
Για τα μυθιστορήματα «Ο Μεγάλος Ρέι» (μτφρ. Άκης Παπαντώνης, εκδ. Κίχλη) του Μάικλ Κίμπαλ (Michael Kimball) και «Βούτυρο» (μτφρ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη) της Ασάκο Γιουζούκι (Asako Yuzuki).
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Είναι γεγονός ότι δεν συναντάμε συχνά το θέμα της παχυσαρκίας και της εμμονής με το φαγητό στη λογοτεχνία, εν αντιθέσει με αυτό της αναψηλάφησης του τραύματος και της κακοποίησης. Οι παχύσαρκοι πρωταγωνιστές, όπως απεικονίζονται στους ήρωες του Ραμπελαί Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, ως αγέρωχοι, δυναμικοί, χαρούμενοι, εντάσσονται σε ένα τελείως διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο. Στη σύγχρονη εποχή, το σωματικό βάρος, η εικόνα, οι διατροφικές συνήθειες σχετίζονται με ψυχολογικές παραμέτρους και φυσικά τον καταναλωτισμό, αποκτώντας πολιτική διάσταση.
Πρόσφατα μεταφράστηκαν δύο μυθιστορήματα που διερευνούν τη σχέση φαγητού-τραύματος: το μυθιστόρημα του Μάικλ Κίμπαλ Ο Μεγάλος Ρέι (μτφρ. Άκης Παπαντώνης, εκδ. Κίχλη) και το Βούτυρο της Ασάκο Γιουζούκι (μτφρ. από την αγγλική έκδοση Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη).
Ο Μεγάλος Ρέι
Η δομή που υιοθετεί ο Κίμπαλ για το μυθιστόρημά του ξεφεύγει από τη γραμμική αφήγηση. Χρησιμοποιώντας πεντακόσιες καταχωρήσεις, που μετατοπίζονται συνεχώς χρονικά, ο Ντάνι σκιαγραφεί αποσπασματικά τη σχέση με τον εκλιπόντα πατέρα του, Ρέι. Κάθε περιγραφή εμφανίζεται ως ένα στιγμιότυπο που αρδεύεται από τις αναμνήσεις ή τις φωτογραφίες της οικογένειας.
Από την πρώτη κιόλας εγγραφή, ο Ντάνι γνωστοποιεί τον θάνατο του πατέρα του. Κάθε χρόνο, την 1η Φεβρουάριου, ο Ρέι τηλεφωνούσε στον γιο του για να του ευχηθεί για τα γενέθλιά του. Αυτή τη χρονιά, το 2005, που ο Ντάνι έκλεισε τα τριάντα οκτώ, το τηλέφωνο δεν χτύπησε. Δύο μέρες αργότερα, η αδερφή του τον ενημερώνει για τον θάνατο του πατέρα τους. Για πέντε ολόκληρες ημέρες ήταν νεκρός και κανείς δεν τον είχε αναζητήσει. Η διαχειρίστρια έστειλε έναν από τους επιστάτες να ελέγξει αν ήταν καλά, καθώς είχε καθυστερήσει την πληρωμή του ενοικίου του. Όταν άνοιξαν την πόρτα του διαμερίσματος, αντίκρισαν τον Ρέι νεκρό στο πάτωμα μπροστά από τον καναπέ του.
Με την περιγραφή αυτού του τραγικού, θλιβερού και μοναχικού θανάτου αρχίζει να ξετυλίγεται ο αφηγηματικός μίτος και να λύνονται οι κόμποι που περιέπλεκαν τη σχέση πατέρα με γιο. Ο Ντάνι, εγκύπτοντας στα ψυχικά του τραύματα και ανασύροντας αναμνήσεις, συναρθρώνει αποσπασματικά την προσωπικότητα του Ρέι και τη μεταξύ τους σχέση. Θραυσματικές εξομολογήσεις και διαπιστώσεις αναπαριστούν μια διαπραγμάτευση με τον ίδιο του τον εαυτό κατά τη διαδικασία της κατανόησης αυτού του δεσμού και της διαχείρησης της απώλειας. Το πένθος, όμως, φαίνεται να έχει δευτερεύουσα θέση ανάμεσα στις ψυχικές διεργασίες του Ντάνι. Όπως εξομολογείται, το πρώτο πράγμα που σκέφτεται για τον πατέρα του όταν τον θυμάται είναι πόσο χοντρός ήταν. Στην παιδική του ηλικία, ο μεγαλόσωμος πατέρας φάνταζε ως ίνδαλμα που προσέφερε μια αίσθηση ασφάλειας. Μεγαλώνοντας, κατάλαβε ότι ακόμα και το παρατσούκλι «Μεγάλος Ρέι» -το οποίο θεωρούσε κομπλιμέντο στο παιδικό μυαλό του- ενοχλούσε τον πατέρα του, αφού του υπενθύμιζε τον τεράστιο όγκο του. Τα 250 κιλά του προκαλούσαν τρόμο και η υποβλητικότητά τους είχε αρνητικό αντίκτυπο στη σχέση τους πυροδοτώντας ανάλογα δυσάρεστα συναισθήματα.
Ένας χειριστικός πατέρας
Από όσα ο Ντάνι αρχικά αφηγείται για τη συμπεριφορά του πατέρα του συμπεραίνουμε πως ήταν ένας άνθρωπος χειριστικός, κακότροπος, βίαιος, που ασκούσε ψυχολογική και σωματική κακοποίηση στη σύζυγο και τα παιδιά του. Στο τέλος του βιβλίου, κάθε υπόνοια για τη δυσλειτουργική αυτή οικογένεια γίνεται βεβαιότητα και αποκαλύπτεται όλο το εύρος της κακοποιητικής συμπεριφοράς του Μεγάλου Ρέι.
Ο Ρέι ήταν εθισμένος στο φαγητό και στον τζόγο. Ο Ντάνι, παρότι φοβόταν και κατά βάθος απεχθανόταν τον πατέρα του, επιζητούσε τον θαυμασμό και την αποδοχή του. Παραδόξως, προσπαθούσε να κρατήσει επαφή ακολουθώντας τα πάθη του πατέρα του. Αυτό το είδος τοξικής σχέσης βρίσκεται στον πυρήνα του μυθιστορήματος. Τα αντιφατικά συναισθήματα που κατέκλυζαν τον Ντάνι, όσο ήταν ζωντανός ο Ρέι, με τον θάνατό του παίρνουν μια άλλη μορφή αντίφασης: ανακούφιση και πένθος μαζί.
Η παχυσαρκία του Ρέι καθόριζε όχι μόνο τις σχέσεις του, αλλά και τον τρόπο ζωής του, αφού δυσχέραινε την καθημερινότητά του, κατέστρεφε την υγεία του και τον οδήγησε στην απομόνωση.
Ο Ντάνι αναπαριστά τον πατέρα του είτε περιγράφοντας τον κακό χαρακτήρα του είτε την εμμονή του με το φαγητό και το βάρος του. Η παχυσαρκία του Ρέι καθόριζε όχι μόνο τις σχέσεις του, αλλά και τον τρόπο ζωής του, αφού δυσχέραινε την καθημερινότητά του, κατέστρεφε την υγεία του και τον οδήγησε στην απομόνωση. Προσπαθώντας να κατανοήσει την υπερφαγία του πατέρα του, θα συμβουλευτεί τον γιατρό που τον παρακολουθούσε, κάνοντας υποθέσεις που συνδέουν την ακόρεστη πείνα με ψυχικά τραύματα και με την ικανοποίηση που το φαγητό τού προσέφερε αμβλύνοντας τον θυμό που ένιωθε. Άλλωστε, οι διατροφικές διαταραχές συνδέονται με ψυχολογικούς παράγοντες, όπως, επίσης, οι διατροφικές συνήθειες εντός της οικογένειας επηρεάζουν τα μέλη της. Έτσι, ο Ντάνι διερωτάται κατά πόσο θα ήταν ο ίδιος άνθρωπος, και κατά πόσο θα είχε κάνει τις ίδιες επιλογές, αν δεν είχε εκτεθεί στις συμπεριφορές του Ρέι. Αναζητά τους λόγους που παραμένει δέσμιος αντιφατικών συναισθημάτων.
Η διακοπή των οικογενειακών δεσμών
Ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα που εγείρει ο Κίμπαλ αφηγούμενος την ιστορία της οικογένειας Κάριερ, είναι ο αποστιγματισμός της διακοπής των οικογενειακών δεσμών. Ο Ντάνι, απωθώντας τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, συντηρεί την επαφή με τον πατέρα του. Νιώθει ενοχές και λυπάται για τον τρόπο ζωής του. Ο Μεγάλος Ρέι, λόγω της παχυσαρκίας του, έχει απομονωθεί – δεν πήγε καν στο γάμο του γιου του. Εδώ παρατηρούμε το εξής οξύμωρο σχήμα: το θύμα κακοποίησης -ίσως μέσα από μηχανισμούς άμυνας, τραυματικής πρόσθεσης, ενοχικό σύνδρομο- επιδιώκει να δικαιολογήσει, να κατανοήσει, να εκλογικεύσει όσα βίωσε και εξακολουθεί να παραμένει εγκλωβισμένο στην τοξική κακοποιητική σχέση.
Μια μορφή λύτρωσης και συγχώρεσης
Αποστασιοποιημένος συναισθηματικά στην εξιστόρησή του, ο αφηγητής του Κίμπαλ, με άμεσο και ρεαλιστικό τρόπο, αποκαλύπτει τα τραύματα ενός τοξικού κακοποιητικού οικογενειακού περιβάλλοντος δίχως να διστάζει να καταφύγει στο σαρκασμό, παραθέτοντας χιούμορ απέναντι στη θλίψη, στις δυσάρεστες αναμνήσεις και στη δυσφορία που αναδύουν αυτές. Αυτοβιογραφικό, με μυθοπλαστικές προσαρμογές, το μυθιστόρημα του Μεγάλου Ρέι παρουσιάζει μια μορφή λύτρωσης και συγχώρεσης.
Το μαύρο χιούμορ και η καυστική γλώσσα λειτουργούν επικουρικά στην αποσυμπίεση του αυξημένου συναισθηματικού φορτίου της κακοποίησης που υπάρχει έστω και υφέρπουσα σε όλη την αφήγηση.
Ο Κίμπαλ, με αρωγό στη γλώσσα μας την καλοδουλεμένη μετάφραση του Άκη Παπαντώνη, καταφέρνει να διεγείρει το ενδιαφέρον του αναγνώστη παραμένοντας ειλικρινής και ρεαλιστικός, αντλώντας το εξομολογητικό του θάρρος από την ανάγκη ενδοσκόπησης. Το μαύρο χιούμορ και η καυστική γλώσσα λειτουργούν επικουρικά στην αποσυμπίεση του αυξημένου συναισθηματικού φορτίου της κακοποίησης που υπάρχει έστω και υφέρπουσα σε όλη την αφήγηση.
Βούτυρο
Το 2012, στην Ιαπωνία, η Κανάε Κιτζίμα καταδικάστηκε για τις κατά συρροήν δολοφονίες τριών ερωτικών συντρόφων της, ενώ παραμένει ύποπτη για τέσσερις ακόμη. Από τους τραπεζικούς λογαριασμούς και των τριών δολοφονημένων υποψήφιων συζύγων είχαν μεταφερθεί μεγάλα χρηματικά ποσά σε αυτόν της Κιτζίμα λίγο πριν ή μετά το θάνατό τους. Τα θύματα της είχαν δηλητηριαστεί.
Αυτή η πραγματική ιστορία, που συντάραξε την κοινή γνώμη της Ιαπωνίας, αποτελεί το έναυσμα της μυθοπλαστικής αφήγησης που διαβάζουμε στο Βούτυρο της Ασάκο Γιουζούκι. Αφηγήτρια στο μυθιστόρημα της Γιουζούκι είναι η δημοσιογράφος Ρίκα Ματσίντα. Αντικείμενο της έρευνας της, η κατά συρροή δολοφόνος Μανάκο Κάτζιι. Μέσα από μια υπηρεσία γνωριμιών ατόμων με σκοπό το γάμο, η Κάτζιι επέλεγε συντρόφους που της εξασφάλιζαν την πολυτελή διαβίωση της. Η Μανάκο Κάτζιι, γνωστή στα μέσα μαζικής επικοινωνίας ως Κατζιμάνα, κατηγορήθηκε ότι δηλητηρίασε τα θύματά της αφού τους γοήτευσε προσφέροντάς τους τη θαλπωρή που αναζητούσαν, μυώντας τους στην εθιστική μαγειρική της. Διατηρούσε μπλογκ όπου αναρτούσε συνταγές, περιέγραφε πολυτελή εστιατόρια και ασυνήθιστα εδέσματα υψηλής μαγειρικής και γαστρονομίας.
Η άρνησή της να μιλήσει στον Τύπο κρατούσε άσβεστο το ενδιαφέρον του κοινού και δημιουργούσε αύρα μυστηρίου γύρω από την ίδια την Κατζιμάνα και τα εγκλήματά της. Η Ρίκα κατέβαλε επίμονες προσπάθειες να τη συναντήσει στο Κέντρο Κράτησης του Τόκιο και να εξασφαλίσει μια συνέντευξη όσο βρισκόταν εκεί, αναμένοντας την επανάληψη της δίκης της. Με την παρότρυνση της φίλης της Ρέικο, η Ρίκα γράφει γράμμα στην Κατζιμάνα, ζητώντας τη συνταγή για το βραστό μοσχάρι που σέρβιρε σε ένα από τα θύματά της λίγο πριν πεθάνει. Έτσι ξεκινά μια σειρά συναντήσεων των δύο γυναικών ενώ παράλληλα ξετυλίγονται οι χαρακτήρες των εμπλεκομένων προσώπων, απεικονίζοντας την πατριαρχική ιαπωνική κοινωνία και τον μισογυνισμό που υφίστανται οι σύγχρονες Ιαπωνέζες.
Η Γιουζούκι επικεντρώνεται στην εξωτερική εμφάνιση των γυναικών που σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρότυπα οφείλουν να είναι εξαιρετικά αδύνατες. Το λιποβαρές σώμα είναι ένδειξη σύνεσης, αυτοσυγκράτησης, πυγμής και στοχοπροσήλωσης, θεωρείται θελκτικό και συνεισφέρει ως προσόν στην επαγγελματική ανέλιξη. Η Κάτζιι ανατρέπει αυτό το στερεότυπο. Είναι μια γυναίκα χυμώδης που απορρίπτει τα πρότυπα ομορφιάς, υπερασπίζεται το δικαίωμά της να χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητά της ως όπλο και να εξαργυρώνει την ερωτική συντροφιά που προσέφερε στα θύματά της. Δηλώνει πως απεχθάνεται τις φεμινίστριες και ότι οι γυναίκες οφείλουν να παραδεχθούν την κατωτερότητά τους και να υποχωρήσουν έναντι των ανδρών.
Η Ρίκα θα επηρεαστεί από τις συζητήσεις μαζί της, θα ξεκινήσει να μαγειρεύει και θα μυηθεί στη χρήση του αυθεντικού βουτύρου, απορρίπτοντας το υποκατάστατό του, δηλαδή τη μαργαρίνη.
Αυτή η αμφιλεγόμενη και αντιφατική προσωπικότητα προκαλεί με τον μισογυνισμό της τον γυναικείο πληθυσμό, ενώ ταυτόχρονα ενδυναμώνει την αντίστασή τους στα επιβεβλημένα πρότυπα συμπεριφοράς και εικόνας. Η Ρίκα θα επηρεαστεί από τις συζητήσεις μαζί της, θα ξεκινήσει να μαγειρεύει και θα μυηθεί στη χρήση του αυθεντικού βουτύρου, απορρίπτοντας το υποκατάστατό του, δηλαδή τη μαργαρίνη. Η Κάτζιι δίνει έμφαση στους όρους «αυθεντικό» και «υποκατάστατο», διευρύνοντας την εφαρμογή τους από τη μαγειρική στον συνολικό τρόπο ζωής. Υποστηρίζει αποφάσεις που εκφράζουν την ελεύθερη επιλογή, την εναντίωση στην υποταγή σε κανόνες που αντίκεινται στις επιθυμίες και την ευχαρίστηση των ανθρώπων.
Η σύνδεση τοξικών σχέσεων και διατροφής
Η Ρίκα θα αρχίσει να παίρνει βάρος και τα σχόλια του περιβάλλοντός της θα επιβεβαιώσουν τις αντιλήψεις τις ιαπωνικής κοινωνίας. Η Γιουζούκι θα συνδέσει τη χαμηλή αυτοεκτίμηση της Ρέικο και της Ρίκα καθώς και την εμπιστοσύνη στους άνδρες με τη σχέση που είχαν με τους πατεράδες τους. Επίσης, υπογραμμίζει τον συσχετισμό μεταξύ τοξικών σχέσεων και διατροφής, καθώς τα συναισθηματικά ελλείμματα αναπληρώνονταν με την απόλαυση που προσέφερε το φαγητό όχι μόνο γευστικά μα και ως ένδειξη φροντίδας και εστιότητας. Το τραύμα βρίσκεται και εδώ σε άμεση εξάρτηση με την εμμονή για το φαγητό και την υπερφαγία.
Η αναφορά στη άποψη του Κοινωνικού Δαρβινισμού, περί επιβίωσης του ισχυρότερου, έρχεται να υπενθυμίσει την ύπαρξη του διάχυτου, σε όλα τα επίπεδα, πατριαρχικού καπιταλισμού.
Τα πρότυπα που η οικογένεια προάγει και η κοινωνία επιτάσσει, αναπαράγοντας τις εδραιωμένες πατριαρχικές αντιλήψεις, τον άκρατο σεξισμό και τον μισογυνισμό, υποδηλώνουν δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις με συναισθηματική επιβάρυνση και ψυχολογικά τραύματα των μελών τους. Εγείρεται ο προβληματισμός της διαμόρφωσης ταυτότητας εντός οικογένειας και κοινωνικού περιβάλλοντος. Ακόμα και οι φιλικές σχέσεις (Ρίκα-Ρέϊκό, Ρίκα-Κάτζιι) έχουν το στοιχείο του ανταγωνισμού και του εσωτερικευμένου μισογυνισμού. Η αναφορά στη άποψη του Κοινωνικού Δαρβινισμού, περί επιβίωσης του ισχυρότερου, έρχεται να υπενθυμίσει την ύπαρξη του διάχυτου, σε όλα τα επίπεδα, πατριαρχικού καπιταλισμού.
Το ύφος και η δομή
Το αφηγηματικό ύφος και η δομή του μυθιστορήματος παραμένουν κοινότοπα, με την πληθωρική αφήγηση να κουράζει σε κάποια σημεία. Το στοιχείο του αστυνομικού μυστηρίου δημιουργεί συγκρατημένη ένταση και συμβάλλει θετικά στην αφοσίωση του αναγνώστη, οξύνοντας την περιέργεια του. Οι περίτεχνες, γλαφυρές περιγραφές συνταγών και εδεσμάτων είναι ιδιαιτέρως ευρηματικές και θελκτικές για τους λάτρεις της μαγειρικής και της γευσιγνωσίας μα προκαλούν την αντίθετη εντύπωση στους αναγνώστες που αδιαφορούν για το θέμα αυτό, παρόλο που μπορούν να εκληφθούν ως ανάλογες με τις μακροσκελείς αφηγηματικές απεικονίσεις τοπίων που συχνά συναντάμε στη μυθοπλασία.
Λογοτεχνικά, η διερεύνηση των θεμάτων της διατροφικής επιλογής, της ανδρικής κυριαρχίας, του πατριαρχικού καπιταλισμού, της αυτονομίας και αυτοδιάθεσης του σώματος, των τοξικών οικογενειακών σχέσεων και του τραύματος που συνδέονται με τη διατροφή σκιαγραφήθηκαν αποτελεσματικότερα και αρτιότερα αισθητικά και τεχνικά στη Χορτοφάγο της Χαν Γκανγκ.
Δυο μυθιστορήματα διαφορετικά μεταξύ τους
Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο New Yorker αναφέρεται η εμφάνιση στα μέσα δικτύωσης του κινήματος #nocontact, που σπάει το ταμπού της αποξένωσης μεταξύ των μελών μιας οικογένειας. Ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός νέων ανθρώπων διακόπτει επαφή με τους γονείς λόγω απόρριψης/μη αποδοχής της ταυτότητας του παιδιού τους ή λόγω οικονομικών προβλημάτων που οι γονείς δημιουργήσαν στα παιδιά τους. Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι πλέον τα παιδιά απομακρύνονται από τους γονείς όταν διαπιστώνουν τοξική και ναρκισσιστική συμπεριφορά, πόσο μάλλον σε περίπτωση κακοποίησης.
Τα δύο μυθιστορήματα, Μεγάλος Ρέι και Βούτυρο, αφορμώντας είτε από μια πραγματική ιστορία είτε από αυτοβιογραφιές εμπειρίες, παράγουν μυθοπλασία με διαφορετική δομή, ύφος, τεχνικές. Διαπραγματεύονται, μεταξύ άλλων, τα παραπάνω ζητήματα, με το μυθιστόρημα του Κίμπαλ να το επιτυγχάνει με πιο μεστό λογοτεχνικά τρόπο.
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τους συγγραφείς
Ο Μάικλ Κίμπαλ γεννήθηκε το 1967 στο Λάνσινγκ του Μίσιγκαν. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα The way the family got away (2000), How much of us there was (2005) και Dear everybody (2008), τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ κείμενά του έχουν παρουσιαστεί στο All Things Considered του NPR και έχουν δημοσιευθεί στις σελίδες των Guardian, Vice, Bomb και New York Tyrant.

Στα ελληνικά κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του Αγαπητοί όλοι (μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Οκτώ).
Η Ασάκο Γιουζούκι γεννήθηκε στο Τόκιο το 1981. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Rikkyo του Τόκιο. Το 2008 τιμήθηκε με το βραβεία All Yomimono, που απονέμεται σε πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, και το 2015 απέσπασε το βραβείο Yamamoto Shugoro. Έργα της έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.
![]() |
|
© Junya Inagaki |
Το Βούτυρο (εκδ. Πατάκη, μτφρ. Άννα Παπασταύρου), το όγδοο κατά σειρά μυθιστόρημα της Γιουζούκι, κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το 2015 και μεταφράζεται σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες.
Η αγγλική μετάφραση που κυκλοφόρησε το 2024 ήταν το μπεστ σέλερ της χρονιάς στη Μεγάλη Βρετανία, όπου και παραμένει σταθερά στις λίστες με τα ευπώλητα.


























