
Είναι για τους αναλφάβητους που γράφω.
Αυτή είναι η αφιέρωση της Έλσα Μοράντε στο βιβλίο της Η Ιστορία. Η απάντησή της στη φίλη της Λούκα Φοντάνα όταν την ρώτησε τι είδους βιβλίο έγραφε. Ήταν μια φράση του αγωνιστή Περουβιανού ποιητή Σέζαρ Βαλλέχο: Por el analfabeto a quien escribo.
Ένα μυθιστόρημα από τις αρχές του Εικοστού αιώνα, με κεντρικό κορμό την ιστορία της Ιταλίας στα δραματικά χρόνια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, και ιδιαιτέρως μετά την φασιστοποίηση της χώρας με την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία.
Εξαιτίας της υιοθέτησης της ναζιστικής φιλοσοφίας περί Αρίας φυλής και της διατήρησης της καθαρότητάς της, που παρέπεμψε σε απάνθρωπα εγκλήματα, η συγγραφέας έμαθε για την εβραϊκή της καταγωγή, εκ μέρους της μητέρας της, και την γελοιότητα της μεταφοράς της στην Ιταλία που ζητούσε από το λαό της την Άρια καταγωγή του.
Γύρω από μια αληθινή ιστορία ενός εξάχρονου καθυστερημένου αγοριού που το βρίσκει πεθαμένο η δασκάλα μάνα του, τον Ιούνιο του 1947. Δίπλα του βρίσκεται το μεγάλο λευκό κυνηγόσκυλο, που το προστάτευε ακόμα και νεκρό. Το σκυλί ήταν τόσο εξαγριωμένο που δεν μπορούσε να μπει κανένας μέσα στο διαμέρισμα, οπότε οι αρχές αναγκάστηκαν να το σκοτώσουν για να επιληφθούν του γεγονότος.
Μέσα από τη ζωή της μάνας περνάνε οι χαρακτήρες των δικών της προγόνων καθώς και του άντρα της με τον οποίον απέκτησε το παιδί. Αλλά η ζωή του καθενός κουβαλάει μια πίστη, μια ιδεολογία, έναν τρόπο αντιμετώπισης του στενού και ευρύτερου περιβάλλοντος. Γραμμένο με μια εξαιρετική προσωπική γραφή έχει χαρακτηριστεί ως ένα λογοτεχνικό έργο και ταυτόχρονα μια πολιτική πράξη.
Σε μια εκτεταμένη παράγραφο περιγράφει τη φρίκη του πολέμου μέσα από τα μάτια του παιδιού που ξεφυλλίζει ένα φωτογραφικό περιοδικό και βλέπει: Σε κάθε πλευρά της λεωφόρου κρέμονται στη σειρά κρεμασμένα κορμιά, με την ίδια ακριβώς στάση, το κεφάλι γερμένο στο ένα αυτί, τα πόδια λίγο μακριά το ένα από το άλλο, και τα χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη. Ήταν όλοι νέοι και ντυμένοι φτωχικά, φαίνονταν φτωχοί. Μια πινακίδα ήταν κολλημένοι σε όλους, με μια λέξη: ΑΝΤΑΡΤΗΣ. Όλοι ήταν άντρες εκτός από κορίτσι στην αρχή της σειράς, που δεν έφερε πινακίδα, και που δεν ήταν κρεμασμένη σαν τους άλλους, αλλά από ένα χασάπικο τσιγκέλι από το λαιμό. Η φωτογραφία ήταν παρμένη από πίσω, αλλά η φιγούρα της, έδειχνε πως επρόκειτο για μια πολύ νέα κοπέλα.
Ο ανταποκριτής των Νιού Γιορκ Τάιμς, Πολ Χόφμαν, στην επιφυλλίδα του «Οι Τέχνες στο Εξωτερικό» είχε γράψει: «Για πρώτη φορά, απ’ όσο θυμούνται, οι άνθρωποι στα τρένα, στα καφέ εσπρέσο, παντού μιλάνε για ένα βιβλίο –της Έλσα Μοράντε –παρά για το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα ή το τελευταίο σκάνδαλο».
Η συγγραφέας, σύντροφος του Αλμπέρτο Μοράβια, που βρισκόταν ψηλά στη λίστα των καταζητουμένων από τους φασίστες, είχε ανέβει μαζί του στα βουνά και είχε η ίδια ζήσει τη φρίκη του φασισμού στην Ιταλία με την άνοδο του Μουσολίνι.






















