
Για το βιβλίο του Εστέμπαν Ετσεβερία [Esteban Echeverría] «Το σφαγείο» (μτφρ. Νάνσυ Αγγελή, επιλεγόμενα: Juan María Gutiérrez, εκδ. Έρμα).
Γράφει ο Ηλίας Μπιστολάς
Το Σφαγείο του Αργεντινού Εστέμπαν Ετσεβερία (1805-1841) γράφτηκε στο διάστημα ανάμεσα στα 1838-1840, αλλά δημοσιεύτηκε από τον φίλο του κριτικό Χουάν Μαρία Γκουτιέρεθ το 1871. Αποτελεί ένα από τα πλέον ανθολογημένα διηγήματα της χώρας του και περιγράφει τις γκροτέσκο σκηνές που εκτυλίσσονται σε ένα σφαγείο στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες, όταν έπειτα από μια καταστροφική πλημμύρα η πρωτεύουσα στερείται του κρέατος. Ακολούθως, κατόπιν ενεργειών των αρμοδίων, καταφτάνουν κάμποσα ζώα για να ταΐσουν τον πεινασμένο λαό, ο οποίος δεν αποζητά μόνο το αίμα των βοδιών αλλά και ανθρώπινο, καθότι είναι όλοι τους φανατικοί φεντεραλιστές του τυράννου ντε Ρόσας και δεν δυσκολεύονται να απαιτήσουν την ίδια αιματοχυσία για τους (εν πολλοίς φιλελεύθερους) ενωτικούς αντιπάλους τους.
Όπως όλα τα κείμενα που τελούν υπό αμφισβήτηση κατά πόσο ολοκληρώθηκαν από τον φερώνυμο δημιουργό ή από κάποιον άλλον, το Σφαγείο υποστασιοποιεί μια ακατάστατη αμφισημία που ενυπάρχει δομικά στο ίδιο το κείμενο. Γιατί πέρα από τις συμβολικές διαστάσεις του και την προφανή πολιτική αλληγορία, συμπυκνώνονται χαρακτηριστικά φροϋδικά, νατουραλιστικά, ρεαλιστικά, που απηχούν περισσότερο μια εποχή σε αναβρασμό παρά σε μια σχολή. Αυτός ο αναβρασμός δεν αφορά μόνο και αποκλειστικά το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζεται το Σφαγείο, δηλαδή την περίοδο όπου η αιμοσταγής διακυβέρνηση του ντε Ρόσας επέβαλε την εξουσία της μέσω της παραστρατιωτικής οργάνωσης «Μαζόρκα», αλλά και μια ευρύτερη κίνηση του πνεύματος προς πιο απελευθερωμένες μορφές αφήγησης.
Ο Ετσεβερία είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ήρθε σε επαφή με τα λογοτεχνικά ρεύματα και τις ιδέες του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού, οπότε με την επιστροφή του στην Αργεντινή λειτούργησε ως άτυπος «πολλαπλασιαστής» των νέων ιδεολογιών στη χώρα του. Ωστόσο φαίνεται πως και ο ίδιος δεν είχε καταλήξει σε έναν συγκεκριμένο μορφότυπο∙ ίσως να ευθύνεται η σπουδή με την οποία έγραψε το έργο, όπως μαρτυρά ο Γκουτιέρεθ, ίσως επειδή ήθελε να το μετατρέψει σε κάτι άλλο και το είχε στο μυαλό του ως σχεδίασμα, το σίγουρο είναι πως το Σφαγείο στήνει αφηγηματικά δόκανα και μια συνεχή ανακριτική διαδικασία στις συμβάσεις της πραγματικότητας, ώστε στο τέλος να μοιάζει με πρόγονο ολόκληρης της λατινοαμερικάνικης πεζογραφικής παράδοσης που ξεπήδησε τον 20ο αιώνα.
Ο Ετσεβερία έχει επιλέξει ένα σαφή ειρωνικό τόνο παράθεσης των πεπραγμένων, με αποτέλεσμα να υπονομεύει την ίδια τη μαρτυρία, καθότι το Σφαγείο ξεκινά με τον συγγραφέα να δηλώνει μεν πως «…η αφήγηση είναι ιστορική…», αλλά γρήγορα αρχίζει να περιγράφει μια πλημμύρα επιπέδου Νώε και τις σπασμωδικές αντιδράσεις των ιερέων, οι οποίοι κατηγορούν τους βλάσφημους ενωτικούς για τα όσα δεινά συμβαίνουν στο Μπουένος Άιρες. Η ίδια ειρωνεία επιμένει ως αφηγηματική τεχνική μέχρι και τις τελευταίες σελίδες του Σφαγείου, οπότε και ο τόνος αλλάζει και γίνεται πιο διδακτικός. Πέρα από την ειρωνεία, υπεισέρχονται ορισμένα στοιχεία πρώιμου σουρεαλισμού, ο οποίος δυναμώνει την ανατρεπτική διάθεση του αφηγητή. Τόσο ο αδιανόητος θάνατος διά αποκεφαλισμού του παιδιού που παρακολουθούσε τη σφαγή του ταύρου, όσο και η αναζήτηση του φύλου ψαχουλεύοντας τα γεννητικά όργανα του ζώου, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα ιλαρότητας και παραδοξότητας, η οποία χωρίς να αποκτά μεταφυσικές διαστάσεις, σίγουρα υποθάλπει έναν τρομοκράτη που απειλεί τα θεμέλια του νοήματος. Γιατί στο Σφαγείο η καθαρότητα του νοήματος υποχωρεί ενόψει της πολλαπλότητας του. Βεβαίως όλα τα κείμενα είναι ανοιχτά στην ερμηνεία, η πρόθεση όμως αυτής της ανοικτότητας δεν είναι πάντα δεδομένη.
Εδώ βασίζεται εν πολλοίς και η πρωτοτυπία του Σφαγείου. Είναι πολύ συνηθισμένο να αποδίδονται αναχρονιστικές προθέσεις σε παλαιότερα κείμενα, ωστόσο το αίνιγμα του Σφαγείου, τόσο όσον αφορά την προσδοκία της σύλληψής του από τον Ετσεβερία, μέχρι και τον βαθμό ολοκλήρωσής του από τον Γκουτιέρεθ, δημιουργεί μια εννοιολογική ρευστότητα που επιτείνει τον καινοτόμο χαρακτήρα του. Προφανώς το κείμενο αποτελεί μια αλληγορία για την τυραννική διακυβέρνηση του ντε Ρόσας. Όμως όπως όλα τα μεγάλα κείμενα, το Σφαγείο δεν περιορίζεται σε αυτό και επιτρέπει προσβάσεις και από τις πιο στενές πύλες του. Το γεγονός πως λογίζεται ως η ιδρυτική πράξη της αργεντίνικης λογοτεχνίας, δεν μπορεί παρά να σημαίνει πως έχει ασκήσει επίδραση σε όλη τη μεγάλη λογοτεχνία που ακολούθησε τον επόμενο αιώνα. Και αν όχι ως επίδραση, τότε σίγουρα ως απόηχος ή έστω σαν την πρώτη νότα του μπάσου που δίνει τον τόνο στους αυτοσχεδιασμούς της μπάντας.
✳︎Ο ΗΛΙΑΣ ΜΠΙΣΤΟΛΑΣ είναι συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Εστέμπαν Ετσεβερία (1805-1851) ήταν Αργεντίνος ποιητής, συγγραφέας, πολιτικός ακτιβιστής και θεμελιωτής της σύγχρονης αργεντίνικης λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στην περιοχή του Ρίο ντε λα Πλάτα στο Μπουένος Άιρες. Το 1825, μετά από προτροπή των δασκάλων του, μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου έρχεται σε επαφή με τις ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τα νέα λογοτεχνικά ρεύματα και τον πολιτικό ριζοσπαστισμό της Γαλλικής Επανάστασης. Γοητεύεται από το κίνημα του ρομαντισμού και ασπάζεται τα προτάγματά του. Το 1830 επιστρέφει στην Αργεντινή και αρχίζει να δημοσιεύει τα πρώτα του λογοτεχνικά και πολιτικά κείμενα, ενώ συμμετέχει στους αγώνες για ελευθερία και δημοκρατία στη χώρα του, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων.

Είναι σημαντικό μέλος της περίφημης «Γενιάς του ’37», η οποία συμβάλλει τα μέγιστα στον εκδημοκρατισμό και στη συγκρότηση μιας νέας εθνικής κουλτούρας. Το 1840 θα ολοκληρώσει το διήγημα «Το σφαγείο», το οποίο ωστόσο παραμένει αδημοσίευτο. Το 1841 οδηγείται στην εξορία και εγκαθίσταται στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, το οποίο εξελίσσεται σε πνευματικό κέντρο των εξόριστων Αργεντίνων διανοουμένων. Οι χρόνιες ασθένειες και οι δύσκολες συνθήκες επιβαρύνουν την υγεία του, και τον Ιανουάριο του 1851 ο Ετσεβερία πεθαίνει στο Μοντεβιδέο σε ηλικία σαράντα έξι ετών. Το 1871 δημοσιεύεται το «Σφαγείο» σε επιμέλεια του επιστήθιου φίλου του Χουάν Μαρία Γκουτιέρεθ, ο οποίος υπογράφει και το κριτικό σημείωμα που το συνοδεύει. Σήμερα θεωρείται έργο-ορόσημο και ένα από τα πλέον ανθολογημένα κείμενα της αργεντίνικης και λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας.
























