
Για το μυθιστόρημα «Η ξένη» της Κλαούντια Ντουραστάντι [Claudia Durastanti], που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση της Ζωής Μπέλλα-Αρμάου. Μια ιστορία ενηλικίωσης, που περνά μέσα από τρεις γενιές.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Η μόλις 40 χρονών Ιταλικής καταγωγής Claudia Durastanti στο εμπνευσμένο από τα βιώματά της μυθιστόρημα «Η ξένη» διερευνά την έννοια της ξενότητας και της ετερότητας, καθώς και την έννοια της αναπηρίας. Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στον Ξένο του Καμύ, έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε αποξένωση από τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Η ξένη, γένους θηλυκού, αφού όλες οι μεταναστεύσεις στο βιβλίο ενεργοποιούνται από γυναίκες, εμπερικλείει την έννοιες της ξένης από άλλη χώρα, της παράξενης, καθώς και αυτής που νιώθει αουτσάιντερ. Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει η Ντουραστάντι να το κάνει είναι μέσω της αυτομυθοπλασίας, ένα είδος προσφιλές στους κάθε λογής επιζώντες, όπως η ίδια αναφέρει, δίνοντάς μας μια ιστορία ενηλικίωσης που περνά μέσα από τρεις γενιές. Τους παππούδες της αφηγήτριας, τους γονείς της και την ίδια.
Κόρη κωφών γονιών
Κι αν αυτό ακούγεται γνώριμο, το ιδιαίτερο σε αυτό το βιβλίο είναι πως η πρωταγωνίστρια δεν είναι η ίδια ανάπηρη, αλλά βιώνει την αναπηρία και τις συνέπειές της μέσα στην οικογένειά της ως κόρη κωφών γονιών. Οι γονείς της δεν είναι αγαθές φιγούρες που αξίζουν τη συμπόνια και τον οίκτο μας, κάθε άλλο. Αποτελούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, άνθρωποι δυναμικοί που έζησαν μια άκρως ενδιαφέρουσα ζωή, όπως οι ίδιοι τη θέλησαν και την επέλεξαν. Υπήρξαν όμως κακοποιητικές φιγούρες για την αφηγήτρια που μέσω της μυθοπλαστικής αφήγησης μεταβολίζει το τραύμα της και ευαισθητοποιεί όχι μόνο για την αναπηρία αυτή καθ’ αυτή, αλλά και γι’ αυτούς που ζουν στο περιθώριό της. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αφηγήτρια όταν προτρέπει την κωφή φίλη της μητέρας της να προχωρήσει σε αμνιοπαρακέντηση δε σκέφτεται το μωρό ή τους γονείς του, αλλά το υγιές αδερφάκι που ενδεχομένως να κληθεί να μεγαλώσει δίπλα σε ανάπηρους γονείς κι έναν ανάπηρο αδερφό.
Η αφηγήτρια που ταυτίζεται με την ηρωίδα του βιβλίου είναι η μικρή κόρη ενός ιδιόμορφου ζευγαριού κωφών που παρόλο που ζούσαν χιλιόμετρα μακριά συναντήθηκαν με έναν ενδεχομένως καρμικό τρόπο.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια που αφορούν την οικογένεια, τα ταξίδια, την υγεία, τα χρήματα και την αγάπη. Η αφηγήτρια που ταυτίζεται με την ηρωίδα του βιβλίου είναι η μικρή κόρη ενός ιδιόμορφου ζευγαριού κωφών που παρόλο που ζούσαν χιλιόμετρα μακριά συναντήθηκαν με έναν ενδεχομένως καρμικό τρόπο. Οι άνθρωποι δε συναντιούνται τυχαία. Τους ενώνει μια κοινή ανάγκη κι ένας παρόμοιος τρόπος να αντιλαμβάνονται τα πράγματα. Οι γονείς της ηρωίδας δεν αποδέχτηκαν την αναπηρία τους και είχαν αναπτύξει κοινές στρατηγικές για να περνούν απαρατήρητοι. Δεν ήθελαν να συναναστρέφονται κωφούς ούτε χρησιμοποιούσαν τη νοηματική. Η μητέρα της δε μεγάλωσε σα να είναι διαφορετική και θύμα και δε δεχόταν να της συμπεριφέρονται με οίκτο. Ήταν ζωηρή και ανυπάκουη και συμπεριφερόταν σαν όλοι να όφειλαν να την καταλάβουν όταν μιλάει.
Μια ιστορία μεταναστεύσεων
Η ιστορία της οικογένειάς της είναι μια ιστορία μεταναστεύσεων. Οι παπούδες της υπήρξαν μετανάστες, μιλούσαν σπαστά και δε μπορούσαν να τη βοηθήσουν να ενταχθεί ομαλά. Οι γονείς της μετανάστευσαν από ένα χωριό της Ν. Ιταλίας στο Μπρούκλιν, όπου γεννήθηκε και η ίδια και μετά το διαζύγιό τους επέστρεψαν στην Ιταλία, ενώ η αφηγήτρια βρέθηκε και πάλι μετανάστρια ως ενήλικη πλέον στην Αγγλία την εποχή του Brexit. Η ξενότητα είναι τόσο πολιτισμική, αφού η ηρωίδα και η οικογένειά της πρέπει διαρκώς να προσαρμόζονται στις συνθήκες τόσο διαφορετικών μεταξύ τους χωρών, η ένταξη στη σχολική τάξη για παράδειγμα ήταν πάρα πολύ δύσκολη, έως ανέφικτη, είναι όμως και υπαρξιακή, καθώς ένας άνθρωπος μεγαλωμένος με τόσο ιδιόμορφο τρόπο όπως η ίδια είναι φυσιολογικό να αισθάνεται αποξενωμένη και αταίριαστη. Ταυτόχρονα όμως η ξενότητά της είναι και κοινωνική, αφού η αφηγήτρια δεν ανήκει σε μια συγκεκριμένη τάξη και δυσκολεύεται να προσδιορίσει τον εαυτό της με βάση την ιδιαίτερη οικονομική συνθήκη μέσα στην οποία μεγαλώνει. Μέσα από τη διαδρομή της στην παιδική της ηλικία, τις ιστορίες των παπούδων και των γονιών της, εξερευνά τον εσωτερικό της κόσμο και την ταυτότητά της φτάνοντας στην ενηλικίωση. Εκεί η αφήγηση γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς ωριμάζοντας η ίδια βαθαίνει και η επεξεργασία που έχει κάνει πάνω στην ιστορία της.
Βγαίνει από τα όρια του εαυτού της και μιλά για την αποξένωση που βιώνει η γενιά της από την εποχή της οικονομικής κρίσης του 2008 και μετά, το Brexit στο Λονδίνο όπου ζει, τις ανισότητες των ανθρώπων που εκτείνονται μεταξύ εθισμένων στο well being και τους ανθρώπους που κοιμούνται σε κοιτώνες ζητιανεύοντας...
Η Ντουραστάντι δε μιλά μόνο για το προσωπικό της τραύμα. Βγαίνει από τα όρια του εαυτού της και μιλά για την αποξένωση που βιώνει η γενιά της από την εποχή της οικονομικής κρίσης του 2008 και μετά, το Brexit στο Λονδίνο όπου ζει, τις ανισότητες των ανθρώπων που εκτείνονται μεταξύ εθισμένων στο well being και τους ανθρώπους που κοιμούνται σε κοιτώνες ζητιανεύοντας μια λίρα για να εξασφαλίσουν τη διαμονή τους, ενώ αγοράζουν ένα φτηνό κοστούμι γραφείου για να αυξήσουν τις πιθανότητές τους σε σχέση με τους ρακένδυτους ζητιάνους. Μιλά για το υπουργείο μοναξιάς και το υπουργείο αυτοκτονίας σε μια πόλη που απορρίπτει όσους καταφεύγουν σε αυτήν και που στην πραγματικότητα δε μπορούν να μπουν στους βαθύτερους μηχανισμούς της.
Για την αναπηρία
Έχοντας κατανοήσει τους γονείς της και χωρίς να ντρέπεται πια για εκείνους, μιλά για την αναπηρία των κωφών που γνωρίζει καλά και πράγματα που ίσως δεν έχουμε σκεφτεί ποτέ πριν, όπως το ότι οι άνθρωποι αυτοί δε μπορούν να επικοινωνήσουν και να υπερασπιστούν τον εαυτό τους σε περίπτωση πνιγμού, κακοποίησης ή βιασμού. Η αναπηρία όπως παρουσιάζεται στα βιβλία αφορά πρωταγωνιστές σε μυθιστορήματα γοτθικά, τρόμου ή Ευαγγέλια, ενώ αν τη δούμε μέσα από τις ταινίες για να επιβιώσει κανείς ως ανάπηρος η ιστορία του πρέπει να είναι ή ερωτική ή ιδιαίτερη. Οι ανάπηροι αποτελούν έναν στόχο ή ένα μέσο συμπόνοιας ενώ τα συνέδρια που αφορούν την αναπηρία προσελκύουν μόνο ανάπηρους και τις οικογένειές τους.
Αυτή η ηρωίδα, μας χαρίζει απλόχερα την ιστορία της με ένα χιούμορ εκπληκτικό, αφού όπως η ίδια λέει δεν υπάρχει ούτε μια πράξη βίας στη ζωή της που να μπορεί να τη θυμηθεί χωρίς να γελάσει. Άνθρωποι που φαντασιώθηκαν πως μεγαλώνουν σε μια οικογένεια που μπορεί να φροντίσει για τις ανάγκες τους, προσπάθησαν μάταια να τη βρουν, πίστεψαν πως αν βασίζονταν σε κάποιο άλλο ανθρώπινο ον θα σώζονταν για πάντα και χρειάστηκε να σταθούν στα πόδια τους μόνοι τους και να γίνουν οι ίδιοι φροντιστές του εαυτού τους αλλά και των γονιών τους σε μια άδικη μα απαραίτητη αντιστροφή ρόλων, ζώντας ζωές στο περιθώριο, που δε δείχνουν ποτέ αρκετά γεμάτες.
* Η Ιωάννα Φωτοπούλου είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.

Απόσπασμα από το βιβλίο
«Η ιστορία μιας οικογένειας μοιάζει περισσότερο με τοπογραφικό χάρτη παρά με μυθιστόρημα, και μια βιογραφία είναι το άθροισμα όλων των γεωλογικών εποχών που έχει διανύσει κανείς. Το να γράψεις για τον εαυτό σου σημαίνει να θυμηθείς ότι γεννήθηκες με θυμό και ήσουν μια πυκνή και συνεχής ροή λάβας, πριν η κρούστα σου σκληρύνει και ραγίσει ώστε να επιτρέψει να αναδυθεί ένα είδος αγάπης, ή πριν η άχρηστη δύναμη της συγχώρεσης έρθει για να εξομαλύνει και να ισοπεδώσει κάθε σου κοιλότητα. Το να ξαναδιαβάσεις όσα έγραψες για τον εαυτό σου σημαίνει να επινοήσεις αυτό που έχεις περάσει, να αναγνωρίσεις κάθε στρώμα από το οποίο αποτελείσαι: τους κρυστάλλους της χαράς ή της μοναξιάς στο βάθος, τα αποτελέσματα μιας μνήμης που έχει εξατμιστεί, όλα όσα έχουν εκσκαφεί και στη συνέχεια σ’ έχουν κατακλύσει, κι αυτό για να συνειδητοποιήσεις ότι δεν είναι αλήθεια πως ο χρόνος θεραπεύει: υπάρχει ένα ρήγμα που δεν θα γεμίσει ποτέ. Το μόνο πράγμα που κάνει ο χρόνος είναι να φέρνει σκόνη και ζιζάνια, έτσι ώστε αυτή η ρωγμή να καλυφθεί μέχρι να γίνει ένα διαφορετικό τοπίο, μακρινό, σχεδόν παραμυθένιο, όπου μιλιέται ένα ιδίωμα που δεν γνωρίζεις πια, τόσο αξιόπιστο όσο η γλώσσα των ξωτικών. Περπατάς στα ερείπιά του και συνειδητοποιείς ότι κάποιες λέξεις έχουν σβηστεί, άλλες όμως έχουν σωθεί, άλλες έχουν εξαφανιστεί, ενώ άλλες θα αντηχούν πάντα μέσα σου· κι ύστερα φτάνεις τελικά κοντά στον πατέρα και στη μητέρα σου, μετά από χρόνια όπου πίστευες ότι ο θάνατος ή η τρέλα ήταν ο μόνος τρόπος για να τους καταλάβεις καλά. Και τότε συνειδητοποιείς ότι τα πάντα στο αίμα σου είναι ένα κάλεσμα, κι εσύ είσαι απλά ο απόηχος μιας παλιότερης μυθολογίας».























