
Για το βιβλίο ταξιδιωτικής λογοτεχνίας του Συλβαίν Τεσσόν (Sylvain Tesson) «Με τις νεράιδες» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Στερέωμα).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Έχουμε συνηθίσει, και ενίοτε ταυτίσει, την έννοια του flâneur με μια μορφή αστικής περιπλάνησης όπου η αναπόληση, η χωρίς αιτία περιδιάβαση από δρόμο σε δρόμο κι ο αναστοχασμός βρίσκουν έκφραση σε δανδήδες των πόλεων. Κι όμως, ο Συλβαίν Τεσσόν είναι, ίσως, η πιο ξεχωριστή μορφή flâneur που δεν περιορίζεται εντός του άστεως, αλλά βρίσκει τη χαρά του ταξιδιού (χωρίς συγκεκριμένο σκοπό και αιτία) είτε σε κάποια βουνοκορφή είτε καταμεσής της θάλασσας.
Στο πρόσφατο βιβλίο του, Με τις νεράιδες, μαζί με μια μικρή ομάδα ταξιδεύει κατά μήκος των ακτών του Ατλαντικού, από τη Γαλικία μέχρι τη Σκωτία, μέσω Βρετάνης, ενώ περνάει από την Κορνουάλη, την Ουαλία και την Ιρλανδία. Καθώς το ταξίδι προχωρά, από ακρωτήρι σε ακρωτήρι, από νησιά σε κόλπους, ο συγγραφέας περιγράφει όπως κανείς άλλος αυτά τα άγρια τοπία που χτυπιούνται από τον άνεμο, αυτούς τους βάλτους λουσμένους σε θρύλους, αυτά τα φώτα που ξεθωριάζουν ή βρυχώνται.
Η αφήγησή του είναι λαμπρή, γεμάτη ζεστασιά για τα τοπία που αντικρίζει, με ποιητική εμβάθυνση για το αποτύπωμα που αφήνει μέσα του κάθε παρθένα εικόνα της φύσης κι αργή σε ανάπτυξη, καθώς ο χρόνος σε ένα τέτοιο ταξίδι δεν γίνεται παρά να απλώνεται και να μεγεθύνεται, σε αντίθεση με εκείνον της πόλης που μικραίνει και δεσμεύει.
Μέσα σε αυτή την ποιητική του βλέμματος, αναφύονται και οι νεράιδες του τίτλου, οι οποίες λαμβάνουν (φυσικά) μεταφορικό χαρακτήρα και έχουν να κάνουν με την ομορφιά της μορφής και το όνειρο της παραμονής σε έναν παραδείσιο τόπο.
Ο μύθος των νεράιδων
Οι νεράιδες, μέσα από τον τρόπο που τις «βλέπει» ο Τεσσόν, είναι υπαρκτές όσο ο άνθρωπος απεκδύεται από τη στενόκαρδη λογική και αφήνει το συναίσθημα να πλημμυρίσει την καρδιά του και τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα του κόσμου. Καίτοι ο συγγραφέας μάς μιλάει με κάθε λεπτομέρεια για τα μέρη που επισκέπτεται ή διακρίνει από το σκάφος του, το αποτέλεσμα απέχει πολύ από το να θεωρηθεί τουριστικός οδηγός. Από την άλλη, οι σκέψεις που γεννιούνται μέσα του, καθώς έρχεται σε επαφή με το μεγαλείο της φύσης, έχουν φιλοσοφική ρίζα, αλλά και πάλι, το αποτέλεσμα δεν είναι ένα βαρύ φιλοσοφικό πόνημα.
Το βιβλίο του Τεσσόν μαρτυρά ξεκάθαρα τη λογοτεχνική και πνευματική προσέγγισή του, αναμειγνύοντας τις σωματικές εμπειρίες με εκείνες του πνεύματος, την εξύψωση των άγριων τόπων με την αποστροφή για τις επείγουσες ανάγκες της νεωτερικότητας.
Θα μπορούσε κανείς να το διαβάσει σαν ένα ημερολόγιο καταστρώματος γεμάτο ομίχλες, θαλασσινό νερό, εκρήξεις φωτός ανάμεσα στα σύννεφα και βήματα στις άκρες του κόσμου. Το βιβλίο του Τεσσόν μαρτυρά ξεκάθαρα τη λογοτεχνική και πνευματική προσέγγισή του, αναμειγνύοντας τις σωματικές εμπειρίες με εκείνες του πνεύματος, την εξύψωση των άγριων τόπων με την αποστροφή για τις επείγουσες ανάγκες της νεωτερικότητας.
Ίσως σε κάποια σημεία να διαπιστώσει κανείς πως η αφήγηση ολισθαίνει ή να παρατηρήσει τυχόν επαναλήψεις, ωστόσο όλα αυτά είναι πρόσκαιρα και εντέλει αποδεκτά, από τη στιγμή που ο Τεσσόν μάς καλεί να διαβάσουμε το βιβλίο του σε χρόνο που δεν μετριέται με το ρολόι, αλλά με τους χτύπους της καρδιάς. Αν δεν αφεθείς σ’ αυτή τη «μέτρηση» τότε, ναι, το βιβλίο θα φανεί βαρετό. Όμως, μόνο αυτό δεν είναι.
Το ύφος
Δεν γίνεται να μην θαυμάσει κανείς το λαμπρό ύφος του Τεσσόν. Είναι ικανός να μιλήσει για έναν βράχο που τον χτυπάει αιώνια το κύμα, σαν να είναι σώμα ανθρώπου. Με τις λέξεις του δίνει ψυχή στα άψυχα. Οι μεταφορές του μερικές φορές είναι αστείες αλλά πολύ συχνά εύστοχες. Οι περιγραφές των ακτών, των βάλτων και των ακρωτηρίων μερικές φορές είναι άγριες, αλλά σίγουρα και σπλαχνικές. Τα κεφάλαια είναι σύντομα, «γεωγραφικά εντοπισμένα», συνοδευόμενα από χάρτες που μας επιτρέπουν να ακολουθήσουμε τη διαδρομή, με πανί, με τα πόδια ή ακόμη και με ποδήλατο.
Και ο ίδιος επικαλείται πολλούς θρύλους, όπως αυτόν του Βασιλιά Αρθούρου και των κυνηγών του Άγιου Δισκοπότηρου.
Ο Τεσσόν μάς υπενθυμίζει πως η θάλασσα και η γη δεν είναι αξεχώριστα μεταξύ τους, κάτι που έχουν διδάξει, άλλωστε, και οι αρχαιοελληνικοί μύθοι. Και ο ίδιος επικαλείται πολλούς θρύλους, όπως αυτόν του Βασιλιά Αρθούρου και των κυνηγών του Άγιου Δισκοπότηρου. Επιπλέον, ανακαλεί δικά του διαβάσματα από συγγραφείς που έχουν μιλήσει με βαθύ τρόπο για τη φύση της κέλτικης γεωγραφίας.
Οι συγγραφείς-σύντροφοι
Ο Σατωμπριάν, ο Ουγκό, ο Ρενάν, ο Μπρετόν, ο Αραγκόν, ο Σαίξπηρ, ο Γέιτς, ο Ντεμπισί, ο Μπάιρον, ο Γουόρντσγουορθ και μερικοί άλλοι προσκαλούνται στη χορωδία των βάλτων, των γκρεμών και των στοιβών (βραχώδεις κορυφές φυτεμένες στη θάλασσα κοντά στις ακτές), σύντροφοι απαραίτητοι σ’ αυτό το ταξίδι μύησης. Φτάνοντας στο τέλος (που πάντα είναι ατελεύτητο), βρίσκεις το κλειδί για την κατανόηση αυτών των νεράιδων, παραστατών στο δρόμο και στα όνειρα. Αυτή είναι η ουσία του ταξιδιού κατά τον Τεσσόν. Μια ποιότητα της πραγματικότητας που αποκαλύπτεται από μια διάθεση του βλέμματος, αποτυπώνοντας και απολαμβάνοντας τη στιγμή στα ακρωτήρια του κόσμου. Μακριά από τους ανθρώπους και τον λεγόμενο πολιτισμό τους.
Μια μαγεία που μπορείς να τη βρεις στα κείμενα του Θορώ, που στις μέρες μας, μέρες απόλυτης και ασφυκτικής λογικής, αποβάλλονται ως πολύ ποιητικά και απραγματοποίητα. Να, όμως, που κάποιοι σαν τον Τεσσόν μπορούν να τα κάνουν βιωμένη πραγματικότητα. Εξαιρετική η μεταφραστική δουλειά του Γιώργου Καράμπελα, που καταφέρνει να μεταφέρει την ουσιαστική ποιητική γραφή του Τεσσόν με τρόπο που γίνεται όχι μόνο κατανοητή, αλλά και ψυχικά ευχάριστη.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Συλβαίν Τεσσόν γεννήθηκε στο Παρίσι το 1972 και αφιέρωσε τη ζωή του στα ταξίδια και στη συγγραφή. Τα περιηγητικά του δοκίμια ασκούν βαθιά γοητεία, χάρη στον λυρισμό και την ιδιαίτερη ματιά του προς τον φυσικό κόσμο.

Η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Une vie à coucher dehors, όπου σκιαγραφείται η καταστροφική επίδραση της υπερανάπτυξης σε διάφορες περιοχές του κόσμου, τιμήθηκε με το βραβείο Goncourt το 2009 και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ανάβαση (2023).
Το βιβλίο του Dans les forêts de Sibérie απέσπασε το 2011 το βραβείο Medicis και το La Panthère des neiges απέσπασε το βραβείο Renaudot τo 2019. Από τις εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα έργα του Η λεοπάρδαλη του χιονιού, 2020, και Λευκό, 2024.
























