alt

Για την ποιητική συλλογή της Πολύνας Γ. Μπανά «Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων» (εκδ. Σαιξπηρικόν).

Του Μάριου Μιχαηλίδη

«Η ποίηση σε βρίσκει» γράφει ο Τίτος Πατρίκιος, υπονοώντας ότι η χάρη της δεν αρνείται στους ένδον κραδασμούς εξόδους ηρωικές, μεταπλασμένες σε εικόνες κρυπτικές και ήχους λοξούς. Αυτά, πρωτίστως για τους ήδη μυημένους. Το ίδιο όμως συμβαίνει και για τους σφαζομένους μειλιχίως εραστές της ποιήσεως που εγκολπώνονται αενάως Αφόρετα Θαύματα και το μόνο που διεκδικούν είναι να τα εκθέσουν στα ραφεία των εκδοτικών οίκων για να πάρουν κι αυτά τον δρόμο τους.

Κάπως έτσι –και όχι χωρίς εύνοια– ήρθε και με βρήκε, με τιμητική ιδιόχειρη αφιέρωση, η επίσημη πρώτη της Πολύνας Μπανά, με τίτλο εξαιρετικά εύστοχο και στεγασμένη από εκδοτικό οίκο που, κατά πώς φαίνεται, ξέρει να «παίζει» με τις λέξεις και να αυτοσαρκάζεται, εφόσον το όνομα Σαιξπηρικόν παραπέμπει σε φελινικά ομοιοτέλευτα.

Ένας χωρίς επιτηδεύσεις ποιητικός λόγος που εξαρχής αποκαλύπτει την πρόθεση της ομιλούσας φωνής να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ενός ποιήματος εν προόδω με τα υλικά μιας αφηγηματικής αυτοεξομολόγησης σε τόνο και ύφος ειρωνικό και αυτοσαρκαστικό. Θα έλεγα μάλιστα ότι αν σ’ αυτά τα χαρακτηριστικά προσθέσουμε και την εντέχνως κρυπτόμενη λεπτή ευαισθησία της ποιήτριας, τότε θα μπορούμε να μιλάμε χωρίς δισταγμό για ένα μίγμα ποιητικής πρωτοτυπίας.

Η ανάγνωση της συλλογής άρχισε με εκείνη τη διάθεση με την οποία διεξέρχεται κανείς βιβλία πρωτοπαρουσιαζόμενων, ενώ την ίδια στιγμή ευελπιστεί για τη φανέρωση του απροσδόκητου. Αυτό ακριβώς συνέβη με την ποίηση της Πολύνας Γ. Μπανά.

Το βιβλίο Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων είναι ένας χωρίς επιτηδεύσεις ποιητικός λόγος που εξαρχής αποκαλύπτει την πρόθεση της ομιλούσας φωνής να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ενός ποιήματος εν προόδω με τα υλικά μιας αφηγηματικής αυτοεξομολόγησης σε τόνο και ύφος ειρωνικό και αυτοσαρκαστικό. Θα έλεγα μάλιστα ότι αν σ’ αυτά τα χαρακτηριστικά προσθέσουμε και την εντέχνως κρυπτόμενη λεπτή ευαισθησία της ποιήτριας, τότε θα μπορούμε να μιλάμε χωρίς δισταγμό για ένα μίγμα ποιητικής πρωτοτυπίας.

Η ποιητική αφήγηση αρχίζει με την αποστασιοποίηση της ακουόμενης φωνής η οποία, κοιτώντας μέσα από τον διαθλαστικό καθρέφτη του υποσυνειδήτου, εστιάζει στο στόμα που «κινείται / μορφάζει / πλήττει / επιπλήττει / μέμφεται / χειρονομεί / (…) επιτίθεται (σείοντας το δάκτυλο) / επιτίθεται / συντρίβει» («Απάνθρωπο») και μετά «Καίει / γλυκαίνει / και πάλι καίει…» («Γλυκύτητα»). Φτάνει όμως η στιγμή της σταδιακής αποκάλυψης: «Μικρή ρωγμή, αίφνης, / εγκαταστάθηκε στο πρόσωπο, εκχέουσα, σκέψεις κι αδήριτη αλήθεια» («Ρωγμή»). Τότε «Κλείνεις τα βλέφαρα και φαντασιώνεσαι την ύπαρξή σου» («Αμέσως»).

Αμέσως μετά αρχίζουν να καταγράφονται οι διαπιστούμενες αλήθειες και πρώτα αυτές που έχουν να κάνουν με την τραγική διάσταση μεταξύ του ατομικού Είναι και του Φαίνεσθαι: «Από τη μία / ελισσόμενη, με αενάως ρευστή χάρη / (…) ανάμεσα στα γεγονότα της καθημερινότητας / κι από την άλλη, / μονίμως αιωρούμενη στην άκρη / του γκρεμού / με το ένα πόδι στο κενό» («Μεταξύ ρημάτων»).

Η ίδια φωνή, με προθέσεις ειλικρίνειας, στρέφεται στο παρελθόν και αναζητεί στο πρώιμο στάδιο της ζωής, αυτό της παιδικής ηλικίας, την αλήθεια για την αστάθεια που κλονίζει το ώριμο τώρα. Στο ποίημα «Λιθοβολισμός» χαρακτηριστικό είναι το τριπλό ερώτημα-απορία – συγχρόνως και ομολογία: «Ήμουν αδιάντροπα χαρούμενη / μέσα στο πολύχρωμο παιδικό φόρεμά μου; / Ήμουν αβάσταχτα πολύχρωμη (…); / Ήμουν αφόρητα διαφορετική (…); (…) μόλις / ξεμύτισα, / φορώντας το περήφανη, πετροβολήθηκα / ανελέητα, από παρέα μεγαλύτερων παιδιών». Η απάντηση δίδεται στα ποιήματα που ακολουθούν, «Ελέω Ενσταντανέ» και «Νεύμα», με τα οποία δηλώνεται η πρώιμη διαπίστωση μιας παιδικής και εφηβικής αυτεπίγνωσης που λειτουργούσε ως αντίσταση και ανάχωμα στην ισοπεδωτική ομοιομορφία.

Ωστόσο η εικόνα με τα στοιβαγμένα αεροστεγή βάζα που ασφυκτιούν στα ράφια («Μετακόμιση») και που μέσα σ’ αυτά, όπως ομολογεί το ποιητικό υποκείμενο: «έκλεινα (…) τα αισθήματα που δεν έδειξα / τις σκέψεις που δεν άρθρωσα», αποκαλύπτει την έκταση ενός διογκούμενου εσωτερικού δράματος. Το δράμα αυτό άλλοτε μεταβάλλεται σε ανάγκη φυγής («Πρέπει να βρω ένα μεγαλύτερο σπίτι») και άλλοτε προβάλλει επιτακτικά ως επίμονη αναζήτηση νέων τρόπων επικοινωνίας: «Προτιμώ, αναφανδόν, τα φωνήεντα / (…) Με καθηλώνει, από μικρή, η καταφανής εξωστρέφειά τους (…) τα σύμφωνα μπορούν να γίνουν, / μερικές φορές, / τόσο στριφνά και κακότροπα. / Κι αυτό, αποκλειστικά από ταμπεραμέντο ή ψυχρό καιρό» («Η φανερή γοητεία των φωνηέντων»). Τι συμβαίνει, όμως, όταν όλα αυτά αποδεικνύονται ανώφελα; Η απάντηση εκπλήσσει: «τότε / κλείνω τη μύτη / και βυθίζομαι αργά, / στ’ ατάραχο σκοτεινό νερό, / αρνούμενη ν’ αναδυθώ / προτού λήξουν οι εχθροπραξίες / κι απομακρυνθούν όλοι οι τραυματίες» («Επιστροφή στη μήτρα»).

Το τίμημα της εμμονικής –γι’ αυτό και αδιαπραγμάτευτης– απόφασης να παραμένει κανείς ανυποχώρητος και ασυμβίβαστος υπακούοντας σε ένα ισχυρό εγώ, ακόμη και όταν όλα συγκλίνουν σε λογικές υποχωρήσεις που διασώζουν τις συμβιωτικές σχέσεις, αυτό το τίμημα, το πληρώνει ακριβά. Γι’ αυτό και η καταβύθιση στο “σκοτεινό νερό”, ασχέτως του ότι μοιάζει με αδυναμία και φυγή, συχνά οδηγεί στην “αντίπερα όχθη”.

Ασφαλώς, το τίμημα της εμμονικής –γι’ αυτό και αδιαπραγμάτευτης– απόφασης να παραμένει κανείς ανυποχώρητος και ασυμβίβαστος υπακούοντας σε ένα ισχυρό εγώ, ακόμη και όταν όλα συγκλίνουν σε λογικές υποχωρήσεις που διασώζουν τις συμβιωτικές σχέσεις, αυτό το τίμημα, το πληρώνει ακριβά. Γι’ αυτό και η καταβύθιση στο «σκοτεινό νερό», ασχέτως του ότι μοιάζει με αδυναμία και φυγή, συχνά οδηγεί στην «αντίπερα όχθη». Αν ανατρέξουμε στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, αυτή η όχθη θα ισοδυναμούσε με τη σωτηρία του κατατρεγμένου εκείνου πλάσματος, της Φραγκογιαννούς, από τους διώκτες της. Όμως, ο συγγραφέας προτιμά να αφήσει την ηρωίδα του να πνιγεί στη θάλασσα, ελάχιστα βήματα πριν φτάσει στον βράχο με το εκκλησάκι του Άη Σώστη. Η σκηνή, εκτός των άλλων, παραπέμπει στις εξαγνιστικές ιδιότητες του νερού. Όμως, εδώ το «σκοτεινό νερό» δεν έχει καμιάν απολύτως σχέση με την ανάγκη ενός συνειδησιακού καθαρμού. Αντίθετα, πρόκειται για μια καταβύθιση στα έγκατα ενός καλά οχυρωμένου (;) εγώ.

Στο ποίημα «Δικαίωμα ακροάσεως» η φθεγγόμενη φωνή συνομιλεί με το alter ego. Αυτή η ενώπιος ενωπίω συνομιλία αποτελεί ένα σημείο αιχμής στην εξέλιξη του ποιήματος εν προόδω, όπως εξαρχής ορίσαμε το όλον της συλλογής. Η φαινομενική υπεροχή του ομιλητή αποκαλύπτεται από την αφωνία του ετέρου «συνομιλητή», ο οποίος «εμφανίζεται απρόσκλητος / (κάτι που συνηθίζει τις πιο απίθανες ώρες)» και όχι από την αλαζονική στάση του πρώτου ο οποίος ομολογεί ότι: «χωρίς καν να του προτείνω να καθίσει (…) αναχαιτίζοντάς τον, / βιαστικά, / με έξυπνα τσιτάτα / περί της τέχνης του εφικτού / (…) και οδηγώντας τον, / με τρόπο-μαλακά πλην αποφασιστικά / προς την έξοδο.» Οπότε, το θέμα της υπεροχής υποχωρεί και αποκαλύπτεται η αίσθηση μιας μάλλον επιδερμικής επίκλησης συμβιβασμού, αφού από αυτή δεν λείπει η ειρωνεία. Αυτή η αίσθηση είναι διάχυτη στο ποίημα «Λίγο ακόμη», όπου το ποιητικό υποκείμενο μοιάζει να συνομιλεί πιο πολύ με το εγώ, παρά με τους άλλους προς τους οποίους φαινομενικά και μόνο απευθύνεται: «Δώστε μου λίγο χρόνο ακόμη. / Εξάσκηση μου χρειάζεται, / απλώς εξάσκηση, / και / θα κατακτήσω τους κρυφούς μηχανισμούς / της συνεπούς αλληλεπίδρασης με τους άλλους, / αποδίδοντας αριστοτεχνικά / τις καθημερινές αβρότητες και κοσμιότητες».

Τα δύο τελευταία ποιήματα αυτής της εξομολογητικού χαρακτήρα ποιητικής αφήγησης, μαζί με τις αλήθειες που κομίζουν, έρχονται να φανερώσουν με εμφαντικό τρόπο μία τεχνηέντως επικαλυπτόμενη, σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, αγωνία. Χωρίς κανένα ενδοιασμό η ποιήτρια αποκαλύπτει: «Έγινα σαράντα επτά / κι ακόμη δεν ξέρω τ ί π ο τ α, με –σχετική– βεβαιότητα. / Το γήρας πλησιάζει, επικίνδυνα… / Πού είναι η συμπαρομαρτούσα σοφία που μου έταξαν;» («Φρούδες υποσχέσεις»). Και στο «Επιμύθιο» ομολογεί: «Εγώ / που ανδρώθηκα βίαια / με τα φτυσίματα οργής του Μπορίς Βιάν / την εκλεκτική παρακμή του Μπουκόφσκι / –και– / τα ποιήματα της μίσους της λατρεμένης μου Πλαθ, / να μη μπορώ πλέον, / να ενθουσιαστώ / και / κυρίως / να μισήσω / τ ί π ο τ α κ α ι κ α ν έ ν α ν.

Εν τέλει, η ποίηση που ακροπατεί, που δεν επαίρεται, που ξέρει να σέβεται τις λέξεις και τον εαυτό της, θέλγει.

* Ο ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ είναι ποιητής και πεζογράφος.

altΗ καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων
Πολύνα Γ. Μπανά
Σαιξπηρικόν 2017
Σελ. 52, τιμή εκδότη € 8,00

 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Άπαντα τα ποιήματα, της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν

Άπαντα τα ποιήματα, της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν

Για τον συγκεντρωτικό τόμο με ποιήματα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν «Άπαντα τα ποιήματα» (μτφρ. Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, εκδ. Βακχικόν).

Της Διώνης Δημητριάδου

«H Μπάχμαν πάλευε με την ανεπάρ...

Η αγρύπνια εντός μου, του Κώστα Λάνταβου

Η αγρύπνια εντός μου, του Κώστα Λάνταβου

Για τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Κώστα Λάνταβου «Η αγρύπνια εντός μου – Ποιήματα 1980-2020» (εκδ. Αρμός).

Της Άλκηστης Σουλογιάννη

Μέσα στη συγχρονία της συγκεντρωτικής έκδοσης ακολουθούμε τη δημιουργική πορε...

Η φλόγα, του Λέοναρντ Κόεν

Η φλόγα, του Λέοναρντ Κόεν

Για την ανθολογία του Leonard Cohen «Η φλόγα – Ποιήματα, στίχοι και επιλογές από τα σημειωματάρια» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Gutenberg).

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

Ξεκίνησε σαν ποιητής το 1956 (Let u...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Τα καλύτερα μυθιστορήματα της δεκαετίας στην αγγλόφωνη πεζογραφία

Τα καλύτερα μυθιστορήματα της δεκαετίας στην αγγλόφωνη πεζογραφία

Αυτά είναι τα είκοσι (20) καλύτερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν και εκδόθηκαν στα αγγλικά την τελευταία δεκαετία (2010-2019), σύμφωνα με τη συντακτική ομάδα του έγκριτου αμερικανικού ιστότοπου για τα βιβλία και τον πολιτισμό Literary Hub. 

Επιμέλεια: Book Press

...
«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις της Ελιάνας Χουρμουζιάδου

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις της Ελιάνας Χουρμουζιάδου

Ζητήσαμε από πεζογράφους, ποιητές, μεταφραστές και επιμελητές να μας στείλουν μια καλοκαιρινή φωτογραφία από το προσωπικό τους αρχείο και να την πλαισιώσουν με μια ανάμνηση. Σήμερα, η Ελιάνα Χουρμουζιάδου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Εικονογράφηση: Πάρις Κούτσικος - par...

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Σκέψεις με αφορμή την ταινία του Jojo Rabbit (2019) του Νεοζηλανδού Taika Waititi (Τάικα Γουαϊτίτι), παράλληλα με μυθιστορήματα που πραγματεύονται με φρέσκο τρόπο τη ναζιστική θηριωδία. 

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Η ταινία Jojo Rabbi...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Emmanuel Levinas «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο» σε μετάφραση και επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη, το οποίο κυκλοφορεί το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΦΑΚΕΛΟΙ