
Για το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Βαγγέλη Δημητριάδη «Το χρυσό κλουβί» (εκδ. Απόπλους). Εικόνα: Ο ναός της θεάς Ήρας στη Σάμο.
Γράφει η Χρύσα Φάντη
Το χρυσό κλουβί του Βαγγέλη Δημητριάδη αν και εγγράφεται με σαφήνεια στον χώρο της προσωπικής μαρτυρίας, δεν περιορίζεται σε αυτήν. Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη αφήγηση, εντός της οποίας ο ιδιωτικός βίος, η υλικότητα του χώρου και το ιστορικό τραύμα διαπλέκονται αξεδιάλυτα. Από τις πρώτες σελίδες, τα τεκταινόμενα στο νησί της Σάμου ξεπερνούν τα όρια της αυτοβιογραφικής αναπόλησης ή μιας αφηρημένης αλληλουχίας γεγονότων. Το Πυθαγόρειο προβάλλει ως ζωντανός οργανισμός που κουβαλά ιστορία αιώνων, μνήμες και αντιφάσεις.
Το σπίτι, αντίστοιχα, από σκηνικό της παιδικής ηλικίας μετατρέπεται σε μικρόκοσμο της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας, και η προσωπική εμπειρία σε αναγκαίο μέσο για τη χαρτογράφηση της μικροϊστορίας της. Κακοφτιαγμένο, πληγωμένο από βομβαρδισμούς και σεισμούς, το πατρικό του αφηγητή γίνεται αρχείο ιστορικών και προσωπικών βιωμάτων. Οι προβληματικές βρύσες, οι διαρροές, τα τριξίματα του πατώματος, ακόμη και ο εξωτερικός καμπινές, αναδεικνύουν έναν κόσμο επισφάλειας, όπου η επιβίωση προϋποθέτει εφευρετικότητα, μέτρο και σιωπηλή αντοχή. Η κατασκευή, τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένο, πέτρα, ξύλο και σίδερο από αλλότριες εποχές -υλικά που φέρουν μέσα τους τη συνέχεια από τη ρωμαϊκή και βυζαντινή κληρονομιά έως τη φτώχεια και την ανασφάλεια του 20ού αιώνα-, δίνουν άλλη διάσταση στην ιστορική και πολιτιστική συνθήκη.
Το πρόβλημα του νερού επίσης αποκτά κεντρική σημασία. Η περιγραφή μιας βρύσης που στάζει, των κουβάδων και των αυτοσχέδιων επινοήσεων για να μη χαθεί ούτε σταγόνα, συνδέεται οργανικά με την ιστορία της ύδρευσης του νησιού, από το Ευπαλίνειο όρυγμα έως τα νεότερα υδραγωγεία. Οι παλιές λιγοστές δημόσιες πηγές, που αποτελούσαν τόπο κοινωνικής συνεύρεσης, παρά τις μικρές αψιμαχίες που προκαλούσαν, ήταν απόδειξη πολιτισμού και μιας καθημερινότητας που μάθαινε στους κατοίκους τη λιτότητα και τη συλλογικότητα. Η διαρκής έλλειψη αυτού του πρωταρχικού για την επιβίωση φυσικού πόρου, καθώς και η μετέπειτα κατάργηση της δωρεάν παροχής του με την επικράτηση της ιδιωτικοποίησης και της κατανάλωσης, φαίνεται να προαναγγέλλουν την ευρύτερη οικονομική, κοινωνική, οικιστική και οικολογική αλλοίωση της Σάμου, που θα κορυφωθεί με την τουριστική ανάπτυξη.
Εστιάζοντας στο υλικό και τη γενεαλογία
Στο Χρυσό κλουβί, η ματιά του συγγραφέα-αφηγητή δεν μένει σε μια στείρα ηθογραφία. Αποτυπώνει με τόλμη και χωρίς ταμπού τη σωματικότητα και τη σεξουαλική αφύπνιση, την επαφή με τη βρομιά, τα ζώα, τα έντομα, τα ποντίκια. Αυτή η εμμονή στο υλικό και το οργανικό -το σώμα αλλά και το σπίτι, οι ήχοι, τα ζώα- αποκαλύπτει τις λιγότερο εμφανείς πλευρές της ύπαρξης του αφηγητή και χωρίς να μένει στην επιφάνεια του νατουραλισμού και του ωμού ρεαλισμού, έρχεται σε αντίθεση με κάθε απόπειρα εξιδανίκευσης. Το παιδί δεν είναι αθώο, είναι ένα σώμα που μαθαίνει, φοβάται, ζηλεύει, επιθυμεί, παρατηρεί. Τα ζώα επίσης -σκύλοι, γάτες, μέλισσες, ποντίκια, τσακάλια, πουλιά- εντάσσονται σε μια κοσμοαντίληψη όπου ο άνθρωπος συνυπάρχει με το ζωικό βασίλειο σε συνθήκες αμοιβαίας ανάγκης και απειλής. Η πείνα των τσακαλιών, η εξόντωση των ποντικιών, η πώληση των μελισσιών για επιβίωση εξυπηρετούν και υπάγονται σε μια ηθική οικονομία της στέρησης. Η φύση, όπως και η κοινωνία, είναι πηγή ζωής, αλλά και θανάτου, ειδυλλιακή όσο και αμείλικτη.
Η μητέρα, από την άλλη, ενσαρκώνει τη γλώσσα και τη σοφία του λαού, τις παλιές δοξασίες, τον φόβο, την απειλή, την καθημερινή μέριμνα, αλλά και τα παραμύθια ως αναγκαία καταφυγή και πρακτική επιβίωσης.
Στο επίπεδο της οικογένειας, οι γονείς στοιχειοθετούν δύο συμπληρωματικούς πόλους. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο μορφωμένος, καλλιεργημένος πατέρας μεταμορφώνεται σε φορέα μιας χαμένης λόγιας παράδοσης που, στην αντίληψη του γιου, παίρνει ευρύτερες διαστάσεις. Η όλη στάση του πατέρα απέναντι στο παιδί φέρνει στο φως μια βαθύτερη άποψη περί παιδείας. Η μητέρα, από την άλλη, ενσαρκώνει τη γλώσσα και τη σοφία του λαού, τις παλιές δοξασίες, τον φόβο, την απειλή, την καθημερινή μέριμνα, αλλά και τα παραμύθια ως αναγκαία καταφυγή και πρακτική επιβίωσης. Οι αφηγήσεις της για φαντάσματα, πουλιά και αμαρτωλές ψυχές θυμίζουν λαϊκή μεταφυσική.
Η Ιστορία δεν αφηγείται, βιώνεται
Aποκαλυπτική είναι και η σχέση του αφηγητή με την αρχαιότητα. Στη μνήμη των παιδικών του χρόνων, οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσειακά εκθέματα της Σάμου ταυτίζονται με τους χώρους του παιχνιδιού και της εξερεύνησης. Το παιδί που υπήρξε κινείται ανάμεσα στα ερείπια με θαυμαστή φυσικότητα. Αυτή η ευχάριστη πρώιμη εμπειρία θα εκκολάψει και θα πυροδοτήσει αργότερα μια κριτική στάση απέναντι στην αρχαιολαγνεία. Θα τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει ότι το ιστορικό παρελθόν, όταν μετατρέπεται σε τουριστικό προϊόν, χάνει το έρμα του.
Η παιδική συνείδηση δεν κατανοεί πλήρως τα γεγονότα, αλλά αποτυπώνει με ενάργεια το συναισθηματικό τους εκτόπισμα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το νεώτερο ιστορικό υπόβαθρο -Εμφύλιος, Κατοχή, μετεμφυλιακό κράτος, Κυπριακό- εντάσσεται αβίαστα στην καθημερινότητα: στον φόβο της νύχτας, στις στρατιωτικές επιδρομές, στις συζητήσεις των ενηλίκων, στα δάκρυα γύρω από το ραδιόφωνο. Ταυτόχρονα, ένα πλήθος ανθρώπων, πλησιέστεροι αλλά και μακρινοί συγγενείς, πολλοί από αυτούς με ονοματεπώνυμο και ιστορημένοι με τον πιο ζωντανό και ευφάνταστο τρόπο, σφραγίζουν ανεξίτηλα τη μνήμη.
Ένα πλήθος από αρχετυπικές μορφές οι οποίες, χωρίς τη μεσολάβηση της αφήγησης, θα είχαν περάσει αμετάκλητα στην χαμένη μικροϊστορία του τόπου.
Ανάμεσά τους και οι Μικρασιάτες πρόσφυγες του Πυθαγορείου, που μάταια προσπαθούν να λάβουν κάποια βοήθεια από την Εταιρεία Αποκαταστάσεως Προσφύγων, οι ανήλικοι μικροπωλητές και οι χασομέρηδες στα καφενεία του Σταθμού και στο πατσατζίδικο του μπαρμπα-Γιώργη Πατατιμίδη, ο Μήτσος Τζερέτας, το ραδιόφωνο του οποίου πάντα έπαιζε ελαφρά τραγούδια «και στο πικάπ άκουγε τον Πολυμέρη, τον Γούναρη, τη Δανάη, τη Σοφία Βέμπο, τη Μούσχουρη, τον Αττίκ, τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, τραγούδια ιταλικά, αντίθετα από τα καφενεία που τα ξεκουρδισμένα γραμμόφωνά τους επαναλάμβαναν κουραστικά τα σέρτικα τραγούδια των καψούρηδων», αλλά και ο μαστρο-Βασίλης ο Μικρασιάτης, ο Μιχάλης ο χασάπης: «ερωτευμένος μέχρι τα μπούνια με κάποια από τις παντρεμένες της γειτονιάς που κούναγε την ουρά της, με το αζημίωτο βέβαια έστω σε είδος και ο νοών νοείτω»∙ ένα πλήθος από αρχετυπικές μορφές οι οποίες, χωρίς τη μεσολάβηση της αφήγησης, θα είχαν περάσει αμετάκλητα στην χαμένη μικροϊστορία του τόπου.
Η σκηνή όπου το πλήθος χειροκροτεί, ενώ το ψάρι χάνεται, αναφέρεται στη ματαιότητα του θεάματος και την απόσταση ανάμεσα στην εσωτερική αξία της πράξης και στην εξωτερική της πρόσληψη.
Προς το τέλος του βιβλίου, αναδύεται και η μορφή του Θράσου ως ενσάρκωση ενός άλλου τρόπου ζωής. Ο Θράσος, φούρναρης, μουσικός και ψαράς, δεν μοιάζει με ρομαντικό ήρωα, αντίθετα, εμφανίζεται ως φορέας μιας αυστηρής ηθικής πρακτικής. Η γνώση του είναι βιωματική, όχι επιδεικτική. Η μουσική του δεν έχει ανάγκη από χειροκρότημα και δεν αποσκοπεί στη διάκριση, το ψάρεμά του δεν αποβλέπει στο κέρδος. Η άρνησή του να μετατρέψει την τέχνη και τη δεξιοτεχνία του σε επάγγελμα επιβεβαιώνει μια στάση ζωής όπου η αξία βρίσκεται στη σχέση με το πράγμα καθαυτό, και όχι στην κοινωνική αναγνώριση.
Η εμπειρία του αφηγητή από τη σχέση του με τον Θράσο είναι μάθημα μέτρου, σιωπής και σεβασμού προς τη φύση. Η σκηνή όπου το πλήθος χειροκροτεί, ενώ το ψάρι χάνεται, αναφέρεται στη ματαιότητα του θεάματος και την απόσταση ανάμεσα στην εσωτερική αξία της πράξης και στην εξωτερική της πρόσληψη. Η σύγκριση με τον γέρο του Χέμινγουεϊ παραπέμπει σε μια κοινή αναμέτρηση με τη φύση, μια αναμέτρηση «δίκαιη», απαλλαγμένη από ύβρη. Αντιστικτικά, και στο ίδιο ηθικό πλαίσιο, τα παιδικά παιχνίδια πολέμου φαίνονται αλλά δεν είναι αθώα. Μέσω της παιδικής φαντασίας αναπαράγουν τα εξουσιαστικά σχήματα.
Η ηθική της ένδειας και η αίσθηση του αποκλεισμού
Το κεφάλαιο για το ποδήλατο υπογραμμίζει ένα σημαντικό στοιχείο μετάβασης. Σε έναν κόσμο στέρησης, η απόκτησή του, από παιδικό παιχνίδι και απλό μέσο μετακίνησης, ανακηρύσσεται σε σύμβολο ελευθερίας, κοινωνικής κινητικότητας και νεωτερικότητας. Ταυτόχρονα, ο νεαρός κάτοχός του φέρει το βάρος της ενοχής, καθώς η χαρά του για το νέο απόκτημα συγκρούεται με τη συλλογική φτώχεια. Έτσι, το θετικό συναίσθημα περιορίζεται μέσα σε ένα πλαίσιο αυτοελέγχου, όπου το ατομικό και το συλλογικό συνυπάρχουν σε μια λεπτή ισορροπία, που διαρκώς απειλείται.
Ο χρόνος έχει πάψει να είναι κυκλικός και έχει γίνει εποχικός, εξαρτημένος από την αγορά. Οι άνθρωποι δεν εξαντλούνται πια από τη στέρηση, αλλά από την υπερένταση και την υπερκατανάλωση.
Η ηθική της ένδειας και της ολιγάρκειας ως βιωμένη εμπειρία διατρέχει ολόκληρο το έργο. Η έλλειψη εθίζει στο καλό και στο συλλογικά ωφέλιμο, μαθαίνει στους κατοίκους του νησιού να μη σπαταλούν, να μη διεκδικούν περισσότερα απ’ όσα τους αναλογούν. Ωστόσο, στην εποχή μας, αυτή η αντίληψη φαίνεται να έχει χαθεί. Το Πυθαγόρειο έχει μετατραπεί σε τόπο που ζει «σε δύο εποχές»: τον χειμώνα της αδράνειας και το καλοκαίρι της υπερεντατικής τουριστικής εκμετάλλευσης. Η φύση, άλλοτε συνομιλητής και δάσκαλος, μοιάζει να έχει ξεπέσει. Ο χρόνος έχει πάψει να είναι κυκλικός και έχει γίνει εποχικός, εξαρτημένος από την αγορά. Οι άνθρωποι δεν εξαντλούνται πια από τη στέρηση, αλλά από την υπερένταση και την υπερκατανάλωση.
Γλωσσικά, το κείμενο κινείται με άνεση ανάμεσα στη δημοτική, την καθαρεύουσα, τα ιδιωματικά στοιχεία και τη λόγια παράδοση.
Ο χαρακτηρισμός του «χρυσού κλουβιού» συνοψίζει αυτή τη συνθήκη, καθώς ο τόπος συνεχίζει να προσφέρει ομορφιά, αλλά στερείται βάθους και προοπτικής. Η αφήγηση, εστιάζοντας στην αντιπαράθεση ανάμεσα στη μνήμη του αφηγητή και στη λογική της επιβίωσης των γονιών (που οδηγεί στην καταστροφή του «άχρηστου»), διατυπώνει έμμεσα μια κριτική στην απαξίωση του παρελθόντος και της υλικής μνήμης. Στον αντίποδα, η σχέση του αφηγητή με την απώλεια και τη φθορά, η βαθιά θλίψη του για τους ανθρώπους που εξαφανίζονται, αλλά και τα αντικείμενα που πετιούνται, τα εργαλεία που σαπίζουν, τα φωτογραφικά αρνητικά που καταστρέφονται, τα σπίτια που γκρεμίζονται, τα παλιά προσφυγικά, τους στάβλους και τις παράγκες που αποτελούν παρελθόν, είναι χαρακτηριστική. Η μνήμη παρηγορεί, αλλά και πονά, καθώς υπενθυμίζει την απόσταση ανάμεσα σε έναν κόσμο σχέσεων και έναν κόσμο χρήσεων.
Προσωπικό βίωμα και ιστορική εγκυρότητα
Γλωσσικά, το κείμενο κινείται με άνεση ανάμεσα στη δημοτική, την καθαρεύουσα, τα ιδιωματικά στοιχεία και τη λόγια παράδοση. Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερο μέσο, αλλά οργανικό μέρος της αφήγησης. Η πληθώρα συγκεκριμένων ονομάτων, χρονολογιών και τοπωνυμίων προσδίδει αρχειακή διάσταση, χωρίς να αναιρεί τη λογοτεχνικότητα. Το βίωμα αποκτά ιστορική εγκυρότητα ακριβώς επειδή δεν γενικεύεται εύκολα. Από αυτήν την άποψη, η συνειδητή παραδοχή των κενών και του υποκειμενισμού της αφήγησης προσδίδει στο έργο εντιμότητα και αυθεντικότητα, ενώ ο επίλογος φωτίζει αναδρομικά ολόκληρη την αφήγηση, σε μια απόπειρα να μη μείνει η ζωή ανείπωτη, όπως έμεινε η ζωή του πατέρα.
Το νερό, ο Θράσος, το ποδήλατο, τα παιχνίδια, η αρχαιότητα, ο τουρισμός συγκροτούν ένα σύστημα αξιών που ενσαρκώνεται αβίαστα στην αφήγηση.
Εδώ η γραφή δεν αποσκοπεί στην πλήρη αποτύπωση της αλήθειας, αλλά στη διάσωση του βιώματος από τη λήθη. Ο ενήλικας που επιστρέφει σε αυτό δεν το πράττει από νοσταλγία, αλλά από αυτοεπίγνωση. Συμπερασματικά, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ως αυτοβιογραφία ενός τόπου που αποκτά πρόσωπο μέσα από τους ανθρώπους του και τις πρακτικές τους, τις σιωπές και τις απώλειές τους. Το νερό, ο Θράσος, το ποδήλατο, τα παιχνίδια, η αρχαιότητα, ο τουρισμός συγκροτούν ένα σύστημα αξιών που ενσαρκώνεται αβίαστα στην αφήγηση.
* Η ΧΡΥΣΑ ΦΑΝΤΗ είναι συγγραφέας. Τελευταίο της βιβλίο, η μελέτη «Ο Καρυωτάκης στις μέρες μας» (εκδ. Σμίλη).
Απόσπασμα από το βιβλίο (κεφ. τέσσερα, σελ. 51-52)
«Μέρος του σπιτιού μας ήταν το σκοτεινό υπόγειο, στο οποίο, όταν έμπαινα, ένιωθα φόβο και ανατριχίλα (κάτι που νιώθω για άλλους λόγους και σήμερα). Η μάνα αποτρέποντάς με από έκτακτες επισκέψεις στα άδυτα σκοτάδια του –ήθελε να προλάβει κανένα ατύχημα– μου ’λεγε διάφορες τρομακτικές ιστορίες που, όπως διαπίστωσα με τα χρόνια, δεν απείχαν και πολύ από την αλήθεια. Έλεγε ότι είχε χειροβομβίδες και σφαίρες από το πέρασμα των Ιταλών και των Γερμανών. […] Στην οριστική εκκαθάριση του υπογείου μας, σαράντα χρόνια αργότερα, αποδείχτηκε πως κάτω από τα επιφανειακά κουρέλια που είχε στρώσει η μάνα, για να αναπαύονται οι λεχώνες γάτες με τα μωρά τους, βρισκόταν ένας θησαυρός από βιβλία του 18ου και του 19ου αιώνα. Είχαν όλα μεταλλαχτεί σε χάρτινα τούβλα από την υγρασία.»
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Βαγγέλης Δημητριάδης (Πυθαγόρειο Σάμου, 1948) εργάστηκε ως εκπαιδευτικός και σχολικός σύμβουλος στη γενική και ειδική αγωγή. Για την προσφορά του στην ειδική αγωγή τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1991 με το βραβείο Κριεζή. Ιδρυτικό μέλος και υπεύθυνος έκδοσης των περιοδικών Απόπλους και Το Τηγάνι.

Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, τρεις μονογραφίες τοπικής ιστορίας, δυο ερευνητικές μελέτες για την εκπαίδευση και το δίγλωσσο λεύκωμα Πυθαγόρειο Σάμου. Υπεύθυνος καινοτόμου προγράμματος και επιμελητής του σχολικού βιβλίου Σάμος, πατρίδα μου. Έχει λάβει μέρος ως οργανωτής και εισηγητής σε εκπαιδευτικά, ιστορικά και λογοτεχνικά συνέδρια. Κείμενα και ποιήματά του δημοσιεύονται σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.
























