϊκών στετλ αλλά και τη ζωή των Εβραίων μεταναστών στην Αμερική.























