
Ένα σύντομο κριτικό σχόλιο για κάθε έργο της σειράς μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Μεταίχμιο «Τα μικρά». Ευσύνοπτα μα σπουδαία έργα από τους Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο.
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Η νέα σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Μεταίχμιο «Τα μικρά» περιλαμβάνει ολιγοσέλιδα, αλλά σημαντικά έργα ορισμένων από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του 19ου και του 20ού αιώνα. Μικρά σε έκταση, αλλά πλούσια σε ουσία κείμενα σε φροντισμένες μεταφράσεις και από συγγραφείς αρκετά διαφορετικούς μεταξύ τους. Προς το παρόν κυκλοφορούν επτά βιβλία και αναμένονται αρκετές συνέχειες. Ακολουθεί για κάθε έργο, ένα σύντομο κριτικό σχόλιο, ως εισαγωγή στον κόσμο που προλαβαίνει να αναπτυχθεί μέσα σε λίγες μόνο σελίδες.
Τζέιμς Τζόις, Οι νεκροί (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)
Η επανάγνωση του κειμένου με βρήκε σε μεγαλύτερη ηλικία, επομένως πιο κοντά στο πνεύμα του έργου, αφού εκείνο που στη νεότητα θαυμάζεται αποστασιοποιημένα ως τεχνική, στο μέσον ή ακόμα πιο μετά προσθέτει και το βίωμα που καθιστά πληρέστερη την εμπειρία.
Οι νεκροί μάς μιλούν. Δεν μας στοιχειώνουν με τη παραφυσική έννοια, όπως στα έργα του φανταστικού. Μας συνοδεύουν όμως σε κάθε βήμα από την αρχή ως το τέλος. Πρωταγωνιστές σ’ αυτό το μικρό αριστούργημα είναι οι νεκροί και συγκεκριμένα η ανάμνηση της παρουσίας τους, η οποία επικάθεται σε όλα τα ανθρώπινα όπως το πυκνό χιόνι που πέφτει στο Δουβλίνο, πνίγοντας στη σιωπή του τις ανθρώπινες εκδηλώσεις χαράς. Κι όμως, είναι η βαρύτητα του αναπόφευκτου τέλους που καθιστά τον εορτασμό σημαντικό, προσδίδοντας νόημα σε όσα προηγήθηκαν, αλλά κι όσα έπονται. Μόνο οι ζώντες εξάλλου θυμούνται, ενώ οι νεκροί πεθαίνουν οριστικά όταν κι ο τελευταίος που φέρει εντός του την ανάμνησή της ύπαρξής τους έχει αποχωρήσει από την παράσταση της ζωής.
Το «χριστουγεννιάτικο» γεύμα που παραθέτουν οι γηραιές κυρίες του διηγήματος θα συγκεντρώσει στη ζεστή τους οικία διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. Πιθανώς οι καθημερινές τους έννοιες, η ζωή τους, να είναι κοινή και αδιάφορη για τους περισσότερους. Δεν έχουν να επιδείξουν κάτι μοναδικό, ενώ ο συγγραφέας τούς παρουσιάζει με συμπάθεια, αν κι όχι με εγγύτητα, όσο αυτοί συγκεντρώνονται, αστειεύονται, μετέχουν στο συμπόσιο, ψυχαγωγούνται και αποχωρούν την καθορισμένη ώρα με τις άμαξες μέσα στην παγωνιά του χειμώνα.
Η τεκτονική πλάκα θα μετακινηθεί κατά την επιστροφή του πρωταγωνιστή ονόματι Γκέιμπριελ και της συζύγου του στο σπίτι τους. Όσα προηγήθηκαν μέσω λεπτών υπαινιγμών (λεκτικές και σωματικές εκφράσεις, αλλά και αλληγορίες) εφορμούν στο προσκήνιο (με ιψενικό τρόπο, καθότι ο Τζόις υπήρξε θαυμαστής του Νορβηγού). Ο σεξουαλικός οίστρος του πρωταγωνιστή, η φωτιά του πάθους που ανέσυρε η βραδιά από τα βάθη, θα διακοπεί απότομα από την πιο δυνατή φλόγα της εξομολόγησης της συζύγου του. Το παρελθόν, με τη μορφή μιας παλιάς νεανικής αγάπης που έσβησε πρόωρα, θα κυριεύσει το ζευγάρι. Η ατμόσφαιρα θα γίνει διαπερατή και οι νεκροί, ο νεκρός, θα εισβάλλει στην κάμαρα, στη ζωή, μέσω της ανάμνησης, τα κάρβουνα της οποίας δεν έχουν ακόμη σβήσει στην καρδιά της γυναίκας.
Ο άντρας δεν θα βαρυγκωμήσει, δεν θα οργιστεί με τη γυναίκα του, δεν θα καταραστεί την τύχη του. Θα υποταχθεί στη μοίρα των σοφών θνητών, οι οποίοι βαδίζουν στα βήματα όσων προηγήθηκαν, ανήμποροι να αντιπαλέψουν το βάρος της ανάμνησής τους που σκεπάζει τα πάντα και τους πάντες, όπως το χιόνι που θα καλύψει τη νύχτα εκείνη το Δουβλίνο.
Ελίζαμπεθ Γκάσκελ, Η ιστορία της παραμάνας (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου)
Μικρό σε έκταση, αν κι αξιόλογο δείγμα γοτθικής λογοτεχνίας. Η παραμάνα της ιστορίας αφηγείται μεν μια ιστορία φαντασμάτων, αλλά στο βάθος της κρύβεται ο ντικενσιανός κοινωνικός προβληματισμός. Όλα τα τυπικά επιμέρους στοιχεία βρίσκονται εκεί: ο περιβάλλων χώρος και χρόνος (χειμώνας, χιόνι και αέρας στην αγγλική εξοχή), όπως και η στοιχειωμένη από φασματικές εκδικητικές υπάρξεις έπαυλη, όπου μέρος της παραμένει αποκλεισμένο για αδιευκρίνιστους κι ως εκ τούτου μυστηριώδεις λόγους.
Όσον αφορά τα πρόσωπα, στην έπαυλη διαμένουν δύο γηραιές κυρίες-μάρτυρες συμβάντων, οι οποίες είναι ταυτόχρονα κλειδοκράτορες θαμμένων μυστικών που κείνται θαμμένα στο υποσυνείδητο. Η εισβολή της παιδικής αθωότητας με τη μορφή του αθώου κοριτσιού θα πυροδοτήσει τη δράση, θα ανακινήσει το τέλμα οπότε θα ξεπηδήσουν οι εν υπνώσει παρουσίες, οι οποίες θα ζητήσουν το μερτικό τους από τους ζωντανούς. Όπως συμβαίνει πάντα στις αφηγήσεις του είδους, η βαρυτική δύναμη του παρελθόντος τραβά τους μετέχοντες επιχειρώντας να τους συνθλίψει, ως ενός είδους αποκατάστασης της δικαιοσύνης – έστω και μεταθανάτιας.
Η Γκάσκελ χειρίζεται άψογα το υλικό της, κλιμακώνοντας τη δράση χωρίς υπερβολές που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις εσωτερικές ισορροπίες στρέφοντας την προσοχή του αναγνώστη αποκλειστικά και μόνο στην κατάληξη – αντιθέτως, επικεντρώνεται στον εσωτερικό ρυθμό που λειτουργεί συγκολλητικά, δίνοντας έμφαση στο κοινωνικό στοιχείο, κάτι που όπως γνωρίζουμε την απασχολούσε ιδιαίτερα στο έργο της.
Έντγκαρ Άλαν Πόε, Γουίλιαμ Γουίλσον (μτφρ. Κατερίνα Σχινά)
Το θέμα του σωσία, του ζωντανού ειδώλου, κατέχει ιδιάζουσα θέση στη λογοτεχνία του φανταστικού κι, ευτυχώς, όχι μόνο. Ο βασικός λόγος είναι ότι προσφέρει στον δημιουργό την ευκαιρία να τοποθετήσει απέναντι από τον πρωταγωνιστή έναν καθρέφτη, το είδωλο του οποίου αποτελεί το αρνητικό στο θετικό του ή το αντίστροφο, όπως συμβαίνει στο συγκεκριμένο αφήγημα.
Ο Γουίλιαμ Γουίλσον είναι ο σωσίας του ήρωα, ο οποίος εμφανίζεται στη ζωή του κατά τη διάρκεια των σπουδών του, οπότε ο χαρακτήρας ενηλικιώνεται κι επομένως αποκτά ουσία και βάθος. Στην αρχή η παρουσία του είναι απλά παρακολουθηματική, καθώς βαδίζει παράλληλα, με βήματα που δεν εφάπτονται. Η φυσική ομοιότητα είναι επαρκής αν κι όχι σαφής, μολονότι ο πρωταγωνιστής φαίνεται να είναι ο μόνος που δεν τη διακρίνει, εστιάζοντας στη διαφορά που οδηγεί στην αντιπαλότητα.
Ο μέγας Πόε στήνει το παιχνίδι με ευφάνταστο τρόπο, εισαγάγοντας σταδιακά τα κλειδιά που θα ανοίξουν στο τέλος διάπλατα τη θύρα της αναγνώρισης. Ο έτερος, με τον οποίο σκιαμαχεί ο ήρωας, έχει ως χαρακτηριστικό γνώρισμα τον ψίθυρο – σαφής συμβολισμός της συνείδησης που κινείται κάτω από την επιφάνεια του Εγώ υποτονθορύζοντας τις παρακλήσεις, τις κατηγορίες και τις προτροπές της. Συν τω χρόνω, η σκιά θα αποκτά υπόσταση αναδυόμενη όλο και πιο συχνά, ενώ ο πρωταγωνιστής θα την κουβαλά μαζί του όπου κι αν ταξιδέψει.
Η σχάση, ο διχασμός, θα αντιστραφεί μέσω της βίαιης επανένωσης, οπότε το όργανο του φόνου θα μετατραπεί σε όργανο αυτοχειρίας.
Ο διχασμός των εαυτών θα προκαλέσει τη θλίψη, ενδυναμώνοντας το αίσθημα της αποτυχίας, αλλά και της αμφισβήτησης σε πυρηνικό επίπεδο. Η ιστορία μας θα κλιμακωθεί σε δύο στάδια. Το πρώτο στην Οξφόρδη, όπου η άμεση παρέμβαση του Σωσία θα καταστήσει τον ήρωα αποσυνάγωγο. Το οριστικό χτύπημα θα έρθει στην τελική σκηνή στον χορό, για να θυμηθούμε και τον Καββαδία («Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί... θα σημαδέψει, κι άφοβα τον φταίχτη θα χτυπήσει»). Η σχάση, ο διχασμός, θα αντιστραφεί μέσω της βίαιης επανένωσης, οπότε το όργανο του φόνου θα μετατραπεί σε όργανο αυτοχειρίας. Η αναγνώριση του εαυτού, συμβολικά, θα απαιτήσει την ύστατη θυσία του υποκειμένου που επιτέλους θα ανοίξει διάπλατα τα μάτια στην αλήθεια.
Ο Πόε μάς φιλοδωρεί με ένα μικρό κομψοτέχνημα, όπου το πρώτο επίπεδο της δράσης επικαλύπτει χωρίς να υποκρύπτει τα βαθύτερα ερμηνευτικά επίπεδα, τα οποία προκύπτουν αβίαστα από την πλοκή. Εύκολα αναγνωρίζει κάποιος τη θεματική συγγένεια με τον Κάφκα (οι αποπνικτικοί χώροι και η ατμόσφαιρα), αλλά και τις άμεσες επιρροές στον Ντοστογιέφσκι, μεταξύ άλλων.
Σίλβιο Ντ’Άρτσο, Το σπίτι των άλλων (μτφρ. Δήμητρα Δότση)
Ερχόμαστε στον πλανήτη χωρίς να ερωτηθούμε, τον αποκαλούμε σπίτι μας, κι όταν έρθει η ώρα μας αποχωρούμε επιστρέφοντας στο πουθενά από όπου ξεκινήσαμε. Για κάποιους όμως το κοινό αυτό σπίτι παραμένει ξένο, αφιλόξενο, ένα «σπίτι των άλλων». Ποια λύση τους απομένει, λοιπόν, παρά να αποχωρήσουν εκούσια πριν την ώρα τους, δίνοντας τέλος σε μια αδιέξοδη προοπτική;
Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένας καθολικός παπάς στην ιταλική επαρχία στα μεταπολεμικά χρόνια της φτώχειας και της μετανάστευσης. Το ποίμνιο του ορεινού χωριού θαρρείς ότι δεν έχει καν ψυχή για την οποία αξίζει κάποιος να δώσει αγώνα, αφού όλα κυλούν άψυχα ακολουθώντας τον μετρονόμο του χρόνου και της εναλλαγής των εποχών. Άνθρωποι ζουν, άνθρωποι πεθαίνουν και τίποτα δεν διαταράσσει την κυκλικότητα, πέρα από το βλέμμα των κατοικίδιων κατσικιών που παρατηρούν έκπληκτες τα ανθρώπινα όντα να επιδίδονται στις ταπεινές ασχολίες τους.
Τον αδιατάρακτο κύκλο θα σπάσει η μυστηριώδης παρουσία της γηραιάς κυρίας, η οποία θα έρθει σε επαφή με τον ιερέα, υποβάλλοντάς τον σε συνειδησιακή κρίση. Η φύση γύρω συνεχίζει την πορεία της χωρίς αμφιθυμίες, όπως και οι άνθρωποι εντός της, εκτός από τους δύο ήρωες του μικρού αυτού δράματος, οι οποίοι θα εισέλθουν σε έναν μικρό χορό προσέγγισης και αποφυγής, με τον ιερέα να πρωτοστατεί. Ο συγγραφέας με έξυπνο τρόπο αποφεύγει να αποκαλύψει το μυστικό της γυναίκας, κλιμακώνοντας τη δράση μέσω της απουσίας της – κάτι που λειτουργεί άψογα, αφού ο αναγνώστης παρασύρεται σταδιακά αναμένοντας κάτι που ναι μεν έχει σημασία αφ’ εαυτό, αλλά είναι άρρηκτα τοποθετημένο στο υπάρχον πλαίσιο.
Όσα συμβαίνουν, είναι σαν να έχουν ήδη συμβεί και θα επαναληφθούν μοιρολατρικά, όπως ακριβώς και οι εποχές που επανέρχονται αφήνοντας στο διάβα τους μνήματα.
Η αυτοχειρία της γυναίκας (αυτό είναι το μέγα μυστικό και αμάρτημα) θα λάβει χώρα χωρίς παρέμβαση του ιερέα. Δεν μαθαίνουμε το πώς και το πότε, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού ο άντρας δεν διαθέτει καμία δύναμη αποτροπής, καμία εξουσία τελικά κι είναι κάτι που γνωρίζει καλά εξαρχής. Όσα συμβαίνουν, είναι σαν να έχουν ήδη συμβεί και θα επαναληφθούν μοιρολατρικά, όπως ακριβώς και οι εποχές που επανέρχονται αφήνοντας στο διάβα τους μνήματα. Οι άνθρωποι και τα ζώα τους θα είναι παρόντες και πρωταγωνιστές στην παράσταση, μέχρι τη στιγμή που θα κληθούν να αποχωρήσουν άδοξα και ταπεινά. Το τοπίο θα μείνει το ίδιο, μονότονο όπως και η ζωή των κατοίκων. Κάποιοι ελάχιστοι επιλέγουν να αποχωρήσουν με τον τρόπο τους. Τίποτα δεν θα αλλάξει.
Κάθριν Μάνσφιλντ, Je ne parle pas français (μτφρ. Σοφία Αυγερινού)
Ο πρωταγωνιστής του διηγήματος της Μάνσφιλντ ξεκινάει την πρωτοπρόσωπη αφήγησή του με αρνήσεις «Δεν ξέρω...», «Δεν πιστεύω...», «Μη φανταστείτε...». Κι όντως ο αναγνώστης δεν ξέρει και μάλλον δεν πολυπιστεύει τον μονόλογο του ανθρώπου αυτού που αυτοπροσδιορίζεται ως γέννημα θρέμμα Γάλλος και λογοτέχνης, μολονότι οι ιδιότητες τίθενται εν αμφιβόλω κατά τη διάρκεια της αφήγησης. Εντούτοις, κι ας προτρέπει να μην το πράξουν, είναι απαραίτητο οι αναγνώστες να χρησιμοποιήσουν τη φαντασία τους, προκειμένου να συμπληρώσουν τα κενά της αφήγησης που είναι επί τούτω αρκετά (επιτείνοντας την απόλαυση του ενεργητικού αναγνώστη).
Το εξαιρετικό αυτό μικρό δείγμα Μοντερνισμού αποτελεί τον άριστα δομημένο μονόλογο ενός αναξιόπιστου αφηγητή - όχι, δεν υπάρχει καμία αντίφαση σ’ αυτό, δεδομένου ότι η συγγραφέας δομεί το υλικό της με αξιοθαύμαστο τρόπο. Αλαζόνας και υπερφίαλος, κινείται στις παρυφές του πολιτισμένου Παρισιού, σε χώρους που δεν συνάδουν με την εικόνα που επιθυμεί να παρουσιάσει, συναναστρεφόμενος με άτομα τα οποία, αν δεν περιγράφει με μελανά χρώματα, σίγουρα κρίνει ως ανάξιά του.
Η κρίσιμη καμπή στην αφήγηση θα έρθει τη στιγμή που ενόσω βρίσκεται στο καφέ-στέκι του θα ανασύρει ένα χαρτί με μια πρόταση: «Δεν ομιλώ γαλλικά». Τότε ξεκινά ουσιαστικά η αφήγηση ή η ανάμνηση – δύσκολο να διακρίνει κάποιος. Η συγκεκριμένη πρόταση στα γαλλικά είναι εκείνη που γεννά όσα έπονται υπό μορφή διήγησης ή είναι απλά το κλειδί που ξεκλείδωσε όσα έλαβαν χώρα στο παρελθόν; Σε κάθε περίπτωση ο άντρας εκείνη τη στιγμή αποκτά υπόσταση («Το όνομά μου είναι Ραούλ Ντικέτ. Είμαι 26 χρονών και Παριζιάνος) και ιστορία, δηλαδή παρελθόν, το οποίο ξεκινά να αφηγείται με τη χαρακτηριστική του υπεροπτική χάρη και χιούμορ.
Για αρχή, το παιδικό του παρελθόν κρύβει μια ιστορία κακοποίησης, την οποία ακολουθεί ένα χρονικό άλμα που μας οδηγεί στο πρόσφατο παρελθόν του. Μαθαίνουμε ότι είναι συγγραφέας επιτυχημένων και σοβαρών βιβλίων, τα οποία σε αντιστοιχία με την ατμόσφαιρα του έργου, φέρουν δυσοίωνους τίτλους. Στη συνέχεια θα γνωρίσει έναν Άγγλο, τον Ντικ, με τον οποίο θα συνδεθεί με στενή φιλία, η οποία θα λάβει ασαφείς διαστάσεις εξάρτησης – μία ακόμη αμφισημία, σεξουαλικής φύσης, όπως συμβαίνει εξάλλου σε όλο το διήγημα που αμφιταλαντεύεται δίχως να διαυγάζει όσο προχωρά η πλοκή.
Ο αναγνώστης κατανοεί εν τέλει ότι όσα διάβασε είναι μυθοπλασία, ένα ψέμα μέσα σε ένα άλλο ψέμα, το οποίο βεβαίως περιέχει ψήγματα αλήθειας ώστε να γίνει αποδεκτό.
Θα ακολουθήσει η νεαρή κοπέλα, φίλη του Ντικ, που δεν ομιλεί τη γαλλική -μια ακόμα παρερμηνεία εν μέσω άλλων πολλών-, με το απωθητικό υποκοριστικό «Ποντικάκι», η οποία θα συγκινήσει ερωτικά τον αμφιβόλου ερωτικής ταυτότητας ήρωά μας. Όταν ο Ντικ επανέλθει στα πάτρια για παιδαριώδη λόγο (αδυνατεί να προδώσει τη μητέρα του προδίδοντας την ερωμένη του), ο Παριζιάνος μας δεν θα αναλάβει τον ρόλο του κι απλά θα εξαφανιστεί στο ψέμα (ή την πραγματικότητα, εξαρτάται από την οπτική γωνία) του, επιστρέφοντας στο γνωστό του στέκι, όπου από λογοτέχνης μετατρέπεται στην προτελευταία παράγραφο σε μαστροπό-παραχαράκτη της αλήθειας.
Η αφήγηση θα κλείσει κάπου εκεί. Ο αναγνώστης κατανοεί εν τέλει ότι όσα διάβασε είναι μυθοπλασία, ένα ψέμα μέσα σε ένα άλλο ψέμα, το οποίο βεβαίως περιέχει ψήγματα αλήθειας ώστε να γίνει αποδεκτό. Ακριβώς, δηλαδή, όπως συμβαίνει όποτε η ζωή μετατρέπεται σε τέχνη ή όταν η τέχνη περιγελά τη ζωή.
Τόμας Μαν, Ο Μάριο και ο Μάγος (μτφρ. Μαρία Μαντή)
Το διήγημα του Μαν διαδραματίζεται σε ένα καλοκαιρινό θέρετρο στον Νότο της Ιταλίας. Μια οικογένεια παραθερίζει εκεί και μέσω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης γινόμαστε κοινωνοί του δράματος. Όμως, όπως συχνά συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, τον βηματισμό στην αφήγηση τον δίνει ο υπότιτλος: «Ένα τραγικό ταξιδιωτικό βίωμα». Τι είδους ταξίδι είναι αυτό εκτός από το προφανές, εκείνο της μετακίνησης προς τον προορισμό; Το τραυματικό βίωμα μπορεί κάλλιστα να αφορά το εντός, οπότε το ταξίδι λαμβάνει διαφορετική διάσταση.
Εν αρχή, το γεωγραφικό σκηνικό της δράσης. Γνωρίζουμε την αμφίσημη σχέση του Μαν με τον κατά τα λεγόμενα του «κτηνώδη αισθησιασμό των Νοτίων». Στην Ιταλία διαδραματίζεται τόσο ο Θάνατος στη Βενετία όσο και το Ο Μάριο και ο μάγος. Το καύμα, η δύσπνοια από την υγρασία, η αφόρητη ζέστη είναι ικανή να προκαλέσει επιδημία χολέρας ή ακόμα και φόνο, όπως συμβαίνει στην εν λόγω νουβέλα, αφού με την κατάλληλη αφορμή τα άρρητα πάθη θα καταλάβουν τους μετέχοντες, οδηγώντας τον συνειδητό εαυτό στην υποχώρηση.
Η σκηνή της παράστασης, στην οποία καλούνται να παρευρεθούν τουρίστες και ντόπιοι, αποτελεί το δεύτερο επίπεδο κατάβασης εντός του ευρύτερου σκηνικού του θερινού θέρετρου. Έχει προηγηθεί, στο επίπεδο του συνειδητού/ ιστορικού, μια αμήχανη σκηνή στην παραλία όπου η οικογένεια δέχεται φραστική επίθεση από έναν εκπρόσωπο της φασιστικής πουριτανικής ηθικής. Το δεύτερο λοιπόν επίπεδο, το υποσυνείδητο, είναι η ίδια η παράσταση, φρουρός του οποίου είναι μια διφορούμενη φιγούρα, ο Μάγος, ο υπνωτιστής ονόματι Τσιπόλα. Αυτή η ταυτόχρονα φαιδρή, μοχθηρή κι επίφοβη μορφή θα κινηθεί υπόγεια, δόλια, χειραγωγώντας το κοινό του.
Ο αφηγητής, μολονότι αντιδρά με απέχθεια στο κέλευσμα, αδυνατεί να αποχωρήσει (όπως συμβαίνει εξάλλου στους εφιάλτες), βρίσκοντας δικαιολογία στην επιθυμία των παιδιών του για ψυχαγωγία. Παρακολουθεί με ενδιαφέρον τον Μάγο να ευτελίζει, να διακωμωδεί και να ελέγχει τους παριστάμενους (τους πειθαναγκάζει σε πράξεις που κινούνται από το κωμικό στο γκροτέσκο και στο εξευτελιστικό). Η κλιμάκωση του εφιάλτη θα οδηγήσει αναπόφευκτα στον φόνο (εκλαμβάνεται αλληγορικά ως εσωτερικό ξεκαθάρισμα του συγγραφέα με την υποκείμενη κι ανεκδήλωτη σεξουαλικότητά του), προκειμένου να λυθούν τα μάγια και να ξυπνήσουν οι παριστάμενοι.
Ο Ηγέτης θα συνεπάρει τη μάζα, η οποία παρασύρεται από τον υπνωτιστικό του λόγο (ο Μάγος διαθέτει ευφράδεια και ταυτόχρονα ναρκισσισμό), μολονότι κι ο ίδιος ο συγγραφέας αρχικά διαφωνούσε με αυτή την ερμηνεία.
Προφανώς ο χώρος κι ο χρόνος της αφήγησης (η Ιταλία επί Μουσολίνι) είναι ευεπίφορα και στην πολιτικών προεκτάσεων ανάγνωση. Ο Ηγέτης θα συνεπάρει τη μάζα, η οποία παρασύρεται από τον υπνωτιστικό του λόγο (ο Μάγος διαθέτει ευφράδεια και ταυτόχρονα ναρκισσισμό), μολονότι κι ο ίδιος ο συγγραφέας αρχικά διαφωνούσε με αυτή την ερμηνεία. Ανεξαρτήτως ερμηνειών, η μικρή αυτή νουβέλα υιοθετεί γραμμική αφήγηση, μακριά από μοντερνιστικούς πειραματισμούς, παραπέμποντας σε κείμενα προγενέστερων εποχών και Γερμανών συγγραφέων (συχνές οι αναφορές στον Δάσκαλό του τον Γκαίτε). Επιτυγχάνει επομένως σε δύο επίπεδα: να αφηγηθεί μια ιστορία που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την καταληκτική παράγραφο, ενώ την ίδια στιγμή παραμένει ανοιχτή στις ερμηνευτικές επιστρώσεις της κάθε εποχής.
Τόμας Μαν, Ο μικρός κύριος Φρίντεμαν (μτφρ. Γιώργος Δεπάστας)
Ο πρωταγωνιστής αυτού του πρώιμου διηγήματος του μεγάλου Γερμανού συγγραφέα γεννήθηκε άτυχος, αφού ήδη από την αρχή του βίου του υπέστη μια πτώση που άφησε τα σημάδια της. Η ελαφρά δυσμορφία και οι επιπτώσεις της στην ψυχοσύνθεσή του θα τον οδηγήσουν στην απομόνωση, παρέα με τις τρεις αδελφές του. Η φύση, με την αδιατάρακτη επαναληπτικότητά της, θα γίνει το παράδειγμα και το καταφύγιό του. Η λέξη-κλειδί που αποτελεί την επωδό είναι «ηρεμία», η μακαριότητα εκείνου που δεν επιθυμεί, που αποφεύγει τις εντάσεις και τη βιαιότητα των συναισθημάτων, τα οποία προκαλεί η προσέγγιση και η αναγκαστική διάψευση και ματαίωση, ιδίως για έναν άνθρωπο που εκ φύσεως (σωματική αναπηρία) δεν δικαιούται να τρέφει ψευδαισθήσεις.
Τα χρόνια θα κυλήσουν ειρηνικά. Το παιδί γίνεται ενήλικας, 30 ετών πλέον, προστατευμένος στον περιφραγμένο χώρο του. Η ζωή όμως έχει τους δικούς της κανόνες και θα εισβάλλει παρακάμπτοντας με περισσή ευκολία τις τάφρους προστασίας του πρωταγωνιστή. Η νεαρή σύζυγος του Συνταγματάρχη που μόλις έφτασε στην πόλη θα ρίξει επάνω στον ήρωά μας το βλέμμα της και η δίνη θα τον ρουφήξει εντός της – ιδανική απόδειξη ότι οι οχυρώσεις τελικά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από κυήματα φαντασίας, συγκολλημένες με τις ψευδαισθήσεις εκείνου που διέσχιζε αμέριμνα τον χρόνο απωθώντας τον υφέρποντα κοχλασμό του συναισθήματος. Εν μία νυκτί η παράδοση θα ολοκληρωθεί και ο έρωτας θα απαιτήσει τα δικαιώματά του, αφού καμία λογική (το ύστατο καταφύγιο των απόμαχων ή των δειλών) δεν δύναται να περιορίσει τον χείμαρρο που παρέμενε σε στάση τις δεκαετίες που πέρασαν.
Φυσικά, η κατάληξη δεν μπορεί να είναι αίσια, στη λογική των ρομαντικών καταβολών του πρώιμου Μαν (απόηχοι από τον Βέρθερο του Γκαίτε). Ο πρωταγωνιστής θα υποκύψει στη γοητεία, χωρίς όμως να αρκεστεί στον εκ του μακρόθεν και άνευ ανταπόκρισης έρωτα. Θα διαβεί τον Ρουβίκωνα, θα εκφράσει τον έρωτά του σε στιγμή αδυναμίας, κι αυτό θα τον καταστρέψει. Η νεαρή σύζυγος τον αντιμετωπίζει ως αξιοπερίεργο και θα περιγελάσει τον δύσμορφο ερωτευμένο, γκρεμίζοντας οριστικά τις ελπίδες του για ευτυχία εντός της ανθρώπινης κοινότητας. Ο εξευτελισμένος άντρας θα δώσει μόνος του το τέλος που αρμόζει στην περίσταση, αφού ουδείς επιστρέφει σε μια πρότερη κατάσταση, η οποία έχει απογυμνωθεί παντελώς από τις ψευδαισθήσεις που τη συγκάλυπταν, ακόμα και εάν χρειαστεί να πληρώσει το υψηλότερο τίμημα. Εφόσον δεν μπορείς να έχεις τη νέα ζωή που κρύβει μια αμυδρή έστω υπόσχεση ευτυχίας, προτιμότερο να μην έχεις τίποτα. Ο μικρός κύριος Φρίντεμαν θα έχει ένα άδοξο τέλος, αλλά -ελάχιστη παρηγοριά αυτή- θα παραμείνει για πάντα μικρός.
* Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
→ Τα παραπάνω κείμενα εκφωνήθηκαν στην εκδήλωση των εκδόσεων Μεταίχμιο και της Book Press στον Πολυχώρο Μεταίχμιο την Τρίτη 21 Απριλίου 2026 για την παρουσίαση της σειράς.

























