alt

Για την παράσταση της ομάδας bijoux de kant, βασισμένη στη νουβέλα της Μέλπως Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε, Μαρία;, σε σκηνοθεσία Ηλέκτρας Ελληνικιώτη, στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων-«Λευτέρης Βογιατζής».

Του Νίκου Ξένιου

«Μια επίμονη πρόσκληση σε χορό προσκαλεί σε κίνηση τις ιστορίες των ανθρώπων του ασήμαντου, αυτών των ελάχιστων που ατάραχοι παρατηρούν τα θαύματα που τους περιστοιχίζουν και μόνη τους έγνοια είναι να τα καταλάβουν ολοκληρωτικά, με όλη τους την τρομακτική λεπτομέρεια», λέει η σκηνοθέτις της παράστασης, Ηλέκτρα Ελληνικιώτη. Στη δραματουργική προσαρμογή του Γιάννη Σκουρλέτη διακρίνεται η ποιητική, υπερρεαλιστική γραφή ως στίγμα που υπαγορεύει τις καλές ερμηνείες και την πολυμορφική σκηνογραφία.

Η διστακτική ομιλία

H συγγραφέας επιστρατεύει τη μνήμη ως μηχανισμό μυθοποιητικής ανάπλασης της πραγματικότητας, χωρίς να θέτει χρονικούς προσδιορισμούς.

H συγγραφέας επιστρατεύει τη μνήμη ως μηχανισμό μυθοποιητικής ανάπλασης της πραγματικότητας, χωρίς να θέτει χρονικούς προσδιορισμούς. Στο Θέλετε να χορέψομε, Μαρία;, η ρωγμή στην αχρονική αυτήν αφήγηση ξεκινά από την τοποθεσία όπου γεννιέται ο ήρωας. Η λέξη «βατραχοφωλιά», απέναντι απ’ την οποία γεννιέται ο Γιάννης μάς συνδέει με την ιστορική πραγματικότητα, γιατί αντιπαραβάλλεται στον τεράστιο κάμπο και στην απέραντη θάλασσα· οι βάτραχοι, με αρχηγό το «γέρο βάτραχο σκούρο» κάνουν την εμφάνισή τους ως απειλή για τον «κάμπο» στην αρχή της άνοιξης (τον Μάρτιο). Οι χρονικές ενδείξεις μέσα στη συνειδησιακή ροή είναι ο «Γενάρης», ο «Μάρτης» και ο «Σεπτέμβριος», υπαινιγμοί για κοινωνικοϊστορικές τομές, σε ένα βαθύ, «πίσω» μέρος της αφήγησης: «Βροχές, όμως, κι ανήλιος χρόνος εκείνη τη χρονιά, κι εξεπεζέψανε το Μάρτη βατράχια στον κάμπο, ποιος ξέρει πούθε, με ένα γέρο βάτραχο σκούρο για αρχηγό, μέσα από τον ορίζοντα, όλο φούρια και βιάση να κατοικήσουν τον τοίχο τον ξεροτρόχαλο, που έφραζε γύρω γύρω τη μάντρα και τα γεννήματα».

Οι  βάτραχοι που επελαύνουν τον Μάρτιο παραπέμπουν στην άνοδο του Γ’ Ράιχ και τις στρατιές της Βέρμαχτ, τον Μάρτιο του 1938 και 1939. Η βαριά ατμόσφαιρα από την προϊούσα σκιά του Ναζισμού, η επέλαση των βατράχων στο τοίχο, που θα γινόταν εφαλτήριο για την προέλαση στον κάμπο «των γεννημάτων», δίνουν στην παρ’ ολίγον νουβέλα το βεληνεκές μυθιστορήματος.

Ο παραμυθικός λόγος του Γιάννη

Σε κάποιο σημείο του κειμένου ρωτά την Άννα: «Άννα, νομίζεις ότι είσαι έτοιμη για να υποδεχτούμε μαζί εκείνο που έρχεται, το τρομαχτικό;». «Νομίζω», λέει εκείνη, «γιατί ετοιμαζόμουν όλη τη ζωή, μέχρι σήμερα».

Ο αισθαντικός Γιάννης, ο αλλόκοτος επαρχιώτης που ως μωρό κόντεψε να πεθάνει και που είναι φτιαγμένος να πιστεύει σε ιδανικά, αποδίδεται ποιητικά από τον Ανδρέα Κωνσταντίνου. Ο Γιάννης ψιθυρίζει: «Θέλετε να χορέψομε;» και το έργο ξεκινά με μιαν ανοικτή πρόσκληση «οικοδόμησης» μιας αφήγησης. Σε κάποιο σημείο του κειμένου ρωτά την Άννα: «Άννα, νομίζεις ότι είσαι έτοιμη για να υποδεχτούμε μαζί εκείνο που έρχεται, το τρομαχτικό;». «Νομίζω», λέει εκείνη, «γιατί ετοιμαζόμουν όλη τη ζωή, μέχρι σήμερα». Ο Γιάννης αγαπά την Άννα και την περιμένει, θέλοντας να της προσφέρει παρηγοριά, παραμυθία, στήνοντας ένα είδος μεταφορικού «θρόνου» μέσα στην αφήγησή του: «Ήσουνα μακριά μου τόσον καιρό, όσο είναι μακριά η άνοιξη από το καλοκαίρι».

Ο λόγος/το κάλεσμα του Γιάννη προς την Άννα είναι φορέας ανθρωπιστικής κλήσης, της ανάγκης να στηθεί το ιδεώδες πάνω από την απόκρουση της πραγματικότητας: «Άκουσα πως μεγάλωσες μες στην αμφιβολία. Είναι απαραίτητο να πιστέψεις παραπάνω τον άνθρωπο και τη βοήθειά του». Όμως η απάντηση της Άννας είναι η απάντηση της νέας γενιάς που, όπως εύστοχα παρατηρεί η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη: «κακοποιημένη και πεταμένη από τους προηγούμενους, προσπαθεί να βρει τα βήματά της στην πορεία προς το σπουδαίο», μιας γενιάς που ως κύριο στόχο της έχει θέσει την υπαρξιακή αναζήτηση: «Όχι. Εγώ μεγάλωσα μέσα σε μια σακούλα χαρτοπόλεμο. Προσπαθούσα να ξεχωρίσω μέσα σ’ εκείνο το πλήθος τα χρώματα, το ιδιαίτερο που δεν θα εξαφανίζονταν με τη γοργή στροφή, να μπερδευτεί με τα άλλα χρώματα. Σε ποια μεριά της γης να βρίσκουνται άραγε, συλλογιζόμουν πάντα, τα σπουδαία πράγματα (...). Έτρεμα μήπως δεν προλάβω να γνωρίσω όλα γύρω μου. Έτρεμα πάλι, ύστερα, μήπως τελειώσουν όλα και δεν πομείνει τίποτα άλλο, για τη συνέχεια της ζωής. Αλλά η ζωή είναι μεγάλη, και ησύχασα». Δύο λογοτεχνικές περίοδοι συγκρούονται.

alt

Το ποιητικό σκηνικό του Γιάννη Σκουρλέτη

Ένα σπίτι έτοιμο να σαλπάρει, με τοίχους-ιστία που στήνονται και έωλα κάδρα, με ασαφή ταπετσαρία και διόδους, ένα «γιαπί» που εμπεριέχει τη δυναμική μικρών σκηνικών αντικειμένων και λίγο λίγο φτιάχνεται, πηγαίνοντας το ρολόι προς τα πίσω και στρέφοντας τη ροή της απεύθυνσης από «μέσα» προς τα «έξω».

Ένα σπίτι έτοιμο να σαλπάρει, με τοίχους-ιστία που στήνονται και έωλα κάδρα, με ασαφή ταπετσαρία και διόδους, ένα «γιαπί» που εμπεριέχει τη δυναμική μικρών σκηνικών αντικειμένων και λίγο λίγο φτιάχνεται, πηγαίνοντας το ρολόι προς τα πίσω και στρέφοντας τη ροή της απεύθυνσης από «μέσα» προς τα «έξω», με εξαιρετική αισθητική και τοποθέτηση του εκφωνούμενου κειμένου «εν τόπω». Προέχει η ποιητικότητα, που φαίνεται να είναι το κύριο μέλημα του Γιάννη Σκουρλέτη: «Το σύμβολο του σπιτιού και οι μεταμορφώσεις που υφίσταται, οι γυναικείες μορφές που τριγυρνούν αδιάκοπα, ο ρόλος των ταπεινών και ασήμαντων μικροαντικειμένων, κοντολογίς η ποιητική του ελάχιστου, η αγωνιώδης προσπάθεια να διατηρηθούν οι λέξεις και οι γνωστοί ήχοι, το λαβυρινθώδες και απρόβλεπτο ταξίδι μέσω της μνήμης στο παρελθόν και (...) η λειτουργία του χρόνου είναι ζητήματα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επανέρχονται και αποτελούν υπόγειες ή φανερές διόδους επικοινωνίας ανάμεσα στα ποιητικά και στα πεζά» της Αξιώτη. Ποιο είναι το απόσταγμα αυτής της αντιπαραβολής;

Το θεατρικό ανέβασμα ενός τέτοιου κειμένου έχει ν’ αντιμετωπίσει τη μακροπερίοδη σύνταξη, την πολυστρωματική αφήγηση, το ασυνάρτητο, ασθματικό ύφος, τα ανακόλουθα, ελλειπτικά σχήματα, τις εμβόλιμες φράσεις, τις λεκτικές συμβάσεις: για παράδειγμα, στο κείμενο δεν υπάρχει Μαρία και, αντ’ αυτής, βλέπουμε τη νεαρότερη ηρωΐδα, την Άννα (εύθραυστη ερμηνεία της Νάνσυ Μπούκλη), να μεγαλώνει σε μια πενταμέλη οικογένεια χωρίς καθόλου αγάπη και να ενηλικιώνεται μέσα στη μοναξιά, περιστοιχισμένη από μηδαμινά, ευτελή πράγματα, με το Ποταπό να κυριαρχεί στη συνείδησή της, αλλά και με την ελπίδα κάποτε στη ζωή της να δει κάτι σπουδαίο: «...μπροστά σ’ ένα ψιλικατζίδικο. Κάθε πρωί, χειμώνα καλοκαίρι, με χιόνια και βροχή, βγαίναν τα ψιλικά από μέσα, και τα κρεμνούσανε γύρω γύρω. Και στην ψηλότερη θέση κρεμνούσανε τρία μαξιλαράκια, και ήταν ζωγραφισμένα απάνω τρία γατιά, καφέ, μαύρο και μολυβί. Αλλά δεν τα αγόρασε ποτέ κανείς. Και εγώ τα λυπόμουνα και ήθελα να αγοράσω το καφέ γατάκι. Αλλά η μητέρα δεν έδινε χρήματα. Έλεγε η μητέρα ότι τα χρήματα είναι προορισμένα για καλύτερα πράγματα...».

Στην αφήγηση βρίσκονται τα σπουδαία πράγματα

Η εξαιρετική κυρία Θαλή που ενσαρκώνει η Αγγελική Παπαθεμελή είναι μόνη, αισθησιακή και ώριμη. Ο λόγος της είναι σταράτος, εκπεφρασμένος σε σκληρές φράσεις που εκφέρονται με απόλυτη ακρίβεια και συναισθηματική εγκράτεια, η στάση του σώματός της είναι υπολογισμένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.

H νουβέλα εκδίδεται το 1940 από της εκδόσεις «Πυρσός». Μόνο ο Γρ. Ξενόπουλος και ο Τ. Μάλανος χαιρετούν με ενθουσιασμό την έκδοση και περιέλαβαν τη συγγραφέα στο νεωτερικό κίνημα της εποχής. Η δεύτερη έκδοση γίνεται τον Μάρτη του 1967 από τον «Κέδρο» στο τυπογραφείο του Γ. Αργυρόπουλου, με εξώφυλλο Αντρέα Φραγκιά και ελάχιστες γλωσσικές αναπροσαρμογές κι αλλαγές στη δομή από την ίδια τη συγγραφέα. Η Αξιώτη έχει επιστρέψει, δυο χρόνια μόλις πριν, από τη μακρόχρονη εξορία της στις σοσιαλιστικές χώρες. Το κείμενο εμφανίζεται την ίδια χρονιά με την Eroica του Κοσμά Πολίτη.  

Η εξαιρετική κυρία Θαλή που ενσαρκώνει η Αγγελική Παπαθεμελή είναι μόνη, αισθησιακή και ώριμη. Ο λόγος της είναι σταράτος, εκπεφρασμένος σε σκληρές φράσεις που εκφέρονται με απόλυτη ακρίβεια και συναισθηματική εγκράτεια, η στάση του σώματός της είναι υπολογισμένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Η κυρία Θαλή έχει χηρέψει πολύ νέα, έχει μεγαλώσει το παιδί της μόνη της και μόνη της συντροφιά έχει τους τοίχους του σπιτιού της, που στη συγκεκριμένη σκηνοθεσία «εγείρονται» σταδιακά και την περικλείουν, σε μια χρονικότητα που υπαγορεύεται από τις αφηγήσεις των άλλων. Στην αφήγησή της διαγιγνώσκονται οι ματαιώσεις μιας γενιάς αστικοποίησης, που απώλεσε τη σύνδεσή της με τα δομικά, γενεσιουργά της στοιχεία: γι’ αυτό το οικοδόμημα της ζωής της παραμένει γιαπί, ως «ημι-εγειρόμενη» υπαρξιακή κατάσταση, γεμάτο παράθυρα, διάτρητο προς και από το κοινό, ημιϋπαίθριο. Το μη νόμιμο, αυτό που πρέπει να νομιμοποιηθεί. Η απεύθυνση που δεν προλαβαίνει να απαρτιωθεί, τα μισόλογα της προσωπικής απολογίας, δικαιολογίας. Μια Ελλάδα που έρχεται να στηθεί  πάνω στα υπολείμματα της παλιάς: η παλιά πολυθρόνα, η πεταμένη καρέκλα που ξαναστήνεται, τα «σπουδαία» πράγματα που δεν είναι και τόσο σπουδαία, αν το ξανασκεφτείς. Και, η καταληκτική σκηνή: ένα πάρτυ που στήνεται σε σαθρά θεμέλια.

L’ état des choses est ainsi.

Οι αδυναμίες, οι επιθυμίες και τα συναισθήματά τους δεν προκύπτουν από την εποχή τους, αλλά «συμβαίνουν» στο δικό μας παρόν, ανασύροντας, μέσω των δικών τους τραυματικών αφηγήσεων, το δικό μας τραύμα.

Τα τρία πρόσωπα του κειμένου διάγουν παράλληλο βίο, εκ πρώτης όψεως ανεξάρτητο. Χωρίς σαφείς χρονολογικές ενδείξεις, θα μπορούσαν να έχουν ζήσει το 1940, αλλά και νωρίτερα ή και αργότερα. Οι αδυναμίες, οι επιθυμίες και τα συναισθήματά τους δεν προκύπτουν από την εποχή τους, αλλά «συμβαίνουν» στο δικό μας παρόν, ανασύροντας, μέσω των δικών τους τραυματικών αφηγήσεων, το δικό μας τραύμα. Κύριο γνώρισμά τους, η διστακτική ομιλία. Κυρίαρχος τρόμος του κειμένου είναι μήπως κάποιο από αυτά τα πρόσωπα τολμήσει να πει το ανείπωτο, γιατί σ’αυτήν την περίπτωση ο πυρετός των άλλων θα ανέβαινε κατακόρυφα. Έτσι, η συγγραφέας υπονομεύει σκόπιμα την πλοκή στο έργο της, επιτρέποντας την «εσωτερική» σύνθεση της πλοκής από τον αναγνώστη. Η δεξιοτεχνία της Ελληνικιώτη συνίσταται στο να το επιτρέψει, πράγματι, αυτό στον θεατή, βάζοντάς τους να ετοιμάζονται για ένα χορό φαντασμάτων, στο σκηνικό του αστικού διαμερίσματος, στο τέλος.

Ο ένας ήρωας αφηγείται τη ζωή του στον άλλον, παρά το γεγονός ότι στην ουσία δεν επικοινωνούν σε ρεαλιστικό επίπεδο.

Ο ένας ήρωας αφηγείται τη ζωή του στον άλλον, παρά το γεγονός ότι στην ουσία δεν επικοινωνούν σε ρεαλιστικό επίπεδο. Ο ήρωας της αφήγησης μπορεί να είναι ένας πραγματικός (Άλλος) συνομιλητής, μπορεί να είναι ο τωρινός, σοφότερος εαυτός του αφηγητή, μπορεί να είναι ένας ανύπαρκτος, φανταστικός ή και ‒τώρα πια‒ νεκρός αποδέκτης· μπορεί να είναι και όλα αυτά μαζί. Η διαλογική σχέση/απεύθυνση που επιτρέπει η εκδοχή της bijoux de kant επιχειρεί την αναπαράσταση εύθραυστων, αντιφατικών ανθρώπινων σχέσεων, γεμάτων ρωγμές και εντάσεις, όπως και τη συναισθηματικά φορτισμένη ομιλία «εις εαυτόν» και την ενσυναίσθηση που αυτή συνεπάγεται. Οι ήρωες εναγκαλίζονται, στο σκηνικό του φτωχού διαμερίσματος της πόλης, το σύνολο των στοιχείων που τους έχουν διαμορφώσει και τους «συνιστούν», κάνουν μια μετωπική θεώρηση και αποδοχή των στοιχείων αυτών, επιτρέποντάς τους, έτσι, να διατηρήσουν τη στοιχειώδη ποιητικότητά τους, αλλά και τη μεταμορφωσιγένειά τους: εν ολίγοις, να αλλάξουν. Υπό αυτό το πρίσμα, ένα τόσο ποιητικό κείμενο μπορεί να γίνει αντιληπτό ως κάλεσμα σε μια προσωπική ένσταση και επανάσταση.

«Άννα, νομίζεις ότι είσαι έτοιμη για να υποδεχτούμε μαζί εκείνο που έρχεται, το τρομαχτικό;».
«Νομίζω», λέει εκείνη, «γιατί ετοιμαζόμουν όλη τη ζωή, μέχρι σήμερα».
Και τότε ο Γιάννης την αγάπησε.
Από την αρχή, ως το τέλος.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Το Μεγάλο Φαγοπότι» & «Έργο δύο προσώπων» – Δύο «δύσκολες» παραστάσεις, δύο διστακτικές σκηνοθεσίες

«Το Μεγάλο Φαγοπότι» & «Έργο δύο προσώπων» – Δύο «δύσκολες» παραστάσεις, δύο διστακτικές σκηνοθεσίες

Δύο «δύσκολες» παραστάσεις - δύο διστακτικές σκηνοθεσίες. Για «Το Μεγάλο Φαγοπότι» του Tom Blokdijk, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου και το «Έργο δύο προσώπων» του Τενεσί Ουίλιαμς, σε σκηνοθεσία Νανάς Παπαδάκη. Κεντρική εικόνα: Νανά Παπαδάκη, Βαγγέλης Παπαδάκης

Γρά...

«Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών» του Φραντς Κάφκα, σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου (κριτική) – Τέχνη και εξουσία

«Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών» του Φραντς Κάφκα, σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου (κριτική) – Τέχνη και εξουσία

Για την παράσταση «Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών», βασισμένη στο διήγημα του Φραντς Κάφκα (Franz Kafka), σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου, στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

...
«Λαπωνία» & «Killer Joe» (κριτική) – Δύο παραστάσεις για δυσλειτουργικές οικογένειες και κοινωνικές παθογένειες

«Λαπωνία» & «Killer Joe» (κριτική) – Δύο παραστάσεις για δυσλειτουργικές οικογένειες και κοινωνικές παθογένειες

Για τις παραστάσεις «Λαπωνία» των Κριστίνα Κλεμέντε και Μαρκ Ανζελέτ, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, στο θέατρο «Κάτια Δανδουλάκη», και «Killer Joe» του Τρέισι Λετς, σε σκηνοθεσία Αναστάση Κολοβού, στο θέατρο «Αλκμήνη».

Γράφει ο Νίκος Ξένιος ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«2052: Το μυθιστόρημα των τριών» (κριτική) – Γράφοντας με την Τεχνητή Νοημοσύνη δίπλα και απέναντι

«2052: Το μυθιστόρημα των τριών» (κριτική) – Γράφοντας με την Τεχνητή Νοημοσύνη δίπλα και απέναντι

Για το μυθιστόρημα των Μάνου Στεφανίδη, Γιώργου Αριστηνού και Joe «2052: Το μυθιστόρημα των τριών» (εκδ. Νίκας). 

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

Πώς μπορούμε και πώς «πρέπει» να γράφουμε την εποχή της ...

Είδαμε το «Καμιά άλλη επιλογή» του Παρκ Τσαν-Γουκ – Μια μαύρη κωμωδία για την ψυχική και ταυτοτική κρίση της μεσαίας τάξης στη Νότια Κορέα

Είδαμε το «Καμιά άλλη επιλογή» του Παρκ Τσαν-Γουκ – Μια μαύρη κωμωδία για την ψυχική και ταυτοτική κρίση της μεσαίας τάξης στη Νότια Κορέα

Για την τελευταία ταινία του Νοτιοκορεάτη Παρκ Τσαν-Γουκ [Park Chan-Wook] «Καμιά άλλη επιλογή», μεταφορά στον κινηματογράφο του μυθιστορήματος «Το τσεκούρι» του Ντόναλντ Ε. Γουέστλέικ. 

Γράφει ο Αντώνης Κάπας

Στην μετάβαση από το βιβλίο στην ...

«Τέλος του κόσμου, αγάπη μου» της Άλα Γκορμπουνόβα – Μυθολογικοί κατακλυσμοί και μετασοβιετικές πραγματικότητες

«Τέλος του κόσμου, αγάπη μου» της Άλα Γκορμπουνόβα – Μυθολογικοί κατακλυσμοί και μετασοβιετικές πραγματικότητες

Για τη συλλογή διηγημάτων της Άλα Γκορμπουνόβα, «Τέλος του κόσμου, αγάπη μου» (μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου, εκδ. Καστανιώτη), «οι δύο πρώτες μετασοβιετικές δεκαετίες αποδίδονται με εκπλήσσουσα ζωντάνια, ευθυβολία, ποιητικίζουσα γλώσσα κι ένα ιδιάζον μείγμα τρυφερότητας και σκληρότητας». 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Block Delete» του Βαγγέλη Γιαννίση (προδημοσίευση)

«Block Delete» του Βαγγέλη Γιαννίση (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Βαγγέλη Γιαννίση «Block Delete», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 21 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Μικρά θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο

Μικρά θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο

Η σειρά «Τα μικρά» των εκδόσεων Μεταίχμιο δίνει τη δυνατότητα στο αναγνωστικό κοινό να διαβάσει σπουδαία διηγήματα και νουβέλες της μιας ανάσας από σημαντικούς συγγραφείς. Επτά ολιλοσέλιδα τομίδια πυκνής λογοτεχνικής αξίας με τις υπογραφές των Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο.

...
Τι διαβάζουμε τώρα: Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο – 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Τι διαβάζουμε τώρα: Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο – 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη.&...

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. 66+1 ποιήματα εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, ανθολογούνται και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Εδώ, το β' μέρος με 33 ποιήματα. 

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ