
Για το μυθιστόρημα του Εμίλ Αζάρ/Ρομαίν Γκαρύ (Emil Azar/Romain Gary) «Η ζωή μπροστά» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την κινηματογραφική διασκευή του Μοσέ Μιζραχί.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Στο έργο του Η βεντάλια της λαίδης Γουίντερμιρ, ο πάντα εύστοχος στις κομψευόμενα δηκτικές ατάκες του Όσκαρ Ουάιλντ γράφει μεταξύ άλλων: «Όλοι είμαστε μέσα στον βούρκο, αλλά κάποιοι από εμάς κοιτάμε τα άστρα». Μέσα στον βούρκο μιας λούμπεν κοινότητας ζουν οι ήρωες του Εμίλ Αζάρ (ένα από τα ψευδώνυμα του Ρομαίν Γκαρύ, που κι αυτό ψευδώνυμο είναι, καθώς το πραγματικό του όνομα ήταν Ρομάν Κατσέβ) στο μυθιστόρημά του Η ζωή μπροστά. Κι όμως, στο βλέμμα τους διαλάμπει ένα φως ανέσπερο.
Δεν ζουν σε έναν κόσμο τραχιάς φτώχειας στο στυλ του Ντίκενς ή του Ουγκό (αν κι ο Γάλλος συγγραφέας και οι Άθλιοί του αναφέρονται αρκετές φορές στο μυθιστόρημα). Δεν υπάρχουν οι απόλυτα καλοί που ζουν μίζερη ζωή και οι απόλυτα κακοί που τους διώκουν απηνώς. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο αναγνώστης δεν εισέρχεται απλώς σε μια ιστορία· πέφτει μέσα σε έναν κόσμο που μυρίζει φτώχεια, ιδρώτα, φόβο και ταυτόχρονα μια απροσδόκητη, σχεδόν πεισματική τρυφερότητα. Και αυτό που κάνει το μυθιστόρημα πραγματικά ξεχωριστό δεν είναι τόσο η πλοκή του -που εκ πρώτης όψεως μοιάζει απλή και προφανής- αλλά ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εκεί όπου κανείς δεν περιμένει να τη βρει.
Μια φωνή που δεν ξεχνιέται
Ο αφηγητής, ο μικρός Μομό, δεν είναι ένας «λογοτεχνικός» αφηγητής. Δεν μιλά με ακρίβεια, δεν εξηγεί με σαφήνεια, δεν ακολουθεί κανόνες. Και όμως, μέσα από την ατελή του γλώσσα, ο κόσμος γίνεται πιο αληθινός από ποτέ. Η παιδική του ματιά δεν εξωραΐζει, αντίθετα, απογυμνώνει. Βλέπουμε έναν κόσμο σκληρό, σχεδόν αφιλόξενο, αλλά ταυτόχρονα γεμάτο από μικρές πράξεις καλοσύνης που αποκτούν τεράστια σημασία.
Η πλοκή του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται σε μια φτωχή συνοικία του Παρισιού, όπου ζουν μετανάστες, περιθωριοποιημένοι άνθρωποι και κυρίως γυναίκες που εργάζονται ως ιερόδουλες. Σε αυτό το περιβάλλον, η μαντάμ Ροζά, μια ηλικιωμένη Εβραία και επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, φροντίζει παιδιά που οι μητέρες τους δεν μπορούν να μεγαλώσουν, καθώς είναι πόρνες. Άλλωστε, και η μαντάμ Ροζά στα νιάτα της έκανε κι αυτή την ίδια δουλειά. Τώρα πια, μεγάλη σε ηλικία, έχει καταντήσει μια παχιά γυναίκα με υγεία που βαίνει προς το χειρότερο μέρα με τη μέρα. Ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά που προσέχει η Ροζά βρίσκεται και ο Μομό (ή αλλιώς Μουχαμέντ), ένα αγόρι αραβικής καταγωγής, που δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτα για τους γονείς του.
«Κανονική» οικογένεια
Η σχέση του με τη Μαντάμ Ρόζα είναι στην αρχή απολύτως λειτουργική. Εκείνη τον φροντίζει, εκείνος ζει υπό την προστασία της. Όμως σταδιακά, αυτή η σχέση μετατρέπεται σε κάτι πολύ βαθύτερο: σε έναν δεσμό που θυμίζει οικογένεια χωρίς ποτέ να γίνεται «κανονική» οικογένεια. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, η Μαντάμ Ροζά αρχίζει να χάνει τις δυνάμεις της. Η υγεία της επιδεινώνεται, το σώμα της καταρρέει, και μαζί του καταρρέει και η δυνατότητά της να συνεχίσει να ζει όπως πριν. Ο Μομό, από την πλευρά του, ωριμάζει πρόωρα. Αναλαμβάνει ευθύνες που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία του και προσπαθεί να κατανοήσει έννοιες όπως ο θάνατος, η εγκατάλειψη και η αγάπη.
Ο Μομό είναι η καρδιά του βιβλίου. Μέσα από τα μάτια του βλέπουμε τα πάντα. Είναι ένα παιδί που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο χωρίς να έχει τα εργαλεία να το κάνει.
Το τέλος του μυθιστορήματος είναι βαθιά συγκινητικό: ο Μομό επιλέγει να σταθεί δίπλα στη Μαντάμ Ροζά μέχρι το τέλος, προστατεύοντας την αξιοπρέπειά της, ακόμη και όταν αυτό σημαίνει ότι θα βρεθεί αντιμέτωπος με έναν κόσμο που δεν συγχωρεί εύκολα τέτοιες πράξεις. Δεν διστάζει, δε, να αρνηθεί τον πατέρα του όταν μετά από χρόνια έρχεται να τον βρει. Πεπεισμένος πως η ευτυχία βρίσκεται μόνο κοντά στην μαντάμ Ροζά, και σε συνέργεια μ’ εκείνη, κοροϊδεύουν τον πατέρα και του «πλασάρουν» άλλο παιδί. Ο Μομό μόλις έχει κόψει κάθε γέφυρα με το άγνωστο παρελθόν του.
Ο Μομό είναι η καρδιά του βιβλίου. Μέσα από τα μάτια του βλέπουμε τα πάντα. Είναι ένα παιδί που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο χωρίς να έχει τα εργαλεία να το κάνει. Η αθωότητά του δεν είναι αφέλεια· είναι ένας τρόπος επιβίωσης. Συχνά κάνει λάθη στις λέξεις ή στις έννοιες, αλλά μέσα από αυτά τα «λάθη» αποκαλύπτονται βαθύτερες αλήθειες. Ο Μομό αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο που μεγαλώνει χωρίς ρίζες, αλλά βρίσκει νόημα μέσα από τους δεσμούς που δημιουργεί.
Ίσως η πιο τραγική και ταυτόχρονα πιο ανθρώπινη φιγούρα του έργου είναι η Μαντάμ Ροζά. είναι σκληρή, συχνά απότομη, αλλά αυτή η σκληρότητα είναι άμυνα. Έχει ζήσει την απόλυτη φρίκη του Ολοκαυτώματος και κουβαλά μέσα της έναν βαθύ φόβο: όχι μόνο του θανάτου, αλλά της απώλειας της αξιοπρέπειας. Κάθε φορά που αισθάνεται τον κίνδυνο να πλησιάζει, βγάζει κάτω από το κρεβάτι της τη φωτογραφία του Χίτλερ για να βεβαιωθεί πως το μέγιστο κακό έχει παρέλθει. Η επιθυμία της να πεθάνει με τους δικούς της όρους είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία του μυθιστορήματος.
Οι άλλοι χαρακτήρες
Παράλληλα, το βιβλίο είναι γεμάτο από φιγούρες που, αν και δεν βρίσκονται στο επίκεντρο, συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση του κόσμου του Μομό. Ο γιατρός Κατς που προσπαθεί να βοηθήσει αλλά παραμένει αποστασιοποιημένος, οι γείτονες που κινούνται ανάμεσα στην αδιαφορία και την καλοσύνη, με κυρίαρχη την Μαντάμ Λολά, μια τραβεστί που κάποτε ήταν πρωτοπυγμάχος από την Σενεγάλη, αλλά και οι φίλοι του Μομό, που μοιράζονται την ίδια αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Αυτοί οι χαρακτήρες δημιουργούν ένα μωσαϊκό κοινωνικών ταυτοτήτων: Άραβες, Εβραίοι, Αφρικανοί, Ευρωπαίοι. Όλοι συνυπάρχουν, αλλά κανείς δεν ανήκει πλήρως.
Όλες οι σελίδες του βιβλίου, κάθε λέξη του, είναι ποτισμένες με το αγνό μήνυμα της αγάπης που δεν ζητάει ανταπόδοση και δεν στηρίζεται στη συγγένεια. Ο Μομό και η Μαντάμ Ροζά δεν έχουν καμία «υποχρέωση» ο ένας προς τον άλλο, και όμως δημιουργούν έναν δεσμό βαθύτερο από πολλούς οικογενειακούς δεσμούς. Η αγάπη εδώ είναι πράξη, όχι συναίσθημα. Η Ροζά δεν φοβάται μόνο να πεθάνει· φοβάται να πεθάνει χωρίς αξιοπρέπεια. Αυτό το θέμα διατρέχει ολόκληρο το έργο και θέτει ένα δύσκολο ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο έχει ο άνθρωπος το δικαίωμα να ελέγχει το τέλος του;
Η γλώσσα του Μομό δεν είναι απλώς μέσο αφήγησης· είναι μέρος της ταυτότητάς του.
Ο Μομό μεγαλώνει σε έναν κόσμο όπου οι ταυτότητες είναι ρευστές. Δεν ανήκει πλήρως πουθενά. Ούτε στην οικογένεια, ούτε σε μια κουλτούρα, ούτε σε μια θρησκεία. Αυτή η κατάσταση αντικατοπτρίζει τη σύγχρονη εμπειρία της μετανάστευσης και της αποξένωσης. Ο Μομό δεν κρίνει ποτέ όσα βιώνει, αλλά τα παρατηρεί και πολλές φορές τα σχόλιά του είναι αστεία, δηκτικά ή και φιλοσοφημένα. Είναι ένα παιδί που αναγκαστικά μεγάλωσε πολύ γρήγορα για να επιβιώσει.
Το ύφος του βιβλίου είναι απλό, σχεδόν προφορικό. Οι φράσεις είναι συχνά ανολοκλήρωτες, γεμάτες επαναλήψεις και «λάθη». Αυτή η τεχνική δημιουργεί μια αίσθηση αυθεντικότητας που δύσκολα επιτυγχάνεται με πιο «καθαρή» γλώσσα. Η γλώσσα του Μομό δεν είναι απλώς μέσο αφήγησης· είναι μέρος της ταυτότητάς του.
Η ανθρωπιά
Αυτό που μένει από το μυθιστόρημα δεν είναι μόνο η ιστορία του Μομό και της Μαντάμ Ροζά. Είναι η αίσθηση ότι, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, ο άνθρωπος μπορεί να βρει τρόπους να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Και ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική αλήθεια του βιβλίου: ότι η ζωή, όσο σκληρή κι αν είναι, εξακολουθεί να βρίσκεται «μπροστά μας». Όχι ως υπόσχεση ευτυχίας, αλλά ως δυνατότητα σχέσης, κατανόησης και, τελικά, ανθρωπιάς. Η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη είναι έξοχη διότι προσαρμόζεται στο καινοφανές και ιδιότυπο γλωσσικό ιδίωμα του Μομό δίχως να το προδίδει ούτε στιγμή.
Ο Γκαρύ πήρε το βραβείο Γκονκούρ για το μυθιστόρημα το 1975, το οποίο όμως είχε κερδίσει πρώτη φορά το 1956. Οι κανόνες του βραβείου λένε ότι ένας συγγραφέας μπορεί να το πάρει μόνο μία φορά στη ζωή του. Για να παρακάμψει αυτόν τον περιορισμό, δημοσίευσε το μυθιστόρημα ως Εμίλ Αζάρ, δημιουργώντας μάλιστα και μια ολόκληρη λογοτεχνική «ταυτότητα» γύρω από το όνομα αυτό. Η αλήθεια αποκαλύφθηκε μόνο μετά τον θάνατό του, όταν έγινε γνωστό ότι ο ίδιος άνθρωπος είχε κερδίσει δύο φορές το πιο σημαντικό γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο — κάτι μοναδικό στην ιστορία του.
Το μυθιστόρημα έχει γνωρίσει αρκετές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές. Η πρώτη και πιο εμβληματική είναι η ταινία του Μοσέ Μιζραχί το 1977 με πρωταγωνίστρια τη Σιμόν Σινιορέ στο ρόλο της Μαντάμ Ροζά. Η ταινία μάλιστα έλαβε το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας εκείνη τη χρονιά. Η ταινία κρατά τον πυρήνα της ιστορίας: τη σχέση ανάμεσα στη Ρoζά και τον Μομό μέσα σε ένα πολυπολιτισμικό και σκληρό περιβάλλον, τονίζοντας ιδιαίτερα το θέμα της αξιοπρέπειας στο τέλος της ζωής.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Romain Gary (1914–1980) γεννήθηκε Ρόμαν Κάτσεφ στο Βίλνιους της Λιθουανίας από Εβραίους γονείς. Σε ηλικία 14 ετών εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στη Νίκαια της Γαλλίας. Συμμετείχε στον πόλεμο και στη Γαλλική Αντίσταση, όπου διακρίθηκε. Σταδιοδρόμησε ως διπλωμάτης.
Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1945, με το έργο Éducation européenne (Ευρωπαϊκή θητεία· Γκοβόστη 2007). Το 1956 έλαβε το βραβείο Goncourt για το μυθιστόρημά του Les racines du ciel (Οι ρίζες του ουρανού· Οκτάνα 2023).

Δημιούργησε την περσόνα του Émile Ajar, ο οποίος υπέγραψε τέσσερα μυθιστορήματα, μεταξύ αυτών και το Η ζωή μπροστά, το οποίο βραβεύτηκε με το Goncourt (παρόλο που απαγορεύεται να δοθεί το βραβείο στον ίδιο άνθρωπο δύο φορές). Ο Γκαρύ αποκάλυψε ότι εκείνος ήταν ο Εμίλ Αζάρ στο σημείωμα της αυτοκτονίας του.
Άλλα έργα του στα ελληνικά: Ψυχικό φορτίο (Γκοβόστη 2013)· Λευκός σκύλος (Οκτάνα 2018)· Η υπόσχεση της αυγής (Στερέωμα 2020).
























