
Πώς πατριαρχικές αντιλήψεις εκφράζονται μα και ανατρέπονται μέσα από τη λογοτεχνία. Γιατί μπορεί η βοσκοπούλα Μαρθέλα του Θερβάντες να είναι πιο ανατρεπτική από τον Μπάροουζ. Σκέψεις που διατυπώθηκαν και συζητήθηκαν στο 1ο Φεστιβάλ του Δικτύου Γυναικών Συγγραφέων «Η Φωνή της».
Γράφει η Ελένη Καρρά
Το 1ο Φεστιβάλ του Δικτύου Γυναικών Συγγραφέων «Η Φωνή της» πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στις 26-27 Σεπτεμβρίου 2026 στον χώρο Αλτάι. Ανάμεσα σε άλλες ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, πραγματοποιήθηκε και μία συζήτηση γύρω από τον σεξισμό στη λογοτεχνία, την ποίηση και τον κινηματογράφο.
Στην εκδήλωση συμμετείχαν οι: Ελένη Καρασαββίδου (διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, αρθρογράφος, ποιήτρια), Ελένη Καρρά (μεταφράστρια), η Αριστέα Παπαλεξάνδρου (ποιήτρια, δοκιμιογράφος) και η Εύα Σταμου (δρ. ψυχολογίας, ψυχοθεραπεύτρια, συγγραφέας). Τον συντονισμό ανέλαβε η Τζένη Θεοφανοπούλου (μουσικός, συγγραφέας).
Ακολουθούν όσα είπε στην εκδήλωση η Ελένη Καρρά
Για πολλές γυναίκες, ο κόσμος, οι σκέψεις, τα λεγόμενα «κοσμοείδωλά» μας έχουν διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό μες από τη λογοτεχνία. Με αφορμή λοιπόν το φεστιβάλ του δικτύου «Η Φωνή της», και το θέμα αυτού του πάνελ -σεξισμός και λογοτεχνία- ξανακοίταξα, υπ’ αυτό το πρίσμα, τα λογοτεχνικά κύματα που με συνεπήραν από τότε που πρωτοήρθα σε επαφή με τα βιβλία. Τον τρόπο με τον οποίο υιοθέτησαν, αναπαρήγαγαν ή, πολύ πιο σπάνια, ανέτρεψαν τον κυρίαρχο λόγο της πατριαρχίας που ήταν (και είναι ακόμα, αλλά με μερικές ρωγμές πλέον) πανίσχυρος και δεδομένος. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι διάφορα, υποτίθεται αντισυμβατικά, λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα αμφισβήτησαν εξουσίες και συμβάσεις, την ίδια ώρα που αναπαρήγαγαν μία από τις πιο διαχρονικές, εκείνη της πατριαρχίας.
Ήδη από τον 17ο αιώνα, ένας Γάλλος ιερέας, φιλόσοφος και συγγραφέας έγραφε, μεταξύ άλλων, ότι ασκεί κριτική στην αντρική ανωτερότητα γιατί αποτελεί την πιο βαθιά κοινωνική προκατάληψη και αν αυτή μπορεί να ανατραπεί, τότε θα ακολουθήσουν και όλες οι υπόλοιπες. Αλλά θα επανέλθω σ’ αυτόν πιο κάτω.
Διαβάζοντας τους «πάπες» των γραμμάτων
Συνειδητοποίησα, λοιπόν, ότι στα λογοτεχνικά ρεύματα που με γοήτευσαν και με τα οποία περισσότερο ταυτίστηκα, όπως οι υπερρεαλιστές, οι μπίτνικς ή/και άλλα κείμενα της αντεργκράουντ κουλτούρας, συνέβαινε αυτό που παρατηρούσε η μητέρα μου, αριστερή αγωνίστρια και πρωτοπόρα φεμινίστρια της εποχής της, με τους αριστερούς συντρόφους: επανάσταση, ανατροπή, αντισυμβατικότητα – ναι, αλλά για τους άντρες. Με τις γυναίκες να παραμένουν σε δεύτερη μοίρα – μούσες, ερωμένες, «κομπάρσοι». Συγγραφείς γοητευτικοί και ανατρεπτικοί, από τον Κέρουακ μέχρι τον Μπάροουζ κι από τον Χένρι Μίλερ μέχρι τον Ναμπόκοφ, συνέβαλλαν σε μια εσωτερική σύγχυση. Παρένθεση: σκέφτηκα, αφού ολοκλήρωσα το γράψιμο αυτής της ομιλίας, τον Μπάροουζ. Κάποτε έγραφα μια στήλη σε έναν λογοτεχνικό ιστότοπο, την οποία είχα ονομάσει Naked lunch press – από το Γυμνό γεύμα του Μπάροουζ. Τον οποίο τόσο πολύ διαβάζαμε, και με τόση αμεριμνησία σχολιάζαμε, γελώντας, το πόσο ακραίος και εξγραβαγκάν ήταν και το πώς είχε σκοτώσει τη γυναίκα του παίζοντας τον Γουλιέλμο Τέλλο (ας μην πιάσουμε τον Αλτουσέρ και το τόσο δυστυχώς επίκαιρο ζήτημα των γυναικοκτονιών). Τι σήμαινε, λοιπόν, στη δεκαετία του ΄80 για μια γυναίκα που τότε ενηλικιωνόταν, να κτίζει τον εσωτερικό της κόσμο διαβάζοντας, πχ, Μπουκόφσκι;
Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, χάρη στο διογκούμενο φεμινιστικό κίνημα, τις σπουδές φύλου κλπ, καθώς το ενδιαφέρον στρέφεται όλο και περισσότερο στις φωνές εκείνες που ξέφευγαν από τον αντρικό κανόνα, άρχισε να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για ανατρεπτικές γυναίκες συγγραφείς
Φυσικά, δεν ήταν όλοι… «μπουκόσφκηδες» -μπορούσες να πέσεις και σε φράσεις όπως η ακόλουθη, από το Κόκκινο χορτάρι του Μπορίς Βιαν: «Θα θέλατε να φέρεστε στις γυναίκες όπως θα έπρεπε να τους φέρονται εάν δεν είχαν διαμορφωθεί από ολόκληρους αιώνες υποτέλειας». Πάντα, όμως, η «σοβαρή λογοτεχνία» ήταν εκείνη που είχε γραφτεί από τους άντρες. Ακόμα κι όταν, όπως στην περίπτωση της Πάπισσας Ιωάννας, ο Ροΐδης αμφισβητούσε με κάποιον τρόπο τα έμφυλα στερεότυπα, οι «πάπες» που προβάλλονταν από τον λογοτεχνικό κανόνα ήταν άντρες, και με τη δική τους ματιά ταυτιζόμασταν.
Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, χάρη στο διογκούμενο φεμινιστικό κίνημα, τις σπουδές φύλου κλπ, καθώς το ενδιαφέρον στρέφεται όλο και περισσότερο στις φωνές εκείνες που ξέφευγαν από τον αντρικό κανόνα, άρχισε να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για ανατρεπτικές γυναίκες συγγραφείς όπως η Βιρτζίνια Γουλφ, και επίσης, άρχισαν να ανακαλύπτονται και να μεταφράζονται όλο και περισσότερο άλλες, λιγότερο γνωστές, σημαντικές και πρωτοπόρες για την εποχή τους συγγραφείς, όπως -για να αναφέρω κάποιες από τις αγαπημένες μου- η Κέιτ Σοπέν (1850-1904), η Λεονόρα Κάρινγκτον (1917-2011), η Κάρσον ΜακΚάλερς (1917-1967), ή η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920-1977). Όλες γεννημένες μεταξύ 1850 και 1920.
Ο μονόλογος της βοσκοπούλας Μαρθέλας
Πέρα όμως από τις γυναικείες φωνές, που αποτελούν μια ξεχωριστή θεματική, έχει ίσως ενδιαφέρον να δει κανείς πώς αντιμετώπισαν το θέμα των φύλων οι μεγάλοι κλασικοί συγγραφείς, ξεκινώντας από τους πατέρες του σύγχρονου δυτικού μυθιστορήματος, Σαίξπηρ και Θερβάντες. Ενώ για τον Σαίξπηρ, μπορεί κανείς να πει ότι γενικά αναπαρήγε τα έμφυλα στερεότυπα της εποχής του, αν και καμιά φορά, υπονομεύοντάς τα, Ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες έχει χαρακτηριστεί ως «πρωτό-φεμινιστικό» (πολύ πριν υπάρξει, φυσικά, ο όρος) έργο.
Ο μονόλογος της βοσκοπούλας Μαρθέλας (Κεφάλαιο 14, Πρώτος Τόμος) θεωρείται ένα από τα πρώτα και πιο δυναμικά κείμενα γυναικείας χειραφέτησης της νεότερης ευρωπαϊκής πεζογραφίας. «Γεννήθηκα ελεύθερη και για να μπορέσω να ζήσω ελεύθερη, διάλεξα τη μοναξιά των κάμπων», λέει η Μαρθέλα, εξηγώντας γιατί δεν ευθύνεται για τον θάνατο του Γρισόστομο, που την ερωτεύτηκε παράφορα αλλά τον οποίο η ίδια δεν αγαπούσε. «Όποιος με λέει θεριό και βασιλίσκο, ας μ’ αποφεύγει σαν κάτι επιζήμιο και κακοποιό· όποιος με λέει αχάριστη, ας μη με κυνηγάει· όποιος αζύγωτη, μη με ζυγώνει˙ όποιος άσπλαχνη, ας μη μ’ ακολουθεί˙γιατί αυτό το θεριό, αυτός ο βασιλίσκος, αυτή η αχάριστη, η άσπλαχνη κι αζύγωτη δεν πρόκειται ποτέ να τους αναζητήσει, να τους κυνηγήσει, να τους ζυγώσει ή να τους ακολουθήσει. (…) Αν εγώ διατηρώ την καθαρότητά μου συντροφιά με τα δέντρα, γιατί να επιθυμεί να την χάσω συντροφιά με τους ανθρώπους; Όπως ξέρετε, έχω δικά μου πλούτη και δεν εποφθαλμιώ τα ξένα˙ είμαι και ζω ελεύθερη, και δεν μου αρέσει να υποτάσσομαι». (το απόσπασμα είναι από το Δον Κιχώτε ντε λα Μάντσα στην εξαιρετική μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου, εκδ. Εστία).
Τον ντε λα Μπαρ έβγαλε από την αφάνεια, ποια άλλη; Η Σιμόν ντε Μποβουάρ, που χρησιμοποιεί μια άλλη φράση του -«Όλα όσα έχουν γραφτεί από τους άνδρες για τις γυναίκες πρέπει να θεωρηθούν ύποπτα, διότι οι άνδρες είναι ταυτόχρονα δικαστές και διάδικοι»- ως μότο στο Δεύτερο φύλο.
Έκτοτε, και σε όλο τον δυτικό κόσμο, μολονότι η λογοτεχνία κάθε χώρας αντανακλούσε γενικά τα πατριαρχικά συστήματα της εποχής της, υπήρξαν πάντα λαμπρές εξαιρέσεις και συγγραφείς που άρθρωσαν έναν διαφορετικό λόγο, σε εποχές όπου όλοι ξέρουμε ποια ήταν η θέση της γυναίκας. Εντυπωσιακό παράδειγμα, στη Γαλλία, ο χαρισματικός ιερέας (τον οποίο αναφέραμε πιο πάνω) Φρανσουά Πουλέν ντε λα Μπαρ, καρτεσιανός φιλόσοφος και συγγραφέας, που έζησε τον 17οο αιώνα και έγραψε, το 1673, το Για την ισότητα των δυο φύλων (De l'égalité des deux sexes). Μεταξύ άλλων, ο ντε λα Μπαρ είχε γράψει ότι «το μυαλό δεν έχει φύλο» (φράση την οποία ωστόσο είχε ήδη διατυπώσει νωρίτερα μια γυναίκα, η αλχημίστρια, χημικός και ιατρός Μαρί Μερντράκ).
Η Σιμόν ντε Μποβουάρ και η Κριστίν ντε Πιζάν
Τον ντε λα Μπαρ έβγαλε από την αφάνεια, ποια άλλη; Η Σιμόν ντε Μποβουάρ, που χρησιμοποιεί μια άλλη φράση του -«Όλα όσα έχουν γραφτεί από τους άνδρες για τις γυναίκες πρέπει να θεωρηθούν ύποπτα, διότι οι άνδρες είναι ταυτόχρονα δικαστές και διάδικοι»- ως μότο στο Δεύτερο φύλο. Στο ίδιο αυτό βιβλίο-ορόσημο, η Μποβουάρ μελετά τον «μύθο της γυναίκας σε 5 συγγραφείς» (Μοντερλάνο, Λώρενς, Κλωντέλ, Μπρετόν, Σταντάλ). Στο ίδιο βιβλίο, η Μποβουάρ αναφέρει και την Κριστίν ντε Πιζάν (1364 - 1430), Ιταλίδα συγγραφέα του ύστερου Μεσαίωνα, που υπηρέτησε ως αυλική συγγραφέας και θεωρείται η πρώτη Ευρωπαία επαγγελματίας λογοτέχνιδα, και για την οποία η Μποβουάρ γράφει ότι «ήταν η πρώτη φορά που βλέπουμε μια γυναίκα ν’ αναλαμβάνει την υπεράσπιση των ομοφύλων της». Στην εποχή της, η Πιζάν ήταν πολύ γνωστή και είχε μεγάλη φήμη.
Επειδή όμως οι σπίθες ανατροπής του σεξισμού μέσα από τη λογοτεχνία δεν αποτελεί αποκλειστικότητα της Δύσης, θα ήθελα να κλείσω την ομιλία μου με μια Κινέζα ποιήτρια και επαναστάτρια, την Κιου Τζιν (1875–1907), που έζησε στο τέλος του 19ου αιώνα, βασανίστηκε και εκτελέστηκε σε ηλικία 31 ετών για την επαναστατική της δράση. Η Κιου Τζιν έγραψε ενάντια στα δεσμά των παραδοσιακών κινεζικών εθίμων (όπως το δέσιμο των ποδιών) και υπέρ της γυναικείας χειραφέτησης. Θα κλείσω λοιπόν με δυο ποιήματά της, που μετέφρασα γι αυτή την ομιλία, από τα αγγλικά:
Αντανακλάσεις
γράφτηκε στη διάρκεια ταξιδιού στην Ιαπωνία
Ήλιος και φεγγάρι δίχως φως. Σκοτεινιασμένη γη και ουρανός.
Ποιος μπορεί να ανυψώσει τον βυθίζοντα κόσμο των γυναικών;
Τα κοσμήματά μου ενεχυρίασα για να ταξιδέψω στα ανοιχτά πελάγη,
άφησα τα παιδιά μου πέρασα την Πύλη του Νεφρίτη.
Λύνοντας τα δεμένα πόδια μου για ν’ αποτινάξω τα φαρμάκια μιας χιλιετίας,
ξύπνησα το πνεύμα των γυναικών, εκατοντάδες άνθη, ανθισμένα.
Ω, το έρημο αυτό μαντηλάκι το φτιαγμένο από γοργονόπλεκτο μετάξι,
μισοβουτηγμένο στο αίμα και στο δάκρυ.
Απάντηση σε ίδιο ρυθμό και στίχο
για τον Ισί-κουν, έναν Ιάπωνα φίλο
Μην το λες πως οι γυναίκες δεν μπορούν να γίνουν ηρωϊδες:
μόνη μου καβάλησα τους ανέμους ανατολικά, για δέκα χιλιάδες λεύγες.
Οι ποιητικοί μου στοχασμοί έπλευσαν μεταξύ ουρανού και θάλασσας,
με όνειρο τα τρία ιαπωνικά νησιά, εύθραυστο νεφρίτη στο φεγγαρόφωτο.
Θρηνώντας τις μπρούτζινες καμήλες, φρουρούς στις πύλες του παλατιού,
ένα πολεμικό άτι ατιμάστηκε, κι ούτε μια μάχη δεν έχει ακόμα κερδηθεί.
Καθώς η καρδιά μου σκίζεται από οργή για της πατρίδας μου τον πόνο,
πώς να μείνω, ξένη σε ξένο τόπο, ν’ απολαμβάνω τους ανοιξιάτικους ανέμους;
*Η ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΡΑ είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και μεταφράστρια.
























