alt

Του Κώστα Κουτσουρέλη

«Αυθεντική ερμηνεία», ως γνωστόν, έχουμε μόνο στη θεολογία και το δίκαιο. Ερμηνεία δηλαδή ex officio, από επίσημο φορέα, δεσμευτική για την κοινότητα των πιστών ή την έννομη τάξη. Τέτοιοι αυθεντικοί ερμηνευτές είναι λ.χ. ο πάπας ή η οικουμενική σύνοδος, στη μια περίπτωση, τα δικαστήρια, ιδίως τα ανώτατα, κάποτε και ο νομοθέτης διά των ερμηνευτικών του δηλώσεων, στην άλλη.

Κανείς αναγνώστης, κανείς κριτικός, και ο πιο σπουδαίος ακόμη, δεν μπορεί να ορίσει δεσμευτικά το σημαινόμενο ενός έργου, να εξαντλήσει τελεσίδικα τις πιθανές δηλώσεις ή παραδηλώσεις του. Ακόμη και ο ίδιος ο συγγραφέας, αυθεντικός ερμηνευτής του έργου του δεν είναι.

Στη λογοτεχνία τα πράγματα έχουν αλλιώς. Αυθεντικός ερμηνευτής δεν υπάρχει. Κανείς αναγνώστης, κανείς κριτικός, και ο πιο σπουδαίος ακόμη, δεν μπορεί να ορίσει δεσμευτικά το σημαινόμενο ενός έργου, να εξαντλήσει τελεσίδικα τις πιθανές δηλώσεις ή παραδηλώσεις του. Ακόμη και ο ίδιος ο συγγραφέας, αυθεντικός ερμηνευτής του έργου του δεν είναι. Το «όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος» εδώ δεν ισχύει, η ερμηνεία είναι δουλειά συλλογική, μοιάζει με ψηφιδωτό. Κάθε γενιά αναγνωστών συμπληρώνει ψηφίδες στην παραδεδομένη εικόνα· ή με παλίμψηστο: σβήνει τις παλιές εντυπώσεις και, χωρίς ποτέ να τις εξαλείφει ολότελα, γράφει επάνω τους τις δικές της.

Λέγοντας αυτά, δεν θέλω φυσικά να παραβγώ με τους μεταμοντέρνους που θεωρούν ότι ο καθείς μπορεί να κάνει ερμηνευτικά με το έργο ό,τι γουστάρει ‒ κάθε άλλο. Η λογοτεχνία παρότι δυνητικά πολυσήμαντη, δεν είναι ερμηνευτικά χαώδης. Κάθε κείμενο θέτει όρια στον ερμηνευτή του, εκτός των οποίων δεν μπορεί να κινηθεί. Εδώθεν όμως των ορίων, οι δυνατότητες αυτού του τελευταίου είναι μεγάλες, και πάντως ικανές να θρέψουν τη φαντασία και να κινητοποιήσουν την εμβρίθεια και την ευαισθησία του.

Είναι γι’ αυτό τον λόγο που παρακολούθησα με ενδιαφέρον τη συζήτηση που έγινε προ καιρού για τη σωστή ερμηνεία ενός πασίγνωστου και κοσμαγάπητου τραγουδιού του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του «Αγάλματος» που δισκογραφήθηκε το 1969 από τον Γιάννη Πουλόπουλο σε μουσική Μίμη Πλέσσα και, μισόν αιώνα τώρα, δεν έλειψε από το στόμα των Ελλήνων. Το «άγαλμα» του στιχουργού είναι λέξη κωδική, μεταφορική υποστήριξε ο πεζογράφος Χρήστος Χωμενίδης:

«"Αγάλματα" έλεγαν στον καιρό του τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο, που έστεκαν στο ίδιο πόστο με καύσωνα ή με αγιάζι. Από μια τέτοια παρηγορείται ο ήρωας του τραγουδιού».

Όχι, τον αντίκρουσε ο Νίκος Σαραντάκος, γνωστός μελετητής της γλώσσας και της λογοτεχνίας μας:

«Ο Χωμενίδης δεν παρουσιάζει κανένα τεκμήριο που να στηρίζει τα όσα λέει. Ομολογώ ότι, αν και μεγαλύτερος σε ηλικία, δεν έχω πουθενά συναντήσει να αποκαλούν "αγάλματα" τις κοπέλες που κάνουν πεζοδρόμιο».

alt
«Το άγαλμα» σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους
Λευτέρη Παπαδόπουλου, βρίσκεται στον δίσκο
Ο δρόμος, του 1969.



Στην κουβέντα παρενέβησαν κατόπιν και άλλοι, οι τόνοι κάποτε αναιτίως υψώθηκαν, ρωτήθηκε και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος και η απάντησή του, όπως μας μεταφέρθηκε, μοιάζει να στηρίζει την εικασία του Χωμενίδη ή, έστω, να μην της αφαιρεί τη νομιμοποιητική βάση.

Αναπόφευκτα, η διένεξη πέρασε και στο πεδίο το αισθητικό, που εδώ ενδιαφέρει και περισσότερο. Τι είναι λογοτεχνικά επιτυχέστερο; Η εικόνα του πέτρινου αγάλματος που ζωντανεύει για να παρηγορήσει τον ερωτοχτυπημένο, προδομένο ήρωα του τραγουδιού; Ή η εικόνα της τροτέζας της παρομοιαζόμενης με άγαλμα, στον ίδιο ρόλο; Και οι δυο αυτές εικόνες είναι συνήθεις στη λογοτεχνία. Στην Κίχλη του Σεφέρη, όπως επισημάνθηκε, βρίσκουμε τέτοια εξανθρωπισμένα αγάλματα:

«Κι όμως τ' αγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο
στα δυο, σαν το ροδάκινο· κι η φλόγα
γίνεται φίλημα στα μέλη κι αναφιλητὸ
κι έπειτα φύλλο δροσερό που παίρνει ο άνεμος·
λυγίζουν· γίνουνται αλαφριά μ' ένα ανθρώπινο βάρος»

Αλλά και η αντίστροφη εικόνα του ανθρώπου που απολιθώνεται δεν λείπει. Ο Ελύτης στο Άξιον εστί μάλιστα την συνδέει κι εκείνος με μια γυναίκα εκδιδόμενη:

«Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια»

Το ίδιο κάνει και ο στιχουργός Άρης Δαβαράκης σε μια από τις Μπαλάντες της οδού Αθηνάς του Μάνου Χατζιδάκι με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Νυχτερινά αγάλματα»:

«Μεθώ με δυο σταγόνες κι αρχίζω απ' την αρχή,
οι πόρνες είναι μόνες κι οι άντρες μοναχοί.

Τα λάθη και τα σφάλματα ποτέ μην τα μετράς,
τα πάθη σου είναι αγάλματα Αιόλου κι Αθηνάς».

Ώστε δεν έχει βάση η ένσταση του Σαραντάκου ότι πουθενά δεν συναντάμε «να αποκαλούν "αγάλματα" τις κοπέλες που κάνουν πεζοδρόμιο». Μια ενδελεχέστερη έρευνα πιστεύω ότι θα έφερνε στο φως κι άλλα ευρήματα. Σε κάθε περίπτωση, αν επιμέναμε σ’ αυτή την «αρχαιολογία» των μοτίβων, θα φτάναμε σίγουρα ως τον Τάλω του Ηφαίστου και τη Γαλάτεια του Πυγμαλίωνα, από τη μια μεριά, και ως τη φαρμακερή Μέδουσα και τη Γυναίκα του Λωτ, από την άλλη. Και οι δυο μεταμορφώσεις είναι ισχυρές, δικαιωμένες από τον μύθο και την τέχνη των αιώνων. 

Παρά τη φαινομενικά ρομαντική αύρα της, δίνει ρεαλιστικό βάθος στον στίχο, σάρκα απτών, αληθινών ανθρώπων. Επιπλέον, ενδυναμώνει την πλοκή και κεντρίζει τη φαντασία μας.

Προσωπικά πάντως, συμφωνώ με τον Χωμενίδη. Η εκδοχή του αγάλματος-τροτέζας που παρηγορεί τον νέο με συγκινεί περισσότερο. Παρά τη φαινομενικά ρομαντική αύρα της, δίνει ρεαλιστικό βάθος στον στίχο, σάρκα απτών, αληθινών ανθρώπων. Επιπλέον, ενδυναμώνει την πλοκή και κεντρίζει τη φαντασία μας. Η κοπέλα του δρόμου δεν είναι άγνωστη στον νεαρό, τον ξέρει από παλιά· βλέποντάς τον, μάς λέει ο ποιητής, «τον θυμήθηκε». Ήταν άραγε πελάτης της κι εκείνος, μήπως η παρηγορητική της στάση κρύβει ένα ενδιαφέρον βαθύτερο, μήπως το τρίγωνό μας είναι και ερωτικό;

Θυμίζω ότι ειδικά εκείνη την εποχή, η φιγούρα της συμπονετικής πόρνης, που όμως στο τέλος μένει μόνη και έρημη παρά το ηθικό της ύψος, είναι πολύ συνηθισμένη στην τέχνη. Κορυφαία της δείγματα, μια ταινία, η Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού, και ένα άλλο πασίγνωστο τραγούδι, το «Πρέπει» του Άκη Πάνου, που το έκανε διάσημο η φωνή της Βίκυς Μοσχολιού.

«Ασφαλώς και δεν πρέπει να μας δούνε παρέα
επεράσαμε ωραία λίγες ώρες μαζί...

Είμαι εκείνη που είμαι κι έχεις όνομα κάποιο
σε χρυσό κόσμο σάπιο δε χωράω να μπω»

Γιατί οι κοπέλες του δρόμου, ας το καλοσκεφτούμε, είναι πράγματι «αγάλματα». Όχι μόνο λόγω της στάσης τους τόση ώρα, ούτε μόνο από το επιδεικτικό βάψιμο που τις κάνει να μοιάζουν με μπιμπελό. Αλλά πρωτίστως επειδή είναι συναισθηματικά πετρωμένες.

Το κυριότερο επιχείρημα όμως υπέρ αυτής της ερμηνείας, αυτό που την καθιστά τόσο θελκτική, και νομίζω ανώτερη, είναι ότι δεν ακυρώνει και την άλλη εικόνα, αυτήν του ζωντανεμένου αγάλματος. Έρχεται να προστεθεί σ' αυτήν, να την μπολιάσει με ένα πρόσθετο, και συναρπαστικό, επίπεδο σημασιών. Γιατί οι κοπέλες του δρόμου, ας το καλοσκεφτούμε, είναι πράγματι «αγάλματα». Όχι μόνο λόγω της στάσης τους τόση ώρα, ούτε μόνο από το επιδεικτικό βάψιμο που τις κάνει να μοιάζουν με μπιμπελό. Αλλά πρωτίστως επειδή είναι συναισθηματικά πετρωμένες. Το δόσιμο του κορμιού στον αγοραίο έρωτα προϋποθέτει το πάγωμα του αισθήματος, είναι μια ψυχική απολίθωση. Και όταν αυτή για λίγο παύει, είναι σαν το άγαλμα να ζωντανεύει, να ξαναβρίσκει τη χαμένη του ανθρώπινη φύση, από σκεύος ηδονής να ξαναγίνεται παλλόμενη καρδιά.

«Η ιδέα μου είναι ότι τα δυνατά συναισθήματα και οι βαθιά ριζωμένοι πόθοι» γράφει ο Σεφέρης προλογίζοντας τη μετάφραση του Άσματος Ασμάτων, «μπορούν να τραφούν από πολλές και διάφορες προσχώσεις και μπορεί να προσαρτήσουν και άλλους πόθους που μοιάζουν αλλότριοι ‒ αν αγγίζουν ακέρια την ανθρώπινη ψυχή... Είναι πλούτος αυτό το μπόλιασμα· δεν είναι φτώχεια». Ας συγκρατήσουμε όμως και την παρότρυνση του ιδίου, αμέσως μετά: «Ωστόσο προτιμώ αυτό το πλούτισμα να το βρίσκω όπου μπορώ και όπως μπορώ χωρίς την ενοχλητική παρεμβολή του δογματισμού».

Τόσα πολλά σ’ ένα τραγούδι, θα πει κανείς; Και πολλά περισσότερα, θα πρόσθετα ‒ όταν βέβαια το τραγούδι είναι τέτοιο. Κλείνω παραθέτοντάς το, για όσους θέλουν να το διαβάσουν προσεκτικότερα. Κι επειδή εξ όνυχος ο λέων, ας προσεχθεί λίγο και η μαστοριά του Παπαδόπουλου: στίχος τροχαϊκός δεκατρισύλλαβος ιδιαίτερα αυστηρός, με σταθερό τόνο στην έβδομη και την ενδέκατη συλλαβή, με οιονεί τομή στην ογδόη και (σπάνιο!) όλος με προπαροξύτονες ομοιοκαταληξίες.

«Χθες μεσάνυχτα και κάτι κατηφόρισα
στη μικρή την πλατεΐτσα που σε γνώρισα
Κάποιο άγαλμα που μ’ είδε με θυμήθηκε
και τον πόνο μου ν’ ακούσει δεν αρνήθηκε

Και του μίλησα για σένα και για μένανε
και τα μάτια του βουρκώναν κι όλο κλαίγανε
Του ’πα για το φέρσιμό σου και για τ’ άλλα σου
τ’ ασυγχώρητα τα λάθη τα μεγάλα σου

Κι ύστερα με πιάσαν θέ μου κάτι κλάματα
που με βρήκανε κουρέλι τα χαράματα
Με το άγαλμα ως το δρόμο προχωρήσαμε
μου εσκούπισε τα μάτια και χωρίσαμε»

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ είναι ποιητής και μεταφραστής.
Τελευταίο του βιβλίο, το δοκίμιο «Η τέχνη που αυτοκτονεί – Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας» (εκδ. Μικρή Άρκτος).

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Για το βιβλίο του Νίκου Χριστοδουλάκη «Δεν είν' εύκολες οι θύρες – Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα»

Για το βιβλίο του Νίκου Χριστοδουλάκη «Δεν είν' εύκολες οι θύρες – Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα»

Η ομιλία του Ομότιμου καθηγητή ΕΚΠΑ Θεόδωρου Φορτσάκη στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου του πρώην υπουργού Οικονομίας και βουλευτή Χανίων Νίκου Χριστοδουλάκη «Δεν είν' εύκολες οι θύρες – Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική. 

...
«Θρήνος για την Τζούλια» & «Διαζύγιο» – Γνωστικισμός, αποξένωση και βία στο έργο της Σούζαν Τάουμπες

«Θρήνος για την Τζούλια» & «Διαζύγιο» – Γνωστικισμός, αποξένωση και βία στο έργο της Σούζαν Τάουμπες

Για τα μυθιστορήματα της Σούζαν Τάουμπες (Susan Taubes) «Θρήνος για την Τζούλια» (μτφρ. Αντωνία Γουναροπούλου, εκδ. Αλεξάνδρεια) και «Διαζύγιο». © Ethan και Tania Taubes

Γράφει η Αντιγόνη Σαμέλα

Στην αυτοβιογρα...

«Επινοώντας γέφυρες» – Η ισπανόφωνη ποίηση πέρα από τα σύνορα

«Επινοώντας γέφυρες» – Η ισπανόφωνη ποίηση πέρα από τα σύνορα

Για τη δίγλωσση ανθολογία ισπανόφωνης ποίησης «Επινοώντας γέφυρες» (εκδ. Άνω τελεία, σε συνεργασία με το Φεστιβάλ ΛΕΑ). Εικόνα: Ο επιμελητής της έκδοσης, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. 

Γράφει η Μαρία Αθανασιάδου

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το...

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

«Την κυρίως πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος την αντιμετωπίζω ως ένα μέσον για να αφηγηθώ το δράμα των πρωταγωνιστών» μας είπε ο Χάρης Καραθύμιος, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο Μεσσίας» (εκδ. Μίνωας).

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου

...
«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας 

Ο σημαντικός, Άγγλος βιρτουόζος σκηνοθέτης ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

Συναντήσεις με απειλούμενα είδη, καθώς και με άλλα ζώα που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ μας αποκαλύπτουν τα μυστικά του ζωικού βασιλείου. © Duke Lemur Center

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Η κλιματ...

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

Καταιγιστική δράση αλλά και χαλαρή ατμόσφαιρα, κοινωνικός σχολιασμός και σκοτεινός ρεαλισμός: Είκοσι έξι αστυνομικά, νουάρ και ψυχολογικά θρίλερ, για ένα καλοκαίρι γεμάτο συγκινήσεις. 

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου

...
Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Πέντε ποιητικά έργα με πυκνή γραφή, φιλοσοφικούς στοχασμούς και πολιτικό περιεχόμενο.

Επιλογή-παρουσίαση Παναγιώτης Γούτας

Πέντε ποιητικά έργα από τον βορρά, καρποί ώριμης γραφής, που εκφράζουν φιλοσοφικούς αλλά και πολιτικούς προβληματισμούς. 

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ