
Για το μυθιστόρημα της Βερένα Κέσλερ (Verena Keßler) «Γυμναστήριο» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την ταινία «The substance» (2024).
Γράφει η Φανή Χατζή
Το Γυμναστήριο (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα) της Γερμανίδας Βερένα Κέσλερ μπορεί εύκολα να συγκριθεί με την περσινή Τελειότητα (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Loggia) όσον αφορά στην ανατομία της εποχής που επιχειρεί, αλλά και στη δυνατότητά του να γίνει το βιβλίο του φετινού καλοκαιριού. Μικρό, ευκολοδιάβαστο και απολύτως σύγχρονο, το Γυμναστήριο στηλιτεύει την εμμονή με τη σωματική αυτοβελτίωση και κατ’ επέκταση, την τελειομανία. Η φιλοσοφία της πειθαρχίας, της στοχοπροσήλωσης και της σκληρής δουλειάς εισχωρούν στην καθημερινότητα και οδηγούν σε κτηνώδη αντιζηλία και, εν προκειμένω, ανθρωποφαγία.
Από το εταιρικό περιβάλλον στο γυμναστήριο
Η νεαρή ανώνυμη ηρωίδα έχει αφήσει πίσω της, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, μια λαμπρή, όπως υπονοείται, εταιρική καριέρα, και δοκιμάζει την τύχη της σε ένα γυμναστήριο. Ο ιδιοκτήτης του Mega Gym τής ξεκαθαρίζει ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να «ενσαρκώνουν τη φιλοσοφία του χώρου», η οποία συμπυκνώνεται στις λέξεις «υγεία, ευεξία, καλή φυσική κατάσταση» και αποτυπώνεται μόνο σε καλλίγραμμα κορμιά. Είναι έτοιμος να την απορρίψει όταν η ίδια δικαιολογεί το «προκοίλι» της και άλλες ατέλειες, εφευρίσκοντας το τέλειο ψέμα: είναι νέα μαμά, έχει μόλις γεννήσει. Αυτή η δήλωση συγκινεί το νέο αφεντικό της και η αφηγήτρια πιάνει αμέσως δουλειά στο μπαρ του γυμναστηρίου, παρασκευάζοντας πρωτεϊνικά σμούθιζ για τους αθλούμενους.
Στην αρχή το ψέμα της την εμπλέκει σε άσκοπους μπελάδες, πρέπει να προσποιηθεί ότι αντλεί μητρικό γάλα ή να υποκρίνεται διαρκώς ότι τηλεφωνεί στη μητέρα της που υποτίθεται κρατά «τον μικρό». Το σώμα της, που ήταν επί χρόνια ένα «σώμα γραφείου, μετρό, καναπέ», συνηθισμένο στην καθιστική ζωή, δυσκολεύεται να αντέξει την ορθοστασία. Ο λαμπερός κόσμος του γυμναστηρίου, όμως, δεν αργεί να προσελκύσει την ηρωίδα και σιγά σιγά να τη ρουφήξει. Γυμνάζεται στην αρχή νωχελικά, έπειτα επιμελώς και συστηματικά. Υποκύπτει στους καθρέφτες, αγοράζει τα πρώτα κολλητά κολάν και αρχίζει να πλάθει το σώμα της εκ του μηδενός. Σύντομα είναι μία από αυτούς, αλλά αυτό δεν της αρκεί.
Η μάστιγα του fitness culture
Το πρώτο, προφανές επίπεδο της κοινωνικής κριτικής που ασκεί η Κέσλερ αφορά στην κουλτούρα του «fitness» που κατακλύζει τη σημερινή πραγματικότητα εδώ και χρόνια. Το βραχύβιο κίνημα του «Body positivity» μοιάζει ήδη παρωχημένο και η σύγχρονη διαδικτυακή κουλτούρα υμνεί ξανά το αδύνατο «υγιές» πρότυπο, όπως αυτό σμιλεύεται με τη γυμναστική. Βάρη, πιλάτες, spinning είναι οι τάσεις της μόδας που υπόσχονται μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού. Δίπλα τους αναπτύσσεται μια ολόκληρη βιομηχανία: protein shakes, σετάκια γυμναστικής, μπάρες, σκόνες, ισοτονικά ποτά, airpods, apple watches. Στην περίπτωση του γυμναστηρίου Mega Gym, όλα τα ροφήματα έχουν κουλ ονόματα κοκτέιλ όπως Sixpack on the beach και Pina Cool Downa, γιατί η γυμναστική είναι το νέο σέξι.
Το γυμναστήριο είναι το μέρος στο οποίο παράγεται αυτό το ιδεώδες του σφριγηλού κορμιού, το μέρος που όλοι διεκδικούν την ευκαιρία τους να απολαύσουν λίγο από την πίτα της ευζωίας και μακροζωίας. Μέσα από το Mega Gym, το «πεντάστερο» των γυμναστηρίων, η Κέσλερ ανατέμνει τα είδη ανθρώπων που επιθυμούν τον μέγιστο έλεγχο επί του σώματός τους. Συνταξιούχοι, φοιτητές, μανούλες, περιστασιακοί, influencers, η κάθε ομάδα παίρνει σειρά για να απαλείψει τη διαφορετικότητα του κορμιού της και να διεκδικήσει το ίδιο απολλώνιο κορμί. Υπό αυτή την έννοια, το ηχοτοπίο των ιμάντων, των ελλειπτικών, των αγκομαχητών φέρνει στο νου ένα εργαστήρι μαζικής παραγωγής καλλίπυγων κορμιών.
Τελειομανία και εμμονή
Ενώ το μήνυμα για την προσκόλληση στην εικόνα και τη ναρκισσιστική εποχή μοιάζει ξεκάθαρο, αρχίζει να διαφαίνεται σύντομα και ένα ευρύτερο σχόλιο για τη λατρεία των υψηλών επιδόσεων. Η ηρωίδα που κοιτάει αφ’ υψηλού τους fitness influencers και τα «What I Eat In A Day» τους, ερχόμενη από έναν κόσμο πνευματικού κόπου και διανοητικής δουλειάς, δεν αργεί να ξεκλειδώσει και την πίστα της εκγύμνασης. Η πειθαρχία, η δυναμική, η προσήλωση, αξίες ύψιστες στην εργασιακή νοοτροπία που κουβαλά από την προηγούμενη δουλειά της, τρυπώνουν και σε αυτή την πραγματικότητα και τη βοηθούν να φτάσει γρήγορα σε παρόμοιο «υπέρ» το δέον αποτέλεσμα: υπερβολές, υπερωρίες και υπερκόπωση.
Κοινός παρανομαστής και στα δύο σύμπαντα, η ίδια, αυτή που φτάνει το σώμα της στα όριά του για να κατακτήσει την πρωτιά, που δεν έχει καμία αναστολή, κανέναν φραγμό να φτάσει στα άκρα.
Με τη διάρθρωση της πλοκής σε δύο παράλληλα χρονικά επίπεδα, η Κέσλερ καταφέρνει να εξομοιώσει το εταιρικό περιβάλλον με το γυμναστηριακό, όχι γιατί εμφανίζουν πολλά κοινά, αλλά γιατί η ηρωίδα αναρριχάται στους δύο κόσμους με τον ίδιο ανταγωνισμό και ψύχωση. Ο εργοδότης της, Φερχάτ, παραλληλίζεται με τον προηγούμενο προϊστάμενό της, Τόμας, παρόλο που οι δυο τους δεν μοιάζουν ιδιαίτερα, πέρα από το να δηλώνουν και οι δύο με αυτοπεποίθηση «φεμινιστές». Η επαγγελματίας μποντιμπιλντερού Βικ παίρνει τη θέση της Εμίλια, γίνεται δηλαδή το αντικείμενο ανταγωνιστικής εμμονής της ηρωίδας. Κοινός παρανομαστής και στα δύο σύμπαντα, η ίδια, αυτή που φτάνει το σώμα της στα όριά του για να κατακτήσει την πρωτιά, που δεν έχει καμία αναστολή, κανέναν φραγμό να φτάσει στα άκρα.
Που τοποθετείται λογοτεχνικά;
Το Γυμναστήριο ενσωματώνει μια σταδιακή αλλαγή ύφους που φέρνει στο νου διαφορετικά στοιχεία της πολιτικής γραφής. Εκκινεί από τη σάτιρα, με μια σαρκαστική διάθεση απέναντι στις κοινωνικές απαιτήσεις που βαραίνουν τη σύγχρονη γυναίκα. Η ψεύτικη εγκυμοσύνη θυμίζει το αντίστοιχο εύρημα στο βιβλίο Diary of a void της Emi Yagi, που καταδείκνυε τη φαρισαϊκή περιφρούρηση της μητρότητας στην κατά τα άλλα βαθιά σεξιστική κορεατική κοινωνία. Η Κέσλερ πιάνει το νήμα μετά τη γέννα, στο σημείο που αναμένεται από μια γυναίκα να εξαλείψει τα σημάδια του τοκετού και να φροντίσει ώστε το σώμα της να γίνει ξανά εύρωστο και παραγωγικό. Ταυτόχρονα, οι αναδρομές στο προηγούμενο εργασιακό περιβάλλον της ηρωίδας μάς δίνουν ένα παράθυρο στον διαρκή της αγώνα να αποδείξει την αξία της.
Η γλαφυρότητα και το γκροτέσκο στοιχείο εδώ, όμως, γίνονται και ανατριχιαστικοί δίαυλοι υπενθύμισης του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Η αποδοτικότητα και η βαθμοθηρία καλλιεργούνται στο άτομο από την πιο ευαίσθητη ηλικία.
Καθώς προχωρά η αφήγηση, πάντως, το Γυμναστήριο βρίσκει περισσότερο το «είδος» του, συγγενεύοντας με την «ωμή» (visceral) λογοτεχνία, κείμενα στα οποία η βαναυσότητα του τρόμου συνδυάζεται με τη φεμινιστική κριτική, όπως το Nightbitch της Rachel Yoder, το Εξαίσιο πτώμα της Μπαστερρίκα ή ακόμα και οι body horror ταινίες «Raw», «The substance» και «Love Lies Bleeding». Η γλαφυρότητα και το γκροτέσκο στοιχείο εδώ, όμως, γίνονται και ανατριχιαστικοί δίαυλοι υπενθύμισης του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Η αποδοτικότητα και η βαθμοθηρία καλλιεργούνται στο άτομο από την πιο ευαίσθητη ηλικία. Δεν είναι τυχαίο ότι το ξεδίπλωμα του τραύματος της ηρωίδας φτάνει πίσω στο δημοτικό. Παρότι το έργο θα μπορούσε να διαβαστεί με μια φεμινιστική ή αντικαπιταλιστική ματιά, η Κέσλερ αποφεύγει οποιοδήποτε λογύδριο που καθοδηγεί την αναγνώστρια.
Ψυχολογικό θρίλερ
Αυτό που σίγουρα κατευθύνει η Κέσλερ είναι η είσοδός μας στον ψυχισμό μιας γυναίκας που πλοηγείται σε έναν νέο κόσμο σαν μία ξένη και η ταύτισή μας μαζί της για μεγάλο μέρος του βιβλίου. Ο τρόπος που μας αποκρύπτει το παρελθόν μέχρι την αποτρόπαια κλιμάκωση, αλλά και ο έντονος σφυγμός της γραφής που μας γραπώνει εξ αρχής, παραπέμπουν σε ένα ψυχολογικό θρίλερ, με έντονα στοιχεία μαύρου χιούμορ.
Η Κέσλερ με το Γυμναστήριο ξεσκεπάζει, κυρίως, μια κοινωνία που είναι επιφανειακά προοδευτική, αλλά στις ρίζες της υπάρχει ακόμα συντηρητισμός, έντονες ταξικές, έμφυλες και σωματικές ανισότητες και κυρίως ένας πρωτόγονος αριβισμός.
* Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
H Verena Keßler (1988) γεννήθηκε στο Αμβούργο, και σπούδασε στο Βερολίνο και στη Λειψία, όπου και ζει.

Έχει γράψει τα βραβευμένα μυθιστορήματα Die Gespenster von Demmin (2020· Τα φαντάσματα του Ντέμιν· εκδ. Καστανιώτη, 2021) και Eva (2023).
Το Γυμναστήριο (2025) μεταφράζεται ήδη σε πάνω από δέκα γλώσσες.
























