chantal akerman

Για το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Σαντάλ Ακερμάν (Chantal Akerman) «Η μητέρα μου γελάει» (μτφρ. Μυρτώ Ταπεινού, εκδ. Πλήθος). © εικόνας: Jean Ber - Fondation Chantal Akerman 

Γράφει η Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή

Μια μαλακή συγκίνηση απλώνεται στο σώμα μου καθώς διαβάζω το βιβλίο της Σαντάλ Άκερμαν, Η μητέρα μου γελάει (μτφρ. Μυρτώ Ταπεινού, επιμ. Αλίκη Θεοδοσίου, εκδ. Πλήθος), ίδια με αυτή που απλώνεται μέσα μου όταν βλέπω τις ταινίες της. Περιμένεις, περιμένεις, περιμένεις, κι έπειτα συνειδητοποιείς ότι αυτό είναι όλο: μια άφοβη περιήγηση στην αλήθεια της, ανείπωτη κι όμως αφοπλιστική.

plithos akerman i mitera mou gelaei

Αυτό είναι όλο, αυτό είναι όλο και είναι τόσο πολύ που φαίνεται άδειο. «Χτυπάει το τηλέφωνο. Ακούω να ανταλλάσσονται λέξεις. Σιωπή. Πού και πού αναστεναγμοί. Οι γείτονες κάνουν θόρυβο. Το ασανσέρ κάποιες φορές κολλάει. Όλοι πρέπει να φέρνουν τους κάδους τους στο ισόγειο και αυτό αναγκαστικά περιλαμβάνει την ανταλλαγή μερικών λέξεων». Η Άκερμαν προσπαθεί να κρατηθεί από τον τρόπο που τα μάτια και τα αυτιά της σαρώνουν την πραγματικότητα – όλες αυτές οι λεπτομερείς εικόνες. Εικόνες. Τις καταγράφει μέσα στο μυαλό της και ύστερα τις γράφει, χωμένη μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο στο σπίτι της μητέρας της με ανοιχτό παράθυρο, τον μοναδικό χώρο που μπορεί να καπνίζει.

bookpress deite to big 300 new

Το βιβλίο ξεκινά μιλώντας εξονυχιστικά, αναλυτικά, ημερολογιακά για την καθημερινότητα της μητέρας της που έχει σοβαρά θέματα υγείας και η προχωρημένη της ηλικία δεν τη βοηθά να τα ξεπεράσει. Όμως ο κύκλος της αφήγησης σιγά σιγά ανοίγει και μέσα στην αγωνιώδως άσκοπη περιγραφή της Άκερμαν -βέβαια η ίδια αναφέρει ότι ο σκοπός της γράφοντας είναι να επιβιώσει: «θα τα βγάλω πέρα μόνο αν γράφω»- μπαίνουν τρισδιάστατα και συγκινητικά η αδερφή της και οι παλιές και τωρινές της εράστριες. Και κυρίως η ίδια. Μοιάζει να προσπαθεί να καταλάβει τι της συμβαίνει, γιατί της συμβαίνει, ενώ ταυτόχρονα ομολογεί ότι καλύτερα να μην ξέρεις.

Μια αναπόφευκτη απώλεια

Η καθημερινότητα στις Βρυξέλλες, το Παρίσι, το Χάρλεμ, το Μεξικό αποτυπώνονται μέσα σε μία κίνηση που μοιάζει με ψάξιμο του δικού της σημείου, του μέρους στο οποίο ανήκει. Γύρω από την Άκερμαν απλώνονται σαν αναρριχητικά φυτά διάφορες αντιφάσεις οι οποίες την περιέχουν και την καθορίζουν σωματικά και ψυχικά. Πάντα νιώθει εκτός σπιτιού, οπότε αυτό έχει κάτι το ξαλαφρωτικό, μιας και ποτέ δεν θα χάσει το σπίτι της. Ένιωθε πάντα ένα γερασμένο παιδί οπότε δεν χρειάστηκε να ενηλικιωθεί ποτέ. Αυτές οι «ιδιαιτερότητες», αυτά τα ιδιοσυγκρασιακά «μειονεκτήματα» που η ίδια εντοπίζει πάνω της, μοιάζουν ταυτόχρονα να την προστατεύουν – δεν έχει να χάσει τίποτα. Ωστόσο, η απώλεια που σε όλο το βιβλίο τρέμει η Άκερμαν ότι θα έρθει, η απώλεια της μητέρας της, μοιάζει μια αναπόφευκτη αλλά καθόλου διαχειρίσιμη εξέλιξη. Η επερχόμενη απώλεια της μητέρας για την οποία η Άκερμαν κάνει πάλι και πάλι πρόβες μέσα της λες και πρόκειται για μελλοντική ταινία, απλώνεται σαν τεράστια σκιά μέσα στο βιβλίο. Απειλεί την γυναίκα που το γράφει.

Μιλώντας για σκιές, στη σελίδα 51 του βιβλίου διαβάζω τις προτάσεις: 

«Όλο αυτό ξεκίνησε από ένα συνέδριο για την ταχύτητα του φωτός και τη Χιροσίμα. Ο καθηγητής φυσικής από το Πανεπιστήμιο της Νίκαιας εξήγησε ότι τα νεκρά σώματα άφησαν μια ανεξάλειπτη σκιά που εισχώρησε στα τείχη της πόλης. Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι κάτι τέτοιο θα είχε νόημα να προσπαθώ να αποτυπώνω στις εικόνες μου. Ναι, αυτό πρέπει να κάνω». 

Οι σκιές των ανθρώπων που κυριολεκτικά εξαϋλώθηκαν από τον πόλεμο.

Η σκιά του επερχόμενου θανάτου της μητέρας. Οι σκιές των ανθρώπων που κυριολεκτικά εξαϋλώθηκαν από τον πόλεμο. Κι εδώ ίσως ερχόμαστε στη ρίζα της θλίψης της Άκερμαν, μια θλίψη που μου φαίνεται δομική, πολιτική, κληρονομημένη. Η μητέρα της Άκερμαν, όπως και ο πατέρας της, ήταν επιζήσαντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Η προστατευτική σιωπή

Η ίδια η Άκερμαν, η πρώτη κόρη του ζευγαριού, γεννήθηκε το 1950. Μόλις λίγα χρόνια μετά από τη Φρίκη. Η μητέρα της προσπαθώντας να προστατέψει τα παιδιά της, δεν τους μίλησε ποτέ ανοιχτά για το τι της συνέβη εκεί. Διαβάζουμε στη σελίδα 133: «φεύγοντας από εκείνο το μέρος, μου είπε μια μέρα η μητέρα μου, συνειδητοποίησα ότι η καρδιά μου πέθανε. [..] Πέρα από αυτό, δεν είπε τίποτα άλλο για εκείνο το μέρος όταν τη ρώτησα, εκτός από πράγματα όπως, μια φίλη μου έσωσε τη ζωή όταν πήγε κι έκλεψε μερικές πατάτες. Μου είπε μόνο τις καλές στιγμές. Πέρα από αυτές, δεν μπορούσε να πει τίποτα άλλο».

Η ύπαρξή της που μοιάζει να έχει ποτιστεί από μία αθεράπευτη θλίψη, δεν ξεχνά αυτό που συνέβη στη μητέρα της πριν η ίδια γεννηθεί, το παράλογο του κόσμου θα είναι πάντα εκεί

Αυτή η σιωπή, η προστατευτική σιωπή, μοιάζει να τσακίζει την Άκερμαν. Η ύπαρξή της που μοιάζει να έχει ποτιστεί από μία αθεράπευτη θλίψη, δεν ξεχνά αυτό που συνέβη στη μητέρα της πριν η ίδια γεννηθεί, το παράλογο του κόσμου θα είναι πάντα εκεί, αυτό που έγινε ήταν οργανωμένο άρα κάποιος το σκέφτηκε άρα μπορεί να ξανασυμβεί. Διαβάζοντας αυτό το κομμάτι σήμερα, με το συγκείμενο της γενοκτονίας του παλαιστινιακού λαού από το Ισραήλ να αναβοσβήνει μέσα στο κεφάλι μου, η αγωνία της Άκερμαν για αυτό το μεγάλο παράλογο, ο ατελείωτος φόβος της για τη ζωή μοιάζουν κάτι παραπάνω από δικαιολογημένα. Αυτό που έγινε τότε, επαναλαμβάνεται σήμερα.

Γέλιο στο σκοτάδι 

Οι άνθρωποι εξαϋλώνονται και αυτό που απομένει είναι κάποιες ανεξάλειπτες σκιές μέσα στα κεφάλια μας αλλά και στους πραγματικούς τόπους όπου εκείνοι έζησαν. Το βιβλίο της Άκερμαν πετυχαίνει να αποτυπώσει αυτή τη σκιά, τη σκιά της μητέρας της, τη σκιά της σχέσης τους, τη σκιά των σπιτιών στα οποία έζησαν αλλά και τη δική της προσωπική σκιά. Ταυτόχρονα, μέσα σε αυτό το σκοτάδι, έχω μονίμως την αίσθηση ότι υπάρχει και κάτι τρομερά εφηβικό, διασκεδαστικό, εκρηκτικό μέσα στον κόσμο της. Διαβάζω στη σελίδα 103:

«Είναι πρωί και ακούω τον ανιψιό μου να έρχεται από το κλαμπ. Θα ήθελα να είμαι σαν αυτόν, θα ήθελα να πήγαινα μαζί του για χορό».

Η Άκερμαν λάτρευε να χορεύει, να χορεύει για ώρες μέχρι τελικής πτώσης αλλά τώρα έχει μεγαλώσει, είναι σχεδόν εξήντα πέντε χρονών και ντρέπεται να πει στον ανιψιό της να πάει μαζί του για χορό: «πρέπει να με βλέπει σαν μια ηλικιωμένη κυρία».

Η Άκερμαν ταλαντεύεται για το αν είναι εντάξει που δεν έφερε την κοπέλα της μαζί. Είναι η ίδια γυναίκα που έφτιαξε την ταινία «Je tu il elle» το 1975 και έβαλε μέσα μία λεσβιακή ερωτική σκηνή διάρκειας 12 ολόκληρων λεπτών.

Συνεχώς μέσα στο βιβλίο υπάρχει η αίσθηση ότι τα κομμάτια της Άκερμαν περισσεύουν από την πραγματικότητα των υπολοίπων, δεν τη χωράνε. Είναι σχεδόν εξήντα πέντε χρονών και θέλει να χορεύει. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν συνηθίζεται. Στο γάμο της ανιψιάς της θα ήθελε να φέρει μαζί της και την κοπέλα της την Κ., η αδερφή της Άκερμαν ωστόσο δεν συμφωνεί. Η Άκερμαν ταλαντεύεται για το αν είναι εντάξει που δεν έφερε την κοπέλα της μαζί. Είναι η ίδια γυναίκα που έφτιαξε την ταινία «Je tu il elle» το 1975 και έβαλε μέσα μία λεσβιακή ερωτική σκηνή διάρκειας 12 ολόκληρων λεπτών. Η σκηνή δείχνει την ίδια την Άκερμαν και την Claire Wauthion γυμνές να κάνουν έρωτα, να παλεύουν, να κοιμούνται, να χαϊδεύουν και να γλείφουν η μία την άλλη.

Πολλά μικρά πράγματα που δεν μπορεί να σηκώσει στην καθημερινότητά της, η συγγραφέας του Η μητέρα μου γελάει, τα σηκώνει με θαυμαστό θάρρος μέσα στην τέχνη της κι αυτό μοιάζει υπέροχα αντιφατικό. Ο τρόπος της να δημιουργεί είναι ο τρόπος της να επιβιώνει.

Ένα βλέμμα προς τα έξω 

Μέσα στο βιβλίο, ενώ συνήθως αφηγείται η ίδια η Άκερμαν, ξαφνικά αφηγείται η μητέρα, ή η Κ., κι έπειτα πάλι η ίδια. Η οπτική αλλάζει απροειδοποίητα και ελεύθερα, δίνοντας την αίσθηση ότι το κείμενο χορεύει, αναπηδά από το ένα σώμα στο άλλο. Η Άκερμαν, συναισθάνεται ή θα ήθελε να μπορεί να συναισθάνεται και τα άλλα πρόσωπα του κάδρου της. «Το παιδί είναι εκείνη∙ το παιδί είμαι εγώ».

Αυτό το βλέμμα προς τα έξω, μελαγχολικό αλλά φρέσκο και διαυγές, αυτό το βλέμμα που υπάρχει στις ταινίες της, διατρέχει και το Η μητέρα μου γελάει

Οι διάλογοι μέσα στο βιβλίο εμφανίζονται καθόλου τακτοποιημένοι, χωρίς εισαγωγικά ή πλάγια γράμματα. Ο λόγος σε πολλά σημεία είναι άφτιαχτα προφορικός, μοιάζει να θέλει να μεταφέρει απλώς την πληροφορία κι όμως η σύνθεση των εικόνων -των απλών καθημερινών εικόνων-, ο άτακτος ειρμός της σκέψης της και η ειλικρινής αφτιασίδωτη αφήγηση δημιουργούν έναν σαρωτικό ρυθμό που σε συνεπαίρνει. Η παρατήρηση της πραγματικότητας από την Άκερμαν έχει κάτι το μηχανικό αλλά και βαθιά συναισθηματικό. Η ίδια είχε πει σε μία συνέντευξη της ότι όταν ήταν μικρή, επειδή οι γονείς της δούλευαν πολύ και έλειπαν από το σπίτι, καθόταν όλη την ώρα μπροστά από το παράθυρο και κοιτούσε έξω.

Αυτό το βλέμμα προς τα έξω, μελαγχολικό αλλά φρέσκο και διαυγές, αυτό το βλέμμα που υπάρχει στις ταινίες της, διατρέχει και το Η μητέρα μου γελάει, συγκρατώντας την αποσπασματικότητα του βιβλίου και την εναλλαγή των χωροχρόνων σε ένα συγκινητικό και άφοβο σύνολο.

Ένα γενικό πλάνο 

Το βλέμμα του παιδιού μέσα από το παράθυρο αργότερα θα γίνει το κάδρο της ταινίας της -αγαπούσε να βάζει την κάμερα απέναντι από τη δράση σε ένα σταθερό γενικό πλάνο- και οι σελίδες των βιβλίων της. Και στον γραπτό της λόγο πάλι νιώθεις ότι το μέγεθος του κάδρου είναι αυτό, ένα γενικό πλάνο, που βλέπει τους ανθρώπους όπως είναι, αλλά από κάποια μέτρα απόστασης. Η Άκερμαν θέλει εναγωνίως να πάει πιο κοντά – θέλει να πάει πιο κοντά στη μητέρα της, θέλει να δεχτεί τα φιλιά της, θέλει να της απαντά πιο ζεστά στις κουβέντες της, θέλει να εξηγήσει στην Κ. ποιο είναι το πρόβλημα της σχέσης τους, θέλει να πλησιάσει πιο πολύ την ίδια της την εαυτή αλλά δεν το κάνει.

Φιγούρες, σκέψεις, αντικείμενα του κόσμου της Άκερμαν, αυτής της γενναίας δημιουργού που τόλμησε να φανταστεί το σινεμά αλλιώς

Οι αντιφάσεις της, η βαθιά της ελεύθερη ύπαρξη, η αγάπη της για κάθε τι το αυθεντικό, οι περιπλανήσεις της, τα συνοικιακά εστιατόρια που τόσο της άρεσαν, η μητέρα της, η αγαπημένη της αδερφή, ο φεϊσμπουκικός της έρωτας με την Κ. που ύστερα έγινε πραγματικός κι έπειτα τελείωσε άδοξα, όλα αυτά χορεύουν μέσα στο κάδρο του Η μητέρα μου γελάει, και εναλλάσσονται σε ένα όχι πάντα λογικό μοντάζ. Φιγούρες, σκέψεις, αντικείμενα του κόσμου της Άκερμαν, αυτής της γενναίας δημιουργού που τόλμησε να φανταστεί το σινεμά αλλιώς και θέλησε όσο τίποτα να ζήσει ειλικρινά και απλά δίπλα στους αγαπημένους της ανθρώπους.

*Η ΧΡΗΣΤΙΝΑ-ΚΑΛΛΙΡΡΟΗ ΓΑΡΜΠΗ είναι συγγραφέας και σκηνοθέτιδα. Τελευταίο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά (εκδ. Κείμενα).


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Σαντάλ Ακερμάν (Chantal Akerman) γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1950, από πολωνοεβραίους γονείς επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. Γύρισε την πρώτη της ταινία στα 18 της και επηρέασε καθοριστικά την κινηματογραφική γραφή, χάρη στην αφήγηση, τη φόρμα και τα θέματα των σαράντα και πλέον ταινιών της.

akerman chantal

© Jean Ber - Fondation Chantal Akerman

Δίδαξε κινηματογράφο στο City College της Νέας Υόρκης, έγραψε βιβλία και έκανε βίντεο-εγκαταστάσεις. Αυτοκτόνησε το 2015, έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου Η μητέρα μου γελάει.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Έρωτας και εξορία» του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ (κριτική) – Πορτραίτο του συγγραφέα σε νεαρή ηλικία

«Έρωτας και εξορία» του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ (κριτική) – Πορτραίτο του συγγραφέα σε νεαρή ηλικία

Για την αυτοβιογραφική τριλογία του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ (Isaac Bashevis Singer) «Έρωτας και εξορία» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από το εξώφυλλο αγγλικής έκδοσης του «A day of pleasure» του Σίνγκερ. 

Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός

...
«Το χρυσό κλουβί» του Βαγγέλη Δημητριάδη (κριτική) – Εξερευνώντας την Ιστορία της Σάμου μέσα από προσωπικά βιώματα

«Το χρυσό κλουβί» του Βαγγέλη Δημητριάδη (κριτική) – Εξερευνώντας την Ιστορία της Σάμου μέσα από προσωπικά βιώματα

Για το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Βαγγέλη Δημητριάδη «Το χρυσό κλουβί» (εκδ. Απόπλους). Εικόνα: Ο ναός της θεάς Ήρας στη Σάμο.

Γράφει η Χρύσα...

«Συναίνεση» της Βανεσά Σπρινγκορά (κριτική) – Ανακατάληψη της αφήγησης από τη σκοπιά του παιδιού-θύματος

«Συναίνεση» της Βανεσά Σπρινγκορά (κριτική) – Ανακατάληψη της αφήγησης από τη σκοπιά του παιδιού-θύματος

Για το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Βανεσά Σπρινγκορά (Vanessa Springora) «Συναίνεση» (μτφρ. Γιώργος-Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, εκδ. Μετρονόμος). Εικόνα: Από την ομότιτλη ταινία της Vanessa Filho.

Γράφει η Κατερίνα Λιάτζουρα

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Είκοσι» – ένα ποίημα του Παντελή Μπουκάλα (1957)

«Είκοσι» – ένα ποίημα του Παντελή Μπουκάλα (1957)

Ένα ποίημα από τη συλλογή «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα (1957), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα (2026). Κεντρική εικόνα: από τη «Θυσία» του Αντρέι Ταρκόφσκι.

Επιμέλεια: Οράτιος

11.

...
Βραβεία Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών από την Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών – Όλες οι υποψηφιότητες στις 17 κατηγορίες

Βραβεία Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών από την Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών – Όλες οι υποψηφιότητες στις 17 κατηγορίες

126 υποψηφιότητες για 17 βραβεία, ενώ θα δοθούν 2 έπαινοι και το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου. Η Τελετή Απονομής των Βραβείων Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών της Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών (ΕΛ.Ε.Κ.ΘΕ.Π.ΤΕ) θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, στις 12:00, στο Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος...

«Η κόκκινη γελάδα» του Μιλτιάδη Φρύσσα (μυθιστόρημα) – Για την αθωότητα των ζώων, για το δράμα των ανθρώπων

«Η κόκκινη γελάδα» του Μιλτιάδη Φρύσσα (μυθιστόρημα) – Για την αθωότητα των ζώων, για το δράμα των ανθρώπων

Για το μυθιστόρημα του Μιλτιάδη Φρύσσα «Η κόκκινη γελάδα» (εκδ. Βαγονέτο). Εικόνα: Ο πίνακας του Καζιμίρ Μαλέβιτς «Αγελάδα και βιολί». 

Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας

Οι νεότευκτες εκδόσεις «Βαγονέτο» του (μεταξύ άλλων) συγγραφ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» του Λέοντος Τολστόι (προδημοσίευση)

«Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» του Λέοντος Τολστόι (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Λέοντος Τολστόι «Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» (εισαγωγή – μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας), το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ροές.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρόσφατα βρέθηκ...

«Τουρισμός σε μετάβαση» της Παναγιώτας (Γιόλας) Διονυσοπούλου (προδημοσίευση)

«Τουρισμός σε μετάβαση» της Παναγιώτας (Γιόλας) Διονυσοπούλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση του 1ου Κεφαλαίου από το βιβλίο της Παναγιώτας (Γιόλας) Διονυσοπούλου «Τουρισμός σε μετάβαση – Πολιτική, αγορά και ανάπτυξη», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

«Σε ξένο δωμάτιο» του Ντέιμον Γκάλγκατ (προδημοσίευση)

«Σε ξένο δωμάτιο» του Ντέιμον Γκάλγκατ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ντέιμον Γκάλγκατ [Damon Galgut] «Σε ξένο δωμάτιο» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 7 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Aρχίζουν να αλληλογραφούν. Κά...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 7 Οκτωβρίου 1849, πέθανε στη Βαλτιμόρη ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe). Γιατί, περισσότερα από εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά, συνεχίζουμε να διαβάζουμε το έργο του και τρία καλά βιβλία του που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωρ...

«Μαζεύοντας φθινοπωρινά φύλλα» – 15 συλλογές σύγχρονης ελληνικής ποίησης

«Μαζεύοντας φθινοπωρινά φύλλα» – 15 συλλογές σύγχρονης ελληνικής ποίησης

Δεκατέσσερις πρόσφατες ποιητικές συλλογές συν ένα σημαντικό συγκεντρωτικό έργο συνθέτουν τα φθινοπωρινά ποιητικά μας αναγνώσματα (κάποια ήταν και καλοκαιρινά). Εικόνα: "La ramasseuse de feuilles mortes", Ερνέστ Μπιέλερ (1863-1948).

Επιλογή-παρουσίαση: Κ.Β. Κατσουλάρης ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ