
Για την παράσταση «Τέλος το θέατρο» της Ηλέκτρας Ελληνικιώτη και Γεωργίας Κανελλοπούλου, σε σκηνοθεσία Ηλέκτρας Ελληνικιώτη, στο Θέατρο «Θησείον».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Η επανάληψη σε βαθμό εξάντλησης, προκειμένου να κάνεις αληθινό ένα ψέμα, ορίζει το τι εστί θέατρο. Και υπό αυτήν την οπτική, θέατρο είναι μια αλήθεια που κάνει ότι λέει ψέματα, για να μας πει την αλήθεια»
Στο Θέατρο «Θησείον» είδα το «Τέλος το θέατρο» της Ηλέκτρας Ελληνικιώτη, από την ομάδα «Θέρος»: το πολύ συγκινητικό αυτό έργο βασίζεται σε μιαν ελεύθερη διασκευή του έργου του Εντουάρντο Ντε Φίλιππο «L’arte della commedia» (αντιστροφή του Commedia dell’Arte). Στο έργο του Ντε Φίλιπο (προτού ο δημόσιος βίος μετατραπεί ολότελα σε θέαμα και όσο το θέατρο διατηρούσε ακόμη αυτήν την αποκλειστικότητα) ο θιασάρχης Ορέστης Καμπέζε προσκαλεί σε γενική πρόβα τον νομάρχη μιας πόλης στο δημοτικό θέατρο της οποίας βρίσκεται εν μέσω περιοδείας: ελπίζει πως η παρουσία του νομάρχη θα του εξασφαλίσει επαρκή έσοδα για την κάλυψη των εξόδων ταξιδιού. Το έργο του Ντε Φίλιπο εξυμνεί την ανθρώπινη ανάγκη για παιχνίδι, που οδηγεί στην παραπλάνηση και την ψευδαίσθηση του θεάτρου, για να καταγγείλει τη λογοκρισία και το πολιτικό «καπέλωμα» της Τέχνης.
Σήμερα ο δημόσιος βίος, τα κοινωνικά δίκτυα και η δημοσιογραφία συντείνουν στη δημιουργία μιας μαζικής ψευδαίσθησης και έτσι, το θέατρο καλείται να ανακτήσει αυτό το παλιό του προνόμιο.
Η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη γράφει ένα εντελώς νέο κείμενο με τη βοήθεια της δραματουργού της Γεωργίας Κανελλοπούλου, αποδίδοντας έξοχα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο μεγάλο μέρος των διαλόγων, ώστε να τεκμηριώσει την άποψη που διατυπώνει ο Καμπέζε του Ντε Φίλιπο: «Στο θέατρο, η υπέρτατη αλήθεια ήταν και θα είναι πάντα η υπέρτατη μυθοπλασία». Εδώ μια πολιτικός βλέπει την πρόβα ενός θιάσου κι εκφράζει τον θαυμασμό της για την ικανότητα των ηθοποιών να παίζουν «στα ψέματα», να παραποιούν την πραγματικότητα: υπογραμμίζει, δηλαδή, την αντίληψη που έχει παγιωθεί γι’ αυτό το αποκλειστικό προνόμιο του θεάτρου. Εμείς παρακολουθούμε επίσης το έργο εν τη γενέσει του, σαν μια ανοιχτή πρόβα που εξελίσσεται. Η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη δηλώνει, σχετικά: «Πρόβα είναι να δοκιμάζεις ξανά και ξανά, προκειμένου να κάνεις αληθινό ένα ψέμα. Υπό αυτήν την οπτική, θέατρο είναι μια αλήθεια που κάνει ότι λέει ψέματα, για να μας πει την αλήθεια».
Η Δήμαρχος/ η Σκηνοθέτις/ ο θίασος
Εκκινώντας από την αρχική παραδοχή ότι η μυθοπλασία θα ’πρεπε να διατηρεί το μοναδικό προνόμιο να νομιμοποιεί την ψευδαίσθηση, το έργο της Ελληνικιώτη επισημαίνει τον κίνδυνο: σήμερα ο δημόσιος βίος, τα κοινωνικά δίκτυα και η δημοσιογραφία συντείνουν στη δημιουργία μιας μαζικής ψευδαίσθησης και έτσι, το θέατρο καλείται να ανακτήσει αυτό το παλιό του προνόμιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ο τίτλος του έργου είναι «Τέλος το θέατρο», στην ουσία το έργο μιλά για την ανάγκη του θεάτρου να αναγεννηθεί: την ανάγκη μας για την grande magia του Εντουάρντο Ντε Φίλιππο. Αυτήν τη μαγεία που μπορεί να παραγάγει ο «απατεώνας ταχυδακτυλουργός» ηθοποιός, σε πείσμα των απατεώνων του δημόσιου βίου.

Κι εδώ η δραματουργός βάζει στο στόμα των χαρακτήρων (οι ηθοποιοί ερμηνεύουν, καθένας και καθεμιά, πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες) φράσεις που στηλιτεύουν τους μηχανισμούς εξουσίας, την καπηλεία θεατρικών τεχνικών από την πολιτική ρητορεία, τους οικονομικούς όρους στους οποίους υποκύπτει η τέχνη των ημερών μας ώστε να σπονσοραριστεί και να πετύχει εμπορικά, τα ψεύτικα sold out των θεάτρων μας και τη διαιώνιση «παραδοσιακών» αξιών από κάποιους θιάσους. Αντίστοιχα, σαρκάζει με πικρό χιούμορ την ωραιοποίηση του ιδιωτικού μας βίου στις δημόσιες εκδηλώσεις του, την εξοικείωσή μας με τις αδικίες, τις γενοκτονίες και τους πολέμους που έχουν μετατραπεί σ’ ένα τεράστιο τηλεοπτικό θέαμα. Πρέπει να πάψει η ιστριονική προσέγγιση της πραγματικότητας: η δημιουργία ψευδούς εικόνας του εαυτού μας στα social media, το άγχος της αδιάλειπτης παρακολούθησης της επικαιρότητας, η τρεχάλα πίσω από τα καταναλωτικά μηνύματα της διαφήμισης και της πολιτικής. Πρέπει να γίνει απ’ όλους μας αντιληπτή η φαρσική διάσταση της «θεατράλε» καθημερινότητας που παρακολουθούμε παθητικά από τις οθόνες μας και που μας στερεί τη μαγεία του πραγματικού θεάτρου.
Καταγγέλλοντας το ψέμα
Η παράσταση ξεκινά με μια καταιγιστική σκηνή ορισμού του καλλιτεχνικού γεγονότος που λέγεται θέατρο (το βίωμα, η εξομολόγηση, το παραστασιακό συμβάν, τα ρούχα, τα πρόχειρα σκηνικά, το μακιγιάζ, τα φώτα, ο βήχας ενός θεατή, η συγκίνηση, το απρόοπτο, εν τέλει ο ίδιος ο θάνατος επί σκηνής: δηλαδή τα πάντα εκτός του ίδιου του κειμένου), κι έτσι λειτουργεί ως σκηνικό συμβάν αφ’ εαυτής, ως επιτέλεση, και όχι ως σκηνοθεσία ενός ήδη σχηματοποιημένου κειμένου. Ο θίασος «μπαίνει και βγαίνει» διαρκώς από τη θεατρική σύμβαση ώστε να εκφωνηθεί ένα μανιφέστο της θεατρικής ποιητικής. Ο θεατής ακούει προκλητικές φράσεις, κατά τόπους ακόμη και ιερόσυλες και προσβλητικές για θεσμούς και πρόσωπα.

Η Δήμαρχος αρχικά προτίθεται να υποστηρίξει την παράσταση με στόχο να ενισχύσει (ως δήθεν φιλότεχνη) το δημόσιο προφίλ ως δημόσια «επιτέλεση» (performance) του εαυτού της. Η πρωτοβουλία της «Η Δήμαρχος ακούει» συγκρίνεται με τα λαϊκιστικά freebie politics του σοσιαλιστή Δημάρχου της Νέας Υόρκης Ζοράν Μαμντάνι. Οι ερμηνείες είναι εντυπωσιακές και «πέφτουν» απανωτά η μία πάνω στην άλλη, σαν να υπάρχει ένας μυστικός παράγοντας που πιέζει τη συγγραφέα να πει μεγαλόφωνα τις μεγάλες αυτές αλήθειες. Στο τέλος η Δήμαρχος μπερδεύει την αλήθεια με την ψευδαίσθηση, ζει υπό το άγχος της απειλής και τελικά λογοκρίνει την παράσταση των ηθοποιών. Το φερέφωνο της συγγραφέως- η Σκηνοθέτις- κάνει τη διάκριση μεταξύ του «οργανικού/ζωτικού» ψεύδους και της εξαπάτησης που διενεργείται στις μέρες μας: η σκηνή της αντιπαράθεσής της με τη Δήμαρχο κρούει αυτόν τον κώδωνα κινδύνου και η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη ακολουθεί πιστά το δόγμα που υπηρετεί. Το θέατρο να είναι μια πρόβα, μια δοκιμασία των ορίων του ηθοποιού και του θεατή, μια διαρκής καταγγελία, ένας αυτόνομος χώρος που δεν επιδέχεται εξωκαλλιτεχνικές παρεμβάσεις αλλά υψώνει ένα «διαρκές παρόν περίστροφο» στον κρόταφο των χαρακτήρων και του κοινού.
Γενική αποτίμηση της παράστασης
Το έργο συγκεντρώνει όλες οι προϋποθέσεις για μια θαυμάσια παράσταση: το «open stage» της Άρτεμης Φλέσσα και της Αγγελικής Βασιλοπούλου υλοποιεί την εναλλαγή της «σύμβασης» και της πραγματικότητας, τα κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα και του Γιάννη Τσούχλου είναι έξοχα. Ο spoken word τραγουδοποιός Νίκος Τσώλης λειτουργεί στην εντέλεια και ως επί σκηνής ηθοποιός, ενώ αξιοσημείωτη είναι η πηγαία ερμηνεία της συνεργάτιδος της «Καμίρου» Μαρίας Μαμούρη σε μια σειρά από χαρακτήρες που υποδύεται. Η παλιά συνεργάτις των Nova Melancholia Βίκυ Κυριακουλάκου στιβαρή και εκρηκτική, με ένα δικού της τύπου εκτόπισμα επί σκηνής. Στον ρόλο της Δημάρχου γοητευτική, και λόγω σκηνικής εμπειρίας ιδιαίτερα ξεκαρδιστική η Μαρία Γεωργιάδου. Ο Μάνος Βαβαδάκης «δίνει ρέστα» κυριολεκτικά στους ρόλους του, με αποκορύφωμα μια gay εξομολόγηση που φαντάζει απόλυτα εξωκειμενική αλλά απογειώνει την παράσταση. Όσο για την τρυφερή και ακόμη ανεπεξέργαστη Νοεμή Βασιλειάδου, είναι βέβαιο πως το ανεξάντλητο ταλέντο της ταιριάζει στον ρόλο του alter ego της σκηνοθέτιδος που υποδύεται. Παρασκηνιακά παρούσα, σαν άγρυπνο μάτι, η ίδια η κυρία Ελληνικιώτη συνοδεύει τραγουδώντας την τελευταία σκηνή του έργου και παίρνει, τελευταία πάντα, το «περίστροφο» στα χέρια της.
Παρακολουθώντας, τα τελευταία χρόνια, το έργο της Ηλέκτρας Ελληνικιώτη (ως μέλους της σκηνοθετικής ομάδας των bijoux de kant στα έργα «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα», «Περί φύσεως» και «Αμάραντα» το 2016, «Κόρες» το 2017, και ως αυτόνομης σκηνοθέτιδος στα έργα «Θέλετε να χορέψομε, Μαρία;» το 2016, «Η γραμμή του ορίζοντος» το 2021 και «Ελευθερία εις θάνατον» το 2022), έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το έργο της διεκδικεί τη δυνατότητα, πέραν της μικρής επιχορήγησης που παίρνει, να λειτουργεί ανεξάρτητα από σπόνσορες ή «έτοιμα κοστούμια» τύπου μεγάλων πολιτιστικών θεσμών. Το πειραματικό της θέατρο επισημαίνει τη διαφορά της θεατρικής μας καθημερινότητας από την απόλυτη σκηνική σύμβαση του θεάτρου εφόσον, όπως η ίδια είπε σε συνέντευξή της, «ο σεβασμός της πολιτείας και της κοινωνίας θα ήταν μεγαλύτερος προς τους καλλιτέχνες, αν κι εκείνοι με τη σειρά τους έσπαγαν κανένα αυγό και έλεγαν τα πράγματα με το όνομά τους, ώστε να μειωθεί ο χώρος που μένει ελεύθερος για πλήθος διασκεδαστικών περιστατικών αμορφωσιάς ή/και δυσνόητων κουλτουριάρηδων».
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σύλληψη ιδέας – Σκηνοθεσία: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη
Κείμενο: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη, Γεωργία Κανελλοπούλου
Δραματουργία: Γεωργία Κανελλοπούλου
Σκηνογραφία: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα
Πρωτότυπη Μουσική: Νίκος Τσώλης
Φωτογραφίες: Στέλιος Παπαρδέλας
Διεύθυνση παραγωγής: Τσαμπίκα Κωτούλα
Βοηθός Σκηνοθέτις: Γιώτα Κουϊτζόγλου
Βοηθός Σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου
Βοηθός Ενδυματολόγου: Γιάννης Τσούχλος
Artwork – Γραφιστική Επιμέλεια: Το Λάθος Φυτό
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Ευαγγελία Σκρομπόλα
Social Media: Social Wave
Συμπαραγωγή: InScene Productions
Παίζουν (αλφαβητικά): Μάνος Βαβαδάκης, Νοεμή Βασιλειάδου, Μαρία Γεωργιάδου, Βίκυ Κυριακουλάκου, Μαρία Μαμούρη
Μουσικός επί σκηνής: Νίκος Τσώλης






















