bystander katayama

Οι δολοφονίες γυναικών από τους συντρόφους τους είναι πλέον καθημερινά στο προσκήνιο στη χώρα μας. Η κακοποίηση των γυναικών επίσης. Η έμφυλη βία και οι γυναικοκτονίες είναι φαινόμενα παγκόσμια και διαχρονικά και συγκροτούν ένα αλληλοτροφοδοτούμενο κύκλωμα με τις πολιτισμικές αναπαραστάσεις τους, μεταξύ των οποίων και οι λογοτεχνικές, με τη λογοτεχνία να νοείται εδώ ως μέσο πολιτισμικής μνήμης. Η αναφορά στις αναπαραστάσεις αυτές δεν λύνει το πρόβλημα. Συνεισφέρει ίσως στην ορατότητα του προβλήματος και συνακόλουθα στη δράση για την αντιμετώπισή του. 

Της Τιτίκας Δημητρούλια

Εικόνα: Mari Katayama, 'bystander #014', 2016 | © Courtesy of rin art association

Η λογική του θεάματος και η υπέρβασή της

Το 2018, η αγγλίδα συγγραφέας και σεναριογράφος Bridget Lawless ίδρυσε το βραβείο Staunch, για τα «αστυνομικά μυθιστορήματα, διηγήματα και μικροδιηγήματα, τα οποία δεν περιέχουν ξυλοδαρμό, καταδίωξη, σεξουαλική εκμετάλλευση, βιασμό και δολοφονίας γυναίκας», προκαλώντας αντικρουόμενες αντιδράσεις, από την ένθερμη υποστήριξη του βραβείου ώς την καταγγελία του για λογοκρισία. Οι καταγγέλλοντες προβάλλουν το επιχείρημα ότι αποσιωπάται έτσι η βία κατά των γυναικών, η οποία γνωρίζει ιδιαίτερη έξαρση σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οι υποστηρικτές του, από την άλλη, κάνουν λόγο για την εμμονή-μανιέρα ορισμένων αστυνομικών μυθιστορημάτων που στηρίζονται σε φόνους γυναικών, η οποία δεν αναδεικνύει τη βία κατά των γυναικών, αλλά συγκαλύπτει έναν κυρίαρχο μισογυνισμό.

BAILARINA TORTURADA 350

Εικόνα 1. Alarma!, Πόλη του Μεξικού, 1985

 

Το βέβαιο είναι ότι η διαχρονική βία κατά των γυναικών όχι απλώς δεν υποχωρεί χάρη στην πρόοδο, στην Εσπερία λόγου χάρη, αλλά αντιθέτως εντείνεται, ειδικά αυτή την περίοδο, όπως φαίνεται. Η ένταση αυτή έχει να κάνει με τις υποκείμενες κοινωνικο-πολιτικές δομές, αλλά και συνδέεται άρρηκτα με την αναπαράσταση και την προβολή της βίας κατά των γυναικών και των νεκρών, κακοποιημένων σωμάτων τους με όρους -νοσηρού- θεάματος.

Βεβαίως, οι φόνοι γυναικών και τα νεκρά γυναικεία σώματα προκαλούν διαχρονικά αίσθηση στα ΜΜΕ -στον αγγλοσαξονικό κόσμο, τουλάχιστον- από τον 19ο αιώνα ήδη με την περίφημη υπόθεση της Μαίρυ Σεσίλια Ρότζερς, η οποία ενέπνευσε στον Edgar Allan Poe το Μυστήριο της Μαρί Ροζέ - Μια συνέχεια των φόνων της οδού Μοργκ (μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ερατώ, 2017) – στους Φόνους της οδού Μόργκ δολοφονούνται επίσης άγρια δύο γυναίκες. Στον 20ο και 21ο αιώνα, όμως, με την ανάπτυξη της παγκοσμιοποιημένης, μαζικής κουλτούρας, έχουν καταλήξει να κυριαρχούν σε ποικίλα μέσα, σε συγκεκριμένα υποείδη της αστυνομικής λογοτεχνίας, σε δημοφιλή εγκληματολογικά σήριαλ, σε ταινίες, στα videogames, έως και στις διαφημίσεις.

Dunkan Quinn sexist ad 350

Πολυσυζητημένη για τον βίαιο σεξισμό της διαφήμιση του σχεδιαστή Duncan Quinn, 2008

Το ζήτημα δεν είναι η απαγόρευση της αναπαράστασης -και υπ’ αυτή την έννοια η χρησιμότητα του συγκεκριμένου βραβείου τίθεται υπό αίρεση, παρότι μπορεί να εκληφθεί ως υπερβολική αντίδραση σε ένα εξίσου υπερβολικών διαστάσεων φαινόμενο-, αλλά ο τρόπος και η στόχευσή της. Διότι απέναντι στη λογική του θεάματος υπάρχει η λογική της ορατότητας, της αποκάλυψης δηλαδή και της καταγγελίας. Ο πολύ καλός αστυνομικός συγγραφέας του γαλλικού νέο-πολάρ Gérard Delteil αποτυπώνει σαφέστατα τη διαφορά αυτή σε σχέση με τη βία εν γένει στην αστυνομική λογοτεχνία, εξηγώντας γιατί δεν του αρέσουν τα σαδομαζοχιστικά αστυνομικά τύπου SAS:

«Μπορεί κανείς να δείξει τη φρίκη και τη βία για να τις καταγγείλει, για να εκφράσει τον αποτροπιασμό του για τις φρικαλεότητες· αλλά μπορεί επίσης να περιγράφει με αρρωστημένη απόλαυση σκηνές βασανισμού, σφαγές σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, βιασμούς. Όλο το πρόβλημα βρίσκεται σ’ αυτή την απόλαυση, την οποία δεν βλέπω πώς μπορεί κανείς να αποφύγει σε βιβλία που βασίζονται σ’ αυτήν ακριβώς την αρχή, ότι δηλαδή προσφέρουν στον αναγνώστη αφειδώς τη θεσπέσια ανατριχίλα της φρίκης που προκαλεί η βαναυσότητα που υφίστανται οι άλλοι (συνέντευξη στο Cahiers pour la littérature populaire, 6, 1986)».

609px Willisau 1447

Εκτέλεση μαγισσών στην Ελβετία, 1447, χειρόγραφο ZHB Luzern, Bl. 60r.

Αυτά ακριβώς τα βιβλία, όπως και η μαζική κουλτούρα στο πλαίσιο της οποίας ανθούν, απηχεί, ωστόσο, και την ίδια στιγμή μεταβιβάζει πολιτισμικά και, επί της ουσίας, πολιτικά σχήματα, άρρηκτα συνδεδεμένα με υποκείμενες δομές βίας και ποικίλων διακρίσεων. H πανεπιστημιακός και φεμινίστρια ακτιβίστρια Silvia Federici, στο συναρπαστικό ιστορικό-πολιτικό έργο της για το κυνήγι των μαγισσών ως πειθάρχηση των γυναικών στο πλαίσιο της μετάβασης στον καπιταλισμό Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα (μτφρ. Ίρια Γραμμένου, Λία Γυιόκα, Παναγιώτης Μπίκας, Εκδόσεις των Ξένων, 2011), αναδεικνύει με αναφορά στην έμφυλη βία, «τη δομική αναγκαιότητα του καπιταλισμού να παράγει συνεχώς μια ανθρωπότητα κοινωνικά απαξιωμένη, που τελικά αποτελεί το υπόστρωμα της καπιταλιστικής κοινωνίας» (13).

Υπάρχει λοιπόν η λογική της απόλαυσης της βίας, του θεάματος, που χαρακτηρίζει συγκεκριμένες τάσεις της αστυνομικής λογοτεχνίας όπως τα SAS που επικρίνει ο Delteil και συγκεκριμένους συγγραφείς, όπως ο Mickey Spillane. Το μυθιστόρημά του Ι, The Jury (1947· Εγώ, οι ένορκοι, μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης, Κέδρος, 2005) πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα και τα εξώφυλλά του είναι ιδιαιτέρως εύγλωττα:

Mickey Spillane 3
Mickey Spillane, I, the Jury, 1947 - Το εξώφυλλο σε τρεις διαφορετικές εκδόσεις. 
     

Το μυθιστόρημα ξεπέρασε κατά πολύ σε πωλήσεις σύγχρονα νουάρ αριστουργήματα, όπως το Farewell, my Lovely του Raymond Chandler (1940· Αντίο, γλυκιά μου, μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, Άγρα, 1985), όπως και πολλά άλλα σημαντικά έργα των πρωτεργατών του νουάρ Chandler και Dashiell Hammett. Όσο για το πρώτο (μεσαίο) εξώφυλλο, που δεν είναι βέβαια το μοναδικό της εποχής αλλά χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη αστυνομική λογοτεχνία, τα βιβλία και τα περιοδικά της, απεικονίζει με εύστοχες σημειωτικές επιλογές τον πυρήνα των ιστοριών του συγγραφέα: τεράστιοι άντρες, μικροσκοπικές, γυμνές, ανήθικες και ως εκ τούτου δικαίως δολοφονημένες γυναίκες: μια βίαιη κάθαρση που ακολουθεί μετά από σεξουαλικές σκηνές που περιγράφονται με όρους πορνογραφίας.

Όπως επισημαίνει η Brenna Mulhall, οι συγκεκριμένες αναπαραστάσεις του νεκρού γυναικείου σώματος σε συγκεκριμένα είδη της δημοφιλούς λογοτεχνίας και κουλτούρας επιμένουν, από τη βικτωριανή εποχή ως τις μέρες μας, επειδή ακριβώς αποτυπώνουν παραδειγματικά το ιδεώδες της γυναίκας: παθητική, χωρίς μάτια και φωνή (“The Romanticization of the Dead Female Body in Victorian and Contemporary Culture”, 2017). Στον 17ο αιώνα, λέει η Federici, μετά από δύο αιώνες κρατικής τρομοκρατίας κατά των γυναικών, είχε πια διαμορφωθεί «η ιδανική γυναίκα και σύζυγος: παθητική, υπάκουη, οικονόμα, λιγόλογη, αφοσιωμένη στη δουλειά [του σπιτιού] και αγνή» (147). Με την εμφάνισή τους στον 19ο αιώνα, οι ιστορίες των έμφυλων και σεξουαλικών φόνων «αναπροσανατόλισαν τη γοτθική αντίληψη του ανθρωπογενούς κακού και μετατόπισαν το κέντρο βάρους από τον άνδρα δολοφόνο, ως τερατώδη, ηθική ετερότητα, στη γυναίκα θύμα του, ως τερατώδη, έμφυλη ετερότητα» (Karen Halttunen, Murder Most Foul: The Killer and the American Gothic Imagination, 1998, 173-174). Έτσι, τα σώματα των νεκρών γυναικών «σεξουαλικοποιούνται, εκτίθενται, εξευτελίζονται, ανατέμνονται προκειμένου να δραματοποιηθούν οι ολέθριες συνέπειες της ίδιας της δικής τους ηθικής αδυναμίας» –στο πλαίσιο μιας «κρυπτοπορνογραφικης ηθικολογίας», όπως την ονομάζει ο José Emilio Pacheco (Fernando Gamboa, Mi diario I, «Εισαγωγή», 1995).

skitso

Σκίτσο που προηγείται του άρθρου του John G. Gawelti
“The Spillane phenomenon”. The University of Chicago
Magazine, 61, 5, Μάρτιος 1969, σ. 18.

Διότι οι περιγραφές αυτών των όμορφων, κακοποιημένων και δολοφονημένων γυναικών «δεν προειδοποιούσαν απλώς όσον αφορά τις παραβιάσεις της αστικής σεξουαλικής ηθικής, αλλά βοηθούσαν επίσης να ικανοποιηθούν εμμέσως οι ερωτικές ορέξεις που υποτίθεται, τύποις, ότι επεδίωκαν να εξαλείψουν» (Daniel Cohen, 1997, 293). Έτσι, η αποδοχή και θερμή υποδοχή των αναπαραστάσεων αυτών από ένα ευρύτατο κοινό αποτελεί, εντέλει, ικανή και αναγκαία συνθήκη των υψηλών πωλήσεων.

Όσο για την Ελλάδα, την εποχή που έγραφε ο Spillane, το αστυνομικό μυθιστόρημα ήταν στα σπάργανα. Βέβαια, και στο προδρομικό και παρωδιακό Έγκλημα στο Ψυχικό του Παύλου Νιρβάνα (1927-8) ακόμη υπάρχει μια άγρια δολοφονημένη γυναίκα. Αλλά το κέντρο βάρους βρίσκεται αλλού και οπωσδήποτε δεν υπάρχει καμία πορνογραφική περιγραφή. Σαράντα περίπου χρόνια αργότερα, ο Τζίμμυ Κορίνης θα δημοσιεύσει το Παιχνίδι με τον θάνατο (Βασδέκης, 1990), το οποίο αφιερώνει «στον Σκωτ Μέρεντιθ που του [μου} έκανε την τιμή να τον [με] χαρακτηρίσει πιο σκληρό και από τον Mickey Spillane»

korinis paixnidi me ton thanatoΞαναδιάβασα το βιβλίο εν όψει του παρόντος άρθρου. Δεν ξέρω αν ο Κορίνης είναι πιο σκληρός από τον Spillane, διότι δεν αντέχω να μελετήσω σε βάθος τον Spillane, εκτός όλων των άλλων επειδή βρίσκω τα βιβλία του, με τα τόσα στερεότυπα και όχι μόνο έμφυλα, βαρετά. Σίγουρα, όμως, το συγκεκριμένο έργο, παρά τις σκηνές έμφυλης βίας, δεν διαπνέεται σε καμία περίπτωση από την ίδια μισογυνική, κρυπτοπορνογραφική οπτική (στη β έκδοση το εξώφυλλο στο βιβλίο του Κορίνη είναι άλλωστε διαφορετικό).

Από την άλλη πλευρά, το νέο νουάρ έχει εντελώς διαφορετικό προσανατολισμό, εκτός και εντός Ελλάδας. Χαρακτηριστικό δείγμα μιας ιδιαίτερης μετάβασης από το θέαμα στην ορατότητα αποτελεί η γνωστή τριλογία του Stieg Larsson Millenium και ειδικότερα ο πρώτος τόμος, Το κορίτσι με το τατουάζ (μτφρ. Γιώργος Μαθόπουλος, εκδ. Ψυχογιός), που ο πρωτότυπος σουηδικός τίτλος του είναι Άντρες που μισούν τις γυναίκες, καθώς αναφέρεται σε δολοφονίες γυναικών -παρότι ενδιαφέρον για τη φεμινιστική οπτική του παρουσιάζει το σύνολο της τριλογίας.

Η τριλογία και ειδικά ο πρώτος τόμος έχουν δεχτεί πολλές επικρίσεις από τους κύκλους των φεμινιστών και φεμινιστριών κριτικών, για τη διεξοδική περιγραφή της σεξουαλικής βίας και των φόνων των γυναικών που περιέχουν, αλλά και την ανταπόδοση της βίας από τους γυναικείους χαρακτήρες. Πράγματι, έτσι είναι, αλλά υπάρχει και μια σημαντική διαφορά, που έγκειται στο πλαίσιο των φόνων και της βίας, το οποίο λειτουργεί στην κατεύθυνση της ορατότητας εντέλει του προβλήματος και όχι της μετατροπής του σε θέαμα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι κώδικες του αστυνομικού μυθιστορήματος συνδυάζονται με την οξεία πολιτική κριτική (ναζισμός, σωματεμπορία), ενώ η υπονόμευση των στερεοτύπων περνά καταρχάς από την αμφίφυλη, δυναμική γυναικεία μορφή της Λίσμπεθ, που αντισταθμίζει το μικρό της δέμας με τη φυσική κατάσταση και την ευφυία και την τεχνολογική της δεινότητα. Πλάι της, ο έτερος πρωταγωνιστής, ο δημοσιογράφος Μίκαελ Μπλούμκβιστ, που σέβεται απολύτως τις γυναίκες και παλεύει ενάντια στην έμφυλη βία, αλλά και μια σειρά δυνατές γυναίκες που κρατούν τη μοίρα στα χέρια τους. Παρότι λοιπόν υπάρχει έκθεση της βίας, η στόχευσή της είναι η αποκάλυψη και η καταγγελία (βλ. D. King & C.L. Smith, Men Who Hate Women and Women Who Kick Their Asses: Stieg Larsson's Millennium Trilogy in Feminist Perspective, 2012). Και φυσικά και το συγκεκριμένο παράδειγμα μετατόπισης της αστυνομικής λογοτεχνίας από το θέαμα στην ορατότητα είναι ενδεικτικό και επιλεγμένο λόγω της τεράστιας δημοφιλίας του.

Μια σειρά εξαιρετικά αστυνομικά μυθιστορήματα ανά τον κόσμο ρίχνουν φως στην κακοποίηση, στην εκμετάλλευση και, κυρίως, στις δολοφονίες γυναικών και στις δομές που τις γεννούν, αναδεικνύουν δηλαδή και καταγγέλλουν τη γυναικοκτονία, όπως την ορίζει από το 1976 ήδη η κοινωνιολόγος Diana Russel, ως δολοφονία γυναίκας σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα. Συμφραζόμενα που πλέον καταγράφονται και στον ορισμό της έννοιας από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE):

«δολοφονία γυναίκας ως αποτέλεσμα άσκησης βίας από ερωτικό σύντροφο, τον βασανισμό και τη δολοφονία γυναίκας ως αποτέλεσμα μισογυνισμού, τη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών ως «εγκλήματα για λόγους τιμής» και λοιπές μορφές δολοφονίας, τη στοχευμένη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών στο πλαίσιο ένοπλων συγκρούσεων, και περιπτώσεις γυναικοκτονίας οι οποίες συνδέονται με συμμορίες, το οργανωμένο έγκλημα, εμπόρους ναρκωτικών και την εμπορία γυναικών και κοριτσιών».

Η ίδια η ορολογία ονομάζοντας αποκαλύπτει και αποκάλυψη σημαίνει ήδη δράση, όπως σημείωνε η Σιμόν ντε Μπωβουάρ το 1978, με αφορμή την εισαγωγή του όρου «σεξισμός» στα γαλλόφωνα λεξικά – και στα ελληνικά πλέον. Εξού και η κοινωνική καθιέρωση του όρου γυναικοκτονία παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Και αν υπάρχει ένα έργο λογοτεχνικό έργο που κατάφερε να παρουσιάσει τη γυναικοκτονία ψυχρά, ανατομικά, χωρίς καμία υποχώρηση στο θέαμα, και να την καταγγείλει έτσι με τον καλύτερο τρόπο είναι το μυθιστόρημα 2666 του Roberto Bolaño (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Άγρα), και ειδικότερα η ενότητα «Εγκλήματα», όπου γίνεται λόγος για τις μαζικές, σεξουαλικές γυναικοκτονίες στην Σάντα Τερέσα, που παραπέμπει στη Σιουδάδ Χουάρες, την πόλη των νεκρών γυναικών.

ciudad juarez missing women
Αναζητήσεις αγνοουμένων γυναικών στη Σιουδάδ Χουάρες.
 

O λάτρης της αστυνομικής λογοτεχνίας Bolaño αντιστρέφει εδώ τον κώδικα των narconovelas, με τον παροξυσμό της σεξουαλικής βίας και τα άπειρα σακατεμένα γυναικεία κορμιά (Hermann Herlinghaus, Narcoepics. A Global Aesthetics of Sobriety, 2013, 214, 212 και 174, όπως πρτθ. από τον Glen Close, Female Corpses in Crime Fiction: A Transatlantic Perspective, 2018). Στο μυθιστόρημά του, η περιγραφή των δολοφονημένων γυναικών και της βίας που έχουν υποστεί στη θηλυκή τους φύση γίνεται με τεχνικούς και γραφειοκρατικούς όρους, έτσι ώστε να μην υπάρχει κανένα περιθώριο σεξουαλικοποίησής τους και γυμνή να παραμένει μόνο η φρίκη:

«Η Εσπεράνσα Γκόμες Σαλδάνια είχε πεθάνει από στραγγαλισμό. Εμφάνιζε αιματώματα στο σαγόνι και στο αριστερό μάτι. Έντονα αιματώματα στα πόδια και στα πλευρά. Είχε υποστεί κολπικό και πρωκτικό βιασμό, πιθανότατα, περισσότερες από μία φορές, διότι και τα δύο σημεία της παρουσίαζαν σκισίματα που αιμορράγησαν πολύ και εκδορές».

BOLANO 2666O συγγραφέας φέρνει αντιμέτωπο τον αναγνώστη με μια ατελείωτη σειρά επαναλαμβανόμενων, παρόμοιων και μαζί ιδιαίτερων για την κάθε γυναίκα περιγραφών, ιδιότυπα χρονολογημένων, η πρώτη νεκρή του χ μήνα, η τελευταία νεκρή του χ μήνα, και πάλι από την αρχή τον άλλο χρόνο. Η δομή του κειμένου του προσομοιάζει στο είδος των μεσαιωνικών χρονικών και ο τρόπος του στο ντοκιμαντέρ, όπως επισημαίνει ο Hermann Herlinghaus. Αποφεύγοντας κάθε αισθητικοποίηση και ρομαντικοποίηση των γυναικείων σωμάτων (Sol Peláez, “Counting Violence: Roberto Bolaño and 2666”, 2014) και αποκλείοντας κάθε δυνατή κάθαρση για τον αναγνώστη, επιτυγχάνει τον πλήρη εξοβελισμό της λαγνείας όχι μόνο στην αναπαράσταση αλλά και στον λόγο καθαυτόν, καταδικάζοντας με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο τη γυναικοκτονία.

Alejandro Magallanes 2003Σε μια συνέντευξή του στην Mónica Maristain, όταν αυτή τον ρωτά πώς φαντάζεται την κόλαση, ο Bolaño απαντά, σημειωτέον, σε α’ πληθυντικό πρόσωπο, ότι η κόλαση είναι η Σιουδάδ Χουάρες, «είναι η κατάρα και ο καθρέφτης μας, ο ανησυχαστικός καθρέφτης των απωθήσεων και η ποταπή ερμηνεία της ελευθερίας και των επιθυμιών μας» (Bolano: A Biography in Conversations, 2014). Αυτός ο καθρέφτης είναι στο βιβλίο του ανελέητος και αντανακλά μια από τις εκδοχές της τραγωδίας της γυναικοκτονίας, ενός διαρκούς, πολύμορφου και αθέατου εγκλήματος, στο οποίο παρακινεί με τον τρόπο της και η νεκροπορνογραφική αστυνομική λογοτεχνία, όπως ο Glen Close την ονομάζει. 

Φόνοι γυναικών στην ελληνική λογοτεχνία

Ας ξαναπούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση αντιμετωπίζουμε τα κείμενα και τη λογοτεχνία ως μέσα μνήμης, που εσωτερικεύουν και στη συνέχεια εξωτερικεύουν στάσεις και συμπεριφορές και πραγματεύονται το ζήτημα στο πλαίσιο των πατριαρχικών δομών. Οι δομές αυτές υφίστανται αλλαγές μέσα στον χρόνο, μέσα από τις δράσεις και τις αντιδράσεις εκείνων που τις μάχονται, οι οποίες κυρώνονται συχνά και νομοθετικά. Αλλά οι αλλαγές δεν επιφέρουν αυτομάτως και αλλαγή στάσεων και συμπεριφορών. Αντιθέτως, η πατριαρχική ιδεολογία παραμένει και επιμένει σήμερα, καθώς οι υποκείμενες δομές έμφυλης -και όχι μόνο, βέβαια- βίας παραμένουν απαράλλαχτες και ποικιλοτρόπως λειτουργικές. Άλλωστε, η πατριαρχία είναι ένα σύστημα δυνάμεων και ιεραρχιών που πραγματώνονται στο πλαίσιο των εκάστοτε ιστορικών και πολιτικο-πολιτισμικών συνθηκών. Έτσι, η γυναικοκτονία στη νεοελληνική λογοτεχνία παρουσιάζεται με διαφορετικούς όρους, αναλόγως με την εποχή και τα κυρίαρχα ήθη. Για παράδειγμα, τα εγκλήματα τιμής σημαδεύουν τον 19ο και 20ο αιώνα (βλ. την εξαιρετική μελέτη της Έφης Αβδελά, Δια λόγους τιμής: βία, συναισθήματα και αξίες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, 2002). Εγκλήματα βαθιά ριζωμένα στις πατριαρχικές δομές, που τα στηλιτεύει, λόγου χάρη, πολύ νωρίς ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης.

Χαρακτηριστικό είναι το σύντομο διήγημά του «Ακόμα;» (1904-Κορφιάτικες ιστορίες), στο οποίο περιγράφει τη δολοφονία της -καθόλου τυχαία ανώνυμης- άπιστης γυναίκας από τον καλοκάγαθο άντρα της, που δεν θέλει να τη σκοτώσει αλλά εξαναγκάζεται να το κάνει υπό την κοινωνική πίεση που του ασκείται - και ενσαρκώνεται στη μορφή του εξαδέλφου του, που τον καθοδηγεί και τον προτρέπει.

«Έλεος, έλεος» είπε· «αμαρτωλή είμαι· μα είμαι έγκυα· δικό σου είναι το παιδί, μα το Θεό!
Έμεινε ο Κούρκουπος· εγίνη κίτρινος· ο λόγος της τον εξαρμάτωνε.
Η στια είχε πέσει, εκείνη έκλαιγε θερμά· όξω εξημέρωνε.
Κι ο Θοδόσης που ’χε παραμονέψει, εχτύπησε μ’ ορμή βαριά την πόρτα· κι είπε· «Ακόμα; ακόμα;»
Και σαν απάντηση ακουστήκαν φωνές από μέσα. ― «Έλεος, έλεος, το παιδί σου. Απάνθρωπε, με σκότωσες!» και δυνατά όσο εδυνότουν! ― «Βοήθεια, βοήθεια! Α!»
Κι ύστερα άκρα σιωπή.
Τότες όμως ανοίχτηκαν τ’ άλλα σπίτια, κι εβγήκαν οι γειτόνοι άντυτοι, ανταριασμένοι κι εσυναχτήκαν μπρος στου Κούρκουπου το σπίτι, άντρες, παιδιά, ρωτώντας τι τρέχει· κι εφοκραστήκαν το πνιμένο ρουχαλητό που έβγαινε τώρα απ’ μέσα.
Ο Θοδόσης τους αποκρίθη· ― «Την εσκότωσε».

Αφαιρετικός, λιτός, ο λόγος του Θεοτόκη δεν εστιάζει στον φόνο ούτε τον σχολιάζει, αλλά περνά την κοινωνική κριτική του στην περιγραφή του πλαισίου, με έμφαση στις κοινωνικές δομές, το εθιμικό δίκαιο, τον κοινωνικό έλεγχο. Η γυναίκα τιμωρείται γιατί παραβιάζει το πρότυπο της συζύγου, όπως το αποτυπώνει η Federici. Η τιμωρία της είναι υπόθεση όχι ατομική αλλά συλλογική και λαμβάνει χώρα με όρους τραγωδίας: καμία βία επί σκηνής, λόγος περί των αποτελεσμάτων της και μόνο.

Τα εγκλήματα τιμής, με τους όρους με τους οποίους τα περιγράφει ο Θεοτόκης, έχουν μειωθεί, όχι όμως και τα εγκλήματα πάθους τα οποία είναι διαχρονικά και συχνά συσχετίζονται και με την έννοια της τιμής. Στα εγκλήματα πάθους η γυναίκα παρουσιάζεται ως ολέθριο θηλυκό και σκοτεινό αντικείμενο ενός -ενίοτε άνομου πόθου-, όπως στην περίπτωση του καζαντζακικού Καπετάν Μιχάλη (1953), όπου ο ύψιστος πειρασμός ενσαρκώνεται στην αλλόφυλη Εμινέ. 

«Ακούμπησε στο περβάζι της πόρτας∙ αντίκρα του, στο παλιό σιδερένιο κρεββάτι της θείας του, ξεχώρισε, κάτω απ’τα σεντόνια, ένα κορμί ξαπλωμένο, είδε μαύρα κορακάτα μαλλιά χυμένα στο μαξιλάρι, κι ο αγέρας μύριζε μόσκο.
Τα μάτια του είχαν θολώσει∙ ανάπνεε βαθιά, λαχανιαστά, δεν μπορούσε να μαϊνάρει την καρδιά του∙ έδωκε ένα σάλτο, στάθηκε στη μέση της κάμαρας, φούχτωσε αργά το μαυρομάνικο. Δεν ανάπνεε πιά∙ ζυγιάστηκε στ’ακράνυχα, ζύγωσε αλαφροπάτητα, μουλωχτά, άπλωσε το χέρι το ζερβό του, πέταξε πέρα το σεντόνι, έφεξε ο κόρφος της. Το μάτι του, ολομεμιάς, γυάλισε, μα το μυαλό του απόμεινε μαύρο, μαύρο, κι όλο αίματα.
Αναστέναξε η κοιμισμένη, μετακουνήθηκε∙ θα ‘βλεπε όνειρο καλό, γιατί κάποιο λόγο κρυφό μουρμούρισαν τα χείλια της και χαμογέλασε.
Ο καπετάν Μιχάλης έσκυψε∙ στο φως του καντηλιού έριξε άγρια αναλαμπή το μαχαίρι, έσκισε τον αγέρα, κι όλο μεμιάς καρφώθηκε ως τη λαβή στον άσπρο κόρφο.
Έσυρε φωνή, ανοιγόκλεισε μιαν αστραπή τα μάτια της η Εμινέ, πρόφτασαν κι είδαν τον καπετάν Μιχάλη και τον γνώρισαν. Ξάφνιασμα, χαρά, πόνος, παράπονο, όλα αναρόησαν και στραφτάλισαν στο στερνό ετούτο ανοιγόκλεισμα του ματιού.
- Ωχ! μούγκρισε ο άντρας, σείστηκε το κορμί του από τον πόνο, κι ανατράβηξε με ορμή το μαχαίρι, μη δώσει το θάνατο – μα ‘ταν πια αργά, τα μάτια της Εμινές είχαν αδειάσει.»

Η Εμινέ δολοφονείται επειδή η ύπαρξή της διασαλεύει την τάξη του κόσμου, εντός και εκτός του ήρωα. Ο έρωτάς της εκθέτει το αρσενικό που δεν μπορεί να τον αντιπαλέψει κι έτσι εξαλείφει το αντικείμενο -κυριολεκτικά- του έρωτα και του πόθου του. Σε μια «κακιά στιγμή», όπως αφήνει να εννοηθεί το ανώφελο πισωγύρισμά του; Σαν αυτές τις κακές στιγμές για τις οποίες γίνεται πολύ λόγος σήμερα. Και πίσω τους έχουν αιώνες κατοχής της γυναίκας από τον άντρα, άχρι θανάτου. Αυτονόητης. Δικαιωμένης. Δεν θα μιλήσουμε εδώ για τη γυναίκα στο έργο του Καζαντζάκη, είναι μεγάλο και πολύπλοκο το ζήτημα και δεν χωράει απλουστεύσεις. Στεκόμαστε μόνο στο συγκεκριμένο έγκλημα πάθους, στο οποίο κυριαρχούν τα συναισθήματα του άντρα. Το μαχαίρι καρφώνεται στον άσπρο κόρφο και φέρνει τον θάνατο μέσα στον ύπνο. Ας μείνουμε στον θάνατο μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα.

giakΙδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πραγμάτευση των σεξουαλικών εγκλημάτων σε έναν νεότερο συγγραφέα, τον Δημοσθένη Παπαμάρκο, στο έργο του Γκιακ και ειδικά στο πρώτο διήγημα «Ντο τ΄ α πρες κοτσσίδετε». Ο ήρωας του διηγήματος υπηρετεί στο μικρασιατικό μέτωπο μαζί με έναν συχωριανό του. Όταν αυτός βιάζει κάποια στιγμή και σκοτώνει άμαχες γυναίκες και βγαίνει κρατώντας ως τρόπαιο τις κοτσίδες τους, καταλαβαίνει ότι είναι ο ίδιος που βίασε και κακοποίησε την αδελφή του Σύρμω, αφήνοντάς την μισοπεθαμένη. Ο λόγος του ενόχου, όταν τον παρακαλεί να του χαρίσει τη ζωή απηχεί τις πιο βαθιές δομές της πατριαρχίας, στο πλαίσιο της οποίας η γυναίκα είναι κατώτερο ον, «μισό αίμα»: 

«Άσε με να χαρείς κι εγώ θα σου πληρώσω το μισό αίμα που σου πήρα στο ακέριο, άμα γυρίσουμε πίσω. Μόνο άσε με και στ’ορκίζομαι, ό,τι ορίζει ο Κανόνας θα το λάβεις. Του λέω τότες, η Σύρμω δεν είναι μισό αίμα. Νιε μαμ. Νιε μοτρ. Νιεκ γκιακ. Άσε με, μου λέει κι ορκίζομαι να στο πληρώσω για ένα».

Ο ήρωας σκοτώνει τον συχωριανό του υπακούοντας στον νόμο του αίματος, στο πλαίσιο δηλαδή ενός άλλου εγκλήματος τιμής, που έχει να κάνει και με την αδερφική αγάπη, με το αίμα. Αλλά δεν τον εμποδίζει προηγουμένως να βιάσει και να σκοτώσει τις άμαχες αλλόφυλες και αλλόθρησκες γυναίκες, που παραμένουν παράπλευρες απώλειες πολέμου. Χωρίς να στέκεται έτσι στην περιγραφή της βίας, καταγράφει την κακοποίηση και τον φόνο με αναφορά στο αίμα και όχι στο γεγονός ότι οι γυναίκες σκοτώνονται επειδή είναι γυναίκες. 

douka athooi kai ftaixtesΑντίθετα, η Μάρω Δούκα χρησιμοποιεί, στο μυθιστόρημά της Αθώοι και φταίχτες (εκδ. Πατάκη, 2004), τη γυναικοκτονία ως ερμηνευτικό κλειδί του μυθιστορήματός της που, με αφετηρία την Κρήτη, σχολιάζει την νεοελληνική ταυτότητα και τα σκοτεινά της βάθη. Μια αλλοδαπή κοπέλα βρίσκεται νεκρή σε μια παραλία και το νεκρό της σώμα περιγράφεται με όρους τεχνικούς, που θυμίζουν τον τρόπο του Bolaño: 

«Προτίμησε να σιωπήσει∙ άφησε για λίγο το βλέμμα στο στηθάκι της νεκρής, ο λαιμός της μελανιασμένος, τα χείλη της μπλαβά γύρω από την πρησμένη, μαυρισμένη γλώσσα, στίγματα καφετιά στα ωχρά μάγουλά της, κοίταξε τα δάχτυλα των ποδιών της, τα μάτια της ανοιχτά, γυρισμένα προς τα πάνω, ξανακοίταξε επίμονα τα πόδια της ψηλά ως το αφαλό, «ποιος θα μπορούσε να κάνει το κακό της;» μονολόγησε; καθώς σηκωνόταν, κάνοντας πως τινάζει την άμμο από τα γόνατά του για να κρύψει τη συγκίνηση. «Υπάρχουν τόσοι ψυχανώμαλοι», ευφυολόγησε ο φωτογράφος. Ο Κυριάκος δεν του ‘δωσε σημασία».

Με μια διαφορά, ότι στην τεχνική περιγραφή παρεισφρέει το αίσθημα και αλλάζει τη θερμοκρασία του κειμένου. Πίσω από τον θάνατο της κοπέλας κρύβονται άνομες σχέσεις και μυστικά ενός κόσμου που επιμένει να φαίνεται άμωμος, ενώ το χρήμα, η εξουσία και η διαφθορά τον ωθούν σε μια παράνοια που καταλήγει να πλήξει τον αδύναμο κρίκο. Την αλλοδαπή και γι΄ αυτό διπλά κατώτερη γυναίκα. Η νέα πολυπολιτισμικότητα περιέχει τη βία του παρελθόντος και τη συνεχίζει. Η γυναικοκτονία επανέρχεται διαρκώς ως σημείο-κλειδί της πλοκής, βλέπουμε επαναλαμβανόμενες, πολλαπλές εκδοχές ενός επαναλαμβανόμενου, πολλαπλού εγκλήματος μέσα από εξίσου πολλαπλά κάτοπτρα. Είναι το έγκλημα μιας ολόκληρης κοινωνίας που μένει ανεξιχνίαστο και ως εκ τούτο δεν επιτρέπει καμία κάθαρση -το ένοχο «εμείς» παραμένει, στο πλαίσιο μιας ριζικής πολιτικής κριτικής.

Όλες οι γυναίκες που είδαμε ενδεικτικά στα λογοτεχνικά κείμενα δολοφονήθηκαν επειδή ήταν γυναίκες. Άπιστες, ποθητές, ευάλωτες, κατώτερες. Άλλοτε η λογοτεχνία είναι όμως απλός καθρέφτης και άλλοτε σαν φακός μεγεθύνει.

Του κύκλου τα γυρίσματα

Στο γύρισμα του Μεσαίωνα, εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες στη Δυτική Ευρώπη –αλλά, για ιστορικοπολιτικούς λόγους, όχι στα Βαλκάνια– θανατώθηκαν ως μάγισσες. Η μορφή της μάγισσας στοίχειωνε –αν όντως ταιριάζει εδώ ο παρελθοντικός χρόνος– από την αρχαιότητα ακόμη το συλλογικό φαντασιακό.

i magissaΤην πρώτη δε συστηματική απόπειρα αποκατάστασής της, ειδικά σε σχέση με το κυνήγι της, την οφείλουμε στη ρομαντική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα, με την περίφημη μελέτη Η Μάγισσα του Jules Michelet (μτφρ. Έφη Κορομηλά, ΜΙΕΤ, 2020). Αν όμως η γοητευτική μελέτη του Michelet αποκαθιστά τη μορφή της μάγισσας, δεν ερμηνεύει ωστόσο τη μαζική δολοφονία γυναικών στον 16ο και 17ο αιώνα παρά με όρους ανορθολογισμού και βαρβαρότητας της καθολικής εκκλησίας.

Από μια άλλη σκοπιά, ωστόσο, οι χιλιάδες αυτές γυναίκες δολοφονήθηκαν, όπως μας λέει η Silvia Federici πρώτα και κύρια επειδή ήταν γυναίκες. Συσχετίζοντας την πρωταρχική καπιταλιστική συσσώρευση και την περίφραξη των κοινοτικών γαιών με την πειθάρχηση των γυναικών κατά τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, η Federici ορίζει το κυνήγι των μαγισσών ως πρακτική οικοδόμησης μιας νέας πατριαρχικής τάξης πραγμάτων, με βάση τον αποκλεισμό των γυναικών από τη μισθωτή εργασία, την υποταγή τους στους άντρες και τον περιορισμό τους στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού. Έτσι, η γυναίκα εκτοπίστηκε από την εργασία και περιορίστηκε στο σπίτι στο πλαίσιο της καπιταλιστικής βίας, η οποία επανέρχεται με παρόμοιες αλλά και νέες μορφές σε εποχές κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, όπως και η δική μας.

Είναι λοιπόν άραγε τυχαία η επανεμφάνιση των μαγισσών –αυτών των δαιμονικών, όπως τις περιέγραφαν, υπέρμετρα φιλήδονων γυναικών, και επί της ουσίας αυτών των πανίσχυρων και ανυπότακτων γυναικών– στις αντικαπιταλιστικές και κάθε λογής φεμινιστικές, αντισεξιστικές, χειραφετητικές δράσεις και διαδηλώσεις σήμερα (Céline du Chéné, podcast); Σήμερα που στην προηγμένη Δύση, αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη, δολοφονούνται καθημερινά τόσο πολλές γυναίκες επειδή είναι γυναίκες; Η εν λόγω επανεμφάνιση είναι πολυδιάστατη και αντιφατική και το σύστημα πάντα προσπαθεί, και συχνά τα καταφέρνει, και ακυρώνει το εξεγερσιακό στοιχείο, ενσωματώνοντάς το ως φολκλόρ – ή εν πάση περιπτώσει στην κατεύθυνση που επιθυμεί. Ωστόσο, εδώ και πολλές δεκαετίες οι μάγισσες καταλαμβάνουν καίρια θέση στον εξίσου πολυδιάστατο και συχνά αντιφατικό φεμινιστικό λόγο, με αναφορά στην πατριαρχία. Θα μπορούσαν ειδικότερα και σε σχέση με τη γυναικοκτονία. Η οργάνωση πάντως που ειδοποιήθηκε να στηρίξει τη νεαρή γυναίκα που κακοποιούνταν από τον ίδιο της τον πατέρα και εκδιδόταν στη συνέχεια από ένα όργανο της τάξης στην Ηλιούπολη ονομάζεται Witches of The South.

* Η Τιτίκα Δημητρούλια είναι κριτικός λογοτεχνίας, Καθηγήτρια στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μεταφραστικές στιχομυθίες

Μεταφραστικές στιχομυθίες

Ερωταποκρίσεις από παλαιότερες συνομιλίες και συνεντεύξεις με ποιητές και μεταφραστές.

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Πώς επιλέγουμε τα κείμενα που μεταφράζουμε;

Με ποικίλους τρόπους και για όλους τους δυνατ...

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου: Ο βυθοσκόπος της ύπαρξης

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου: Ο βυθοσκόπος της ύπαρξης

Σκέψεις –προσωπικός φόρος τιμής και περιδιάβαση– για το συγγραφικό έργο και την προσωπικότητα του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου.

Της Ειρήνης Ρηνιώτη

Γνώριζα το ευθύβολο βλέμμα του από τις φωτογραφίες των βιβλίων του, που μελετούσα προτού τον γνωρίσω. Η πρώτη μ...

Ο Ξενάκης, ο αναγεννησιακός άνθρωπος και η «Εγκυκλοπαίδεια»

Ο Ξενάκης, ο αναγεννησιακός άνθρωπος και η «Εγκυκλοπαίδεια»

Με αφορμή τα 20 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Ξενάκη, μια απόπειρα προσέγγισης της πολυσχιδούς προσωπικότητάς του. Κεντρική φωτογραφία © Horst Tappe, Coll. Famille, 1988. Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από το επίσημο σάιτ του Ξενάκη.

Της Άλκηστης Σουλογιάννη ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974, το νέο βιβλίο του Αλέξη Παπαχελά

Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974, το νέο βιβλίο του Αλέξη Παπαχελά

Είκοσι πέντε χρόνια έρευνας χρειάστηκε ο δημοσιογράφος και διευθυντής της εφημερίδας «Η Καθημερινή» Αλέξης Παπαχελάς για να καταλήξει στο αδημοσίευτο και σπάνιο υλικό που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974», το οποίο αφορά την επταετία που καθόρισε την ιστορική πορεία της χώρας μας και ανα...

Πέντε παραστάσεις που ξεχώρισαν

Πέντε παραστάσεις που ξεχώρισαν

Τάσεις, στάσεις και το γυμνό μετέωρο σώμα του χορευτή. Πέντε παραστάσεις που ξεχώρισαν.

Του Νίκου Ξένιου

Η σύγχρονη περφόρμανς αρνείται τον παραδοσιακό δυϊσμό σώματος και μυαλού και αναζητά τη συνείδηση που εδράζει στο γυμνό σώμα. Η εκτός πλαισίου χρήσ...

Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου: Η λεπτουργία της αφήγησης

Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου: Η λεπτουργία της αφήγησης

Για την επανέκδοση της πρώτης συλλογής διηγημάτων του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου «Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη» (εκδ. Κίχλη).

Της Διώνης Δημητριάδου

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν (Τραμ, 1973) τα έντεκα μικρά διηγήματα (γραμμ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Μπλε ήλιος, του Διονύση Μαρίνου (προδημοσίευση)

Μπλε ήλιος, του Διονύση Μαρίνου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Διονύση Μαρίνου «Μπλε ήλιος», το οποίο κυκλοφορεί στις 14 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

[Μαριάννα]

Μία φλοίδα φως, σαν κάτι ζωντανό που ανασα...

Γιοζεφίνε η αοιδός, του Φραντς Κάφκα (προδημοσίευση)

Γιοζεφίνε η αοιδός, του Φραντς Κάφκα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από την ανθολογία του Franz Kafka «Γιοζεφίνε η αοιδός και άλλα διηγήματα» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επίμετρο: Κατερίνα Καρακάση) που κυκλοφορεί στις 6 Αυγούστου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στὴ συναγωγή μας... ...

Σάγκι Μπέιν, του Ντάγκλας Στιούαρτ (προδημοσίευση)

Σάγκι Μπέιν, του Ντάγκλας Στιούαρτ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βραβευμένο με Booker 2020 μυθιστόρημα του Douglas Stuart «Σάγκι Μπέιν» (μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου), που κυκλοφορεί στις 30 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Άγκνες αναδύθηκε έγκαιρα α...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τα γεγονότα που μας εισήγαγαν στον 21ο αιώνα. Ήταν η μεγαλύτερη και πιο σοκαριστική αλληλουχία τρομοκρατικών ενεργειών που έγινε ποτέ, με μερικά λεπτά διαφορά: οι επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη, και στο Πεντάγωνο στην Ουάσιγκτον, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Α...

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Οι περισσότεροι από τα τίτλους που παρουσιάζονται εδώ έφτασαν στα χέρια μας πολύ πρόσφατα. Πρόκειται για ενδιαφέροντα βιβλία που στην πλειονότητά τους πέρασαν «κάτω από τα ραντάρ» των βιβλιοπροτάσεων για το καλοκαίρι. Ιδού μερικά από τα καλύτερα. 

Ε...

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα βιβλία ιστορίας, εθνολογίας, σύγχρονων οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων για τους εναπομείναντες στην πόλη αλλά και για όσους ακόμη αναζητούν βιβλία για τις διακοπές τους που να αξίζουν το βάρος τους.

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

14 Σεπτεμβρίου 2021 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Τα βιβλία του χειμώνα: Τι θα διαβάσουμε τους μήνες που έρχονται (ανανεωμένο)

Επιλογές βιβλίων από τις προσεχείς εκδόσεις ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας, ποίησης, βιογραφιών και δοκιμίων από 34 εκδοτικούς οίκους. Επιμέλεια: Κώστας Αγορα

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ