
Σκέψεις για το έργο της Σόφι Κινσέλα (Sophie Kinsella), που έφυγε χθες από τη ζωή. Γιατί συχνά χαρακτηρίζεται αδίκως ως «παραλογοτεχνία» και πώς αποτυπώνει με επιτυχία τη γυναικεία εμπειρία στον σύγχρονο, καταναλωτικό κόσμο.
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
Η είδηση του θανάτου της Σόφι Κινσέλα στα 55 της μόλις χρόνια κάνει τον γύρο του διαδικτύου παγκοσμίως. Η Κινσέλα (ψευδώνυμο της Madeleine Sophie Wikcham), της οποίας τα βιβλία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά κυρίως από τις εκδόσεις Ψυχογιός και τις εκδόσεις Πατάκη, ήταν γνωστή κυρίως ως συγγραφέας «chick-lit» ή αλλιώς, «γυναικείας λογοτεχνίας».
Στην πραγματικότητα, ο τίτλος αυτός είναι εμφανώς σεξιστικός. Ακόμα και η μετατροπή του σε κάτι αμιγώς (τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως) λιγότερο «έμφυλο», όπως «ροζ λογοτεχνία», οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα χωρίς επιχειρήματα: ό,τι είναι ποπ, ροζ, γυναικείο και συναισθηματικό, καταλήγει αυτομάτως να χαρακτηρίζεται και παραλογοτεχνικό.
Η μελέτη του Παναγιώτη Μουλλά
Η λογοτεχνική πραγματικότητα, ωστόσο, διαφέρει. Καταρχάς, τα όρια μεταξύ της λογοτεχνίας και της παραλογοτεχνίας είναι δυσδιάκριτα, κάτι που επισημαίνεται πολλαχώς και στο σχετικό βιβλίο Ο χώρος του εφήμερου – Στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα (εκδ. Σοκόλη) του Παναγιώτη Μουλλά. Το παραλογοτεχνικό φαινόμενο, με βάση αυτή τη μελέτη, έχει εκφραστεί κυρίως μέσα από αστυνομικά βιβλία και περιπέτειες, είδος που σήμερα έχει σταματήσει να «κατακρίνεται» με την ίδια πυγμή που κατακρίνονται τα αποκαλούμενα βιβλία «γυναικείας λογοτεχνίας». Αν δηλαδή η παραλογοτεχνία συχνά κρίνεται με όρους αφηγηματικής ευκολίας, τότε ευλόγως αναρωτιέται κανείς γιατί δεν μπαίνουν στο ίδιο κάδρο τα πολυάριθμα υπεραπλουστευμένα best sellers του ανδρικού κανόνα. Η απάντηση βρίσκεται στη διαχρονική υποτίμηση του γυναικείου συναισθήματος και των γυναικείων εμπειριών ως δευτερευουσών.
Παράλληλα, η συζήτηση γύρω από τη «γυναικεία λογοτεχνία» απαιτεί και μια θεωρητική προσέγγιση των όρων που με βάση την ιστορία της λογοτεχνίας δεν θα είναι καθόλου εύκολη, αφού τεράστια έργα του λογοτεχνικού κανόνα αποτελούν αυτό που θα λέγαμε «ρομαντικά/αισθηματικά» βιβλία. Θα πρέπει, λοιπόν, να αποσαφηνίσουμε με ποια κριτήρια γίνεται η συγκεκριμένη υποβάθμιση όσον αφορά ορισμένα βιβλία.
Ας δούμε όμως πρώτα κάποια από τα χαρακτηριστικά της παραλογοτεχικής γραφής, σύμφωνα με τον Μουλλά. Γράφει ο ίδιος:
«Οι κανόνες του παραλογοτεχνικού παιχνιδιού είναι γνωστοί: υπέρβαση κάθε εκφραστικής αγωνίας ή φροντίδας. Έλλειψη δισταγμού επιλογής και διορθωτικής επεξεργασίας. Γραφή διαφανής, τυποποιημένη, ουδέτερη. Προσωπικό ύφος αδιάφορο με προκατασκευασμένα μέσα, στερεότυπη γλώσσα, κοινα επίθετα, χιλιομεταχειρισμένες εικόνες, κοινότοπες εκφράσεις. Ό,τι για τη λογοτεχνία αποτελεί ουσία, βασική επιδίωξη και όρο ζωής, εδώ παρακάμπτεται ως δευτερεύον και επουσιώδες», και συμπληρώνει παρακάτω: «κυρίαρχος νόμος, η επανάληψη (συνδεδεμένη βέβαια με το αναγκαίο συμπλήρωμα της: τον πλεονασμό), κυβερνά και ρυθμίζει το παραλογοτεχνικό σύμπαν (...) Από τους τίτλους των έργων, οι οποίοι επαναλαμβάνονται μονότονα (μυστήρια, απόκρυφα κλπ) ως τις σειρές, τα πρόσωπα, τους χώρους, τις καταστάσεις, τα ρητορικά σχήματα, τους αφηγηματικούς τρόπους κλπ, τα πάντα εδώ πιστοποιούν ότι το νέο ταυτίζεται όχι με το πρωτότυπο ή με το διαφορετικό, αλλά με το όμοιο και το ανάλογο».
Από αυτά συμπεραίνει το αναγνωστικό υποκείμενο πως αν προχωρήσουμε στη διάκριση ενός βιβλίου ως παραλογοτεχνικού, αυτό που κυρίως μας ενδιαφέρει είναι η έλλειψη βάθους, η αφηγηματική ευκολία, η μανιχαϊστική διαφοροποίηση των χαρακτήρων (σχήματα αμιγώς καλών ή κακών ανθρώπων, δηλαδή) και η έλλειψη πρωτοτυπίας, γλωσσικής αλλά και διηγητικής. Αυτά τα στοιχεία υπάρχουν κατά κόρον σε τυποποιημένα είδη έως και σήμερα, κυρίως στην αστυνομική λογοτεχνία και στην λογοτεχνία ενηλίκων, ανεξαρτήτως αν είναι γραμμένη από άνδρες ή γυναίκες και χωρίς να υπάρχει αποκλειστική εστίαση στο ερωτικό κομμάτι.
Εν ολίγοις, ένα βιβλίο «rom com» δεν είναι απαραιτήτως παραλογοτεχνικό. Αντιθέτως, αυτό το είδος, στενά συνδεδεμένο και με την τέχνη του κινηματογράφου, συχνά ανατρέπει πολλά από τα αφηγηματικά κλισέ της λογοτεχνίας, συνεπώς δεν μπορεί να καταταχθεί ως παραλογοτεχνία αυτομάτως και χωρίς να κρίνουμε το κάθε βιβλίο ξεχωριστά. Οι αντίθετες, ελιτίστικες και συχνά αδαείς ομαδοποιήσεις απορρέουν από μια ανάγκη διαμόρφωσης εξουσιών στο χώρο της γραφής και όχι από την ουσιαστική και επιχειρηματολογημένη αξιολόγηση των ειδών και των έργων που απαξιώνονται. Γίνεται, δηλαδή, φανερό πως η ασυμμετρία στο τι χαρακτηρίζεται ως «παραλογοτεχικό» και τι όχι οφείλεται σε υποβόσκοντα σεξισμό.
Η περίπτωση της Κινσέλα
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Σόφι Κινσέλα. Μια προσεκτική ανάγνωση του έργου της δεικνύει πως η επιτυχία της δεν στηρίχθηκε στην απλούστευση, αλλά ακριβώς στην ικανότητά της να συνδυάζει χιούμορ, κοινωνικό σχόλιο και την αποτύπωση της γυναικείας εμπειρίας.
Τα πράγματα είναι λίγο πολύ ξεκάθαρα: η Κινσέλα έγραψε καλά βιβλία. Βιβλία που στηρίχθηκαν σε δυναμικούς γυναικείους χαρακτήρες, που ανέτρεπαν -παρότι μερικώς υιοθετούσαν- τις κλασικές αφηγηματικές γραμμές του αισθηματικού μυθιστορήματος και που καταπιάνονταν με υπαρκτά προβλήματα της σύγχρονης εποχής χωρίς να εκπίπτουν στο μελό ή τις συγγραφικές απλουστεύσεις. Η Κινσέλα έγραψε βιβλία ευχάριστα, ευπώλητα και ευκολοδιάβαστα. Το ποπ συχνά συνδέεται με την ευκολία, ωστόσο ξεχνάμε πως πολλοί κλασικοί σήμερα συγγραφείς υπήρξαν ποπ, όπως για παράδειγμα ο Ντίκενς ή ο Ουγκό. Χωρίς να συνδέονται θεματολογικά ή τεχνικά οι συγκεκριμένοι συγγραφείς μεταξύ τους, το επιχείρημα εδώ είναι πως η δημοφιλία δεν αποτελεί αυτομάτως απόρροια χαμηλής ποιότητας.

Σε περίπτωση, άλλωστε, που τα βιβλία που θα κατατάσσαμε στο είδος των «ευθυμογραφημάτων», ή «χιουμοριστικών βιβλίων», γράφονται από άνδρες, δεν υπάρχει η ίδια απαξίωση, ούτε ο χαρακτηρισμός τους ως «ανδρική εύθυμη λογοτεχνία» ή «masc lit», παρότι τα συγκεκριμένα βιβλία συχνά έχουν περισσότερα αυτομυθοπλαστικά ή παραλογοτεχνικά στοιχεία.
Το χιούμορ της Κισνέλα δεν ήταν ποτέ αφελές, χονδροειδές ή προσβλητικό. Αντίθετα, λειτουργούσε ως σαρκαστικό εργαλείο αποδόμησης της καθημερινής πίεσης που δέχεται το σύγχρονο γυναικείο υποκείμενο για να ενσαρκώσει τις πολλαπλές ταυτότητες που επιβάλλει ο καπιταλισμός: παραγωγική, επιτυχημένη, συναισθηματικά διαθέσιμη, εμφανίσιμη, αλάνθαστη.
Αυτά αφορούν τη γυναικεία πραγματικότητα μιας ολόκληρης γενιάς και δεν είναι διόλου ελαφρά, παρότι μάς παραδίδονται σε εύθυμο πλαίσιο.
Το πιο διάσημο έργο της Κινσέλα, «Οι εξομολογήσεις μιας sopacholic» (στα ελληνικά κυκλοφορεί με τον τίτλο Ψωνίζω άρα υπάρχω, σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Κονταξάκη, από τις εκδόσεις Πατάκη), πρώτο έργο μιας σειράς βιβλίων με πρωταγωνίστρια την Becky Bloom, αφορά το γυναικείο υποκείμενο στην καταναλωτική κοινωνία του σήμερα. Η Becky ενσαρκώνει, με την κωμική της υπερβολή, τις ανησυχίες και τα άγχη της γενιάς των milenials, αφού το βασικό θέμα του βιβλίου αφορά την αβάσταχτη ύπαρξη του μετανεωτερικού υποκειμένου σε μια πολύχρωμη καταναλωτική κοινωνία στην οποία δεν μπορεί, πρακτικά, να ζήσει. Η Becky αρχίζει να ανακαλύπτει τον εαυτό της όταν παύει να υπάρχει, λόγω χρέους, ως καταναλώτρια και κατορθώνει να επιβιώσει σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο και σε ένα πατριαρχικά δομημένο οικονομικό σύστημα. Αυτά αφορούν τη γυναικεία πραγματικότητα μιας ολόκληρης γενιάς και δεν είναι διόλου ελαφρά, παρότι μάς παραδίδονται σε εύθυμο πλαίσιο.
Σε έτερα βιβλία της (επί παραδείγματι, στο Απρόσκλητη σε πάρτι/The party crasher) η Κινσέλα εξερευνά ένα ακόμα από τα βασικά της μοτίβα όσον αφορά τους γυναικείους χαρακτήρες που αποτυπώνει, δηλαδή πώς αυτοί συχνά προέρχονται, ακριβώς όπως η γενιά των milenials, από σπίτια με διαζευγμένους γονείς. Η Κινσέλα μετεωρίζεται επιτυχώς μεταξύ ειδών όπως του μυθιστορήματος ενηλικίωσης αλλά και του εύθυμου μυθιστορήματος ενηλίκων. Οι χαρακτήρες της εξερευνούν τις προκλήσεις νέων ατόμων που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της σύγχρονης πραγματικότητας.
Στο βιβλίο Τρελοκόριτσα (μτφρ. Σέβη Σπυριδογιαννάκη, εκδ. Ψυχογιός) η Κινσέλα εξερευνά την θηλυκότητα μέσα από χρονικές διακλαδώσεις, μεταξύ μαγικού ρεαλισμού και ονειρικής αφήγησης, αφού ένα φάντασμα από τη δεκαετία του 1920 επισκέπτεται τη σύγχρονη ηρωίδα. Με αυτό το τέχνασμα, η Κινσέλα αναδεικνύει παραγνωρισμένες όψεις της θηλυκότητας των αρχών του 20ού αιώνα, τονίζει τον δυναμισμό και τη σεξουαλική απελευθέρωση στις απαρχές του φεμινιστικού κινήματος και καταλήγει να ενώσει χρονικά το σήμερα με το χθες.
Αν εξετάσουμε, εν κατακλείδι, το έργο της Σόφι Κινσέλα συνολικά, συμπεραίνουμε πως έγραψε βιβλία για τη γυναικεία ενήλικη ταυτότητα και τον τρόπο που οι κοινωνικές προσδοκίες καταλήγουν να επηρεάζουν τις επιλογές των γυναικών, αλλά και το πώς αυτές μπορούν να ξεφύγουν από αυτά τα καλούπια. Με την ποικιλία των θεματικών και των αφηγηματικών στρατηγικών της, γίνεται φανερό πως η συγγραφέας ουδέποτε περιορίστηκε σε μια μονοδιάστατη αναπαράσταση της θηλυκότητας. Είτε μέσω της κωμικής υπερβολής είτε μέσω πιο τρυφερών αφηγήσεων, το έργο της διαλέγεται σταθερά με τις αγωνίες και τις κοινωνικές μετατοπίσεις των τελευταίων δεκαετιών, ειδικά μετά την οικονομική κρίση.
Ίσως τελικά η αξία της ποπ λογοτεχνίας να βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αντίφαση: μπορεί να αγγίξει σοβαρά θέματα, τραυματικά ή σύγχρονα, μέσα από μορφές που δεν τρομάζουν το αναγνωστικό υποκείμενο, αλλά το προσκαλούν. Δεν είναι λοιπόν ζήτημα «highbrow» και «lowbrow» διανόησης, αλλά ζήτημα ταλέντου και ορθής διαχείρισης του συγγραφικού υλικού. Αν κάτι ήξερε να κάνει η Κινσέλα, ήταν να αφηγείται ιστορίες. Και αυτό σίγουρα θα μας λείψει.
* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Σόφι Κινσέλα γεννήθηκε στο Λονδίνο και σπούδασε πολιτικές επιστήμες, φιλοσοφία και οικονομικά στο Νιου Κόλετζ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Είχε εργαστεί ως δασκάλα και δημοσιογράφος με ειδίκευση σε οικονομικά θέματα. Το πρώτο της μυθιστόρημα, «The tennis party», το οποίο έγραψε στην ηλικία των 24 ετών και εκδόθηκε με το πραγματικό της όνομα, αγκαλιάστηκε από αναγνώστες και κριτικούς και μπήκε στη λίστα των μπεστ σέλερ.

Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες και έχουν πουλήσει 45 εκατομμύρια αντίτυπα σε πάνω από 60 χώρες. Ανάμεσά τους το πασίγνωστο βιβλίο «Ψωνίζω, άρα υπάρχω» (μτφρ. Αλεξάνδρα Κονταξάκη, εκδ. Πατάκη), το οποίο έχει γυριστεί σε κινηματογραφική ταινία. Ζούσε στο Λονδίνο με τον άντρα της και τα τρία παιδιά τους.


























