Για την ποιητική συλλογή της Ανδρονίκης Τασιούλα «Ραχοκοκαλιά» (εκδ. Θράκα). Εικόνα: Από την ταινία «Το καλοκαίρι του έρωτά μου» (2004).

Γράφει η Έφη Σωτηροπούλου

Στο «κατώφλι» του πρώτου λογοτεχνικού της έργου, Ραχοκοκαλιά (εκδ. Θράκα), η Ανδρονίκη Τασιούλα θέτει καταρχάς ένα απόσπασμα από τα Ημερολόγια καρκίνου της Audre Lorde και κατά δεύτερον τη σοφόκλεια φράση «οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν» (Ἀντιγόνη, 523), την οποία επιλέγει να τοποθετήσει κατακόρυφα στην έντυπη σελίδα (σ. 8), ωθώντας το βλέμμα σε μια τροχιά κάθετη. Στέκομαι στο δεύτερο αυτό σημείο «υποδοχής» των αναγνωστριών και των αναγνωστών, ιδιαίτερα δε ως προς τη συγκεκριμένη στοίχιση της φράσης, στοίχιση η οποία διαμορφώνει μορφικούς παραλληλισμούς με το αντικείμενο αναφοράς του τίτλου: με την ανθρώπινη «ραχοκοκαλιά», εκείνον δηλαδή τον οστέινο πυρήνα, ο οποίος στηρίζει κεντρικά τον σκελετό.

Ό,τι μπορεί να προκύψει από τον παραπάνω παραλληλισμό είναι, λίγο έως πολύ, πως το αρχαιοελληνικό διακείμενο λειτουργεί για τη συλλογή της Τασιούλα όπως ακριβώς η ραχοκοκαλιά για το ανθρώπινο σώμα. Συστήνει, δηλαδή, έναν σκληρό, εννοώντας ιδιαίτερα δύσκολο να καμφθεί, άξονα, ο οποίος επαναφέρει την ομιλήτρια των κειμένων της Ραχοκοκαλιάς (η έμφυλη διάσταση φανερώνεται σε όλη την έκταση της συλλογής) εξακολουθητικά στο φυσικό κέντρο της – εν προκειμένω, στην αμφίδρομη αγάπη, στο συμφιλεῖν.

Η ομιλήτρια, λοιπόν, διεκδικεί και ανακτά το μερίδιό της στη ζωτική αυτή αφετηρία, έχοντας διαγράψει μια πορεία ζωής, οι «σταθμοί» της οποίας συγκεντρώνονται στο ποίημα «Μια μέρα ενός μήνα» (σσ. 14-15) και εξακτινώνονται αφηγηματικά στα επιμέρους κείμενα της υπόλοιπης συλλογής. Πρόκειται για διεκδίκηση και ανάκτηση ιδιαίτερων απαιτήσεων, στον βαθμό που προϋποθέτουν αφενός τη (φυσική έστω) έξοδο από την επικράτεια του τραυματικού περιβάλλοντος, αφετέρου τη διαχείρισή του (μέρος της οποίας είναι ασφαλώς και η ίδια η λογοτεχνική του πραγμάτωση).

Χαρακτηριστικό είναι το «Το πρώτο δόντι» (σσ. 42-44), ένα κείμενο η φόρμα του οποίου από κοινού με το ιδιαίτερα πυκνό αφηγηματικό στοιχείο το τοποθετούν, όπως και πολλά άλλα της συλλογής, μεταξύ ποιήματος σε πεζό (poème en prose) και διηγήματος. Εκεί, μια μαγειρική συνταγή, η οποία μάλιστα στη συνέχεια του κειμένου καταγράφεται λεπτομερώς, γίνεται η αφορμή μιας αναδρομής στο παρελθόν:

(…) Μαγείρεψα μελιτζανόπιτα, τυρόπιτα και κρέπες με κιμά. Η μελιτζανόπιτα τους άρεσε πολύ. Δεν είχαν ξαναφάει. Η συνταγή ήταν της τότε πεθεράς μου, της καλύτερης μαγείρισσας που είχα γνωρίσει. (…)
(σ. 42).

Η αφήγηση εστιάζει μεν σε μια στιγμή γιορτινή, παρόλα αυτά αδύνατη να αναγνωστεί έξω από τα συμφραζόμενα του συνολικού αφηγηματικού ιστού, γύρω από τον οποίο υφαίνεται επιμελώς η συλλογή. Αναφέρομαι ενδεικτικά σε δύο διατυπώσεις αντλημένες από το, όμοιο από ειδολογικής και μορφικής πλευράς, κείμενο «Ασύνδετη»: (…) Όσο πιο πίσω στο παρελθόν, τόσο πιο δύσκολα. (...) (σ. 29) και: (…) Πιο επώδυνη ήταν η οικογενειακή ζωή τα σαββατοκύριακα και τις γιορτές παρά τις καθημερινές. (…) (σ. 32).

«Δύσκολα» και «επώδυν[α]», λοιπόν, μοιάζει να αναδύονται οι μνήμες και στο «Το πρώτο δόντι», όπως προκύπτει καταρχήν από τον τρόπο με τον οποίο αποδίδεται το αφηγηματικό υλικό. Ακριβέστερα, ενώ παρατάσσονται αλλεπάλληλα ρήματα για την περιγραφή γεγονότων και πράξεων, δεν υπάρχει παρά μόνο ένα το οποίο να αφήνει περιθώριο στη φανέρωση της εσωτερικής ζωής της ομιλήτριας: ο λόγος γίνεται για το μητρικά προσδιορισμένο «[φ]οβήθηκα» (σ. 43), απόρροια της πιθανής αναστάτωσης του παιδιού («μήπως τρομάξει»).

Το ξένο βλέμμα

Η φειδωλή, προσεκτική συναισθηματική έκφραση δεν είναι βέβαια ανεξάρτητη από τη συνήθεια υποταγής της αυτοαντίληψης στις επιταγές του ξένου «βλέμματος» (πβ. στο ποίημα «Έκθετη», σ. 11: όπως όπως σε ανέπλασαν βιάστηκαν/ να σε βάλουν σε προθήκη· έκθετη/ στο βλέμμα») και τη διαρκή αγωνία, την οποία αυτό δημιουργεί:

(…)
κι ότι κάποιος τις θυμήθηκε έφηβες λέγοντας
ποια; αυτή που είναι τα μάτια της λες και πάντα κλαίει;

μα πώς; εγώ μικρή δεν έκλαιγα ποτέ, το κλάμα το ‘χα
για ντροπή
(…)
(σ. 25).

Το απόσπασμα προέρχεται από το ποίημα «Κάτι γυναίκες που ξέρω», ένας τίτλος που αποποιείται, θα λέγαμε, εκ πρώτης την άμεση σύνδεση με την ομιλήτρια, «σκηνοθετώντας» μια επωφελή απόσταση, ώστε να φανερωθεί εκεί ό,τι καταπνίγεται προηγουμένως, η αθέατη δηλαδή ζωή των «γυνα[ικών]»:

κινούνται αργά
προσεκτικά
τα γόνατα γδαρμένα

τοποθετώ με κόπο το ένα πόδι μπροστά από το άλλο

δεν είναι ότι δεν προχωρούν ότι
δεν μαγειρεύουν δεν ράβουν
τα κουμπιά ότι δεν ντύνονται δεν βάζουνε κραγιόν ότι δεν
τραπεζώνουν δεν μεγαλώνουν παιδιά
κι εγγόνια
δεν εργάζονται δεν αγοράζουν είναι ότι
κάμποσες μέρες τον μήνα
το κομοδίνο είναι γεμάτο χαρτομάντιλα
υγρά τσαλακωμένα
(…)
(σ. 25).

Η οργάνωση του λόγου

Κάποια σχόλια σχετικά με το περιεχόμενο θα ήταν, σε συνέχεια όσων έχουν προηγηθεί, ίσως προφανή, εντούτοις αξίζει να σημειωθεί εδώ η οργάνωση του λόγου. Διασκελισμένα νοήματα και λέξεις που στέκουν στο «χείλος» των στίχων (βλ. τα τρία εκκρεμή «ότι»), λέξεις δηλαδή οι οποίες μοιάζει -όπως ακριβώς τα ταλαιπωρημένα γυναικεία σώματα- να ασθμαίνουν, υποβάλλοντας την κοπιώδη κίνηση («κινούνται αργά») και την εξουθενωτική φθορά («τα γόνατα γδαρμένα/ τοποθετώ με κόπο το ένα πόδι μπροστά από το άλλο»). Με άλλα λόγια, τα σημαινόμενα παρακολουθούν τις κινήσεις και τις δράσεις αυτών των γυναικών, την εξωτερική δηλαδή, θα λέγαμε, ζωή τους, ενώ τα σημαίνοντα (οι λέξεις) συντονίζονται με και εκδηλώνουν δραστικά την εσωτερική βιωματική τους συνθήκη.

Η ομιλήτρια επιδεικνύει προς τα έξω (προς κατανάλωση, δηλαδή, του ξένου «βλέμματος») μια μαχητική συμπεριφορά, αρθρώνοντας λόγο καταγγελτικό

Αυτό βέβαια μπορεί να συναρτηθεί, με τη σειρά του, με τη γενναία απόφαση που έχει λάβει εξαρχής η πρωταγωνιστική φωνή της Ραχοκοκαλιάς, να «σταμ[ατήσει]» δηλαδή «να διαλέγ[ει] τις λέξεις» («Ροζ κουβέρτα», σ. 24) που κρατούν εφησυχασμένο στην παντοκρατορία του αυτό το ξένο «βλέμμα»:

(…)
με πετούσε ο ένας στον άλλο γελώντας με οργή
όταν έπαψα να ‘μαι παιδί
και ψυχούλα
όταν σταμάτησα
να διαλέγω τις λέξεις
όταν έσπασε η φωνή μου στην ντουντούκα
κι όταν έβγαλα από την ντουλάπα
τη ροζ κουβέρτα που μου είχε πλέξει η γιαγιά μου
για να σκεπαστώ
(σ. 24).

Μαχητική συμπεριφορά

Η ομιλήτρια επιδεικνύει προς τα έξω (προς κατανάλωση, δηλαδή, του ξένου «βλέμματος») μια μαχητική συμπεριφορά, αρθρώνοντας λόγο καταγγελτικό («ντουντούκα»), τη σφοδρότητα του οποίου υποδεικνύει, πέρα από κάθε αμφιβολία, το «σπ[άσιμο]» της φωνή[ς]». Αυτό το σημείο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εφόσον παραβληθεί με αναπαραστάσεις κάποιων από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής, όπου το πρωταγωνιστικό γυναικείο υποκείμενο αναλογεί σε ένα σώμα σπασμένο, μεταχειρισμένο αβοήθητα από ένα σύνολο εξωτερικών παραγόντων:

(…)
σαν να σε ανέσυραν σε ανασκαφή σπασμένη
σαν επιπόλαια να σε κόλλησαν σ’ ένα τυχαίο σχήμα
ελάχιστα δικά σου κομμάτια κι όλο το υπόλοιπο πηλός
(…)
(«Έκθετη», σ. 11)

και:

τους έπεσα κι έσπασα
(…)
(«Τους έσπασα», σ. 13).

Τη δύναμη για την ίδια την ανασύνθεσή της, από τη μία, και για το σπάσιμο τώρα του κακοποιητικού κύκλου, από την άλλη, μοιάζει να αντλεί η ομιλήτρια από την ικανότητα να διατηρεί αλώβητες τις τρυφερές, αυθεντικά σεσημασμένες, πτυχές της ζωής της. Οι τελευταίες σφύζουν ακατάβλητα, ζωηρές ροές στους αρμούς των «επιπόλαια» κολλημένων «κομμ[ατιών]» της. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο πως η προστασία («να σκεπαστώ») που αναζητεί δεν εντοπίζεται πουθενά αλλού παρά στην πλεκτή «ροζ κουβέρτα», όπου έχουν εγγραφεί η υπομονή και η φροντίδα ενός αγαπημένου προσώπου («η γιαγιά»).

Πρόσωπα στις σελίδες

Δύο εμβληματικές αυθεντικές πτυχές της Ραχοκοκαλιάς ορίζει η συγκινησιακή σύνδεση αφενός με τον αδελφό, αφετέρου με το παιδί. Ο πρώτος, αδόκητα χαμένος («Ο αδελφός μου σκοτώθηκε σε τροχαίο. Τριάντα επτά αυτός, τριάντα τρία εγώ»: «Ασύνδετη», σ. 29), επιβιώνει στον προνομιακό χώρο του λογοτεχνικού κειμένου ως ένα επανερχόμενο, αφοπλιστικό γέλιο: «έσκαγε στα γέλια» («Ασύνδετη», σ. 31/«Η αρχειοθέτισσα», σ. 50), «γελούσε προσποιούμενος ότι δεν ακούει τίποτα» («Η αρχειοθέτισσα», σ. 49). Το παιδί, από την άλλη, προβάλλει, όπως φάνηκε και νωρίτερα, ως εξακολουθητική μέριμνα της ομιλήτριας, η οποία επιχειρεί να το προφυλάξει από τα βίαια θρυμματισμένα, δικά της «κομμάτια»:

τους έπεσα κι έσπασα
πάνω στα πλακάκια κύλησαν
τα αιχμηρά γυαλάκια καταχωνιάστηκαν κάτω από τους
καναπέδες μαζί
με σκόνες ψίχουλα κέρματα ξεχασμένα ένα
ένα τα μαζεύω – αναπάντεχες λάμψεις χρόνια μετά
μην κόψουν
τα γόνατα και τις παλάμες
του παιδιού που ακόμη μπουσουλάει
μες στο σπίτι
(«Τους έσπασα», σ. 13).

Σε συνέχεια αυτού, το σπουδαιότατο, κατά τη γνώμη μας, σημείο της συλλογής είναι η ευθεία έκθεση του παιδικού τραύματος, όπως αυτό συσσωρεύεται μέσα σε ένα κακοποιητικό οικογενειακό περιβάλλον:

(…)
Το παιδί στρέφει το βλέμμα απ’ τον έναν στον άλλον, σαν να παρακολουθεί αγώνα πινγκ πονγκ. Μαμά, μετά το φαγητό θα πάμε σινεμά; ακούγεται η φωνή του από το τραπέζι.

Σωπαίνουν. Κάθονται να φάνε.

το πιρούνι κινείται νευρικά από το πιάτο στο στόμα
το κρέας σκληρό, δεν μασιέται
η πατάτα αδιαπέραστη, πέτρα
πέτρα και οι άλλες πατάτες και η πιατέλα και το πιρούνι και τα
χέρια από τα δάχτυλα μέχρι ψηλά στους ώμους και το στήθος
και ο λαιμός και τα σαγόνια πέτρα
και το τραπέζι και οι καρέκλες κι όλα
πέτρα

η μουσική σε ρυθμό αλέγκρο

και μια φωνή

αν θα πάμε σινεμά
(«Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι», σσ. 36-37).

Η παιδική «φωνή» μάχεται απέναντι στην «αδιαπέραστη» πέτρινη ύλη, ένα δηλαδή εξαιρετικά μονωτικό περιβάλλον, το οποίο προδικάζει την απορρόφησή της. Εντούτοις, η «φωνή» αυτή ακούγεται εμφατικά στο λογοτεχνικό κείμενο, προβεβλημένα απομονωμένη στον ακροτελεύτιο στίχο.

Αντίστοιχα, στο κείμενο «Πρωινή άφιξη στο σχολείο» (σσ. 33-34):

Πρωί στο αυτοκίνητο από το σπίτι στο σχολείο. Δυο ενήλικοι στα μπροστινά καθίσματα. Κοιτάζουμε ευθεία μπροστά. Κομμένες κεφαλές. Κάθε μέρα ο ίδιος τσακωμός. Στο πίσω κάθισμα νεκρική σιγή. Το παιδί κρατάει την αναπνοή του.
(…)

Τις σπάνιες φορές που δεν υπάρχει καθυστέρηση και επικρατεί ησυχία, το παιδί ρωτάει από το πίσω κάθισμα Μαμά, έχουμε αργήσει;
(…)

Είναι σημαίνουσα η φραστική επιλογή «Δυο ενήλικοι» αντί για «(οι) γονείς» σε συνάρτηση με ένα παιδί που δεν νιώθει ασφάλεια («κρατάει την αναπνοή του»), ιδίως όμως αξιοπρόσεκτη είναι η ανάδυση όσων λόγων το παιδί αδυνατεί να εκφέρει, λόγοι οι οποίοι αποκρυσταλλώνονται ως ένα εκκωφαντικό καρδιοχτύπι:

(…) Το παιδί τρέχει σέρνοντας την τσάντα πίσω της. Στριμώχνεται μαζί με άλλα παιδιά στη μισάνοιχτη πόρτα. Την καθησυχάζω ότι θα προλάβει, δεν θα μείνει απέξω. Δεν με ακούει. Το πρόσωπό της συσπάται από το άγχος. Κάνω να τη φιλήσω. Την αγκαλιάζω ακουμπώντας το χέρι μου στο στήθος της. Η καρδιά της χτυπιέται πάνω στην παλάμη μου. Μου ξεφεύγει. Ξεχύνεται στο προαύλιο. Τα παιδιά έχουν ήδη παραταχθεί στις γραμμές τους. Κάνω μεταβολή. Απομακρύνομαι από το σχολείο.

Και κουφαίνομαι. Δεν ακούω πια τίποτα. Τα ροδάκια από τις τσάντες στο πλακόστρωτο σέρνονται βουβά. Τα στόματα των μαμάδων σε πηγαδάκια στο πεζοδρόμιο ανοιγοκλείνουν άηχα. Τα αυτοκίνητα περνούν μπροστά μου αθόρυβα. Και μόνο οι χτύποι. Σαν τρελοί πάνω στην παλάμη.

Η αγωνία του παιδιού που «τρέχει» αγχωμένο (να προλάβει, αλλά ταυτοχρόνως και να αποδράσει) διαμορφώνει ένα βίωμα τόσο συνταρακτικό, το οποίο αναγκάζει κάθε άλλο ερέθισμα να πάψει («κουφαίνομαι», «Δεν ακούω πια τίποτα», «σέρνονται βουβά», «ανοιγοκλείνουν άηχα», «περνούν μπροστά μου αθόρυβα»), ανασύροντας έτσι στην επικράτεια της Τέχνης ό,τι καταπνίγεται στην επικράτεια της ζωής.

Το παλλόμενο αυτό σθένος του παιδιού, η αντήχηση του αδελφικού γέλιου, αλλά και τα συντροφικά χέρια, που έρχονται στην πορεία, «παραμερίζο[ντας] ξερόχορτα αγριόχορτα αγκάθια/ σκαλίζο[ντας] καθαρίζο[ντας] ποτίζο[ντας]» («Μ’ αρέσεις μ’ αρέσω», σ. 61), καθοδηγούν την ομιλήτρια των κειμένων της Τασιούλα, ώστε να ανακαλύπτει εξακολουθητικά το κέντρο της, την αμοιβαία δηλαδή αγάπη (συμφιλεῖν), μια κραταιή γραμμή άμυνας απέναντι στο διαβρωτικό τραύμα και τον ισοπεδωτικό, ανθρώπινο χρόνο.

*Η ΕΦΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ είναι Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας Ε.Κ.Π.Α.


Λίγα λόγια για την ποιήτρια

Η Ανδρονίκη Τασιούλα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο ΕΜΠ και εργάστηκε σε εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Το δεύτερο πτυχίο της στις Θεατρικές Σπουδές και οι μεταπτυχιακές σπουδές Νεοελληνικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ της επέτρεψαν να μετακινηθεί στον αγαπημένο της χώρο, αυτόν της λογοτεχνίας. Στη διπλωματική της μελέτησε τα μυθιστορήματα της Άντζελας Δημητρακάκη και της Mπερναρντίν Eβαρίστο από την οπτική της φεμινιστικής κριτικής.

Άρθρα και βιβλιοκριτικές της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά λογοτεχνίας, ενώ λογοτεχνικά της κείμενα έχουν περiληφθεί σε συλλογικούς τόμους, καθώς και στο ηλεκτρονικό αφιέρωμα των εκδόσεων Θράκα στην έμφυλη βία. Εργάζεται στην Εκπαίδευση ως θεατρολόγος.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η Κλειώ στον Παρνασσό» του Χάρη Ψαρρά (ποίηση) – Προσωπικό εργαστήρι δημιουργικής ποιητικής γραφής

«Η Κλειώ στον Παρνασσό» του Χάρη Ψαρρά (ποίηση) – Προσωπικό εργαστήρι δημιουργικής ποιητικής γραφής

Για την ποιητική συλλογή του Χάρη Ψαρρά «Η Κλειώ στον Παρνασσό» (εκδ. Πατάκη). Εικόνα: «Μνημοσύνη», (1875-1881), Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι.

Γράφει η Άλκηστις Σουλογιάννη

Τον Χάρη Ψαρρά είχαμε...

«Μηλιώνας: Παρόντες και φαντάσματα» του Γιώργου Δελιόπουλου (ποίηση) – Ποιητική αναπαράσταση του Ελληνικού Εμφυλίου

«Μηλιώνας: Παρόντες και φαντάσματα» του Γιώργου Δελιόπουλου (ποίηση) – Ποιητική αναπαράσταση του Ελληνικού Εμφυλίου

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Δελιόπουλου «Μηλιώνας: Παρόντες και φαντάσματα» (Κάπα Εκδοτική). Εικόνα: Από την ταινία «Ο θίασος» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου. 

Γράφει ο Μάκης Καραγιάννης

Ενώ η πεζογραφία, μετά την...

«Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος» του Σταύρου Σταυρόπουλου (κριτική)  – Πού τελειώνει ο άνθρωπος, πού αρχίζει το έργο

«Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος» του Σταύρου Σταυρόπουλου (κριτική) – Πού τελειώνει ο άνθρωπος, πού αρχίζει το έργο

Για την ποιητική συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου «Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος» (εκδ. Σμίλη). Εικόνα: Ο πίνακας του Ρενέ Μαγκρίτ «Η αναπαραγωγή απαγορεύεται». 

Γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου 

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, όταν το 202...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

Για την παράσταση «Οι Δωσίλογοι» της θεατρικής ομάδας elephas tiliensis βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο Θέατρο «Χώρα», τη δραματοποίηση των e...

Νίκος Καχτίτσης: Εκδήλωση στην Πάτρα για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του

Νίκος Καχτίτσης: Εκδήλωση στην Πάτρα για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του

Το τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών και οι εκδόσεις Κίχλη διοργανώνουν εκδήλωση για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καχτίτση στην Πάτρα.

Επιμέλεια: Book Press

Την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2026, στις 20:00, το ...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (μυθιστόρημα) – Ο ξένος, μέσα στο σπίτι του

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (μυθιστόρημα) – Ο ξένος, μέσα στο σπίτι του

Για το μυθιστόρημα της Ντόρις Λέσινγκ (Doris Lessing) «Το πέμπτο παιδί» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη, εκδ. Διόπτρα). Εικόνα: Από την ταινία του Ρίτσαρντ Ντόνερ «Η προφητεία» (1976).

Γράφει η Φανή Χατζή

Μετά από αρκετά χρόνια που παρέ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Δεν βλέπω όνειρα συνήθως – Γράμματα του Χάρρυ στη Ρετζίνα», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Παιδικές σκηνές ...

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κωνσταντίνας Κατρακάζου «Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Βρέθηκε τεσσεράμισι χρόνια μα...

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τρία καλά αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα: Φώτης Δούσος, Γιάννης Μαρής, Αντόνιο Μαντσίνι. Αντισυμβατικοί αστυνομικοί, αδικία και δωσιλογισμός σε λιτή αφήγηση και μεσογειακό νουάρ για το δικαίωμα στην αυτοδικία. ©istock

Επιλογή-παρουσίαση: Χ...

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Σημαντικά βιβλία που διευρύνουν τη συζήτηση για τον φεμινισμό, τη σχέση της γλώσσας με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και το πόσο [δεν θα έπρεπε να] μας αλλάζει το γήρας.

Επιλογή-παρουσίαση: Φανή Χατζή

...

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ