Για την Ούρσουλα Χόνεκ η υποψηφιότητά της για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ για τη συλλογή διηγημάτων «Λευκές νύχτες» (μτφρ. Ναταλία Σκανδάλη, εκδ. Βακχικόν) είναι «νίκη της λογοτεχνίας» που «καμιά φορά μπορεί μόνη της να υπερασπιστεί τον εαυτό της».
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Η Πολωνή συγγραφέας Ουρσούλα Χόνεκ έγινε ευρύτερα γνωστή στους αναγνώστες εκτός των συνόρων της χώρας της όταν η πρώτη της συλλογή διηγημάτων, Λευκές νύχτες, βρέθηκε στη μακρά λίστα για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2024. Στο βιβλίο η συγγραφέας παρουσιάζει ιστορίες ανθρώπων από ένα μικρό, ορεινό πολωνικό χωριό: αποτυπώνει τα όνειρα και τα σχέδιά τους, τις συνήθειές τους, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, τον θάνατο.
Η ίδια βρέθηκε στην Ελλάδα για να συμμετάσχει στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης και κατά την παραμονή της στην Αθήνα τη συναντήσαμε στο ξενοδοχείο της μαζί με τη μεταφράστριά της, Ναταλία Σκανδάλη, που μας βοήθησε στη συνομιλία μας, μεταφράζοντας και εξηγώντας ονομασίες και όρους από τη μία γλώσσα στην άλλη. Ένα πρωινό, λοιπόν, οι τρεις μας μιλήσαμε για τη λογοτεχνία της Ουρσούλα Χόνεκ, τα πραγματολογικά στοιχεία της γραφής της, το σκηνικό που επέλεξε, τις επιρροές της, την υποψηφιότητά της για το Διεθνές Μπούκερ και την εξωστρέφεια της πολωνικής λογοτεχνίας.
Γιατί επιλέξατε αυτό το σκηνικό, αυτούς τους ήρωες; Τι ιδιαίτερο θα βρούμε σε αυτόν τον τόπο, σε αυτούς τους ανθρώπους;
Είμαι δεμένη προσωπικά με το συγκεκριμένο μέρος, είναι το μέρος όπου μεγάλωσα. Πάντα είχα την αίσθηση πως ήταν ένας τόπος απομονωμένος, από τον οποίο ήταν πολύ δύσκολο να ξεφύγεις: ως παιδί και ως έφηβη αναρωτιόμουν και εγώ η ίδια πώς θα ήταν δυνατόν να ξεφύγω από εκεί. Στις μικρές κοινωνίες φαίνεται πολύ έντονα η μοναξιά των ανθρώπων.
Οι ήρωες είναι εν μέρει επινοημένοι, εν μέρει αληθινοί. Συχνά διατηρώ τα αληθινά ονόματα, ιδίως όταν πρόκειται για γυναίκες που ήταν συγγενείς μου, μέλη της οικογένειάς μου. Δεν ήξερα πολλά πράγματα για εκείνες, δεν έχουν διατηρηθεί ούτε φωτογραφίες τους, ούτε η οικογένειά μου ήξερε να πει πολλά πράγματα για αυτές. Όλη μου τη ζωή αναρωτιόμουν ποιες ήταν αυτές οι γυναίκες. Ήξερα μόνο μερικές λεπτομέρειες, κάποια μικρά γεγονότα. Για μία γνώριζα πως είχε ψυχικά προβλήματα και αναρωτιόμουν πώς γίνεται ένα άτομο με ψυχική νόσο να μένει σε ένα τέτοιο μέρος και να μην έχει βοήθεια από πουθενά. Δεν ήθελα να αλλάξω τα ονόματα των γυναικών, ώστε να διατηρηθεί ο δεσμός μου μαζί τους. Είναι όπως όταν δίνεις όνομα σε ένα παιδί. Αλλά τα διηγήματα δεν είναι μόνο αυθεντικές ιστορίες. Αναγκάστηκα να γεμίσω κάποιες λευκές σελίδες.
Ανάμεσα στην πραγματικότητα και την επινόηση, πού γέρνει η πλάστιγγα;
Εξαρτάται από το διήγημα. Δεν υπάρχει κανόνας, εξαρτάται από τον ήρωα ή την ηρωίδα. Αλλά έχω την αίσθηση πως υπήρχαν τόσα πράγματα που δεν τα ήξερα, οπότε έπρεπε να επινοήσω αρκετά στοιχεία. Η Ντορότκα και η Χελένκα, τα δυο κοριτσάκια που καίγονται, ήταν συγγενείς μου, αυτά ήταν τα αληθινά τους ονόματα και αυτή η ιστορία είναι αληθινή. Αναρωτιόμουν πάντα ποια ήταν αυτή η Χελένκα, η έφηβη. Πολλές φορές την έβλεπα στον ύπνο μου και αισθανόμουν την ανάγκη να της δώσω σάρκα και οστά, να σκεφτώ το χρώμα των μαλλιών της, τη χροιά της φωνής της. Πάντα με ιντρίγκαρε το ερώτημα τού ποια θα ήταν η τελευταία ημέρα της ζωής τους.
Τα διηγήματα της συλλογής σας συνδέονται μεταξύ τους. Οι ίδιοι ήρωες επιστρέφουν συνεχώς στις σελίδες του βιβλίου, το οποίο θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μυθιστόρημα. Γιατί αυτή η ιδιαίτερη επιλογή;
Είναι κάτι που ονομάζω «πολυφωνική διήγηση». Ήξερα από την αρχή πως αυτή θα ήταν η δομή και όχι κάποια άλλη. Ήθελα να μιλήσω για έναν ήρωα μέσα από τις φωνές πολλών διαφορετικών ηρώων, γιατί αυτό φανερώνει καλύτερα το πώς μας σκέφτονται οι άνθρωποι, πώς μας έχουν στο μυαλό τους. Αν ερχόντουσαν εδώ τρία διαφορετικά άτομα, ο καθένας θα έλεγε κάτι διαφορετικό για εμάς ή θα αναδείκνυε μια διαφορετική λεπτομέρεια από τη ζωή μας.
|
Η Ουρσούλα Χόνεκ και η μεταφράστριά της Ναταλία Σκανδάλη |
Αυτό δείχνει και πώς λειτουργεί η μνήμη μας. Με ενδιαφέρουν οι διαφορετικοί τρόποι που μπορούμε να αφηγηθούμε μια βιογραφία.
Ένα από τα κεντρικά θέματα που θίγετε στις ιστορίες είναι η απώλεια, η φθορά. Μια πυρκαγιά που ξεσπά σε ένα σημείο κλονίζει τις βεβαιότητες των ηρώων. Ποια θα λέγατε πως είναι τα υπόλοιπα θέματα που αγγίζετε;
Γράφω και ποίηση, οπότε πράγματι αυτό το μοτίβο είναι σταθερό στη δουλειά μου. Αλλά στην πραγματικότητα με ενδιαφέρει η στιγμή που ο άνθρωπος μένει εντελώς μόνος του στη ζωή. Τότε μαθαίνει τα περισσότερα πράγματα για τον ίδιο του τον εαυτό.
Οι ιστορίες μου λοιπόν έχουν να κάνουν με τη μοναξιά και την απόγνωση, αλλά έχω την αίσθηση πως οι ήρωές μου ψάχνουν επίσης την αγάπη, την κατανόηση, την αποδοχή. Νομίζω πως αυτά κυνηγούν στο βιβλίο, αλλά είναι ο χώρος που τους καθιστά αδύνατο το να πετύχουν τους στόχους τους. Μπορούμε να φανταστούμε πως αν βρίσκονταν σε ένα διαφορετικό μέρος, αν συναντούσαν άλλους ανθρώπους, ίσως η ζωή τους να κυλούσε διαφορετικά.

Κάποιες από τις καταστάσεις είναι αδιέξοδες. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν, να συναντήσουν άλλους ανθρώπους, να βρουν εύκολα γιατρό. Έμοιαζε να είναι το πεπρωμένο τους έτσι. Το μέρος έμοιαζε να τους απορροφά, λες και βρίσκονταν σε μια γυάλινη σφαίρα και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να χτυπήσουν το τζάμι.
Ο τίτλος του βιβλίου σας κάνει μια αναφορά στην ομώνυμη ιστορία του Ντοστογιέφσκι – μαρτυρά αυτή η συνομιλία μια από τις επιρροές σας; Αν ναι, ποιες είναι οι υπόλοιπες;
Στην Πολωνία είναι πολύ δημοφιλής ο Ντοστογιέφσκι – τον διαβάζουμε υποχρεωτικά στο σχολείο στο μάθημα της λογοτεχνίας. Δεν είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας, εκτιμώ κάποια από τα βιβλία του όμως. Ο τίτλος ήταν μια σύμπτωση, ένα τυχαίο γεγονός. Όταν τελείωνα το βιβλίο, έμενα σε ένα απομονωμένο σπίτι κοντά σε ένα δάσος, πήγα τον Νοέμβριο εκεί. Μια ημέρα χιόνισε και πήρα το θάρρος να βγω έξω από το σπίτι, γιατί πιο πριν ήταν σκοτεινά και φοβόμουν. Και τότε σκέφτηκα τον τίτλο. Μετά θυμήθηκα πως ο τίτλος ήδη υπάρχει, αλλά είχα δεθεί μαζί του οπότε δεν ήθελα να τον αφήσω.
|
Η Ουρσούλα Χόνεκ με τον συντάκτη της bookpress.gr Σόλωνα Παπαγεωργίου |
Όσον αφορά στους συγγραφείς που μου αρέσουν, ας ξεκινήσω από Πολωνούς. Ο αγαπημένος μου συγγραφέας, που δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά, είναι ο Andrzej Stasiuk. Κατά τη γνώμη μου είναι ο καλύτερος εν ζωή Πολωνός συγγραφέας, αλλά μου αρέσουν και κάποιοι ξεχασμένοι δημιουργοί, όπως ο Στανίσλαβ Τσουτς, που έγραψε πειραματικές ιστορίες, αλλά και απλές αφηγήσεις για τον τόπο όπου μεγάλωσα. Είναι ένας πραγματικός αουτσάιντερ που δεν κυνήγησε ποτέ τη φήμη. Μου αρέσει πολύ και η Zofia Nałkowska, μια πρωτοπόρος που διηγήθηκε ιστορίες γυναικών.
Εκτιμώ επίσης την πολωνική ποίηση, νομίζω πως βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από την πεζογραφία. Έχει μακρά παράδοση και έχουμε πάρει δύο Νόμπελ στην ποίηση, ένα της Βισλάβα Συμπόρσκα και ένα τουΤσέσλαφ Μίλος. Μου αρέσει πολύ ο Ryszard Krynicki, γράφει ποιήματα φειδωλά, κάτι που νομίζω πως είναι πολύ δύσκολο. Επίσης, κάποιες φίλες μου, τις οποίες επιλέγω επειδή είναι καλές και όχι επειδή είναι φίλες μου (γελάει): η Kristina Dombrovska και η Magdalena Bielska.
Και κάποιοι μη Πολωνοί: η Χέρτα Μιούλερ, ο Ουίλιαμ Φόκνερ, η Βιρτζίνια Γουλφ και η Κάρσον ΜακΚάλερς είναι κάποια ονόματα που μου έρχονται τώρα στο μυαλό.
Το βιβλίο σας έφτασε ως τη Μακρά Λίστα για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2024. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; Πόσο εύκολο είναι ένας (Πολωνός και μη) συγγραφέας να διασχίσει τα σύνορα της χώρας του σήμερα;
Όλα συνέβησαν σαν σύμπτωση, το βιβλίο βγήκε από έναν πολύ μικρό εκδοτικό οίκο στα αγγλικά, ήταν το πρώτο τους βιβλίο. Έβγαλαν εκατό αντίτυπα σε πρώτη φάση και την τελευταία στιγμή κατέθεσαν την υποψηφιότητα για το βραβείο. Με κάλεσαν για μερικές συναντήσεις στη Μεγάλη Βρετανία, δεν είχαμε ούτε διανομή ούτε τίποτα απολύτως. Ο εκδοτικός αποτελείτο από δύο άτομα, οπότε όταν πηγαίναμε σε συναντήσεις για το βιβλίο, για να το πουλήσουμε, το κουβαλούσαμε σε βαλίτσες. Τα πουλούσαμε λες και πηγαίναμε σε παζάρι.
Φαντάζομαι, όμως, πως σε κάποιον άρεσε πολύ το έργο. Για εμένα αυτό είναι μια νίκη της λογοτεχνίας: καμιά φορά μπορεί μόνη της να υπερασπιστεί τον εαυτό της και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σε όλη την ιστορία μας. Όλοι κάναμε το ντεμπούτο μας εκείνη τη στιγμή: είναι το πρώτο μου πεζογράφημα, ήταν το πρώτο βιβλίο του εκδοτικού και επίσης ήταν η πρώτη δουλειά της μεταφράστριας. Θέλω να επαινέσω τη δουλειά της, χάρη σε αυτήν συνέβησαν όλα αυτά. Προφανώς, για να βρέθηκε το βιβλίο στη λίστα, έκανε πολύ καλή δουλειά.
Κατάγεστε από μια χώρα που έχει σημαντική λογοτεχνική παράδοση και πέντε νομπελίστες. Πώς εξηγείτε αυτή την εξωστρέφεια της λογοτεχνίας σας;
Θα απαντήσω αστειευόμενη: υπάρχει ένα χαρακτηριστικό πολωνικό χαμόγελο, κάπως σκυθρωπό, που τραβάει το βλέμμα.
Έχω την αίσθηση πως η λογοτεχνία μας είναι αρκετά σκοτεινή και έχει συχνά μεγάλη εντοπιότητα. Είναι πολύ καλλιτεχνική, αλλά κυρίως θα έλεγα πως είναι βαριά και σκοτεινή. Ίσως η εξωστρέφεια να έχει να κάνει με το ιστορικό συγκείμενο, με το ότι δεν ξέρουμε να ξεχνάμε.
Το κράτος βοηθάει;
Υπάρχει το Ινστιτούτο Βιβλίου, που λειτουργεί άψογα, είναι πολύ σπουδαίο. Αυτοί πληρώνουν συναντήσεις σαν και αυτή. Στηρίζουν οικονομικά τις μεταφράσεις και οι εκδότες μπορούν να κάνουν αιτήσεις για επιδοτήσεις. Η ζωή ενός συγγραφέα είναι γενικά δύσκολη – στην πραγματικότητα από τα σαράντα εκατομμύρια του πληθυσμού, το πολύ δέκα άτομα να μπορούν να ζήσουν από αυτό. Είναι ένας κλειστός κύκλος, όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να έχουν ακόμα μία δουλειά, η οποία ενδεχομένως να είναι κοντά στα γράμματα. Η ελευθερία τού να γράφεις μόνο είναι ένα μεγάλο προνόμιο και πρέπει κανείς να το εκτιμήσει αν το έχει.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ουρσούλα Χόνεκ (Urszula Honek) είναι Πολωνή συγγραφέας και ποιήτρια. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων, για τις οποίες έχει λάβει βραβεία και διακρίσεις στην Πολωνία και το εξωτερικό.
Η συλλογή διηγημάτων Λευκές νύχτες απέσπασε το 2023 τα βραβεία Kościelski, Witold Gombrowicz και Conrad, ενώ ήταν υποψήφια για τα βραβεία Grand Continent και Paszport Award του περιοδικού Polityka.
Το 2024, η αγγλική μετάφραση του βιβλίου συγκαταλέχθηκε στη μακρά λίστα του Διεθνούς Βραβείου Booker και στη βραχεία λίστα του Warwick Prize for Women in Translation.
Έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά, αραβικά, γαλλικά, ολλανδικά, δανέζικα, σουηδικά, ουγγρικά, μακεδονικά, γεωργιανά και αρμένικα, και είναι το πρώτο βιβλίο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά.
























