
Για το δοκίμιο του Νόρμαν Φίνκελσταϊν (Norman Finkelstein) «Τι λέει ο Γκάντι – Για τη μη βία, την αντίσταση και το θάρρος» (μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. Σάλτο).
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Πόσα στοιχεία από τη θεωρία εκπληρώνονται με το πέρασμα στην πράξη; Πόσο συνεπείς απέναντι στα πιστεύω τους παρέμειναν κατά τη διάρκεια της ζωής τους τα πρόσωπα που έγραψαν Ιστορία, αν δεχθούμε πως η ιστορία γράφεται από πρόσωπα και δεν «οδεύει» μόνη της; Πόσο μη-βίαιο ήταν το κίνημα της σατυαγκράχα του Γκάντι, που συνέβαλε στο ξήλωμα της βρετανικής αποικιοκρατίας στην Ινδία;
Η ματιά του Νόρμαν Φίνκελσταϊν πάνω στην Ιστορία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ριζοσπαστική» από κάποιους, «ανορθόδοξη» από άλλους. Αμερικανός εβραϊκής καταγωγής, με γονείς που επιβίωσαν από το Ολοκαύτωμα, έγινε γνωστός ασκώντας κριτική στην εργαλειοποίηση αυτής της μεγάλης τραγωδίας του 20ού αιώνα για τη δικαιολόγηση των ακροτήτων που διαπράττει συχνά το κράτος του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Στο έργο του Τι λέει ο Γκάντι (μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. Σάλτο) σε πρώτο επίπεδο εξετάζει το σύστημα σκέψης του επαναστάτη ακτιβιστή, σε δεύτερο βαθμό όμως γράφει μια πραγματεία για την ουσία της λέξης «βία».
Οι πιο υποψιασμένοι κάνουν λόγο για τη «σιωπηλή» βία του συστήματος, τη βία που νομιμοποιείται με διάφορους τρόπους και από διάφορες ιδεολογίες και μηχανισμούς – ο Σλάβοϊ Ζίζεκ έχει καταπιαστεί με το συγκεκριμένο θέμα στο έργο του Βία (μτφρ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, εκδ. Scripta). Σήμερα, θυμόμαστε τον Γκάντι για τον επιτυχημένο αγώνα του ενάντια στον δυτικό ιμπεριαλισμό, στον οποίο επιστράτευσε, θυμόμαστε, μη βίαια μέσα, καταφεύγοντας συχνά σε απεργίες πείνας και ειρηνικές διαδηλώσεις και προασπιζόμενος τακτικές όπως τη μη καταβολή φόρων και τα μποϊκοτάζ.
Ο Γκάντι καλλιέργησε συστηματικά τον μύθο του, οικοδομώντας λίγο πολύ ένα δόγμα. Κατά καιρούς, δήλωνε πως ο δικός του τρόπος αντίστασης ήταν απολύτως επιτυχημένος και σε περίπτωση μη επιτυχίας, αυτή οφειλόταν στην «ακαταλληλότητα του πιστού», ενώ θεωρούσε πως μπορούσε μέχρι και «να “λιώσει” την καρδιά του Χίτλερ» (σελ. 64). Κατηγορούσε όσους τον αμφισβητούσαν ως έχοντες επιδερμική γνώση των θεωριών του και κάπως έτσι, ανέπτυξε τη δράση του, προσπαθώντας να ενεργοποιήσει την πλειοψηφία που μοιραζόταν ένα κοινό, δίκαιο αίτημα. Υποστήριξε, επίσης, πως με το σύστημα της μη βίας γίνεται να πολεμήσουν μέχρι και τα γυναικόπαιδα, που υπό άλλες συνθήκες, θα δίσταζαν να αποτελέσουν μέρος του αγώνα.
Η απομυθοποίηση του Γκάντι
Στη μελέτη του, ο Φίνκελσταϊν μάς θυμίζει πως ακόμα και η μη βία δημιουργεί θύτες και θύματα – ίσως το ξεχνάμε και για αυτό ευθύνεται η αγιοποιημένη εκδοχή του Γκάντι, την οποία έχει διαφυλάξει η παγκόσμια κουλτούρα. Ο Φίνκελσταϊν εν μέρει απομυθοποιεί τον Γκάντι: παρά την αναμφισβήτητη σπουδαιότητα της δράσης του, ο Ινδός στοχαστής εκφράστηκε κατά καιρούς με αφέλεια -ο Φίνκελσταϊν βρίσκει τις ιδέες του για την πάλη ενάντια στον ναζισμό άστοχες-, υπήρξε δογματικός και αντιφατικός. Η ρίζα του προβλήματος της ασυνέπειάς του ανιχνεύεται στην προσκόλληση του Γκάντι στη «θρησκευτική πίστη» του («η πραγματική αγάπη για τον άνθρωπο πιστεύω πως είναι εντελώς αδύνατη χωρίς την αγάπη για τον Θεό», σελ. 21), που συχνά δεν ταίριαζε με την ψυχρή λογική που χρειαζόταν να υιοθετηθεί για την περάτωση ενός τέτοιου αγώνα.
Οι Βρετανοί έφυγαν επειδή η Ινδία, εξαιτίας του Γκάντι και των ομοϊδεατών του, κατέστη «μη κυβερνήσιμη και, κατά συνέπεια, μη κερδοφόρα»
Άλλωστε, ο Γκάντι, πέρα από ιδεολόγος, ήταν αναπόφευκτα τακτικιστής. Η μη βία δεν συνεπάγεται την απραγία – το αντίθετο, τονίζει ο Φίνκελσταϊν: ο Γκάντι μισούσε τους δειλούς και στην ουσία, καλλιέργησε «μια λατρεία του θανάτου» (σελ. 45), δημιουργώντας μάρτυρες που οδεύουν προς το τέλος τους χαμογελαστοί και υπερήφανοι.
Με ποιο τρόπο, λοιπόν, έφυγαν οι Βρετανοί από την Ινδία; Όχι επειδή μεταπείστηκαν από τον δίκαιο αγώνα του Γκάντι και του λαού, γράφει ο Φίνκελσταϊν. Οι Βρετανοί έφυγαν επειδή η Ινδία, εξαιτίας του Γκάντι και των ομοϊδεατών του, κατέστη «μη κυβερνήσιμη και, κατά συνέπεια, μη κερδοφόρα» (σελ. 88). Έτσι, χάρη σε ένα συνδυασμό παραγόντων, οι Βρετανοί «αποφάσισαν να τα μαζέψουν και να φύγουν» επειδή οι Ινδοί «είχαν ανατρέψει τον ισολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών». Σίγουρα, φυσικά, έπαιξε ρόλο και η μεταστροφή της κοινής γνώμης στην ίδια τη Μ. Βρετανία, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Πολέμου του Βιετνάμ, με τις μαζικές διαδηλώσεις στις ΗΠΑ να αλλάζουν τις ισορροπίες. Ο Γκάντι ήθελε να κεντρίσει την προσοχή και την ευαισθησία του βρετανικού λαού, όπως αναφέρει ο Φίνκελσταϊν.
Η αραβοϊσραηλινή σύγκρουση
Για ποιους λόγους μάς αφορούν σήμερα όλα αυτά; Αν λάβουμε υπόψιν μας το γενικό πλαίσιο δράσης του Φίνκελσταϊν, στο οποίο εντάσσεται και η πρόσφατη συμμετοχή του σε εκδήλωση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στην αραβοϊσραηλινή σύγκρουση, η οποία μάλιστα αναφέρεται και στο κύριο σώμα του βιβλίου αλλά και στο επίμετρο, που περιλαμβάνει συνέντευξη του συγγραφέα. Ο Φίνκελσταϊν έχει μιλήσει για τον σταδιακό αφανισμό του παλαιστινιακού λαού, που συντελείται εδώ και δεκαετίες, και οδήγησε στην ανάπτυξη της Χαμάς και στην επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.
Με αυτό το βιβλίο του απευθύνεται στη νέα γενιά, και σε όποιον θέλει να τον ακούσει, είτε βρίσκεται στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, όπου κυκλοφορεί ευρύτερα το έργο του, είτε οπουδήποτε, και στη Μέση Ανατολή: «Όσο μακρύτερα προχωρήσ[ετε] χωρίς βία, τόσο πιο πιθανό είναι ότι ο νέος κόσμος θα είναι καλύτερος».
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Νόρμαν Φίνκελσταϊν γεννήθηκε στο Μπρούκλιν (1953), από γονείς που είχαν επιζήσει από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σήμερα διδάσκει πολιτική θεωρία στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

Στα ελληνικά κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του Εικόνα και πραγματικότητα της ισραηλο-παλαιστινιακής διαμάχης και Η βιομηχανία του Ολοκαυτώματος (Εκδόσεις του εικοστού πρώτου).
























