
«Η λογοτεχνία, και ιδιαίτερα η μεταφρασμένη λογοτεχνία, λειτουργεί σαν μια απόδειξη της ύπαρξης του Άλλου» μας είπε η Ρενέ Καραμπάς (Rene Karabash) που συμμετείχε στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης (ΔΕΒΘ).
Συνέντευξη στη Φανή Χατζή
Έναν χρόνο πριν, η Ρενέ Καραμπάς επισκεπτόταν για πρώτη φορά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, με αφορμή τη μετάφραση του βιβλίου της Ορκισμένη (μτφρ. Σπύρος Ν. Παππάς, εκδ. Μεταίχμιο) στα ελληνικά. Ο χρόνος που μεσολάβησε της άλλαξε ποικιλοτρόπως τη ζωή. Το βιβλίο της μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες και η αγγλική του έκδοση με τίτλο She who remains της εξασφάλισε ένα εισιτήριο για τη βραχεία λίστα του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ, αποδέκτης του οποίου ήταν πριν τρία χρόνια και ο συμπατριώτης της, Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ.
Φέτος, η Ρενέ Καραμπάς επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, στην 22η ΔΕΒΘ, αυτή τη φορά για να παρουσιάσει ένα παλαιότερο βιβλίο της που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Πρόκειται για τα Γράμματα του Ομάρ στη μελλοντική του σύζυγο (μτφρ. Σπύρος Ν. Παππάς, εκδ. Μεταίχμιο), μια επιστολική νουβέλα λυρικής πρόζας. Η συγγραφέας, αν και, όπως μας είπε, βάζει κάποια όρια στις συνεντεύξεις της, μας τίμησε με τον χρόνο της και μιλήσαμε για τα δύο μεταφρασμένα βιβλία της, τα παράλληλα καλλιτεχνικά της πρότζεκτ αλλά και τη «λογοτεχνία χωρίς σύνορα».
Μία ώρα με τη Ρενέ Καραμπάς
Συνάντησα τη Ρενέ Καραμπάς μέσα στο ξύλινο κουβούκλιο του Βουλγαρικού Περιπτέρου, προκειμένου να κάνουμε τη συνέντευξη στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Γνωριζόμασταν από πέρσι, καθώς είχαμε παρουσιάσει μαζί το βιβλίο της, Ορκισμένη. Γι’ αυτό, φαντάζομαι, είχε το θάρρος να μου ομολογήσει την κούρασή της και να με παρακαλέσει να κάνουμε τη συνέντευξη έξω από τον προκαθορισμένο χώρο. Συμφώνησα αμέσως, τα κλειστά περίπτερα των εκθέσεων μπορεί να προκαλέσουν αίσθημα ασφυξίας όταν είσαι όλη μέρα σε εσωτερικό χώρο.
Καθώς ψάχναμε την κοντινότερη έξοδο μοιράστηκε μαζί μου τη στεναχώρια της που δεν μπορεί να βρει κάπου εντός της έκθεσης ελληνική λογοτεχνία μεταφρασμένη στα αγγλικά. Μου είπε ότι σε κάθε διεθνή έκθεση είναι το πρώτο πράγμα που αναζητά, έναν πάγκο με τους τίτλους της χώρας που τη φιλοξενεί για να μάθει τη λογοτεχνία της. Δεν πρόλαβε να το πει και πέσαμε πάνω στις εκδόσεις Cube Art, οι οποίες τυχαίνει να έχουν αγγλικές αλλά και δίγλωσσες εκδόσεις. Η συγγραφέας έκανε τις επιλογές της, ενώ σχολίαζε και συνομιλούσε με τους εκδότες. Μεταξύ άλλων, αγόρασε ένα καλαίσθητο μεγάλο μοβ ημερολόγιο το οποίο θα χρησιμοποιήσει σαν σημειωματάριο. «Γράφω το νέο μου βιβλίο και πάντα τα τετράδια μου είναι μικρά. Εδώ θα έχω χώρο για σημειώσεις και έτσι όταν το τελειώσω, θα το παίρνω μαζί μου στις παρουσιάσεις σαν το πρώτο χειρόγραφο» είπε ενθουσιασμένη.
Χαζέψαμε λίγο ακόμα μέχρι που βγήκαμε έξω σε ένα ήσυχο σημείο και αρχίσαμε να μιλάμε. Έναν χρόνο μετά την πρώτη της επίσκεψη στη ΔΕΒΘ, κι ενώ τα φώτα της δημοσιότητας έχουν πέσει πάνω της λόγω της υποψηφιότητάς της, χάρηκα που είδα τη Ρενέ Καραμπάς να παραμένει ενός προσγειωμένος άνθρωπος, με χιούμορ και ευγένεια. Συζητήσαμε για το διάστημα αυτό και πώς το εκλαμβάνει, αλλά και την όμορφη Σόφια στην οποία μένει, τα τζαζ στέκια και βιβλιοπωλεία της. Η συζήτηση μαζί της κυλά όμορφα σε θέματα μουσικής, κουλτούρας και ταξιδιών. Θα μπορούσαμε να μιλάμε για πολλή ώρα χαλαρά, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να ανοίξω το μαγνητόφωνο για να μας μιλήσει για τα βιβλία της.
Πέρσι τέτοιες μέρες παρουσιάσαμε στην 21η ΔΕΒΘ την Ορκισμένη. Έναν χρόνο μετά, το βιβλίο βρίσκεται στη βραχεία λίστα του Διεθνούς Μπούκερ. Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε;
Έχουν αλλάξει, φυσικά, πάρα πολλά. Αυτή η υποψηφιότητα δεν άλλαξε μόνο τη ζωή μου ως συγγραφέα, αλλά και την προσωπική μου ζωή, γιατί είμαι πλέον πολύ πιο απασχολημένη, δίνω πολλές συνεντεύξεις, το πρόγραμμά μου είναι γεμάτο μέχρι το τέλος της χρονιάς. Ακόμα και για την επόμενη χρονιά έχω ήδη κάποια φεστιβάλ προγραμματισμένα, και δεν έχω καν κερδίσει το βραβείο.
Μα και η υποψηφιότητα καθαυτή δεν είναι ένα βραβείο;
Ναι, ναι, είναι τεράστια διάκριση. Επίσης, είμαι γυναίκα, Βουλγάρα συγγραφέας και γυναίκα, κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα. Δεν μπορώ να πω ότι οι Βουλγάρες συγγραφείς υφίστανται διακρίσεις στη Βουλγαρία, δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, στα σχολικά ανθολόγια και στα βιβλία λογοτεχνίας που διδάσκονται τα παιδιά δεν υπάρχουν πολλές Βουλγάρες συγγραφείς, οι σύγχρονες γυναίκες συγγραφείς ουσιαστικά απουσιάζουν.
Η Βουλγαρία είναι μια πολύ πατριαρχική κοινωνία, κι εγώ την έζησα μεγαλώνοντας σε ένα χωριό της. Μέχρι το γυμνάσιο, ζούσα και πήγαινα σχολείο εκεί. Ήμουν ένα πολύ ευαίσθητο κορίτσι, αλλά μεγάλωσα σε έναν πολύ σκληρό κόσμο, όπου έπρεπε συχνά να ξεγεννάμε τα ζώα ή να τα σκοτώνουμε.
Αλλά, ναι, άλλαξαν πολλά για μένα. Τώρα εξασκούμαι συχνά στο να λέω «όχι». Το χρειάζομαι αυτό, γιατί πρέπει κάπως να προστατεύω τα όριά μου και τη ψυχική μου υγεία. Αλλά είναι όμορφο που συναντώ διαφορετικούς αναγνώστες από διαφορετικές χώρες. Αν και εσωστρεφής άνθρωπος, που προτιμά να μένει στο σπίτι, αποδέχομαι αυτή τη θυσία, ταξιδεύοντας μαζί με το βιβλίο μου, γιατί ξέρω ότι αλλάζει τις ζωές κάποιων ανθρώπων και τον τρόπο με τον οποίον βλέπουν τα πράγματα. Αυτό είναι το μήνυμά μου και οφείλω να το μεταδώσω.
Θεωρείς λοιπόν ότι μετά την υποψηφιότητα και βράβευση του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ άνοιξες κι εσύ έναν δρόμο για τις γυναίκες Βουλγάρες συγγραφείς;
Ναι, κατά κάποιον τρόπο, ναι. Όμως δεν μου αρέσει η λέξη «πρώτη» για κάποια που ανοίγει πόρτες, γιατί πρόκειται για τη συλλογική δουλειά πολλών ανθρώπων που οδηγεί σε ένα τέτοιο σημείο και σε μια τέτοια υποψηφιότητα. Η ατζέντισσά μου, η Γκεργκάνα Πάντσεβα από το Sofia Literary Agency (σ.σ.: η οποία βρέθηκε στην 22η ΔΕΒΘ ως επίσημη καλεσμένη), είναι εξαιρετική και τα τελευταία τρία τέσσερα χρόνια έκανε πραγματικά θαύματα για το βιβλίο μου. Έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες, μιλάμε για τεράστιο αριθμό. Ίσως, όμως, μετά από αυτή την υποψηφιότητα να γίνει τάση και να αρχίσουμε πράγματι να βλέπουμε πιο συχνά Βουλγάρες συγγραφείς σε τέτοιου επιπέδου βραβεία.
Ας μιλήσουμε πρώτα για την Ορκισμένη, το υποψήφιο βιβλίο. Πώς αποφάσισες να καταπιαστείς με το Κανούν και ειδικά με αυτόν τον όρκο; Τι σε ενέπνευσε;
Η Βουλγαρία είναι μια πολύ πατριαρχική κοινωνία, κι εγώ την έζησα μεγαλώνοντας σε ένα χωριό της. Μέχρι το γυμνάσιο, ζούσα και πήγαινα σχολείο εκεί. Ήμουν ένα πολύ ευαίσθητο κορίτσι, αλλά μεγάλωσα σε έναν πολύ σκληρό κόσμο, όπου έπρεπε συχνά να ξεγεννάμε τα ζώα ή να τα σκοτώνουμε. Αργότερα κατάλαβα πόσο τραυματικό ήταν αυτό για μένα που ήμουν ένα πολύ ευαίσθητο παιδί.
Για μένα, πρέπει να παλεύεις για την ελευθερία σου, για να είσαι ο εαυτός σου, όχι κάτι άλλο. Το να είσαι ο εαυτός σου σημαίνει να είσαι ελεύθερος. Αυτά τα δύο είναι ταυτόσημα.
Όσο ζούσα εκεί, μου φαινόταν κάτι φυσιολογικό, αλλά όταν απομακρύνεσαι από έναν τόπο, τότε συνειδητοποιείς τα τραύματα που σου άφησε. Αυτή η ενηλικίωση με οδήγησε στην ιστορία μου, και φυσικά εμπνεύστηκα όταν είδα εκείνες τις εικόνες, τις φωτογραφίες των ορκισμένων παρθένων της Αλβανίας και αυτού του ανδρόγυνου τύπου. Δεν πρόκειται φυσικά για τρανς γυναίκες, αλλά για γυναίκες που δεν έχουν δικαιώματα και μέσω του όρκου αποκτούν τα ίδια δικαιώματα με τους άνδρες. Έτσι και η κεντρική μου ηρωίδα, η Μπεκιά, μόνο όταν γίνεται ορκισμένη παρθένα, αποκτά αυτά τα δικαιώματα. Πρέπει δηλαδή να γίνει άνδρας για να είναι ελεύθερη.
Όμως αναζητώντας την ελευθερία, χάνει την πρόσβασή της στην αγάπη.
Ναι, είναι παράδοξο. Χάνει το δικαίωμα να αγαπά και να είναι με έναν άλλον άνθρωπο. Ουσιαστικά, πρέπει να αναρωτηθούμε εάν η ελευθερία που μας προσφέρεται είναι πραγματική ελευθερία. Για μένα, πρέπει να παλεύεις για την ελευθερία σου, για να είσαι ο εαυτός σου, όχι κάτι άλλο. Το να είσαι ο εαυτός σου σημαίνει να είσαι ελεύθερος. Αυτά τα δύο είναι ταυτόσημα.
Θυμάμαι πως πέρσι σε είχα ρωτήσει για τους αντεστραμμένους έμφυλους ρόλους στην οικογένεια και τον κουίρ έρωτα. Μου είχες απαντήσει, όμως, ότι το βιβλίο σου δεν είναι μια ιστορία για σώματα, αλλά «ένα παραμύθι ψυχών».
Ναι, δεν αφορά το σώμα φυσικά, αλλά κάποιες ψυχές που θέλουν να είναι ελεύθερες. Όλοι έχουμε μέσα μας και αρσενική και θηλυκή ενέργεια, οπότε επιλέγουμε ποια ενέργεια θα αφυπνίσουμε μέσα μας. Και αυτό με κάποιον τρόπο αντανακλάται και στο σώμα, γιατί το σώμα και η ψυχή είναι συνδεδεμένα.
![]() |
|
Στην 22η ΔΕΒΘ διοργανώθηκε εκδήλωση για το βιβλίο της «Γράμματα του Ομάρ στη μελλοντική του σύζυγο» όπου η Ρενέ Καραμπάς συνομίλησε με τον συγγραφέα Κυριάκο Χαρίτο και τον μεταφραστή του βιβλίου, Σπύρο Ν. Παππά. |
Θυμάμαι τότε, αλλά και μέχρι σήμερα, να συζητώ με αναγνώστριες που αγάπησαν το βιβλίο, όμως νιώσαμε αβεβαιότητα για το τέλος. Ήταν σκόπιμη η αμφισημία;
Τι εννοείς αβεβαιότητα;
Εκείνη επιστρέφει πράγματι ή συμβαίνει κάτι άλλο;
Επιστρέφει, αλλά επιστρέφει ως ένας νέος άνθρωπος, σαν να γίνεται επιτέλους ο αληθινός της εαυτός. Είναι εκείνη που μένει πίσω, εκείνη που παραμένει (σ.σ: αυτό ακριβώς σημαίνει ο αγγλικός τίτλος She who remains). Όμως δεν μένει απλώς στο σπίτι της, μένει εκεί ως ένας νέος, ελεύθερος άνθρωπος, έχοντας πλέον και την αγάπη της. Στην ταινία, πάντως, έχουμε μια έκπληξη στο τέλος, κάτι διαφορετικό από το βιβλίο.
Εγώ έχω μια πιο σκοτεινή θεωρία...
Βασικά, κι εγώ είχα αρχικά γράψει ένα διαφορετικό τέλος για το βιβλίο, αλλά αποφάσισα να το αλλάξω γιατί ήταν πολύ σκληρό, πολύ σκοτεινό. Πιστεύω ότι, όσο βαθιά κι αν σε οδηγήσει μια ιστορία στον κάτω κόσμο, στον κόσμο των σκιών, στο τέλος πρέπει να σε βγάζει ξανά στο φως και στην αγάπη.
Πολλές σύγχρονες αφηγήσεις σήμερα γίνονται όλο και πιο σκοτεινές προς το τέλος.
Ναι, δεν μου αρέσει αυτό. Έχει να κάνει με τη συχνότητα, με μια χαμηλή δόνηση. Αν δεν ανεβάσεις αυτή τη δόνηση στο τέλος, τότε αυτό είναι και το συναίσθημα με το οποίο αφήνεις τον αναγνώστη.
Μίλησέ μου για την ταινία, γιατί πέρσι δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα. Είναι έτοιμη τώρα; Πού θα μπορέσουμε να τη δούμε;
Η ταινία είναι έτοιμη, αλλά δεν έχει κάνει ακόμη πρεμιέρα. Θα παρουσιαστεί πρώτα σε κάποια διεθνή φεστιβάλ. Αυτή την περίοδο καταθέτουμε αιτήσεις, οπότε ελπίζω να κυκλοφορήσει προς το τέλος της χρονιάς.
Είναι ένα βιβλίο γραμμένο σε μορφή επιστολών. Είναι πεζογραφία, αλλά στην ουσία ποίηση σε πεζό λόγο. Μιλά για το πώς να βρεις τον τρόπο να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Μάλλον αυτό είναι το βασικό του θέμα. Πολύ συχνά βάζουμε τον άλλον σε ένα βάθρο, έχουμε εμμονή με τον άλλον και με την αγάπη του ή της, αλλά ξεχνάμε να αγαπάμε τον εαυτό μας.
Θα την υποβάλετε και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης;
Φυσικά. Σίγουρα θα την υποβάλουμε, αλλά πρώτα θέλουμε κάποια πολύ μεγάλη πρεμιέρα, ίσως στη Βενετία ή το Βερολίνο. Σίγουρα θα κάνουμε αίτηση και για άλλα φεστιβάλ, ελπίζω φυσικά και για τη Θεσσαλονίκη. Οπωσδήποτε στις χώρες όπου έχει εκδοθεί το βιβλίο.
Επίσης, θα ανέβει και θεατρική παράσταση στην Ελλάδα, νομίζω στην Αθήνα. Το ίδιο και στην Ιταλία. Και αυτή την περίοδο δουλεύω, παρεμπιπτόντως, πάνω σε ένα θεατρικό έργο στη Βουλγαρία, βασισμένο στην Ορκισμένη.
Αυτά είναι υπέροχα νέα. Αναμένουμε! Περνώντας τώρα στα Γράμματα του Ομάρ στη μελλοντική του σύζυγο, που μόλις κυκλοφόρησε. Πώς θα το περιέγραφες;
Είναι ένα βιβλίο γραμμένο σε μορφή επιστολών. Είναι πεζογραφία, αλλά στην ουσία ποίηση σε πεζό λόγο. Μιλά για το πώς να βρεις τον τρόπο να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Μάλλον αυτό είναι το βασικό του θέμα. Πολύ συχνά βάζουμε τον άλλον σε ένα βάθρο, έχουμε εμμονή με τον άλλον και με την αγάπη του ή της, αλλά ξεχνάμε να αγαπάμε τον εαυτό μας. Πρέπει πρώτα να γίνουμε ολοκληρωμένοι οι ίδιοι από μόνοι μας πριν αναζητήσουμε το άλλο μας μισό.
Πράγματι, το βιβλίο ξεκινά από την αναζήτηση της αγάπης, αλλά στη συνέχεια γίνεται πιο εσωστρεφές και αφορά την εξερεύνηση του εαυτού. Το θεωρείς ένα πιο πνευματικό βιβλίο από την Ορκισμένη;
Ναι, εγώ θα έλεγα ότι είναι ακόμη κι ένα σουφιστικό βιβλίο. Όχι μόνο λόγω του ονόματος Ομάρ. Παρεμπιπτόντως, το Ομάρ (σ.σ. στα βουλγαρικά η λέξη «омар» σημαίνει αστακός αποτελλώντας γαλλικό γλωσσικό δάνειο) το διάλεξα αφενός επειδή το ζώδιό μου είναι Καρκίνος, αλλά και επειδή αγαπώ τις ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου, ειδικά την ταινία «Ο αστακός», οπότε συνδύασα αυτά τα δύο στοιχεία και έτσι προέκυψε ο Ομάρ. Άρα υπάρχουν και κάποια ελληνικά κομμάτια εδώ.
Αλήθεια;
Ναι! Ελπίζω ο Γιώργος να διαβάσει αυτή τη συνέντευξη.
Ξέρεις ότι ο σεναριογράφος του «Αστακού», ο Ευθύμης Φιλίππου, είναι εδώ στην έκθεση παρουσιάζοντας το βιβλίο του (σ.σ: Καρδιά, Γ., εκδ. Δώμα);
Σοβαρά; Πρέπει να τον γνωρίσω! Πρέπει να του πω ότι η ταινία ενέπνευσε το όνομα του βιβλίου μου.
Επειδή δεν είμαι πολύ εξοικειωμένη με τη σουφιστική φιλοσοφία, τι εννοείς ότι είναι ένα βιβλίο «σούφι»;
Έχει να κάνει με την αφοσίωση στον Θεό, αλλά εδώ πρόκειται περισσότερο για αφοσίωση στον εαυτό σου, σαν μια μορφή λατρείας. Γιατί στην αρχή ο Ομάρ λατρεύει εκείνη τη φανταστική αγάπη, τη γυναίκα που ακόμη δεν έχει γνωρίσει, αλλά στο τέλος αρχίζει να λατρεύει τον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό γράφει… Για μισό λεπτό. Καθώς μιλάμε, συνειδητοποίησα και μια ομοιότητα με το καινούργιο μου μυθιστόρημα. Υπάρχει μια παρόμοια σκηνή. Στα Γράμματα, ο ήρωας ζωγραφίζει ένα πρόσωπο, νομίζει ότι σχεδιάζει το πρόσωπο της αγαπημένης του, αλλά τελικά βλέπει πως έχει ζωγραφίσει το δικό του. Και στο επόμενο μυθιστόρημά μου, ένα από τα εναρκτήρια κεφάλαια αφορά έναν μοναχό που βλέπει στον ύπνο του μια γυναίκα. Όταν ξυπνά, σχεδιάζει το πρόσωπό της και έπειτα εκείνη η γυναίκα εμφανίζεται πραγματικά.
Αυτή η ιστορία έμαθα ότι διαδραματίζεται στο Άγιο Όρος;
Στον Άθω, ναι. Αλλά άλλαξα το όνομα, δεν αφορά ακριβώς αυτό το μέρος, γιατί γράφω για έναν τόπο φανταστικό που έχει μοναστήρια και μοναχούς.
Πάντως τα Γράμματα τα διάβασα και ως ένα βιβλίο για τη συγγραφή, για το πώς δημιουργείς έναν χαρακτήρα. Δεν θα μπορούσε να λειτουργεί και ως μια τέτοια αναλογία;
Ναι, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή, όσο έγραφα αυτές τις επιστολές, έκανα ψυχοθεραπεία, οπότε ο Ομάρ άλλαζε μαζί μου. Στην αρχή ήμουν ο Ομάρ, κάποιος εμμονικός με την αγάπη του, που έβαζε πάντα εκείνη σε πρώτη θέση. Όμως, όταν συνάντησα το παιδί που κρύβω μέσα μου και συνειδητοποίησα ότι της οφείλω την αγάπη μου, τότε άρχισαν να συμβαίνουν κάποια μικρά θαύματα.
Πιστεύω ότι η λογοτεχνία, και ιδιαίτερα η μεταφρασμένη λογοτεχνία, λειτουργεί σαν μια απόδειξη της ύπαρξης του Άλλου. Μέσα από αυτήν μπορούμε να γνωρίσουμε κόσμους και ανθρώπους που ζουν κάπου αλλού, με διαφορετικές παραδόσεις, δυσκολίες και τραύματα.
Μόνο όταν βρίσκεις τον εαυτό σου μπορείς να συναντήσεις μια αγάπη που πάλλεται στην ίδια συχνότητα με τη δική σου. Αυτό συμβαίνει και με τον Ομάρ.
Αυτό το βιβλίο έχει απίστευτο σχεδιασμό και εικονογράφηση. Μέσα έχει γραμματόσημα, ζωγραφιές. Ήταν δική σου ιδέα;
Ναι, είχα δει ένα παρόμοιο γαλλικό βιβλίο με επιστολές και σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ όμορφο. Η Λιούμπα Χάλεβα (Luba Haleva) είναι η σχεδιάστρια και εικονογράφος του εξωφύλλου και του εσωτερικού του βιβλίου. Παρεμπιπτόντως, η ελληνική έκδοση βασίστηκε στη βουλγαρική έκδοση, κράτησε δηλαδή τον βουλγαρικό σχεδιασμό. Μέσα στο βιβλίο υπάρχουν σφραγίδες και γραμματόσημα από τη δική μου προσωπική συλλογή, καθώς και προσχέδια των επιστολών του Ομάρ.
Δεν υπάρχουν όρια και σύνορα για τις ιστορίες. Και ελπίζω ότι με τον ίδιο τρόπο ταξιδεύει και η αλήθεια μέσα από τη λογοτεχνία.
Υπάρχει ακόμη και μια φωτογραφία της αγαπημένης μου, χωρίς να φαίνεται ποια είναι. Μάλιστα, της έκανα έκπληξη, δεν το γνώριζε μέχρι να βγει το βιβλίο. Είχα βρει τη φωτογραφία διαβατηρίου της και την έδωσα στη Λιούμπα Χάλεβα. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, ήταν εκείνη στο εξώφυλλο, αλλά φαίνεται μόνο το μισό της πρόσωπο. Ήταν τόσο έκπληκτη όταν το είδε να κυκλοφορεί.
Άρα, είναι ένα πολύ προσωπικό βιβλίο από πολλές απόψεις.
Ναι, είναι. Επτά χρόνια αφότου ο Ομάρ συναντά τη γυναίκα του, το ίδιο συμβαίνει και σε εμένα.
Αυτό είναι υπέροχο. Θέλω να μου πεις για το μότο της φετινής έκθεσης, με τιμώμενη χώρα τη Βουλγαρία: «Η λογοτεχνία πέρα από τα σύνορα». Βρήκα ενδιαφέρον ότι αυτό είναι και το μότο του φετινού International Booker. Πιστεύεις στη λογοτεχνία πέρα από σύνορα;
Ναι, φυσικά. Πιστεύω ότι η λογοτεχνία, και ιδιαίτερα η μεταφρασμένη λογοτεχνία, λειτουργεί σαν μια απόδειξη της ύπαρξης του Άλλου. Μέσα από αυτήν μπορούμε να γνωρίσουμε κόσμους και ανθρώπους που ζουν κάπου αλλού, με διαφορετικές παραδόσεις, δυσκολίες και τραύματα. Μέσα από αυτή την ετερότητα μπορούμε τελικά να συναντήσουμε τον εαυτό μας και να καταλάβουμε πόσο μοιάζουμε όλοι μεταξύ μας. Και, έτσι, να γίνουμε πιο συμπονετικοί, με περισσότερη ενσυναίσθηση. Αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό. Γιατί αν φανταστούμε ότι δεν υπάρχουν σύνορα, τότε όλοι ζούμε σε αυτόν τον πλανήτη σαν ένας οργανισμός.
Έτσι ακριβώς ταξιδεύουν οι καλές ιστορίες στον κόσμο. Δεν υπάρχουν όρια και σύνορα για τις ιστορίες. Και ελπίζω ότι με τον ίδιο τρόπο ταξιδεύει και η αλήθεια μέσα από τη λογοτεχνία. Μπορεί να πρόκειται για μυθοπλασία, αλλά υπάρχει περισσότερη αλήθεια στη μυθοπλασία απ’ ό,τι στην πολιτική.
* Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ρενέ Καραμπάς (Rene Karabash) ή Ιρένα Ιβανόβα (1989) ζει ανάµεσα στη λογοτεχνία, τον κινηµατογράφο και το θέατρο. Ανάµεσα στην πόλη και το χωριό. Ανάµεσα στους άλλους και στον εαυτό της. Για το µυθιστόρηµά της Ορκισμένη (Μεταίχµιο, 2025) τιμήθηκε το 2019 με το λογοτεχνικό βραβείο Elias Canetti και υποψηφιότητα για το Μυθιστόρηµα της Χρονιάς του Εθνικού Ιδρύµατος «13 αιώνες Βουλγαρία» και για τα λογοτεχνικά βραβεία Peroto. Το ίδιο βιβλίο είναι στη βραχεία λίστα για το βραβείο International Booker 2026, ενώ οι δύο ποιητικές της συλλογές ήταν υποψήφιες για το Εθνικό Βραβείο Ποίησης Ivan Nikolov.
![]() |
|
Η Ρενέ Καραμπάς, © Yana Lozeva |
Για τον ρόλο της στην ταινία «Δίχως Θεό» (Godless, 2016, σκηνοθ. Ralitsa Petrova) η Ρενέ Καραμπάς απέσπασε πλήθος κινηµατογραφικών βραβείων στην κατηγορία Καλύτερης Ηθοποιού: Silver Leopard (Λοκάρνο), Heart of Sarajevo (Σαράγεβο), Bronze Horse (Στοκχόλµη), Golden Rose (Βάρνα). Την ίδια χρονιά έλαβε υποψηφιότητα στην κατηγορία Καλύτερης Ηθοποιού από τη Βουλγαρική Ακαδηµία Κινηµατογράφου.
Η Ρενέ Καραμπάς διδάσκει δηµιουργική γραφή και έχει ιδρύσει την ακαδηµία Rabbit Hole, η οποία συγκεντρώνει στο δυναµικό των οµιλητών της µερικούς από τους πλέον διακεκριµένους λογοτέχνες της Βουλγαρίας.



























